Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 12
— Θα μου ήτον ευτύχημα να μπορούσα να σου εβεβαίωνα το τελευταίο, αλλά τότε δε θα σας έλεγα την αλήθεια.
— Τι συνέβη λοιπόν;
— Από την κ. Μπιρτών απεχωρίσθην διά παντός και είθε ποτέ να μη την συναντήσω πλέον εις την ζωήν μου.
— Τα χαλάσατε με την κ. Μπιρτών; Πώς έγινε τούτο;
— Μη με αναγκάζετε να σας ειπώ περισσότερα. Μου είναι αδύνατον, αν και πολύ επιθυμούσα να σας ανοίξω την καρδιά μου.
— Αρκεί είπεν η κ. Κλάρα, σας εννοώ πληρέστατα και σέβομαι την ανάγκην της σιωπής σας.
Αι ημέραι επερνούσαν γρήγορα. Ο πατέρας της Κλάρας αναγκασμένος από υποθέσεις του ανεχώρησεν εις Λονδίνον. Η Κλάρα λοιπόν ήτο τώρα πιο ελεύθερη. Εν τούτοις δεν ενοχλούσε και πολύ την Μαλβίνα από διάκρισιν, την οποίαν καθόλου δεν είχεν εύρει αυτή, όταν διητάτο εις της κ. Μπιρτών.
Η Μαλβίνα ετέρπετο παιδαγωγούσα την Φανήν, όταν δε δεν ήτο απησχολημένη με αυτήν, πότε διάβαζε και πότε παρεδίδετο εις γλυκείας ονειροπολήσεις εντός των ωραίων κήπων του πύργου.
Δεν είχε βέβαια λησμονήσει τας ατασθαλίας του Έδμον, αλλά η αγάπη έκαμνε να τας θεωρεί ως ελαφράς νεανικάς παρεκτροπάς και μάλιστα έχαιρε δι' αυτάς, διαλογιζομένη ότι όσοι άπαξ εγνώρισαν την ματαιότητα του εκτάκτου βίου είναι πλέον ασφαλισμένοι, παρά όσοι εβάσταξαν εγκράτεια στα νιάτα τους.
Αλίμονο. Έτσι πάντα η φαντασία μας ξεγελά υπέρ του όντος το οποίον αγαπώμεν, είδέ μη, «αλί που τόχει η κούτρα του . . . . »
Από δεκαπέντε μέρες η Μαλβίνα παραδοθείσα εις τας τρυφερότητας του έρωτος ανεπιφύλακτα χωρίς πλέον να εντρέπεται διά τούτο, απολαύει χαράν και ευφροσύνην άγνωστην ως τώρα εις αυτήν. Είχε προ οφθαλμών την στιγμήν που θα εγίνετο ευτυχής διά της παντοτεινής ενώσεώς της μετά του προσφιλούς της ψυχής της. Έτσι το παρόν ομορφαίνει με τας εικόνας των αγαθών που μας υπόσχεται το μέλλον. Η προσδοκία της απολαύσεως είναι ανωτέρα από αυτήν ταύτην την απόλαυσιν πολλάκις.
Κάθε βράδι χαίρεται περισσότερο, διότι επέρασε μία ακόμη ημέρα του χωρισμού. Κάθε πρωί αγάλλεται, διότι ο Θεός της χαρίζει μία μέρα ακόμη για ναγαπά τον Έδμον. Γυρίζει με τη φαντασία της στις πρώτες εκείνες στιγμές που ο Έδμον με τις φλογερές του φράσεις μετέδωκε την φλόγα του έρωτος στην άδολη καρδιά της.
— Μαγαπά λοιπόν αληθινά και τίμια, λέγει καθ' εαυτήν. Εμένα από όλας. Το λέγει μέσα στις νύχτες, το ξαναλέγει τα μεσημέρια. Και αισθάνεται κάτι που δεν ξαίρει τι είναι, μα τόσο τερπνό και γλυκό της φαίνεται, ώστε λέγει ότι αυτό είναι η ζωή. Δεν μπορεί να είναι άλλο. Άλλοτε πάλιν αρέσκεται να βλέπει εντός της.
— Ω τον αγαπώ! τον λατρεύω! φωνάζει μόνη της, και είναι ευτυχής, γιατί τον αγαπά χωρίς να συλλογίζεται ότι ανταγαπάται. Εάν απέθνησκε κατά τας ωραίας εκείνας στιγμάς, δεν θα είχε παράπονον ότι απέρχεται του κόσμου χωρίς να γευθή τας γηίνους ευδαιμονίας. Επλησίαζε το τέλος του μηνός και η Μαλβίνα υπελόγιζεν ήδη, ότι έφθανεν η ώρα, που εκείνος έμελλε, να της απαιτήση την εκπλήρωσιν της υποσχέσεώς της, και η τρυφερή αυτή ιδέα πολλάκις έβαψε το πρόσωπόν της με ζωηρόν ερύθημα.
Μίαν από τας τελευταίας αυτάς ημέρας ενώ εγευμάτιζε με την κ. Κλάραν της έφεραν δύο γράμματα, τα ένα ήτο του Έδμον, τα άλλο από τον λόρδον Χέριντεν. Τα γράμματα του Χέριντεν ήσαν πάντοτε τυπικά και ολιγόστιχα· άφισε το γράμμα του λόρδου και με λαχτάρα άνοιξε του Έδμον. Διάβασε.
«Από τη μέρα που επέστρεψα εδώ δεν άφισα τη θεία μου να αγνοή ότι συ είσαι η πηγή των φίλτρων μου. Χθες όμως, επειδή με απείλησε ότι, αν δεν πάρω τη λαίδη Σούμεριλ, δεν με καθιστά κληρονόμον της περιουσίας της, αναγκάστηκα κεγώ να της ομιλήσω ξεκάθαρα, ότι και οι δύο εμείς το θεωρούμε εντροπή να δεχθούμε κάτι από μέρος της. Τότε λοιπόν εκείνη αγρίεψε και μου είπε:
— Και τους δύο θα σας ιδώ να ψωμοζητάτε μπρος στη θύρα μου· μα χέρι δεν θαπλώσω να σας βοηθήσω. Πήγαινε, ανόητε, μου είπε, νακούσης και συ από το στόμα της διαβεβαιώσεις αγάπης τέτοιες που έδωσε άλλοτε στον κ. Πρίορ (ω το μισητό το όνομα!) Μα και σαν την πάρης μην τη θεωρείς δική σου. Και τότε ακόμα μπορώ να σας χωρίσω τον έναν από τον άλλον. Έτσι θα τιμωρήσω την αυθάδειά σου χωρίζοντάς σε από εκείνην και απορρίπτοντας σε μακρυά από μένα.
Αχ φαρμάκι έχυσε μέσ' στην ψυχή μου επαναλαμβάνουσα την φιλίαν σας με τον κ. Πρίορ (ω αυτός ο Πρίορ!) και τη στιγμή που έξαφνα σας ηύρε και τους δύο σε ανώμαλη θέση και σε μεγάλη ταραχή, κιακόμη τους συγκινητικούς αποχαιρετισμούς σας, τους επαναλαμβανομένους πόθους σας και την απόρροιαν αυτών: την συχνήν αλληλογραφίαν σας.
Χολήν έχυνε στην ψυχή μου και έχαιρε, που με φαρμάκωνε έτσι.
Ω φιλτάτη Μαλβίνα, έλα λοιπόν με την παρουσία σου να εξαλείψης αυτάς τας ολεθρίας παραστάσεις από την ψυχή μου. Ιδού εξετέλεσα ότι με διέταξες και εν τούτοις εξακολουθώ να θεωρώ μηδέν όλα τα αγαθά του κόσμου εμπρός εις τον πόθον ναποκτήσω εσένα. Ο καιρός έφθασε. Αν με αγαπάς, αν θεωρής την ησυχίαν μου πολύτιμη, μην αργείς και η προσφορά της καρδιάς σου ας είναι η μόνη απάντησις εις τας καταχθονίους απειλάς της Μπιρτών.
Ευρίσκουμαι τώρα στο Κίνρος, δώδεκα μόνον μίλια μακράν σου. Σε περιμένω εδώ. Δύο λέξεις θα μου φέρη ο επιδότης της παρούσης μου γραμμένες, από την αγάπη μου, που θα μου αναγγείλουν ότι αύριο είναι η μακαριωτέρα ημέρα της ζωής μου, η ημέρα της ενώσεώς μας . . .
Ενώ η Μαλβίνα εδιάβαζε ακόμα, ήλθε ο ταχυδρόμος, που της έφερε το γράμα, και τη διέκοψε λέγων, ότι βιάζεται να φύγη, διότι ο κ. Έδμον ανυπόμονος τον περιμένει και του έταξε αμοιβάς, εάν επανέλθη, όσο το δυνατόν γρηγορώτερα.
Η κ. Κλάρα εξεπλάγη από όσα ήκουσε, ητένισε με βλέμμα ερωτηματικόν την Μαλβίναν, αλλ' αυτή εταπείνωσε το ιδικόν της και εκκοκίνησε.
Ταραγμένη από την απάντηση του Έδμον, από τη βία του γραμματοκομιστού, από την επέμβαση της κ. Κλάρας· πήρε ένα πρόχειρο κομμάτι χαρτί κέγραψε ότι έρχεται. Τόδοσε στον ταχυδρόμο που περίμενε. Εκείνος λαβών την σημείωσιν ανεχώρησε αμέσως.
Ωστόσο η Κλάρα την έβλεπε διαρκώς με το ερωτηματικόν βλέμμα της. Και αυτή μη ξαίρωντας τι να της απαντήση εσιωπούσε.
Έξαφνα έπεσαν τα βλέμματά της στο γράμμα του λόρδου Χέριντεν, που το είχε λησμονήσει επάνω στο τραπέζι. Έσπευσε λοιπόν να το ανοίξη ελπίζουσα έτσι να κρύψη την ψυχικήν ταραχήν της από την κ. Κλάραν.
Μόλις διάβασε όμως μερικές γραμμές, ωχρότης αιφνηδία περιεκάληψε το πρόσωπόν της και ψυχρός ιδρός διεχύθη καθ' όλον το σώμα της.
Ωστόσο επέμεινε και ετελείωσε την ανάγνωσιν της απαισίας επιστολής. Αλλά άμα την ετελείωσε, δεν εβάσταξε πλέον και υπείκουσα εις το βάρος της μεγάλης θλίψεως, την οποίαν της επροκάλεσε η ανάγνωσις εκείνη, έπεσεν ως αναίσθητη εις τας αγκάλας της φίλης της φωνάζουσα:
— Αχ τετέλεσται! Πάει πια! Έδμον! Χαθήκαμε για πάντα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'.
ΕΞΗΓΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ
Η αγαθή Κλάρα ανησυχούσα διά την κακήν κατάστασιν της φίλης της την συνέτρεξε με τα προχειρότερα μέσα, την μετεκόμισε στο δωμάτιόν της και την απέθεσε στην κλίνην της. Άμα δε κατώρθωσς να την ανακαλέση εις τας αισθήσεις της την έσφιξε στας αγκάλας της πολύ συγκινημένη.
— Ησύχασε, φίλη μου, της είπε, προσπάθησε ναναπαυθής ολίγον. Εγώ εξέρχομαι και σε αφίνω να ησυχάσης. Όταν αναλάβης φώναξέ με, έχω να σου ανοίξω την καρδιά μου. Μαλβίνα, εννόησα· είσαι πολύ δυστυχισμένη και αξία συμπαθείας.
Η Κλάρα ήτο σφοδρά συγκινημένη και εβγήκε για να μην κλάψη εμπρός εις την Μαλβίναν και την βλάψη περισσότερον.
Η Μαλβίνα άμα έμεινε μόνη, επήρε στα χέρια της με φρίκην το γράμμα του λόρδου Χέριντεν και άρχισε να το ξαναδιαβάση για να το προσέξη καλύτερα:
Κυρία ·
Μανθάνω ότι κατ' αυτάς υπανδρεύεσθε. Δεν θα εξετάσω βέβαια τι ήτο που σας ώθησε εις αυτήν την απόφασιν, ούτε και ζητώ τον λόγον της σιωπής, που εκρατήσατε προς εμέ γιαυτό το πράγμα. Ούτε πάλιν σας επιπλήττω διά τον σκανδαλώδη τρόπον, με τον οποίον εχωρίσθητε τόσον απερισκέπτως από την ευπόληπτον συγγενή σας, που τόσον ανεπιφύλακτα σας είχε δεχθή στα σπίτι της, και τώρα λυπείται ειλικρινώς διά τας παραφοράς σας.
Αρκούμαι μόνον να θέσω υπό την όψιν σας τας εξής παρατηρήσεις μου.
Βλέπω, εδώσατε εις τον εαυτόν σας το δικαίωμα να μη τηρήσετε την προς την μακαρίτισσα γυναίκα μου υπόσχεσίν σας. Πολύ καλά. Αυτός είναι δικός σας λογαριασμός. Αλλά και δικός μου λογαριασμός είναι, νομίζω, να μη κρατήσω πλέον την προς την παραβαινομένην υπόσχεσίν σας σχετιζομένην συγκατάθεσίν μου ως πατρός, να αναθρέψετε σεις την κόρην μου.
Σας κάμνω γνωστόν λοιπόν, ότι καμίαν διάθεσιν δεν έχω, να επιτρέψω να ανατρέφεται η κόρη μου στο σπίτι του συζύγου σας, να είναι δηλαδή υπό την κηδεμονίαν ανθρώπου όλως αγνώστου εις εμένα.
Η μακαρίτισσα το παιδί μας το εμπιστεύθη σεσάς μόνην.
Μα από τη στιγμή που εσείς δεν ανήκετε στον εαυτό σας, ούτε το παιδί μας ανήκει σεσάς, κέτσι αναγκάζουμαι ναναλάβω επ' αυτού τα πατρικά μου δικαιώματα.
Άμα λοιπόν, κυρία γίνη ο γάμος σας, αξιώ να παραδώσετε την κόρην μου στα χέρια της εγκρίτου συγγενούς σας κ. Μπιρτών, η οποία λίαν προφρόνως αναλαμβάνει να την έχει, έως ότου αι υποθέσεις μου μού επιτρέψουν να την παραλάβω πλησίον μου.
Μη λάβετε τον κόπον ναπαντήσετε εις την παρούσαν μου διότι αυτήν την ώραν αναχωρώ εις Ιρλανδίαν και η εκεί διαμονή μου θα διαρκέση πιστεύω καθ' όλον το θέρος. Φροντίσατε μόνον να εκτελέσετε επακριβώς τα όσα σας γράφω.
Διατελώ, κυρία, μεθ' υπολήψεως εξαιρέτου. Λονδίνον, 22 Μαΐου . . . Αύγουστος Χέριντεν
Ποτέ βέβαια δεν είχεν υποψιαστή η Μαλβίνα, ότι ο εις όλα τα κατ' αυτήν ψυχρός και αδιάφορος λόρδος, ο ουδέποτε πραγματικώς ενδιαφερθείς περί της θυγατρός του αυτής, ο οποίος σπανιώτατα και τυπικώτατα απαντούσε με ολίγας λέξεις εις όσα εκείνη έκρινε καλόν να του γράφη περί της Φανής, έμελλε αίφνης να ταραχθή τόσον, μανθάνων ότι αυτή υπανδρεύεται. Κεπειδή το θεωρούσε ως ολότελα προς αυτόν αδιάφορον πράγμα, δεν του το ανεκοίνωσε.
Αλλά ο με τόσην θερμότητα γινόμενος εν τη επιστολή εκείνη λόγος περί της κ. Μπιρτών την διεφώτισε σαφέστατα, από πού προήρχετο το πικρόν βέλος.
Η κ. Μπιρτών δηλαδή δεν έλειψε να του γράψη, όπως ήξαιρε, για να τον πάρη συνεργόν στα σχέδιά της.
Επροσπάθησε να τον κινήση εις απέχθειαν κατά της νεαράς γυναικός, παριστώσα αυτήν ως γυναίκα ελαφράν και πείσμονα και εφρόντιζε τάχα ως φίλη να την προφυλάξη από ολίσθημα διά τούτο του έγραφε:
«Σεις μόνος μπορείτε να εμποδίσετε ένα μεγάλο δυστύχημα. Η εξαδέλφη μου είναι πολύ αφωσιωμένη στο τέκνο σας, όθεν αν της γράψετε ότι θα της το πάρετε, αν επιμένη να παντρευτή, θα σώσετε την μεν φίλην της μακαρίτιδος συζύγου σας από τον όλεθρον, την δε πρώτην οικογένειαν της Σκωτίας από μεγίστην στενοχωρίαν.»
Ακόμη δε με σατανικήν οπισθοβουλίαν επρόσθεσε:
«Καθό πατέρας ενδιαφέρεσθε βέβαια για το μέλλον της κόρης σας. Αν λοιπόν η παραλυμένη εξαλδέλφη μου, που μονομαχούνε οι νέοι για την ομορφιά της, μετανοήση και ξανάρθη κοντά μου για να ζήση ήσυχα, θα της αφίσω μέρος από την μεγάλην περιουσίαν μου. Ώστε αν κατορθώσετε να μην παντρευθή, η περιουσία μου αυτή μαζί με τη δική της περιουσία θα μείνη κληρονομιά στη θυγατέρα σας».
Ο λόρδος Χέριντεν, που είχε σπαταλήσει τη δική του περιουσία και πολλές φορές εσκέπτετο τι άραγε θα άφινεν εις την κόρην του, εδέχθη προθύμως την εμφανισθείσαν ελπίδα της τοιαύτης αποκαταστάσεως της κόρης του. Ώστε διά τούτο προ πάντων και όχι διά κανένα άλλον λόγον εδέχθη να υπογράψη την επιστολήν εκείνην, την οποίαν η κ. Μπιρτών του υπαγόρευσε, που τόσο κατασπάραξε την καρδιά της Μαλβίνας.
— Ω ψυχή αγία της φίλης μου, εφώναξεν η δυστυχής Μαλβίνα, μη φοβάσαι πώς θα παραδώσω εγώ το τέκνο σου στα χέρια της μικράς κ. Μπιρτών.
Αν ο σκληρός πατέρας του θέλη να μου ταποσπάσει, γιατί θα είμαι η κυρία Σέυμουρ, ποτέ η δυστυχισμένη φίλη σου δεν θα αξιωθή αυτό το όνομα και μένε ήσυχη.
Καημένε Έδμον, αιώνιος χωρισμός! δεν είτανε γραφτό να σε καταστήσω ευτυχή με την αγάπη μου.
Η κ. Κλάρα άνοιξε εν τω μεταξύ την θύραν, έσκυψε το κεφάλι και ερώτησε.
— Τι κάνει η αγαπημένη μου Μαλβίνα;
Εκείνη της έγνεψε. Η Κλάρα επλησίασε, έπιασε το χέρι της Μαλβίνας και της είπε.
— Ξαίρω ότι δεν πρέπει να εγγίζει κανείς τας λεπτάς χορδάς της καρδίας των φίλων. Σέβομαι τη λύπη σας και δεν ζητώ να εξακριβώσω τας αφορμάς της. Ίσως με τον καιρό αξιωθώ την εμπιστοσύνη σας και τότε μου ανοίγετε την καρδιά σας. Τώρα κοιτάξετε την ησυχία σας.
— Αύριο φεύγω, είπε η Μαλβίνα, εκείνος με περιμένει αύριο.
— Φεύγετε; σας περιμένουν; και πού θα πάτε; και πότε θα σας ξαναϊδώ εγώ, που δεν σας εχάρηκα ακόμα καθόλου!
— Αλίμονο, πάω στην άβυσσο. Δεν ξαίρω πού θα καταντήσω αν δεν θα με ξαναϊδήτε ή αν θα γυρίσω να πεθάνω κοντά σας. Άγνωστο. Πάει η χαρά μου. Εθραύσθη η ευτυχία μου! το μέλλον μου είναι σκοτεινό.
— Αύριο φεύγετε! Αι σας συνοδεύω κεγώ λοιπόν.
— Θέλετε λοιπόν να τον κάμω να πιστέψη, ότι σας πήρα μαζί μου για να καταφρονήσω τη θλίψη που θα του προξενήσω;
— Για ποιον ομιλείτε, για όνομα του Θεού;
— Για κείνον που έχει κυριευμένη την καρδία μου. Που και τη ζωή μου γιαυτόνα θυσιάζω. Αυτός που για μένα αρνήθηκε πλούτη και αξιώματα. Και που εγώ είμαι αναγκασμένη να του αρνηθώ την ευτυχία του. Να του δώσω το τελευταίο φίλημα . . . και να πεθάνω.
— Με κάνεις να φρίσσω, Μαλβίνα! Μήπως ο ευτυχής αυτός θνητός είναι ο σερ Έδμον Σέυμουρ;
— Και ποιος άλλος άνδρας, εκτός από αυτόν, είναι άξιος τόσης αγάπης από μέρος μου; Γιατί να κρύψω από σας το καύχημά μου;
— Δυστυχισμένη φίλη! Κατώρθωσε λοιπόν να πλανέση και σένα ο ολέθριος αυτός άνθρωπος, ω τρυφερή, ω ιλαρή Μαλβίνα! Στην καταστροφή σου λοιπόν σέρνεσαι, γλυκιά κοπέλλα! Απλή και άκακη. Μαλβίνα! Άκουσέ με να σου πω . . .
— Τίποτε δεν θέλω νακούσω, είπε η Μαλβίνα, είμαι ορκισμένη να μην ακούσω πια τίποτε από κανένα . . . Εκείνος δεν μπορεί να είναι ένοχος ποτέ! . . . για μένα τουλάχιστον. Όλος ο κόσμος να σηκωθή κατεπάνω του, μια του λέξη, ένα του βλέμμα τον αθωώνουν στην ψυχή τη δική μου . . .
Η κ. Κλάρα ενόησε το πάθος της Μαλβίνας. . . . εσκέφθη ότι οι λόγοι δεν ωφελούν εις τοιαύτας περιστάσεις. Ενόμιζε την Μαλβίναν θύμα του. Εστοχάσθη λοιπόν να την σώση και παρά την θέλησίν της. Έπαυσε να της αντιστέκεται και να την αντισκόφτει από τον σκοπό της. Την παρακάλεσε μόνο να την δεχθή να συνταξιδεύσουν μέχρι ενός σημείου.
— Χρέος ιερόν με καλεί, της είπε, σένα σπίτι που είναι απάνω στο δρόμο σας, εκεί εγώ θα κατέβω, ενώ το αμάξι μου θα σας φέρη στο Κίνρος.
Η Μαλβίνα εθεώρησε όλως ακίνδυνον εις τον σκοπόν της την τοιαύτην συνοδείαν της κ. Κλάρας και συγκατένευσε. Συνεφωνήθη να ξεκινήσουν το πρωί στας οκτώ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ
ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ
Η κ. Κλάρα δεν μπορούσε να κοιμηθή. Η ευθεία της ψυχή ανησυχούσε, ότι έμελλε να δολιευθή, έστω και προς όφελος της Μαλβίνας. Έπειτα δεν ήτο βεβαία και ποίον αποτέλεσμα θα είχε το σχέδιόν της, Μόλις ξημέρωσε κατέβηκε στον κήπο να το καλοσυλλογιστή.
Το ξανασκέφθηκε καλύτερα και ηύρε ότι η συνείδησή της ήτο ικανοποιημένη με την εκτέλεση του σχεδίου της, αφού επρόκειτο να σώση ψυχή. Και εστοχάζετο να επισπεύση την αναχώρησιν.
Η ώρα ήτο κοντά οκτώ, αλλά η Μαλβίνα δεν εφαίνετο ακόμη. Η Κλάρα ανέβηκε στο δωμάτιόν της.
Κάθουνταν εκείνη κοντά στο κρεβάτι της ακίνητη, έχουσα την κόμη της αχτένιστη. Τα μάτια της ήταν σκοτεινά, κείτανε σχεδόν αγνώριστη. Οι ψυχικοί σπαραγμοί επιδρούσαν επί του προσώπου ως το υποχθόνιον πυρ επί της επιφανείας της γης.
Η Μαλβίνα την νύχτα εσυλλογίζετο τας αγωνίας τας θανατηφόρους, όσας έμελλε να διέλθη εις το εξής η ψυχή της.
Η τύχη της προετοίμαζε άλλας φρικτοτέρας, τας οποίας η φαντασία της δεν ηδύνατο να συλλάβη.
Η κ. Κλάρα επήρε από τα χέρι τη Μαλβίνα και την ωδήγησε στο αμάξι κέβαλε τη Φανή στα γόνατά της. Το παιδί εκοιμάτο.
Η Κλάρα πότε ανησυχούσε από την ιδέαν, ότι εδολιεύετο την Μαλβίναν, και πότε πάλιν έχαιρε, ότι την σώζει· έμενε βυθισμένη σε συλλογισμούς. Η λυπημένη Μαλβίνα είχε αφαιρεθή με την μέλλουσαν οδύνην, την οποίαν έμελλε να προξενήση στον καλόν της, υποφέρουσα αυτή έτι μεγαλυτέραν· και ούτε καν είχε συνείδηση, πού την πηγαίνουν;
Ως τόσο αφού πέρασε πολύ η ώρα, άρχισε να εννοή ότι ο δρόμος που διανύει η άμαξά των δεν ήτο εκείνος που πέρασε, όταν ήρχετο εις το χωρίον της Κλάρας. Όρη υψώνοντο γύρω και η άμαξα έμβαινε εις μίαν σκοτεινήν και ερήμην φάραγγα.
— Πού λοιπόν πηγαίνομεν; ερώτησεν την Κλάρα.
— Στο σπίτι που σου είπα, απεκρίθη εκείνη ολίγον ταραγμένη. Πέφτει λίγο παράμερα και παρεκάμψαμεν τον μεγάλον δρόμον. Έπρεπε να πάρωμεν αυτόν τον πλάγιον.
— Φοβούμαι μήπως αργοπορήσω και ο Έδμον θα με περιμένη.
— Αι ας υποφέρη και αυτός ολίγον.
— Δεν θέλω να προχωρήσω, θα καταβώ και θα πάγω πεζή. Δεν έχω ανάγκην ούτε οδηγού. Καμία δύναμη δεν μπορεί να με εμποδίση να τον συναντήσω.
— Μείνε ήσυχη, φίλη μου· από το σπίτι που θα πάμε ο δρόμος κόφτει και συντομεύεται τα διάστημα, ώςτε εις μίαν ώραν θα φθάσης εις το Κίνρος.
Η Μαλβίνα πίστεψε και ησύχασε.
Μετά έν τέταρτον της ώρας το αμάξι στάθηκε στην θύρα μικράς επαύλεως.
— Ως που να αναπαυθούν ολίγο τα άλογα, είπεν η Κλάρα ελάτε ολίγον μέσα.
Και χωρίς να περιμένη απάντησιν την έπιασεν από το μπράτσο και επροχώρησαν προς την θύραν. Η Κλάρα κτύπησε το κουδούνι και ένα μικρό παιδί ως επτά χρονών ήλθεν και άνοιξε την θύρα και είπε:
— Καλά κάματε, κυρία, και ήλθατε· η καημένη η μητέρα μου κοντεύει να πεθάνη.
— Α! Θεέ μου, εφώναξεν η Κλάρα και έτρεξε χωρίς να κλείση την θύραν. Βλέπεις, φίλη μου, εδώ μέσα κατοικεί μία δυστυχισμένη, η οποία τώρα ίσως πνέει τα λοίσθια. Αυτή είναι η αγαπημένη μου αδελφή. Και ξαίρεις ποιος είναι ο φονεύς της; Είναι ο σερ Έδμον Σέυμουρ, ο πατέρας αυτού του παιδιού.
— Έλεος! έλεος! γιατί να μην πεθάνω πριν το μάθω; είπε η Μαλβίνα, και έπεσε ακίνητη επάνω στον καναπέ.
Άνοιξε η θύρα και εμβήκεν ο ιερεύς, ο οποίος προσεκλήθη διά την άρωστη από το Κίνρος.
— Εκείνη τω όντι είναι; να το πιστεύσω; η Μαλβίνα είναι αυτή που βλέπω! πώς ευρέθη εδώ;
Ήτο ο κ. Πρίορ, η Μαλβίνα δεν τον παρετήρησε και εξηκολούθησε.
— Ω Έδμον! Έδμον! . . .
— Τι όνομα προφέρετε; είπεν ο κ. Πρίορ.
— Α σεις εδώ, κ Πρίορ;
— Ναι είμαι εδώ, να σας υπερασπισθώ, εναντίον εκείνου, ο οποίος σας επλάνεψε.
— Ότι και αν έγινε, ο Έδμον είναι ο αγαπητός μου και τίποτε δεν ισχύει να τον αποσπάση από την καρδιά μου. Όσο περισσότερο ένοχον τον βλέπω, τόσο περισσότερον μου γίνεται περιπόθητος.
— Ο κ. Πρίορ έμεινε κατάπληκτος από τους περιπαθείς λόγους της Μαλβίνας. Η κ Κλάρα του είπε:
— Με μεγάλην μου χαράν βλέπω ότι γνωρίζετε καλά την κυρίαν. Εγώ πηγαίνω εις το άλλο δωμάτιον να σφογγίσω τα δάκρυα της δυστυχισμένης αδελφής μου, όμοια των οποίων εύχομαι να μη χύση ποτέ η αγαπητή μου Μαλβίνα. Διά τούτο σας παρακαλώ, μείνετε κοντά της και γενήτε δι' αυτήν παρήγορος άγγελος. Προσπαθήσετε να φέρετε την γαλήνην εις την ψυχήν της, και σώσατέ την, αν είναι δυνατόν, από την άβυσσον εις την οποίαν κινδυνεύει να πέση
Ο κ. Πρίορ άφησε την Κλάρα να έβγη και είπεν προς την Μαλβίναν.
— Σε τέτοια κατάστασιν περίμενα να σας ιδώ; . . .Έκδοτον εις άτακτον έρωτα, χωρίς να κοκκινήσετε διά τον άνθρωπον που αγαπάτε . . . Και δεν έχετε μήτε ένα συμπαθιτικόν βλέμμα διά τον φίλον, που σας παρηγορούσε άλλοτε στας δυσκόλους περιστάσεις του βίου σας!. . . Αλίμονον ποτέ δεν έλπιζα να σας εύρω τόσον ψυχράν . . . και είμαι τόσον δυστυχής! . .
— Τι θέλετε από μένα; του είπεν η Μαλβίνα με σκυθρωπήν αταραξίαν.
— Σας είμαι λοιπόν εις το εξής αδιάφορος; Δίκαιε Θεέ!
— Συγχωρήσατέ με, κ. Πρίορ, αλλά δεν έχω πλέον κυριότητα επί της θελήσεώς μου . . . Τι να κάμω; επρόσθεσε πιέζουσα με τα δύο χέρια την καρδιά της, εδώ μέσα ούτε θάρρος υπάρχει πλέον . . . αλλ' ούτε θέσις δι' άλλην οιανδήποτε αγάπην.
Ο κ. Πρίορ έλαβε το χέρι της ανάμεσα στα δικά του και είπεν δακρύων.
— Μη μου σπαράζετε την καρδία με τα λόγια σας . . .
Και πριν τελειώση, ανοίγεται με βίαν η θύρα και πίπτει ως βόμβα ενώπιόν των . . . . ο σερ Έδμον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'.
ΣΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
— Ω ουρανέ! τι βλέπω; εφώναξε ο κ. Έδμον έξαλλος. Οι άλλοι έμειναν βουβοί. Έβγαλε κατόπιν ένα πιστόλι το έδωσεν εις τα χέρια του κ. Πρίορ και του είπε βιαίως.
— Ελάτε μαζί μου . . . πρέπει να τελειώνη αυτή η κωμωδία.
Η Μαλβίνα ανετινάχθη περιέβαλε τον λαιμόν του με τους βραχίονάς της και είπε:
— Τι τολμάς να υποπτεύεσαι; εκ των ιδίων λοιπόν κρίνεις τα αλλότρια, Έδμον;
Εν τω μεταξύ εισήλθε η κ. Κλάρα και βλέπουσα τον Έδμον.
— Ω! σεις εδώ; Η τιμωρός πρόνοια βέβαια σας έφερε διά να παρασταθήτε μάρτυρας των τελευταίων στιγμών του δυστυχούς θύματός σας, της αγαπητής μου Λουίζας!
— Εδώ είναι η Λουίζα; είπεν ο Έδμον έκπληκτος . . . . Και ήλθε λοιπόν εδώ η Μαλβίνα, χωρίς να σεβασθή την υπόσχεσιν που μου έδωσε! Αλίμονο κεγώ την περιμένω να μου δώση την ευτυχίαν. Αυτή δε την παρέχει εις άλλον . . . ω Θεέ δίκαιε!
— Μη με κατακρίνεις πριν μάθης πώς έγιναν τα πράγματα! φώναξε η Μαλβίνα. Αχ μη με βασανίζεις· εγώ εσένα, μονάχα εσένα αγαπώ. Κανέναν άλλον, κανένα!
— Μαλβίνα! . . .
— Μη με παρατηρείς έτσι . . μου παγώνεις το αίμα. Ρώτησέ τους όλους αυτούς εδώ να σου πουν, αν έχω εγώ καμίαν, έστω και την ελαχίστην ενοχήν· πώς ήρθαν έτσι τα πράγματα!
— Μαλβίνα . . .
— Άδικε άνθρωπε . . . και μυριαγαπημένε.
— Ακατανίκητη γυναίκα. Δεν θέλω πλέον καμίαν εξήγησιν. Πιστεύω πως δεν πταίεις. Πιστεύω πως σέφεραν εδώ χωρίς να σε ρωτήσουν και πως συνήντησες τον κ. Πρίορ χωρίς να το θέλης, κατά σύμπτωσιν. Αλλά αντάμειψε λοιπόν την εμπιστοσύνην μου και γίνε αμέσως ιδική μου. Έλα απ' εδώ να πάμε κατ' ευθείαν εις την Εκκλησία.
— Για όνομα του Θεού! είπε η Μαλβίνα και τραβήχτηκε.
— Με φεύγεις λοιπόν! Άλλον αγαπάς λοιπόν!
— Άκουσέ με, να χαρής τη νιότη σου. Ο λόρδος Χέριντεν με φοβερίζει πως θα . . .
— Κανένα δεν πρέπει νακούσης. Κανένα δεν πρέπει να φοβηθής, αν μαγαπάς αλήθεια. Άμα σε στερηθώ, θα χάσω τα μυαλά μου. Δεν είμαι πια κύριος του εαυτού μου. Με κάθε τρόπο και με κάθε μέσο πρέπει να γίνης δική μου. Θα καταφύγω εις βίαια μέτρα. Θα σε αρπάξω. Θα σε απαγάγω. Μόνος εγώ θα σε έχω μακράν των φθονερών ανθρώπων, μακράν της μοχθηράς κοινωνίας. Συγχώρησέ με! το πάθος μου με ανάπτει. Είσαι ιδική μου.
Και ταύτα λέγων έπιασε το χέρι της και την ετράβηξε να την πάρη στην αγκαλιά του.
Ο κ. Πρίορ, που τον έτρωγε η ζήλεια, ηύρε πρόφασιν να επέμβη. Ήλθε και στάθηκε εμπρός εις τον κ. Έδμον και είπε:
— Με τι δικαίωμα φέρεσθε έτσι προς αυτήν την γυναίκα;
— Εσείς με τι δικαίωμα επεμβαίνετε; είπε ο κ. Έδμον φρυάττων.
— Με το δικαίωμα του ανθρωπισμού εκβιαζομένου· ο δυνατότερος έχει καθήκον να υπερασπίζει τον αδυνατότερον. Αυτή η γυναίκα δεν είναι δική σας. Δεν θέλει δε και να σας ακολουθήση . . .
— Αλήθεια, Μαλβίνα, αρνείσαι να με ακολουθήσης; Δεν είσαι λοιπόν δική μου; δεν μου το υπεσχέθης; Δεν είπες ότι θα γίνης αναπόσπαστος σύντροφος της ζωής μου; Ομολόγησέ το λοιπόν εδώ εμπρός σαυτούς τους ανθρώπους!
— Δεν μπορώ πλέον, είπε η Μαλβίνα με μεγάλη αδυναμία.
— Τι είπες; δεν μπορείς πλέον; Και δεν με λυπάσαι λοιπόν; και δεν λυπάσαι τον εαυτόν σου; Μη με ρίπτεις σε απελπισία, γιατί δεν ξαίρω τι μπορεί να γίνη.
— Ιδού! διάβασε να ιδείς, είπε η Μαλβίνα και του έδωκε την επιστολή του λόρδου Χέριντεν.
— Τέτοια παλιόχαρτα είναι ικανά να σε χωρίσουν απ' την αγάπη μου είπε και έσχισε τα γράμμα σε μικρά κομματάκια. Τίποτε δεν ακούω, τίποτε δεν βλέπω, τίποτε δεν πιστεύω. Όλα σου είναι ψέματα και επίβουλα. Εχτές που είχες πάρει μαζί και το δικό μου γράμμα δεν σεμπόδισε αυτό εδώ να μου στείλης την συγκατάθεσίν σου . . . Σήμερα βλέπεις αυτόν τον άνθρωπον . . . παραπείθεσαι και μου αντιτάσεις άρνησιν με προφάσεις εν αμαρτίαις. Αυτό μονάχο τάχα δεν μου έφθανε να εννoήσω τα πάντα; Τι ήθελα περισσότερον! Ωστόσο εγώ παραβλέπω, αλλά συ εξακολουθείς ναρνήσαι. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου θα είναι τρομερή. Θα μετανοήσης ίσως, αλλά θα είναι πολύ αργά. Μαλβίνα, η εκδίκησίς μου μόνον με αίμα θα χορτάση.
Έπιασε τον κ. Πρίορ από του χεριού τον καρπόν και τραβώντας τον βιαίως.
— Ελάτε, του είπε, να σας δώσω τώρα και σας ένα μάθημα για τις πανουργίες σας. . . ή, αν είσθε πιο τυχερός, να μαπαλλάξετε από μια ζωή, που η επιορκία αυτής της γυναίκας μου την έκανε βδελυκτήν. Οι δύο άνδρες εβγήκαν.
Η Μαλβίνα ετινάχθηκε να τους εμποδίσει, έπεσε κατόπι τους κραυγάζουσα, ήτο ωχρά ως αποθαμένη, λυσίκομος έτρεχε καταβάλλουσα υπερανθρώπους προσπαθείας να τους προφθάση και θα το κατώρθωνε, αν αυτοί εξερχόμενοι δεν είχαν κλείσει την πύλην της αυλής. Ώρμησε να την ανοίξη, αλλά της εστάθη αδύνατον, διότι έκλειε με ελατήριον, του οποίου ο μηχανισμός της ήτο άγνωστος.