Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 14

Chapter 140 wordsPublic domain

— Βέβαια, είπε μέσα της, ο Έδμον καθόλου δεν θα γνωρίση τη Μαλβίνα του. Κέτσι θα μπορώ να τον βλέπω και να τον ανακουφίζω, θαποφεύγω τα βλέμματά του, θα κατασιγάζω τη συγκίνησή μου, κεκείνος δεν θα ξαίρη ποιο χέρι τον περιποιείται. Ναι, δεν πρέπει να τα μάθη, γιατί η χαρά του μπορεί να τον σκοτώση, για το Θεό . . . Αλλά στην κατάσταση που βρίσκεται . . .

Η Μουδ έκρουσε τη θύρα.

— Εμπρός! . . .Τι τρέχει, Μούδη;

Η Μουδ, άμα την είδε έτσι μετημφιεσμένην, άφισε κραυγήν εκπλήξεως.

— Έρχομαι . . . . έρχομαι . . . . έλεγε και την παρατηρούσε . . . Αλλά αλήθεια δυσκολεύομαι να γνωρίσω την κυρία.

— Λέγε, γριά Μούδη, έρχεσαι . . . τι έρχεσαι;

— Έρχομαι να σας πω, ότι εγώ στεκόμουνα στην εξώθυρα είδα την Άννα, την ερώτησα πού τρέχει . . . Αλλά, θεέ μου, πόσο έχει αλλάξει η κυρία! . . τι παράξενο!

— Την ερώτησες λοιπόν πού τρέχει . . . υπέλαβε ανυπόμονα η Μαλβίνα.

— Ναι και μου είπε, ότι την έστειλαν να εύρη καμιά νοσοκόμα για την νύχτα, διότι ο πυρετός εγύρισε κακοήθης. Απόψε είναι η τρίτη νύχτα, μια από τας πλέον επικινδύνους, είναι ανάγκη να μείνη άνθρωπος κοντά του ολονυχτίς, για να δίδει κάθε λίγο κάποιο ποτό. Η άλλη νοσοκόμος είναι κουρασμένη . . .

— Μουδ! νά λοιπόν εγώ είμαι έτοιμη να λάβω τη θέση της φώναξε η Μαλβίνα καταστέλλουσα την οδύνην της.

— Μα, κυρία μου, συλλογίζεστε τι κάμνετε; Η αρρώστια του κ. Έδμον είναι μολυσματική, είναι θανατηφόρα, η ίδια η εξ επαγγέλματος νοσοκόμος αποφεύγει να μείνη κοντά του.

— Περιττό να χάνης τα λόγια σου γραία Μουδ, πήγαινε γρήγορα και πες της Άννας, ότι έχεις μία νοσοκόμα πολύ κατάλληλη και ετοιμάσου να με παρουσιάσης απόψε ως νοσοκόμον υπό εγγύησίν σου. Κατάλαβες; εμπρός!

Η Μουδ κάτι θέλησε να ψελλίση, αλλά εκείνη δεν της έδωκε καιρόν την έσπρωξε έξω του δωματίου φωνάζοντας:

— Τρέξε λοιπόν! Στοχάσου ότι μια στιγμή αν αργήσεις, μπορείς να καταστής υπεύθυνη για το θάνατό του και για το δικό μου ακόμα. Τρέχα! άνοιξέ μου το δρόμο να δεχθώ τουλάχιστο την τελευταία πνοή του.

Η Μουδ δεν αντέτεινε πλέον και έτρεξε . . .

Όταν τέλος το βράδυ το ωρολόγι εσήμαινε τις οχτώ, και οι δύο τους βρεθήκανε εμπρός στη θύρα της κ. Μπιρτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'.

ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΙΣ

Ο υπηρέτης που τους άνοιξε την πόρτα, τας ωδήγησε αμέσως εις το διαμέρισμα του αρρώστου.

Η Μαλβίνα αναβαίνοντας στηρίχτηκε στον βραχίονα της Μουδ, για να κρατηθή.

Άμα εμβήκε και είδε το μαραμένο σώμα και την ωχρή κιαδυνατισμένη μορφή του αγαπημένου της, τόσος τρόμος την έπιασε, ώστε λίγο έλειψε να λιγοθυμήση.

Η άλλη νοσοκόμος τας επλησίασε και αποτεινομένη προς την Μουδ είπε:

— Αυτός πια πάει . . . Δεν πιστεύω να βαστάξη ως αύριο. (Και αποτεινομένη προς την Μαλβίνα επρόσθεσε). Εσείς άλλο δεν έχετε να κάμετε, παρά να του δίδετε κάθε τέταρτο της ώρας να πίνη μια κουταλιά απ' αυτό. Ελάτε να σας δείξω, πώς να κάνετε.

Η Μαλβίνα επλησίασε με πικρή αταραξία· το αίμα της ήτο παγωμένο μέσα στις φλέβες της και της εφαίνετο ήδη ότι θα εκπνεύση μαζί με τον ασθενή.

— Κιάν τα συμπτώματα γίνουν χειρότερα και ευρεθήτε εις αμηχανίαν, καλέσατέ με, θα είμαι στο διπλανό δωμάτιο. Έχω τρεις νύχτες να κλείσω το μάτι μου.

Η Μαλβίνα κατένευσε, αλλά δεν έβγαλε λέξη. Θέλησε να πάρη το κουτάλι και να πλησιάση τον άρρωστο. Η νοσοκόμος εγύρισε και την είδε με περιέργεια και είπε:

— Μήπως είναι βουβή; ω θεέ μου, πώς τρέμει; ως να μη είδε ποτέ άνθρωπον αποθνήσκοντα.

Η Μαλβίνα θυμήθηκε τότε την μακαρίτισσα την Κλαίρη της.

— Κανείς, είπε ελαφρώς στενάζουσα, δεν είδε τον θάνατον, όσον εγώ.

— Γιατί λοιπόν είστε τόσο σκυθρωπή: Πρέπει να έχετε συνηθήσει, γιατί αλίμονο, αν θλίβεσθε έτσι για τον κάθε θάνατο που θα βλέπετε. Ελάτε τώρα ανοίξτε το παραπέτασμα, ανασηκώστε το κεφάλι του αρρώστου κεγώ πάω να σας φέρω το γιατρικό.

Η Μαλβίνα έκαμε ότι της είπε η νοσοκόμος και είδε τον Έδμον. Τα μάτια του ήταν κλεισμένα· ακίνητος, ωχρός και παραλογιμένος· κανένα άλλο σημείον ζωής δεν έδιδε, παρά την αναπνοή του την δύσκολη και κοντή κοντή. Η γεναιότης της νέας γυναικός ηυξήθη τώρα. Διεπέρασε τον βραχίονά της κάτου απ το κεφάλι του και τόβαλε πάνω στο στήθος της. Πήρε το κουτάλι το γιατρικό από τη νοσοκόμα και το επότισε με προσοχή τον άρρωστο.

— Εύγε! της είπε η νοσοκόμος, δεν είσθε και τόσο πρωτόπειρη Εγώ λοιπόν σας αφίνω. Καληνύχτα. . . . Πώς, κυρία Μουδ, εδώ είσαι ακόμη; Να φύγης γρήγορα. Δεν ξαίρεις, ότι αυτός εδώ ο αέρας είναι μολυσμένος;

Τότε η νοσοκόμος και η κυρία Μουδ ανεχώρησαν.

Η Μαλβίνα μόνη με τον άρρωστο! . . . Κι ο άρρωστος αυτός είναι ο Έδμον, ο πολυαγαπημένος της· μα σε πια κατάσταση, θεέ μου! . . . νεκρός άθαφτος.

Πλησιάζει την κλίνη, ανοίγει λίγο το παραπέτασμα, αγγίζει το χέρι του, ήταν κατάψυχρο. Βάζει τα χέρι της στο μέτωπό του, ήταν ιδρωμένο και κρύο. Τα χείλη του είναι ξερά και άχροα, τάχει μισοκλεισμένα. Η πνοή του μόλις βγαίνει. Νομίζει ότι τον ακούει να ομιλεί. Συγκρατεί την αναπνοήν της να ακούση . . . Ακούει:

— Μαλβίνα . . . Μαλβίνα μου! . . .

Δεν ημπορεί πλέον να κρατήση τους λυγμούς της. Φοβείται μη τον ταράξη και τυλίγεται μέσα στα παραπετάσματα. Δάκρυα δεν έχει πια να χύση, η καρδιά της χτυπά μαζί με τους χτύπους του ωρολογίου. Γονατισμένη μπρος στην κλίνη του Έδμον ακουμβά το κεφάλι της επάνω στα μπράτσο του και βαστά το χέρι του μέσ' στα δικά της και μέσα στην παγκόσμια σιωπή επικαλείται τον Θεόν της ευσπλαγχνίας για να τον σώση.

Τέλος εξημέρωσε. Ο Έδμον όμως ευρίσκεται στην ιδία κατάσταση, που τον ηύρε χθες η Μαλβίνα.

Η θύρα εκρούσθη σιγά. Εμβήκεν η Άννα και μετ' αυτήν ο ιατρός Πότβελ.

— Α! είπε σιάζων τα μαλλιά του, δεν είναι η γνωστή μας γραία νοσοκόμος αυτή. Το χέρι σου, κορίτσι μου. Νά αλήθεια άσπρο και μαλακό χεράκι, επιτήδειο να περιποιείται τους αρρώστους, χωρίς να τους πληγώνει.

— Δεν πλησιάζετε να δήτε τον άρρωστο, γιατρέ μου! είπε η Μαλβίνα μισοντροπιασμένη.

— Ναι βέβαια, θα τον ιδούμε κιαυτόν. Ωστόσο, καλό μου κορίτσι, πότε τάρχισες το επάγγελμα αυτό; Εγώ τουλάχιστον ποτέ ως τώρα δεν σέχω ιδεί, και όμως δόξα το θεό γνωρίζω όλες τις νοσοκόμες του Έδιμπουργκ.

— Αλλά, γιατρέ μου, είπε η Μαλβίνα απελπισμένη, ο άρρωστός σας βρίσκετε στα έσχατα, για όνομα του Θεού! και άρχισε να του εκθέτει λεπτομερώς τα γεγονότα του ασθενούς από το εσπέρας ως εκείνη τη στιγμή. Ο ιατρός ενθουσιάσθη και φώναξε:

— Αλήθεια, αν όλοι οι άρρωστοι μου είχαν τέτοιες νοσοκόμες, σπάνια θα εσημειώνοντο θάνατοι εις τα δελτία μου. Ας δούμε πώς είναι λοιπόν ο άρρωστός σου, κόρη μου.

Έλαβε τον βραχίονα του ασθενούς και θέσας τους δακτύλους του εις τον σφιγμόν εφάνη προσέχων και σκεπτόμενος. Η δε Μαλβίνα τον ητένιζε ζητούσα να μαντεύση τον λογισμόν του και εκράτει την αναπνοήν της.

— Υπάρχει ελπίς, είπε τέλος ο ιατρός.

— Αλήθεια, γιατρέ μου: υπάρχει;

Ο ιατρός επρόσθεσε με αδιαφορίαν επαγγελματικήν.

— Αι ναι, αλλά όχι και να σας εγγυηθώ πάλιν. Τίποτε σίγουρο δεν μπορούμε να πούμε, αν δεν περάση και η ενάτη ημέρα.

Κατόπιν παρετήρησε πάλιν τον σφιγμόν του κ. Έδμον και είπε.

— Η αίσθησης είναι κοντά, θα ξανάρθη. Τώρα θα σου σημειώσω τι πρέπει να κάμης, για να εκτελεσθή με ακρίβειαν ότι θα διορίσω. Αφού δε ετελείωσε, επρόσθεσε σηκωνόμενος:

— Ιδού, καλό μου κορίτσι, διάβασε με προσοχή και κάμε ότι σημειώνω εδώ. Εγώ προς το βράδι θα ξανάρθω πάλι. Αντίο.

Άμα έμεινε μόνη η Μαλβίνα, εκάθισε κοντά στην κλίνη και επαραμόνευε να αντιληφθή το πρώτο κίνημα του αρρώστου.

Ύστερα από μία ώρα ολάκερη άνοιξε τα μάτια και φέρνοντας το χέρι στο μέτωπό του:

— Αχ θεέ μου, είπε, πόσο υπόφερα! τα στήθος μου καίει ακόμα. Καλή κυρά, δόσε μου κάτι να πραΰνω τη ζέστη μου.

Η Μαλβίνα του έφερε αμέσως κάτι δροσιστικό, αλλά επειδή ήταν πολύ αδύνατος, αναγκάστηκε εκείνη να τον ανασηκώση στα μπράτσα της, για να του το δώση να το πιή, ακουμπώντας τα κεφάλι του απάνω στο στήθος της.

— Μείνε όπως είσαι, καλή μου κυρά, έτσι είμαι καλά, αυτή η αλλαγή θέσεως με ξελαφρώνει.

Η Μαλβίνα με χαρά ενδόμυχη έμεινε όπως είταν και λέξη δεν επρόφερε, έσφιγγε τα δόντια της μην τύχει και κλάψει . . και προδοθή. Στοχασμοί ολέθριοι κατεσπάραζαν την ψυχήν της και με πολλήν αγωνία κατέπνιγε τους λυγμούς της.

Ο Έδμον ανακουφιζόμενος από το ζωικόν ρευστόν της Μαλβίνας ησθάνετο εαυτόν συγκινούμενον και δεν ήξαιρε πού να το αποδώση.

Το μεσημέρι εμβήκε η γραία νοσοκόμος και η Μαλβίνα της παρέδωκε τον ασθενή και υπεχώρησε εις την άκραν της κλίνης.

— Δεν πάτε να κοιμηθήτε; της είπε η νοσοκόμος.

— Όχι δεν έχω ύπνον απεκρίθη εκείνη πολύ χαμηλά. Άλλωστε ημπορώ να αναπαυθώ σαυτόν εδώ τον καναπέ.

Μετά πολλήν ώρα η γραία νοσοκόμος κουράστηκε και άφισε το κεφάλι του Έδμον επάνω στο προσκέφαλο.

— Είσαι συ καλή μου κυρά; ρώτησε μόλις ακουόμενος ο ασθενής.

— Εγώ, κύριε, απεκρίθη η γραία, θέλετε τίποτε;

— Ήσο συ πάντοτε κοντά μου;

— Όχι κάποια άλλη νεωτέρα με αντικατέστησε την νύχτα, γιατί είχα κουραστεί πάρα πολύ.

— Μα η φωνή της. . . η φωνή της μου φάνηκε . . . Πού είναι αυτή τώρα;

— Μου φαίνεται πως κοιμάται, κύριε, θέλετε να την ξυπνήσω;

— Αφού κοιμάται, άφισέ την, ας ησυχάση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'

Η ΕΝΑΤΗ ΗΜΕΡΑ

— Έτσι πέρασαν μερικές ημέρες. Η Μαλβίνα αγρυπνούσε την νύκτα και εκρύβετο μόλις εξημέρωνε· τοιουτοτρόπως κανείς δεν την εγνώρισε, ο ίδιος ο Έδμον είχε λησμονήσει την πρώτην εντύπωσιν, που του είχε προξενήση η φωνή της.

Τέλος έφθασεν η ενάτη ημέρα· η κρίσιμη. Ήτο μεσημέρι· η Μαλβίνα είχε το κεφάλι της κρυμμένο μέσα στα χέρια της. Εφαίνετο ότι κοιμάται. Αλλά επρόσεχε πολύ και εις το ελάχιστον κίνημά του και έβλεπε με φρίκην, ότι η αναπνοή του εγίνετο πυκνοτέρα και εναγώνιος. Η οδύνη της ήτο δριμεία τόσο μάλλον, καθ' όσον ήτο ηναγκασμένη να την καταπίνη.

Εν τούτοις ο πυρετός επανήλθε σφοδρός εις τον ασθενή και τον εδυνάμωσε. Εγνώρισε τον ιατρόν, όταν ήλθε, και του είπε.

— Γιατρέ. Είμαι πολύ άσχημα. Αν πράγματι ο θάνατός μου είναι κοντά, μη μου το κρύψετε, σας παρακαλώ.

— Έχετε θάρρος, φίλε μου. Θα σας σώσω. Είσθε νέος και η κράσις σας είναι ισχυρά.

— Σας παρακαλώ, μη με απατήσετε. Είναι ανάγκη να φανήτε ειλικρινής περισσότερον, παρ' όσον στοχάζεσθε.

— Αν έχετε να διαθέσετε τίποτε, μπορείτε και να το κάμετε, δεν βλέπω εις αυτό τίποτε κακόν.

— Σας ευχαριστώ, γιατρέ μου. Δεν είμαι καθόλου δειλός, υποτάσσομαι εις το πεπρωμένον. Έχω πολλές αμαρτίες βέβαια, αλλά η Μαλβίνα παρακαλεί για μένα τον θεό και ίσως ο θεός χάριν αυτής με συγχωρήση.

Έπειτα ύψωσε τα χέρια του τα αδύνατα προς τα άνω και είπε:

— Μαλβίνα, Μαλβίνα! Είναι λοιπόν γραφτό ναποθάνω μακράν σου στερημένος την παρηγορία που θα μου έδινε η παρουσία σου! Οι τελευταίοι μου στοχασμοί πετούν προς εσένα. Έλα καλή μου γραία να σου υπαγορεύσω να γράψεις εσύ. Πάρε χαρτί και μελάνι.

Η γραία νοσοκόμος εθορυβήθη, διότι δεν ήξαιρε να γράφη και το ανεκοίνωσεν εις την Μαλβίναν.

— Δεν πειράζει, της είπεν η Μαλβίνα, γράφω εγώ αντί σου, χωρίς να μας καταλάβη. Αλλά, γιατρέ μου, δεν θα τον βλάψη αυτός ο κόπος;

— Μα η Μαλβίνα αυτή, κόρη μου, τον απασχολεί τόσο πολύ, ώστε μάλλον θανακουφισθή, πιστεύω, ανοίγοντας την καρδιά του . . .

— Είσαι έτοιμη, καλή μου γραία; εφώναξεν ο Έδμον.

— Μάλιστα, κύριε, απεκρίθη η νοσοκόμος. Και τότε η Μαλβίνα επλησίασε και κρυπτομένη πίσω από τα παραπετάσματα της κλίνης άρχισε να γράφη καθ' υπαγόρευσιν του Έδμον:

«Αγαπητή μου Μαλβίνα,

Είμαι ετοιμοθάνατος και αιτία του θανάτου μου είναι ο προς εσένα έρως μου. Αλλά δεν πταίεις εσύ βέβαια· εγώ ο ίδιος με την ορμή του πάθους μου άναψα μέσα στο στήθος μου τη φλόγα που με φέρνει τώρα στον τάφο. Ωστόσο ακούω ακόμη τας αλγεινάς κραυγάς που άφισες, όταν σε αποχωρίσθηκα. Έτσι είμαι βέβαιος, Μαλβίνα, πως δεν έπαυσες να μαγαπάς και θα χύσης δάκρυα πικρά επάνω στο νεκρό μου. Αχ πόσο ήθελα να μην αποθάνω! για να απολαύσω εσένα, ποθώ τον κόσμον, γιατί αφίνω πίσω μου εσένα, θέλω να ζήσω για να σε εξιλεώσω, που αμφέβαλλα για την αγάπη σου, και στη μανία του θυμού μου ήρθα ναποθάνω ανάμεσα στους μιαρούς εχθρούς σου. Ω Μαλβίνα, συγχώρησέ μου το ολέθριο αυτό σφάλμα. Πόσο τιμωρήθηκα γιαυτό! Αχ τουλάχιστον θα σε είχα κοντά μου τας τελευταίας μου στιγμάς, θα σέβλεπα, θα σάκουα. Συ θα εδέχουσουν την τελευταία πνοή μου, συ θα έκλειες τα μάτια μου. Οποία παρηγορία! . . »

— Μα ποιος κλαίει λοιπόν; ρώτησε διακόπτων την υπαγόρευσιν. Μου φαίνεται ότι είναι εκείνη η ιδία . . ω Μαλβίνα αν η ψυχή σου φτερουγίζη γύρο μου, αν ήλθε να ιδή, πώς θα πετάξη η δική μου, αγκάλιασέ με κιας πετάξουνε μαζί οι ψυχές μας.

Η Μαλβίνα δεν βαστούσε πλέον και ητοιμάζετο να πέση στην αγκαλιά του. Αλλά ο Έδμον κατελήφθη υπό μανίας και εφώναξεν αποτόμως:

— Όχι, όχι! άπιστη γυναίκα, φύγε μακρυά! εσύ ώπλισες το χέρι του μιαρού του παπά και τον διέταξες να εμπήξη το μαχαίρι στο στήθος μου, που για σένα μόνο ανέπνεε. Αν ήθελες ναποθάνω, ας μου το διέτασσες, και ευθύς θα μέβλεπες νεκρόν εις τα πόδια σου, γιατί να μεταχειρισθής την βδελυράν βοήθειαν εκείνου; . . . άπιστη!

— Αχ Θεέ μου Θεέ μου, εμουρμούρισον η Μαλβίνα με οδύνην ανέκφραστη, πότε λοιπόν θα τελειώσουν τα βάσανά μου; Δεν αντέχω πλέον.

— Εδώ κρύβεται παράξενο μυστήριο, είπε ο γιατρός στην γραία νοσοκόμα.

— Στοιχηματίζω, λέει εκείνη, πώς κιαυτή θα είναι μία από κείνες που απάτησε ο σερ Έδμον.

— Δεν πιστεύω, αυτή είναι φρόνιμη νέα. Υπάρχουν όμως γυναίκες νευρικές που κλαίουν, άμα ιδούν τους άλλους να πάσχουν.

— Δε σκοτίζομαι αλήθεια! Αυτή η γυναίκα εμένα με βοηθεί και με ανακουφίζει, και της χρεωστώ ευγνωμοσύνην.

Τα μεσάνυχτα ο κ. Έδμον έπαυσε να ομιλή και ο ιατρός Πότβελ εξετάσας τον σφιγμόν του είπεν εις την Μαλβίναν:

— Η κρίσις πλησιάζει. Αν μετά έξ ώρας δεν πάθει τίποτε, σας εγγυώμαι πλέον για τη ζωή του. Προσέξετε, μην αποκοιμηθήτε και φυλάγετέ τον με μεγάλη προσοχή. Εγώ απόψε δεν φεύγω από δω. Αν η αίσθησις επανέλθη με ελαφρόν ιδρώτα, ο ασθενής εγύρισε στα καλά. Φώναξέ με τότε. Καλή νύχτα.

Όταν η Μαλβίνα έμεινε μόνη, άρχισε να περιφέρεται μέσα στο δωμάτιον και να συλλογίζεται, ότι σε λίγο θα αποφασισθή η τύχη της. Της εφαίνετο ότι τον βλέπει μέσα εις λάκκον βαθύν, σκεπασμένον με το λευκόν σενδόνι, και φρίσσει. Επιθυμεί ναποθάνη και η ιδία.

— Θεέ μου, λέγει, δεν τολμώ πλέον να σε παρακαλέσω για τη ζωή του . . σου παραδίδω και τη δική μου.

Πλησιάζει το κρεββάτι του αρρώστου, ανοίγει τα παραπετάσματα, της φαίνεται σα νεκρός.

— Έδμον, Έδμον! δε μακούς, καλέ μου! Εγώ είμαι που σε φωνάζω, εγώ η Μαλβίνα σου.

Εκείνος ανοίγει σιγά τα μάτια. Την βλέπει, την αναγνωρίζει, δεν είναι δυνατόν να απατάται, είναι η ιδία, η Μαλβίνα.

— Πού είμαι; πού βρίσκομαι; συ εδώ Μαλβίνα!

— Ω Έδμον! ζης λοιπόν; ανεστήθης λοιπόν; Δόξα να έχη ο Κύριος!

— Μαλβίνα, δεν πάσχω πλέον, αφού σε βλέπω κοντά μου, αλλά πώς ευρέθηκες εδώ; τι θαύμα είναι τούτο: Μήπως είμεθα . . .πλέον. . . εις την αιωνιότητα;

Και έκλεισαν πάλιν τα μάτια του. Αλλά ανέπνεεν ελεύθερα και η υγρά θερμότης των χεριών του έδοσαν θάρρος εις την Μαλβίναν. Τα μαραμένα χείλη του ζωηρεύουν, γλυκός ύπνος διαδέχεται την αγωνίαν.

Η Μαλβίνα γονατίζει και προσεύχεται με δάκρυα χαράς προς τον Σωτήρα του αγαπητού της.

Σιωπή άκρα επικρατεί γύρο της, αλλ' αυτή τώρα πλέον δεν αγριεύεται, απεναντίας χαίρει, διότι το παν σέβεται τον ύπνον εκείνου, της φαίνεται ότι η φύσις όλη ησυχάζει, διά να εξυπνήση μαζί με τον εραστήν της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΥΠΗΝ Η ΧΑΡΑ

Η αυγή εφώτιζε τον ορίζοντα και ο Έδμον ακόμη εκοιμάτο βαθέως, ενώ η Μαλβίνα εισέτι γονυπετής παρά την κλίνην τον ητένιζε και προσηύχετο υπέρ αυτού.

Ηκούσθη το βήμα του ιατρού Πότβελ· του ανοίγει την θύραν ελαφρώς· βαδίζει ακροποδητί. Ο ιατρός ερωτά ανήσυχος:

— Πώς είμεθα;

— Γιατρέ μου, κοιμάται πολύ ήσυχα.

— Αλήθεια κοιμάται; Είσαι βεβαία;

— Ναι, γιατρέ μου.

— Τότε εσώθη.

Η Μαλβίνα τον οδηγεί παρά την κλίνην ελαφρώς περιπατούσα. Ο γιατρός τον βλέπει με προσοχή.

— Είναι εκτός κινδύνου. Εσώθη.

Άμα η Μαλβίνα άκουσε τα λόγια του ιατρού, έξαλλη από την χαράν της ετινάχθηκε έξω.

Ο ιατρός απόρησε για τον τρόπο της και εφώναξε την γραίαν νοσοκόμον να έλθη κοντά στον ασθενή.

Έπειτα εβγήκεν έξω και αυτός και ήλθεν εις συνάντησιν της Μαλβίνας. Εκείνη άμα τον είδε, εφώναξε:

— Γιατρέ μου, εσείς τον εσώσατε! είσθε αληθινός άγγελος της σωτηρίας. Και έπιασε τα χέρια του και τα έσφιξε με την καρδιά της.

— Αληθινά είσθε μία παράξενη κυρία.

— Νομίζετε ότι άμα εξυπνήση, θαναγνωρίση όσους τον περιστοιχίζουν;

— Αναμφιβόλως, ο πυρετός έπεσε, δεν θα έχει πλέον παραλήρημα, εις το εξής το μόνον κακόν θα του είναι η αδυναμία.

— Δεν έχει φόβον από ψυχικήν ταραχήν;

— Έχει και παραέχει, ο οργανισμός του, εξησθενημένος όπως είναι, δεν αντέχει εις σφοδράς συγκινήσεις. Αλλά γιατί ερωτάτε όλα αυτά τα πράγματα;

— Αχ, γιατρέ μου, η μικροψυχία μου δεν μάφισε να κρυφθώ περιπλέον. Αλλά συγχωρήσατέ με, γιατί πολλά υπέφερα.

— Ο σερ Έδμον λοιπόν σας είναι πολύ ενδιαφέρον πρόσωπον;

— Δεν απατάσθε, γιατρέ μου. Αλλά σας παρακαλώ κρατήσατέ το μυστικό, γιατί με καταστρέφετε.

— Αλλά ας επιστρέψωμε κοντά του. Εσείς μην του φανερώνεσθε αμέσως και βλέπουμε.

— Θεέ μου! νομίζω ότι ακούω θόρυβον εκεί μέσα. Μήπως εξύπνησε; Εμβάτε μόνος σας, γιατρέ μου.

Στάθηκε μπρος στην θύραν και ακροάζετο κρατούσα την αναπνοήν της.

— Αχ Θεέ μου, είπεν εκείνος βλέπων τον ιατρόν να εμβαίνη, τι μου συνέβη άραγε; Νομίζω ότι είδα, ότι ήγγισα την Μαλβίναν, ότι άκουσα την φωνήν της.

— Μην την ενθυμείσθε, σας το απαγορεύω, αφού σας έσωσα, δεν θέλω να πάθετε υποτροπήν.

— Αχ εκείνη με έσωσε. Η φωνή της με ανεκάλεσε από τον τάφον, με εξύπνησε από τον θάνατον. Αλλά πού είναι τώρα, Θεέ μου, πού είναι;

— Κύριε του είπε η γραία νοσοκόμα η φαντασία σας αυτή ημπορεί να σας ξαναφέρη τον πυρετόν. Ησυχάσατε, παρακαλώ.

— Έχει δίκαιο η γριά, επρόσθεσεν ο ιατρός. Να τι εκάματε· ο σφυγμός σας ήρχισε να ατακτή, και αν εξακολουθήσετε, άφευκτα θα σας επανέλθη ο πυρετός.

Ο Έδμον εσιώπησε και σιγά σιγά η φαντασία του ησύχασε. Η εικών της Μαλβίνας κατ' ολίγον διελύθη ως φωτεινόν νέφος, και απεκοιμήθη, ή μάλλον εβυθίσθη εις νάρκην.

Η Μαλβίνα εμβήκε με τρόπον εις τον κοιτώνα αποφεύγουσα να σταθή προ των ομμάτων του.

Ωστόσο η βελτίωσις της υγείας του αρρώστου έγινε γνωστή σ' όλο το σπίτι. Η κυρία Φέμπικ εχάρη ειλικρινώς. Η κ. Μπιρτών έδειξε πανηγυρικώς ψευδή ευαισθησίαν.

— Προς το βραδάκι, όταν ο Έδμον εκοιμάτο, εκρούσθη αίφνης η θύρα.

— Ποιος είναι; ρωτά η Μαλβίνα σιγανά.

— Μπορώ να δω τον κ. Έδμον;

Η Μαλβίνα ανεγνώρισε την φωνήν της κ. Μπιρτών.

— Όχι, όχι, απεκρίθη. Κοιμάται τώρα, και ο γιατρός . . .

— Μα εβγάτε, ευλογημένη, και ομιλήσατε της κυρίας! είπε εντόνως η γραία νοσοκόμα.

— Αμέσως απήντησε η Μαλβίνα θορυβημένη υπερβολικά. Εν τούτοις δεν ετολμούσε νανοίξη.

Η γραία επετάχθηκε αγανακτημένη.

— Άνοιξε λοιπόν, παράξενο πλάσμα!

Η Μαλβίνα υπεχώρησε προς το σκοτεινότερο μέρος του δωματίου.

Η γραία ήνοιξε και εβγήκε να ομιλήση της κυρίας.

Η Μαλβίνα ετέντωσε το αυτί της.

Η γραία έδιδε εξηγήσεις, ότι δεν έφταιγε αύτη διά την αργοπορίαν, αλλά μία άλλη νοσοκόμα, ένα παράξενο πλάσμα, που εκτελεί μεν απαραγκλίτως το καθήκον της, αλλά συγκινείται ευκόλως και πάσχει από νευρικήν ζάλην και κλαίει συχνά.

Και ο γιατρός ακόμα απόρησε για την υπερβολική ευαισθησία της, επρόσθεσε η κ. Μπιρτών, και ήμουν περίεργη να την ιδώ.

Ο σερ Έδμον κοιμάται και ο γιατρός μας απαγορεύει νανάψωμε φως, για να μη του ταράξωμε τον ύπνο.

— Τότε έρχομαι αύριο. Καληνύχτα.

Η Μαλβίνα άρχισε να συλλογέται ότι η κ. Μπιρτών βεβαίως θα την ανεγνώριζε και έπρεπε με κάθε τρόπο ναποφύγη το σκάνδαλον. Ο Έδμον ήτο πλέον εκτός κινδύνου, έπρεπε λοιπόν να τον αφίση.

Επέρασε κοντά του όλην εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος του ήτανε γαλήνιος.

Όταν εχάραξε η αυγή, η Μαλβίνα άνοιξε λίγο τις κουρτίνες του κρεββατιού. Το ένα χέρι του εκρέμετο έξω από το κρεββάτι. Εκόλησε ελαφρά τα χείλη της σαυτό και μουρμούρησε.

— Έχε υγεία, καλέ μου. Η μοίρα τόσο μόνο ήθελε. Δεν ξαίρω, αν θα σε ξαναϊδώ πλέον. Ίσως όταν περάσουν τα νιάτα και ασπρίσουν τα μαλλιά μας, θα μπορέσω τότε να σφίξω το χέρι σου και να σου πω με ηρεμία ψυχής.

— Θυμάσαι, Έδμον, τη νύχτα εκείνη της αγωνίας! εγώ ήμουν που σε ανεκάλεσα από τον τάφο, ο οποίος ηπείλει να καταπίη και τους δυο μας, άνοιξες τα μάτια σου τα κουρασμένα και με είδες τότε ανάμεσα στο μελιχρό το φως του λύχνου. Αλλά τα μάτια σου βαρυμένα έκλεισαν πάλι και τότε νόμισες ίσως ότι η φαντασία σου σε απατούσε. Αλλά όχι, Έδμον, ήμουν εγώ η ιδία που ήρθα να σε σώσω, ή . . . . ναποθάνω μαζί σου. Και . . . σε έσωσα. Χαίρε λοιπόν. Η ανάγκη με κάμνει να σε αποχωρισθώ. Η μοχθηρία αγρυπνεί γύρο μας και δεν μας αφίνει ναπολαύσωμεν αλλήλους ανεπιφύλαχτα. Για την ησυχία τη δική σου εγώ πρέπει να φύγω.

Έπιασε ξανά το χέρι του για να το φιλήση. Ο Έδμον τότε άνοιξε τα μάτια του.

— Ποιος είναι; ρώτησε αδύνατα.

Η Μαλβίνα ταράχτηκε.

— Αχ η σκιά σου, Μαλβίνα μου, πάντοτε με κυνηγά. Σε βλέπω και ακούω τη γλυκυτάτη φωνή σου. Μακάρια οπτασία!

Έκλεισε πάλι τα μάτια του και απεκοιμήθη.

Η Μαλβίνα κατεπνίγη, ήθελε να ριχθή στην αγκαλιά του, να του πει πόσο τον αγαπούσε, να του φανερώση ότι δεν είταν οπτασία.

— Αλλά ο χαρακτήρας της ο φρόνιμος, ο επιφυλακτικός την εκράτησε και πάλιν. Του έστελε ασπασμόν με το χέρι της και βγήκε από τον κοιτώνα.

— Κατέβηκε ήσυχα ήσυχα, ηύρε ανοιχτή τη θύρα της εισόδου, εξήλθε και ετράβηξε ίσια στης κυρά-Μούδης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'.

Η ΜΑΓΙΣΣΑ

— Δόξα νάχη ο Κύριος! φώναξε η καλή γραία, μόλις την είδε, τέλος πάντων εγυρίσατε με τα καλά σας· ούτε στιγμή δεν ησύχαζα ενόσω βρισκόσασταν εις της κ. Μπιρτών. . . .

Αλλά, θεέ μου! πώς αλλάξατε έτσι;

— Είμαι πολύ καλά, καλή μου γραία. Ο σερ Έδμον εγλύτωσε· τώρα άφισέ με ναναπαυθώ ολίγον. Αιτιολόγησε τον εξαφανισμόν της νοσοκόμας σου, όπως θέλεις. Πήγαινε και πες τους, ότι παρεφρόνησα τέλος πάντων.

Ένδεκα αλγειναί νύκτες αγρυπνίας αδιακόπου και συνεχούς αγωνίας είχαν εξαντλήσει την Μαλβίναν, και τώρα που έπαυσε η υπερέντασις του νευρικού συστήματος εξέσπασε η εξάντλησις εις υπερβολικήν αδυναμίαν.

Επλάγιασε και εβυθίσθη εις βαθύν ύπνον.

Η εξαφνική εξαφάνισις της Μαλβίνας από το δωμάτιον του αρρώστου ανεστάτωσε την υπηρεσίαν. Η γραία νοσοκόμος βλέπουσα ότι έχασε την ησυχίαν της έγινε άνω κάτω. Ερωτά την μίαν, εξετάζει την άλλην, κανείς δεν την είδε, κανείς δεν ξαίρει πού ευρίσκεται.

Η φαντασιώδης Άννα βεβαιώνει ότι αυτή ήταν μάγισσα, ότι την είδε τη νύχτα από την κλειδαρότρυπα να κάμνη διάφορα καββαλιστικά σημεία, να χαράσσει κύκλους, να εξαφανίζεται και πάλι να ξαναφαίνεται.

Οι φαντασίες ανάβουν. Βέβαια και ήταν μάγισσα, αφού με τας γοητείας της εθεράπευσε τον σερ Έδμον, που ο κύριος Πότβελ είχε διακηρύξει ότι η αρρώστια του ήταν αθεράπευτη. Εν τω μεταξύ έφθασε η κυρά Μουδ και βλέπουσα ότι η εξήγησις, την οποίαν αυτή θα εφεύρισκε, εδόθη ήδη τόσον εύκολα, εδέχθη αυτήν προθύμως υπερθεματίζουσα μάλιστα δι' άλλων σχετικών διηγήσεων περί μαγισσών και γοήτων.

Ώστε ο θρύλος έγινε βεβαιότης. Διότι όλη η υπηρεσία επίστευε τώρα ότι είδε και ήκουσε τα παράδοξα εκείνα.

Το πράγμα έγινε γνωστόν και εις τον κύκλον των κυριών. Η κ. Μέλμορ δεισιδαίμων, όσο και η τελευταία υπηρέτρια, τα παίρνει και τα δίνει με την κόρην της. Εν τούτοις η κ. Μπιρτών δεν δίδει πίστιν εις τας τοιαύτας φλυαρίας. Συλλαμβάνει όμως υπονοίας και δίδει διαταγάς αυστηράς, αν έλθη η νοσοκόμος εκείνη ξανά στο οπίτι της, να της την φέρουν αμέσως.

Ο κ. Φέμπικ άρχισε να την κολακεύη, ότι είναι γυνή ανωτέρα και καθόλου δεν ομοιάζει με τας άλλας γυναίκας.

Μία είναι στον κόσμον η κ. Μπιρτών, έλεγε.

Η Μαλβίνα τα έμαθε αυτά από την κυρά Μουδ. Ησύχασε ότι τα πράγματα έμειναν άνευ περαιτέρω ερεύνης διά τα κατ' αυτήν.

Ο Έδμον ανελάμβανε από ημέρας εις ημέραν.

Η Μαλβίνα αρχίζει να ελπίζει και να ρίχνει βλέμμα πλήρες χαράς εις το μέλλον.

Έτσι το ρυάκι όταν το πλήξουν σφοδραί καταιγίδες πλημμυρίζει και θολώνει, αλλ' αφού παρέλθη η επίδρασις αυτών, ρέει πάλιν ήσυχον και διαυγές και αρχίζει να καθρεφτίζη τα άνθη που φυτρώνουν εις τας όχθας του και αντιφεγγίζει τον ουρανόν επί του κινητού κατόπτρου της επιφανείας του.

Όταν ο σερ Έδμον ήτο πλέον εις κατάστασιν να σκέπτεται, ερώτησε, αν η κ. Σορκή έστειλε να μάθη γιαυτόν όταν ήτο άρρωστος. Αλλά κανείς δεν ήτο εις θέσιν να του ειπή τίποτε. Ο Έδμον λοιπόν επικράθηκε για την αδιαφορία της.

— Εγώ πεθαίνω κεκείνη, η ευσπλαγχνιζομένη πάσαν ψυχήν ζώσαν, μένει αδιάφορη στους πόνους τους δικούς μου! Άραγε πήρε τουλάχιστον το γράμμα μου εκείνο; Και ποιος τάχα ανέλαβε να της το αποστείλη;

Έκραξε την γραίαν νοσοκόμον και την ερώτησε:

— Δε μου λες καλή μου γραία, όταν ήμουν ασθενής, σου υπαγόρευσα και έγραφες ένα γράμμα. Δεν μου λες, τι το έκαμες;