Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 11

Chapter 111 wordsPublic domain

— Δεν με απατάτε πλέον με τον ήρεμον αυτόν τρόπον σας! Σας γνωρίζω ήδη. Δεν σας έφθασε, ότι παρεσύρατε τον κ. Πρίορ στην παγίδα της ερωτοτροπίας σας, έπρεπε και ο Έδμον, το παιδί μου, να δοκιμάση της διαγωγής σας ταποτελέσματα. Σας είδαν στο χορό να ζητήτε επιδεξίως να προτιμηθήτε υπ' αυτού από την λαίδη Σούμεριλ. Σας είδαν ακόμη χθες να προσπαθήτε να δελεάσετε τον κούφον ανεψιόν μου με ρεμβασμούς επιπλάστους, με προσποιητά διακοπτόμενες φράσεις, με βλέμματα κλοπιμαία. Έτσι κατωρθώσατε να εμβάσετε στην ψυχή του παιδιού μου την παρακοή! Ενώ όλα είταν συμφωνημένα, ενώ ο λόρδος Στάφφορδ έμελλε να μεσολαβήση να μου δοθή ο τίτλος που ονειρεύομαι, ενώ η λαίδη Σούμεριλ εναγωνίως επερίμενεν να της γίνη επισήμως η πρότασις, για να πη το ναι, έξαφνα ο Έδμον αρνείται. Δεν μπορεί ναγαπήσει, λέγει, την Σούμεριλ και για τούτο δεν μπορεί να δεχθή γάμον, που δεν τον θέλει η καρδιά του.

— Κυρία μου. . . .

— Τι κυρία μου και ξεκυρία μου! . . . Εσείς τα φταίγεται όλα. . . . Ακούς εκεί ο Έδμον που έχει παίξη του κόσμου τις γυναίκες, να μιλεί τώρα για έρωτα, λέει, και ναπορρίπτει την τύχη του και ταγαθά της δόξης του! Ναι, εσείς είσθε η αιτία όλων, εσείς μία φανταγμένη, που χθες ακόμη καταφρονούσατε με ήθος αγέρωχο τας φιλοφρονήσεις ενός δουκός του σερ Στάνοπ.

— Κυρία . . . .

— Θα είμαι αμείλικτη στην εκδίκησή μου. Απ' αυτή τη στιγμή άλλος θα είναι ο κληρονόμος της περιουσίας μου, που την είχα προωρισμένην γιαυτόν. Και σας παρακαλώ, ναναχωρήσετε αμέσως απ' το σπίτι μου, στο οποίο σκορπίσατε την αταξία, την παρακοή και τη θλίψη, απέναντι τόσων ευεργεσιών μου.

— Αυτό εσκόπευα να κάμω, κυρία μου, και καθόλου δεν άλλαξα σκοπόν, είπεν αγερώχως η Μαλβίνα. Όποιες και να είναι οι ευεργεσίες που μου λέτε, η πιο ευχάριστη για μένα είναι αυτή που μου επιδαψιλεύετε αυτή τη στιγμή, ναφίσω το σπίτι σας. Δεν έχω καμία ανάγκη ναπολογηθώ στις συκοφαντίες των φιλενάδων σας, για το συμφέρον όμως του κ. Έδμον πρέπει να ξαίρετε, ότι τα κατ' εμέ έχω σκοπό να μη τον ξαναδώ πλέον. Αν λοιπόν η προς εμέ κλίσις του, την οποίαν σεις υποθέτετε, τον καθιστή ένοχον στα μάτια σας, έτσι θα σας βοηθήσω να παύση η προς αυτόν οργή σας.

Η προθυμία σας να τον υπερασπισθήτε, χωρίς ούτε καν ναρνηθήτε όσα σας κατηγορούν, μαρτυρεί πόσον σας είναι εκείνος περιπόθητος και πόσον ασφαλισμένην νομίζετε την επ' αυτού ισχύν σας. Αλλά μη σας μέλει και θα μάθη κιαυτός ποία είσθε, και τότε πλέον θα σας εκτιμήση καθώς σας πρέπει, είπε με λύσσα η κ. Μπιρτών και βγήκε από το δωμάτιο.

— Αλίμονο τι φοβερό μίσος που μου έχει! Τι της έκαμα λοιπόν;

Εκείνη την ημέρα απέφυγε να καταβή στο γεύμα. Άμα άκουσε πώς η κ. Μπιρτών και οι άλλοι εβγήκαν έξω, κατέβηκε στον κήπο. Ήτο ευρύχωρος και ερημικός, επροχώρησε μέσα στα πυκνά δέντρα, εσυλλογίζετο πόσον έμελλε να την κατηγορήσει εκείνος, όταν θα εμάθαινε την αιφνηδίαν αναχώρησίν της· έβγαλε το γράμμα του και το ξαναδιάβασε.

— Αχ αυτό το γράμμα ήταν άξιον άλλης απαντήσεως. Τώρα πια . . . ότι και να φανταστής για μένα κιόπως κιαν με κρίνης, θάχεις δίκαιο. Ω! Έδμον, είπε θέτουσα στα μάτια το μαντήλι και ακκουμβώσα το μέτωπον εις κορμόν δένδρου, ας ημπορούσες να ιδείς μέσ' στην καρδιά μου! Ας μπορούσα να μη σαρνηθώ! Ελαφρός κρότος πίσω της την έκαμε να σκιρτήση. Γυρίζει και βλέπει πέρα κείθε τον Έδμον γονατισμένον με τα χέρια σαν σε στάση προσευχής. Επεχείρησε να φύγη, αλλά της έπεσε το γράμμα. Έσκυψε να το πάρη, ο αέρας το παρέσυρε και τόφερε κοντά στον Έδμον. Το πήρε λοιπόν εκείνος. Το γράμμα ήτο κατάβρεκτον από τα δάκρυά της.

Ώστε η Μαλβίνα κλαίει διαβάζοντας το γράμμα του! Ώστε η Μαλβίνα τον αγαπά. Κανείς πλέον δεν ημπορεί να του το διαμφισβητήση, τας αποδείξεις τας κρατεί εις χείρας του.

— Αχ! χάθηκα . . . είπε έντρομη η Μαλβίνα. Δεν μπορώ πλέον να κρύψω την μικροψυχία μου. Τι ντροπή! Πού να κρυφτώ!

— Να κρυφτής; να μου φύγης ακόμη; Και το νομίζεις δυνατό; Αφού εγώ σε λατρεύω και συ αφού μαγαπάς, τι είναι εκείνο που θα σε χωρίσει πια από μένα; Κιόταν ακόμα δεν ήξαιρα πως μαγαπάς, ήμουν ικανός να πολεμήσω για σένα μόλο τον κόσμο. Και τώρα που απ' το γλυκό σου στόμα ακούω την ομολογία τη μεγάλη και την ατίμητη, μου είναι πλέον δυνατόν να σαφίσω; Όχι πια Μαλβίνα. Τώρα είσαι δική μου για πάντα. Αφοσιώνουμε ολάκερος στην τύχη σου, ακολουθώ τα βήματά σου. Και στην άκρη του κόσμου αν ήθελες πάει, θα μεύρισκες εκεί. Παντού και πάντα για σένα και με σένα. Η Μαλβίνα μαγαπά, όλος ο κόσμος είναι δικός μου.

Έτσι έμενε πλησίον της αγκαλιζόμενος την μέσην της με τον βραχίονά του, χωρίς να τολμά άλλο τι.

Η Μαλβίνα έκλαιε σιωπηλά. Απέλαυε τας ουρανίους γλυκύτητας των ερώτων με τας υπερόχους εκείνας ειλικρινείς διαβεβαιώσεις του φιλτάτου της, τον οποίον ησθάνετο τόσον πλησίον της χωρίς φόβον πλέον μήπως καμία διαβολή, ή καμία παρεξήγησις της τον αποσπάση. Εντρέπετο διότι εις μίαν στιγμήν αδυναμίας επρόδωσε το απόκρυφο της καρδιάς της. Μα και δεν ήθελε βέβαια να το πάρη οπίσω.

Ο Έδμον μεθύων από πάθος, από έρωτα αληθινόν, οποίον δεν είχεν αισθανθή έως την στιγμήν εκείνην και κρατών στην αγκαλιά του την θελκτικήν γυναίκα, η οποία του ενέπνεε τον τοιούτον έρωτα πεπεισμένος πλέον ότι τον αγαπά και αυτή, ησθάνετο άφατον ευδαιμονίαν και εις την ακμήν της τοιαύτης ψυχικής του αγαλλιάσεως ένιωσε τα μάτια του δακρυσμένα. Έσφιξε το χέρι της Μαλβίνας επάνω στην καρδιά του.

— Η ζωή έχει πολλές ηδονές, αλλά μια μονάχη ευτυχία. Αυτή που τώρα απολαύω. Έλα τώρα καταδέξου να στερεώσεις αυτήν την ευτυχίαν μεταξύ μας. Ζητώ το χέρι σου.

Η Μαλβίνα απόρησε για τον αιφνηδιασμόν αυτόν. Δεν ήξαιρε τι να πει.

Έξαφνα κάποιος έβηξε κοντά τους. Τρόμαξε. Θέλησε ναποσπασθή από τα χέρια του Έδμον.

— Αφίστε με, είπε, μη με κρατείτε πια. Έμεινα όσον δεν έπρεπε ίσως. Τώρα η καταλαλιά θα φρυάξη . . . και θα καταστρέψη την ησυχία μου για όλη μου τη ζωή ίσως.

— Ο κόσμος αυτός εδώ είναι γελοίος, τι σε μέλει για την υπόληψή του. Εγώ σε αγαπώ. Εγώ θέλω να ζήσω για σένα μόνο. Αυτό και σου είναι αρκετό. Ορκίσου πως θα γίνης σύζυγός μου και καθόλου μη φοβάσαι. Κανείς δεν θα τολμήση να σε βλάψη. Αλλά μου φεύγης χωρίς να μου πης τίποτε, για όνομα του Θεού.

— Έδμον μη μαναγκάζης να μεμφθώ την μνήμην της φίλης μου, ως φραγμόν ο οποίος με χωρίζει από σένα.

— Αυτά δεν μπορεί να λέγωνται σοβαρά. Είναι ανάγκη να σε ιδώ, να σου ομιλήσω και συ αναχωρείς για το σπίτι της Κλάρας, που εγώ δεν μπορώ να περάσω το κατώφλιο του.

— Μα τι θέλεις λοιπόν; Με την κ. Μπιρτών ούτε μία ώρα πια δεν μπορώ να μείνω· πού αλλού να πάγω. Κανένα άλλον δεν ξαίρω εκτός από την κ. Κλάραν.

— Τότε κάμε όπως ξαίρεις. Αλλά πριν είναι ανάγκη να συναντηθώμεν κάπου, ναποθέσω στην ψυχήν σου όλους τους πόθους και τους φόβους που ταράζουν την ψυχήν μου.

— Και πού θέλεις να συναντηθώμεν;

— Παραδέξου να σταθής αύριο ολίγες ώρες στα Φάλκιρκ. εκεί θαρθώ να σεύρω. Μη μου ταρνηθής, αν θέλης τη ζωή μου. Η άρνησίς σου θα είναι ο θάνατός μου, ξαίρε το. Τόσο σου λέγω· ότι θέλεις κάμε.

Και τάλεγε με τέτοια πεποίθηση, που δεν χωρούσαν αστεία. Η Μαλβίνα φοβήθηκε και μαλάκωσε. Άλλωστε ούτω πράττουσα υπεχώρει εις την ιδικήν της κλίσιν· υπεσχέθη να τον περιμένη την άλλη μέρα στο Φάλκιρκ.

Έφυγε σαν αστραπή. Πέρασε κοντά από την κ. Μπιρτών και την κ. Φέμπικ, αι οποίαι ήρχοντο με τον λόρδον Μπέυμουθ, χωρίς να τας προσέξη καν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'.

ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ

Απόρησαν για την παράξενη εμφάνιση της Μαλβίνας. Ζητούσαν να μαντεύσουν την αιτίαν.

Ο Έδμον εν τω μεταξύ είχε συναντήση εις τον κήπον τον κ. Φέμπικ. Φοβηθείς μήπως ακονίσει την γλώσσαν του προς καταλαλιάν της Μαλβίνας τον εκράτησε από τον βραχίονα και του είπε.

— Σoυ ορκίζομαι στην ψυχή της μάννας μου, αν ακουσθή και το ελάχιστον εναντίον της κυρίας Σορκή, θα είσαι συ ο υπεύθυνος και θάχεις να κάνεις μαζί μου.

— Μα . . . Μα . . .

— Είπα!

Τρέμων ήλθε κοντά στη γυναίκα του και στην κ. Μπιρτών. Εκείνες τον ερωτούσαν, τι έπαθε; Αλλ' αυτός ούτε λέξιν επρόφερε.

Ο κ. Έδμον ηθέλησε να εξέλθη, αλλά η θύρα της αυλής ήτο κλεισμένη . . Οι υπηρέται του έλεγαν να αναβή, διότι η θεία του επέστρεψε, αλλ' αυτός επεχείρησε νανοίξη και έκαμε θόρυβον.

Η κ. Μπιρτών ελκυσθείσα από τον θόρυβον εβγήκε, εις τα κάγκελα της σκάλας ακκουμβώσα του είπε.

— Πώς γίνεται, ανεψιέ μου, να βρίσκεσαι εδώ αυτήν την ώρα; και γιατί πάλι φεύγεις χωρίς να θέλεις να με ιδείς.

Ο Έδμον χωρίς να ομιλήση ανέβη επάνω και χαιρέτησε σοβαρά τα λόρδο Μπέυμουθ.

Η κ. Φέμπικ ελαφρά ως πάντοτε και ζηλιάρα, επροθυμοποιήθη να δώση τας απαιτουμένας εξηγήσεις.

Η Τζέννη μου είπε ότι είδε τον κ. Έδμον να ομιλή κρυφά με την κ. Σοκρή μέσα στον κήπο. Έτσι εξηγείται η ταραχή της κυρίας και ο θυμός του κ. Έδμον.

— Έτσι λοιπόν η κακοήθης εκείνη ατιμάζει το σπίτι μου. Πάω να τη διώξω αμέσως.

— Σταθήτε! είπε ο Έδμον και κράτησε τη θεία του σφιχτά από το μπράτσο. Κανείς μη τολμήση νανησυχήση την κυρίαν Σορκή.

— Άφισέ με, Έδμων να διώξω από τα σπίτι μου τη γυναίκα που σε κάμνει να παραφέρνεσαι έτσι.

— Ούτε σεις, ούτε κανείς άλλος είναι άξιος να παραβληθή μεκείνην ως προς τα ήθη και τον χαρακτήρα. Όσο αναπνέω εγώ κανείς δεν θα την εγγίση. Και θα αγρυπνώ διαρκώς, για να εξουδετερώνω τας διαβολάς και την καταδρομήν εναντίον της. Αυτά!

— Ανέχεσθε, Μιλόρδε, είπε η πονηρά Μπιρτών προς τον λόρδον Μπέυμουθ, να καταφρονούν εμπρός σας μία γυναίκα. Δεν σπεύδετε να μαπαλλάξετε απ' τα χέρια αυτού του τρελού;

— Μη κινηθήτε, μιλόρδε, φώναξε ο Έδμον, για να μη το μετανιώσετε.

— Ποτέ δεν ανέχθην απειλήν, είπε ο λόρδος Μπέυμουθ υπερηφάνως. Και ούτε είμαι διατεθειμένος νανεχθώ την ιδικήν σας.

— Είμαι έτοιμος να την υποστηρίξω απεκρίθη ψυχραίμως ο Έδμον τραβών το ξίφος του με την δεξιάν, ενώ διά της αριστεράς εκρατούσε σφιχτά το μπράτσο της κ Μπιρτών.

Ο Μπέυμουθ ετράβηξεν επίσης το σπαθί του και ήρχισεν η μάχη. Εκ των άλλων καθείς έντρομος παρηκολούθει την φρικώδη πάλιν σιωπηλώς.

Ο Έδμων εθεώρει τον Μπέυμουθ αντεραστήν και τον εμισούσε. Το αποτέλεσμα της μονομαχίας θα ήτο θανατηφόρον για τον ένα από τους δυο.

Έξαφνα άνοιξε η θύρα και η Μαλβίνα λυσίκομος και με πρόσωπον ωχρό, ώρμησε εις την αίθουσα και ερρίφθη ανάμεσα εις τους δύο μονομαχούντας.

— Σταθήτε! τους κράζει. Δεν θέλω νακουσθή ότι αίμα ανθρώπου χύθηκε για χάρη δική μου. Πάψετε να χτυπιέστε! Κιάν θέλετε και καλά να χύσετε αίμα, σφάξετε εμένα.

Ταύτα λέγουσα εκράτησε τον Έδμον παραδίδουσα ούτω το σώμα της εις την διάκρισιν των ξιφισμών του λόρδου, όστις θαυμάσας την τόλμην της και νικηθείς από το κάλλος της, του οποίου την δύναμιν ηύξανε η ταραχή και η αντημέλητος περιβολή της, κατέθεσε το ξίφος προ των ποδών της και είπε:

— Αι και ποιος μπορεί ναντισταθή στων θέλγητρων τη δύναμη! Και ποιος μπορεί να ιδεί τα δικά σας και να μη σας υπακούση!

— Τι ήθελες εδώ, ευλογημένη, να βεβηλώσης την καθαρότητά σου κοντά στους ανοσίους, που άλλο δεν σκέπτονται παρά πώς να μολύνουν την υπόληψη σου! της είπεν ο κύριος Έδμον.

— Η υπόληψή μου είναι μόνο στην εξουσία τη δική μου· κανείς δεν μπορεί να την εγγίσει, όταν εγώ την φυλάττω καθαράν.

— Μας εσκοτίσατε με την αλαζονεία σας! είπε η κυρία Μπιρτών.

— Αρκούν πλέον οι βρισιές, κυρία μου. Σας ήκουσα και μου είναι αδύνατον πλέον ουδ' επί στιγμήν να μείνω κοντά σας. Θα είμαι πιο ασφαλισμένη να περιπλανώμαι την νύκτα εις το ύπαιθρον, παρά να μένω στο σπίτι σας. Πέτρο, είπε στον υπηρέτη, τρέξε, παρακαλώ, να μουφέρης αμέσως έν αμάξι και πες στην Τομκίνα να κατεβάση τη Φανή.

— Μα τι σκοπό έχεις, δε μου λες! Πού θα πάς τέτοιαν ώρα;

— Ξαίρω κεγώ; Στο έλεος του Θεού. Εδώ να μείνω μου είναι πλέον αδύνατο. Αλλά πριν φύγω έχω ένα καθήκον. Σερ Έδμον! Μιλόρδε! δόστε χέρι προς αλλήλους και ορκισθήτε μου, πώς δε θανανεώσετε τη μάχη για όνομα του Θεού, αν δεν θέλετε νακούσετε πως τελείωσα.

Το βλέμμα της, η φωνή της, ήσαν τόσον γοητευτικά, ώστε ήτο αδύνατον ναντισταθή κανείς εις τας προσκλήσεις της.

Ενέδωκαν και οι δύο, έτειναν προς αλλήλους τας δεξιάς των και υπεσχέθησαν να κάμουν, όπως αύτη επιθυμεί.

Εν τω μεταξύ ήρθε το αμάξι και η Τομκίνα ετοποθέτησε εντός του την μικράν Φανήν.

Εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής και απήλθε αφίνουσα κατησχημένην την κ. Μπιρτών.

Ο σερ Έδμον την ηκολούθησε έως το αμάξι. Έμαθε πού επήγαινε και την ερώτησε, αν θα τηρήση την υπόσχεσίν της, να τον περιμένει στο Φάλκιρκ.

— Ναι, είπε, εκεί μεταβαίνω τώρα και θα σε περιμένω.

Αφού εκείνη ανεχώρησε, ο σερ Έδμον έκρινε σύμφορον διά την υπόληψιν της καλής του, να μείνη ολίγας ώρας εκεί, για να αποφύγη κάθε υπόνοιαν εκ μέρους των καλοθελητών της.

Εκεί άκουσε με ταυτιά του όλας τας ύβρεις, όσας ήτο επόμενον να εμέση η ταπεινωθείσα αλαζονεία. Έτριζε τα δόντια του από αγανάκτησιν, αλλά η φρόνησίς του υπερίσχυσε και εκρατήθη ψυχρός και αδιάφορος.

Έμεινε εκεί όσο έπρεπε να μείνη για να μη διεγείρη υποψίαν τινά. Και όταν εστοχάσθη ότι η ευπρέπεια του επέτρεπε ναναχωρήση, εξήλθε από το βδελυρόν κείνο περιβάλλον.

Η Μαλβίνα ετράβηξε ίσια στα Φάλκιρκ. Έφθασεν εκεί μεσάνυχτα περασμένα. Κατέλυσε στο καλύτερο ξενοδοχείο, έβαλε τη Φανίτσα στο κρεββάτι, άνοιξε το παράθυρο που φαινότανε η εξοχή και παρεδόθη ήσυχη σε γλυκούς διαλογισμούς. Έτσι έφεξεν η ημέρα, που θα απεφασίζετο η τύχη της.

Η ώρα ήτο ένδεκα περασμένες, η Φανή ακόμη εκοιμάτο, η Μαλβίνα περίμενε με ανυπομονησίαν, και μέσα στην ανησυχία της εζήλευε τον μακάριον ύπνον του κοριτσιού.

Έξαφνα ιδού ενώπιόν της ο σερ Έδμον.

— Έφθασα ολίγον αργά. Αλλά έλαβα τας προφυλάξεις μου. Εβγήκα πεζός, ενοίκιασα ίππον από κάποιο χωριό παρά το Έδιμπουργκ και ξεκαβαλίκευσα εις άλλο χωριό παρά το Φάλκιρκ, οπόθεν πάλιν πεζός ήλθα έως εδώ. Με λύπη μου βλέπω ότι έχασα ώρες από την πολύτιμη ημέρα που μου χαρίζεις.

Έχουμε πολλές ώρες ακόμα στη διάθεσή μας, είπε η Μαλβίνα, κινουμένη εις οίκτον, που τον έβλεπε έτσι σκονισμένον και ιδρωμένον για χάρη της.

— Άφισέ με λοιπόν ναπολαύσω ανεπιφύλαχτα την θέα σου και την συναναστροφή σου, τώρα που δεν φοβούμαστε να ταράξη κανείς τη γαλήνη της μοναξιάς μας. Το ότι η ψυχή σου συγκινείται υπέρ εμού αποτελεί το ζενίθ της ευτυχίας μου. Τα ότι αυτή θα με ασκήση εις τας αρετάς που της αρέσουν αποτελεί την χαράν μου! Ω Μαλβίνα . . .

— Μη σπεύδεις, σερ Έδμον, τα πράγματα δεν είναι και τόσον απλά, όσον τα εκλαμβάνει η θέρμη της ψυχής σου.

— Απλούστατα, όταν θελήσης εσύ, αφού εγώ το θέλω από καιρόν ήδη.

— Όχι, διότι και να παρακάμψωμεν την υποχρέωσιν, την οποίαν εγώ έχω αναλάβει προς την μακαρίτιδα Κλαίρη Χέριντεν, πράγμα που εγώ αδυνατώ να παραβλέψω, δεν θα στρέξω ποτέ να στερηθής την μεγάλην περιουσίαν της κ. Μπιρτών χάριν μου. Αφού μάλιστα η γενναία ψυχή σου όλην την ιδικήν σου περιουσίαν την επροίκισεν εις την αδελφήν σου.

— Άκουσε, Μαλβίνα. Σκέψου πρακτικώτερα. Εδώ πρόκειται περί της ευδαιμονίας ολοκλήρου της ζωής μας. Δεν χωρούν δυσιδαιμονίες, η υπερβολική ευσυνειδησία είναι σχολαστικισμός επιβλαβής εις την παρούσαν περίστασιν. Ας προσέξωμεν εις μόνην την πραγματικότητα και ας μη παρασυρώμεθα εις υπερβολάς. Αν εις το προίκισμα της αδελφής μου χρεωστώ μέρος της προς εμέ υπολήψεώς σου, η χαρά μου είναι πιο μεγάλη, παρ' όσον αισθάνομαι για την λαμπρότητα της πράξεως εκείνης, να καταστήσω ευτυχή την αδελφήν μου. Αλλά μην της δίδεις και τόσην σπουδαιότητα κατά τα άλλα. Εγώ λίγο τιμώ τα πλούτη. Και στην κ. Μπιρτών ποτέ δεν εστηρίχθηκα, γιατί για να τα αποκτήσω, πρέπει να γίνω κόλαξ χαμερπής των αδυναμιών και των ορέξεων της θείας μου μέχρι δουλείας, πράγμα που δεν θα τόκαμνα ποτέ και αν ακόμη δεν σεγνώριζα. Ώστε δεν πιστεύω νάχης την αξίωση να το κάνω τώρα που σεγνώρισα! Να πλουτίσω δηλαδή παραβλέπων την αλήθειαν και την τιμιότητα!

Η Μαλβίνα κατεγοητεύθηκε. Ωστόσο του είπε:

— Ήθελα ακόμα να σου αναφέρω τας παραφοράς της νεότητός σου, τους αστάτους εκείνους έρωτάς σου, των οποίων η ενθύμησις προξενεί φρίκη σε κάθε γυναίκα που τολμά να σου εμπιστευθή την καρδιά της.

— Αλλά δεν κατάλαβες λοιπόν, ότι ποτέ έως τώρα δεν αγάπησα. Εσένα πρώτην και μόνην αγαπώ με τον αληθινόν, με τον θείον, με τον αιώνιον έρωτα. Τίποτε δεν υπάρχει στον κόσμο, που να δύναται να με χωρίση από σένα. Καθώς και σένα τίποτε δεν σαναγκάζει ναρνηθής την χείρα ανθρώπου που μόνο για σένα αναπνέει και τον οποίον το κάτω κάτω της γραφής συμπαθείς και συ εξίσου.

— Ω, σερ Έδμον!

— Άκουσε τώρα τον σκοπό μου και προεξόφλει με την παρούσαν χαράν σου την μέλλουσαν ευδαιμονίαν μας. Έχω στις όχτες του ποταμού Κλουδ κοντά στην Γκλάσκοου έπαυλη χαριεστάτη και εύφορη, κτήμα των προγόνων μου ευρύχωρο και γόνιμο, που θα μας παρέχει πρόσοδον αρκετή για να ζήσουμε καλά και άνετα. Έλα εκεί μαζί να κατοικήσουμε. Έλα εκεί να ενώσης την τύχη σου με τη δική μου. Γίνε φίλη μου ειλικρινής, γυναικούλα μου ποθητή, κυρά μου και αφέντρα μου. Εκεί μόνην μου επιθυμίαν θα έχω, πώς να φανώ προς εσένα ευάρεστος, μόνην μου φιλοτιμίαν πώς να γίνω ενάρετος σαν εσένα, μόνη μου χαρά να σαγαπώ. Ω Μαλβίνα! μην αρνηθής την ευτυχίαν μου . . . και τη δική σου.

Η φωνή του ήτο περιπαθής και η φλόγα του πάθους έδινε δύναμη στους λόγους του ακαταμάχητη, και γοητεία ελκυστική στο βλέμμα του.

Η Μαλβίνα τινάχτηκε στο κρεβατάκι της Φανής, την πήρε στην αγκαλιά της κιάρχισε να λέει:

— Έλα, κόρη μου, έλα να με γλυτώσης από τη γοητεία του πλάνου. Έλα να μου θυμίσης τους όρκους μου προς τη μητέρα σου, έλα να . . .

— Όχι Φανή, αντίσκοψε ο Έδμον, εγώ είμαι ο αδύνατος, εγώ είμαι ο δυστυχισμένος, εμένα έλα να βοηθήσης, έλα να πεις στη σκληρή, πως οι όρκοι που έδωσε στη μαμά σου ήτανε για να καταστήση και σένα ευτυχισμένη. Και πού αλλού μπορείς να είσαι και συ ευτυχισμένη περισσότερο, παρά κοντά μου, που θα ενωθούνε οι φροντίδες και των δυο μας για την ευδαιμονία τη δική σου:

Πες της λοιπόν ότι το προς εσέ καθήκον της την υπαγορεύει να ενωθή μαζί μου. Πες της ότι εγώ θα σε κάνω παιδί μου και θα σαγαπώ πολύ, για ναμαγαπά κεκείνη εμένα. Και συ, λαίδη Χέριντεν, από εκεί που ευρίσκεσαι, αφού είσαι πνεύμα τώρα και βλέπεις την ειλικρίνειαν της καρδιάς μου, έμπνευσε την φίλην σου να ενδώση, διά να ασφαλίση διά παντός της κόρης σου την ευδαιμονίαν. Και η ψυχή σου η ουρανία ας καταδιώξη άνωθεν εκείνον, όστις ήθελε παραβή την υπόσχεσίν του.

— Μητέρα, είπε αφελώς η Φανή, είναι τόσο καλός ο κύριος! Γιατί είναι τόσο λυπημένος; Εσύ τον εμάλωσες; Αχ μαμάκα, σε παρακαλώ πολύ μην του χαλάς την καρδιά του. Αν σου γυρεύη τίποτε και μπορείς να του το δώσης, δος του το, μαμάκα, και πολύ θα μευχαριστήσης.

Η Μαλβίνα συνεκλονίσθη καθ' ολοκληρίαν ψυχικώς από όλην αυτήν την σκηνήν και είπε:

— Αλλά λοιπόν το μυστήριον μας περιβάλλει! Επεκαλέσθης την Κλαίρην και αυτή συγκατανεύει και με διατάσσει με του αθώου αυτού παιδιού το στόμα να δεχθώ το χέρι σου! Έτσι είναι άραγε ή μήπως είμαι θύμα δυσιδαιμονίας, ή μήπως με απατά και με παραφέρει το πάθος μου! Α γόη! αφού και τα πνεύματα σε υπακούουν, ποιος μπορεί ναντισταθή στα μάγια σου;

Και του έσφιξε με πάθος την δεξιάν του.

— Δική μου λοιπόν! εφώναξεν εκείνος. Για πάντα δική μου! και την αγκάλιασε. Εκείνη στήριξε τα κεφάλι της στον ώμο του, κέβλεπε το στήθος της να πάλλη απ' το ίδιο πάθος που έπαλλε κιαυτουνού η καρδιά του.

— Τας στιγμάς αυτάς αισθάνομαι την ευφροσύνην που στέλλει κάποτε ο Θεός στη γη μας, για να μας δώση κάποιαν ιδέαν της μακαριότητος, που μέλλει νανταμείψη στον ουρανό την αρετή.

Ο Έδμον δεν ήθελε πια ναποχωριστή από τη Μαλβίνα, την παρακαλούσε να ορίση την ημέρα που θα νυμφευθούν.

— Όχι ακόμη, του είπε. Θέλω ένα μήνα να παραδοθής εις της ελευθέρας ζωής τας απολαύσεις και ηδονάς, κιάν αυτές δεν σαφίσουν κανένα πλέον πόθον προς αυτάς, αν η ιδέα της παντοτεινής των στερήσεως δεν θα σε τρομάζη, τότε θα μου πης· κεγώ, Έδμον, ακούς; θα σε πιστεύσω, ότι δεν καταχράσαι την εμπιστοσύνη μου και ότι όσο πιο εύκολα μπορείς να απατήσης, τόσο περισσότερο θα το αποφύγης. Τότε ναι! τότε πλέον θα σου παραδοθώ ανεπιφύλακτα. Θέλεις;

— Ναι θέλω. Έτσι πολύ ακριβά θα κερδίσω το πολυτιμότατο βραβείο του βίου μου. Και θα ταπολαύσω πιο ευχάριστα, γιατί θάχω τη συναίσθηση πώς είμαι πλέον άξιός σου. Αλλά ένα πράγμα με ανησυχεί.

— Τι πράγμα;

— Εσύ εις το διάστημα αυτό θα μένης, καθώς είπες, εις της κ. Κλάρας, η οποία με μισεί και θα σου εμπνεύση κατ' εμού το ίδιο μίσος.

— Και γιατί σε μισεί η κ. Κλάρα;

— Αλίμονο δεν μου είναι συγχωρημένο από την ίδια, να σου το πω, μόνο εκείνη έχει το δικαίωμα να σου το πει. Και θα σου το πει απόντος μου, χωρίς και εγώ να ημπορώ να σου φέρω τας δικαιολογίας μου απολογούμενος, αι οποίαι είμαι βέβαιος θα σε πείσουν να μη με μισήσης. Και ημπορούσα βέβαια τώρα αμέσως να σου πω τα καθέκαστα και να σε θωρακίσω κατά πάσης άλλης εκδόσεως επιβαρυντικής κατ' εμού, αλλά προτιμώ να είμαι τίμιος και μια που έδωσα το λόγο μου, θα σιωπήσω.

— Μένε ήσυχος, Έδμον, έχω εμπιστοσύνη πλέον σε σένα. Δεν θα θελήσω να μάθω τα καθέκαστα από την κ. Κλάραν. Θα τακούσω εν καιρώ το δέοντι από σένα τον ίδιον.

— Ω αξιολάτρευτη, Μαλβίνα! Και ποιος λοιπόν θα είναι τόσο τιποτένιος να καταχρασθή την πίστη σου που πηγάζει από της καρδιάς σου την άκρα καθαριότητα! Ούτε καν για ναποχτήσω εσένα θα καταδεχτώ ποτέ να μεταχιρισθώ δόλον, μένε ήσυχη, αγάπη μου. Μέχεις υψώση τώρα και δεν καταδέχομαι να ταπεινωθώ. Σου ορκίζομαι στο βωμό, που σου έχω στήσει μέσ' στην καρδιά μου, τίποτε δεν θα έχω κρυφό από σένα και ποτέ δεν θα συλλάβω λογισμό που να ντρέπωμαι γιαυτόνα. Λοιπόν σου λέγω και τούτο, Μαλβίνα μου, αφού σου είπα πως τίποτα δεν θα σου κρύβω. Γιατί τάχα να έχης αλληλογραφία με τον κ. Πρίορ;

Η Μαλβίνα δεν επερίμενε τοιούτον αιφνηδιασμόν. Έβγαλε από την τσέπη της ένα γράμμα και βλέπουσα κατάματα τον Έδμον είπε:

— Ας ιδούμε τώρα, αν σέχω γνωρίσει καλά!

Άνοιξε λοιπόν το γράμμα και διάβασε:

«Η κατάστασή μου από μέρα σε μέρα γίνεται πιο φριχτή. Φτώχια βαριά ταλαιπωρεί τους γονείς μου και σπαράζει την καρδιά μου. Ότι και αν προσεπάθησα να πράξω, δεν ευωδώθη. Μόνοι οι ασεβείς ευημερούν και αυξάνουν τα πλούτη των. Εγώ δε μάτην εφύλαξα καθαράν την καρδίαν μου, μάτην ένιψα εν αθώοις τας χείρας μου, οδύνη και θλίψις κατέλαβόν με. Ιδού αι ημέραι μου ως η κερκίς του υφαντού διέρχονται και άνευ ελπίδων παρέρχονται. Αθλιότης και δυστυχία πολεμούν τη ζωή μου κεγώ αγρυπνώ σαν το στρουθίο το ερημικό. Και θα υπέκυπτα βέβαια κεγώ εις την τρικυμίαν της δυστυχίας, αν τα γράμματα της αγαπητής Μαλβίνας δεν ήρχοντο από καιρό σε καιρό να με κρατούν εις την ζωήν.»

— Έτσι λοιπόν, είπε ο Έδμον διακόπτων, ο άνθρωπος αυτός σε ονομάζει αγαπητή Μαλβίνα. Όσο καθαράν και αν έχει τον εαυτόν του η καρδιά του, θα συλλαμβάνει ίσως επιθυμίας, ίσως ακόμη ελπίδας . . . τας οποίας συ δεν παραλείπεις να του τας δυναμώνεις.

— Σερ Έδμον, η φιλανθρωπία δεν μου επιτρέπει να λυπήσω ένα δυστυχή από ένδειαν, αποβάλλουσα όπως λέγεις την φιλίαν που μου ζητεί. Μην αδικείς λοιπόν μήτε εμένα, μήτε τον εαυτόν σου, υποθέτων ότι μπορεί μέσ' στην καρδιά μου να σαντικαταστήση άλλος κανένας στον κόσμο.

— Μαλβίνα, έχεις δίκαιον εις όλα· όμως η λογική δεν χωρεί εκεί που λαλεί το αίσθημα. Όταν συλλογίζωμαι ότι μπορεί κι άλλος να σαγαπά, να εντρυφά νοερώς με τα θέλγητρά σου κεσύ το ξαίρεις και δεν τον αποβάλλεις. . . . αι, μα την αλήθεια δεν θα είμουν ειλικρινής προς εσέ, εάν δεν σου έλεγα ότι η φρικτή αυτή ιδέα με βασανίζει. Μου φαρμακώνει τη ζωή. Με θανατώνει.

— Ίσως δεν έχω κάμει καλά αλήθεια, να μην σκεφθώ αυτά. Αλλά αυτήν την στιγμήν, που τόσον πάσχει αυτός ο άνθρωπος, αν και εγώ τον αποθήσω, η θλίψις δεν θα τον ωθήση εις τα έσχατα;

— Από αύριον θα φροντίσω να του εύρω θέσιν στο Έδιμπουργκ . . και τότε πια Μαλβίνα, έχω την αξίωση . . .

— Σε καταλαβαίνω . . .θα κάμω ότι θέλεις. Ωστόσο διάβασε όλην την αλληλογραφίαν μας για να βγης από κάθε υποψίαν.

— Όχι, είπε ο Έδμον, δεν έχω καμίαν υποψίαν για σένα, αλλά δεν θέλω, άλλος άνδρας να σου αποτείνει τρυφεράς εκφράσεις, έστω και υπό τύπον φιλίας. Ελπίζω μόνον ότι θα με απαλλάξης από την ιδέαν που ούτε ο οίκτος, ούτε ο ορθός λόγος ισχύουν να με κάμουν να την υποφέρω.

— Έχε λοιπόν εμπιστοσύνη σεμένα και για τούτο.

Έτσι διατεθειμένοι απεχωρίσθησαν και η μεν Μολβίνα διηυθύνθη προς την κατοικίαν της Κλάρας, ο δε Έδμον εις Έδιμπουργκ. Υποσχεθέντες να αλληλογραφούν και, αν κάμη ανάγκη, να ανταμωθούν ακόμη εν τω μεταξύ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'.

ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΤΑΙ Η ΕΥΤΥΧΙΑ

Η αγαθή Κλάρα ευχαριστήθη πολύ, άμα είδε την Μαλβίναν.

— Χρεωστώ μεγάλη χάρη στη διάθεσή σας τη φιλήσυχη, που σας έκαμε να βαρεθήτε γρήγορα τον κόσμο και να επιστρέψετε κοντά μου της είπε. Ίσως μάλιστα δεν απατώμαι, αν υποθέσω ότι και κάποια προς εμέ γενωμένη εις την ψυχήν σας φιλία επέσπευσε τον ερχομό σας.