Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 10

Chapter 101 wordsPublic domain

— Μα κάνετε το καλό και αρνείστε ναπολαύσετε την ευχαρίστησή του; Με μια σας λέξη ανακαλείτε στη ζωή και στην ευτυχία μια οικογένεια και δεν χαίρεστε!

— Πιστέψατέ με, κυρία, ότι ποτέ δεν έχω καταγίνει με τέτοια πράματα εγώ, μα τώρα που μου τα συστήνετε εσείς με τόση χάρη, άμα εύρω καιρό, θα προσπαθήσω να . . . αλλά πέσαμε με τα λόγια και λησμόνησα πως με περιμένουν στο ιπποδρόμιο. Πώς; Δυο η ώρα και γω ακόμα εδώ! ω Θεέ μου τι έχει λοιπόν απάνω της αυτή η γυναίκα . . . Αναχωρώ . . . Να πάρη η ευχή . . Στο διάολο και τα ιπποδρόμια και οι ίπποι . . να χάνη κανείς τέτοια εξαίρετη συντροφιά. Αύριο, κυρία μου, αύριο. Χαίρετε.

Έπιασε το χέρι της και το φίλησε με σεβασμό αληθινού ευγενούς. Κέφυγε με βία. Αμέσως η Μαλβίνα βγήκε να δη αν η κερά - Μουδ ήταν έξω ακόμη. Επειδή εκείνη είχε φύγει, έστειλε την Τομκίνα να της φέρη το χαρτί του λόρδου, που την αποκατάστηνε και πάλιν, όπως ήτο πριν, και καλύτερα.

Όταν γύρισε η Τομκίνα της είπε ότι η κερά Μουδ και τα τέκνα της την παρακαλούν να καταδεχθή να τους επισκεφθή και στο σπίτι τους.

Το βράδι λοιπόν, όταν οι άλλες επήγαν εις το θέατρον, η Μαλβίνα επήγε στης κεράς Μουδ.

— Ω καλώς την ευεργέτιδά μας, εφώναξε με απλότητα η γραία. Καλώς την, που μας καταδέχτηκε. Έτσι μας καταδέχτηκε προ ολίγου κεκείνος ο νέος, ο καλοκάγαθος, ο Θεός να τον πολυετή.

— Λέτε διά τον σερ Έδμον; ρώτησε η Μαλβίνα.

— Δεν ξαίρω τόνομά του . . Ήρθε να μας ρωτήση σε τι μπορούσε να μας φανή χρήσιμος, Έμεινε εκστατικός όταν του έδειξα τη σημείωση του λόρδου Στάνοπ και με ρώτησε πώς κατώρθωσα και την απέσπασα. Του είπα λοιπόν ότι χάρη στη μεσιτεία μιας κυρίας καθώς πρέπει, από αυτές που ήλθαν μαζί με την κ. Μπιρτών.

— Της κυρίας Σορκή βέβαια, μου είπε. Και προσέθεσε. Άμα θέλης καμίαν χάρη, να καταφεύγης πάντοτε εις αυτήν. Και με μεγαλύτερον ενθουσιασμόν εξηκολούθησε: Τέλος πάντων αυτή η γυναίκα έχει ό,τι καλόν ή γενναίον, ό,τι εράσμιον ή υπέροχον, μένα λόγο ό,τι ουράνιον υπάρχει στη γη. Και λέγοντας αυτά, είδα δάκρυα ναναβλύζουν στα μάτια του.

Τότε του είπα ότι σας περιμένω από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως λοιπόν έφυγε, χωρίς να μου δώση καιρόν να τον ευχαριστήσω.

Η Μαλβίνα επροσπάθησε να φανή ψύχραιμη. Δεν ήξαιρε τι να σκεφθή για όλα αυτά τα παράξενα καμώματα. Ούτε έκαμε άλλην ερώτησιν περί αυτού προς την γριά - Μουδ.

Την άλλη μέρα η Μαλβίνα από την κάμαρη της άκουσε κρότον αμαξών. Επλησίασε στα παράθυρο και είδε δυο λαντώ του Στάνοπ και του Έδμον να μπαίνουν μέσα στην αυλή. Σε λίγο την εκάλεσαν κάτω.

Όταν κατέβηκε, είδε τον Έδμον να δίδη το μπράτσο του στην κ. Φέμπικ. η οποία της είπε:

— Εμείς πάμε να πάρουμε την λαίδη Σούμεριλ· εσάς σας περιμένει ο λόρδος Στάνοπ, ξετρελαμένος από έρωτα. Μην τον αφίνετε τον καημένο να περιμένη.

Εν τω μεταξύ ο σερ Έδμον την εχαιρέτησε και της είπε περιπαθώς:

— Και πώς μπορεί να μη ξετρελαθή κανείς με την κυρία! Ο λόρδος Στάνοπ δεν μπορούσε βέβαια να κάνη εξαίρεση . . .

Η Μαλβίνα χαιρέτησε και ανέβηκε στο λαντώ του λόρδου.

Καθ' όλον τον γύρο που έκαμαν, ούτε τον Έδμον είδε πλέον, ούτε με την λαίδη Σούμεριλ εγνωρίσθηκε.

Απεναντίας θέλουσα να λησμονήση προς στιγμήν τον Έδμον, χωρίς επιφυλάξεις έλαβε μέρος εις την συνδιάλεξιν και τόσον έθελξε τον λόρδον, ώστε εκείνος έσκυψε και είπε στην κ. Μπιρτών χαμηλά.

— Μέχει ξετρελάνει αλήθεια, κιάν πάη έτσι, θαποφασίσω να χάσω την ελευθεριά μου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'.

Ο ΧΟΡΟΣ

Η τόσον περιμενομένη ημέρα του χορού έφθασε τέλος.

Η Μαλβίνα έβαλε όλα τα δυνατά της για να στολιστή όσο μπορούσε καλύτερα. Κατέβηκε στης κ. Μπιρτών.

Η Τάπα της είπεν ότι μέσα είναι πολλοί. Ο Έδμων δεν ήταν μέσα. Μπήκε ατάραχη.

Πολλοί άνδρες ήσαν γύρο από την κ. Μπιρτών, άλλοι τόσοι ήσαν κοντά στην κ. Φέμπικ. Μόλις μπήκε η Μαλβίνα όλους τους κατέλαβε θάμβος. Όλοι εγυρίσανε προς εκείνην.

Φορούσε μεταξωτά· όχι με πολυτέλειαν, με φιλοκαλίαν· αυτό ήταν όλο. Εκεί έγκειται του στολισμού το μυστικό.

Η κ. Μπιρτών σηκώθηκε για να ξεκινήσουν. Ο λόρδος Στάνοπ έδωκε τον βραχίονα στην Μαλβίναν και την έφερε στο αμάξι του.

Στο δρόμο της ενθύμισε ότι είχε την υποχρέωση να χορεύση μαζί του.

— Δεν ξαίρω τους χορούς σας, επροφασίσθη η Μαλβίνα.

Ο λόρδος δεν απήντησε αφίνοντας τα μέλλον στην εξέλιξη της τύχης.

Εμβήκαν εις την αίθουσαν. Η κ. Μπιρτών πήγε να καθίση κοντά στη Λαίδη Σούμεριλ. Της εσύστησε την Μαλβίνα.

Η λ. Σούμεριλ ήτο σχεδόν εικοσαέτις, ξανθή, λευκή, ωραία, μα η ομορφιά της ήταν άψυχη, Η Μαλβίνα της έκαμεν εντύπωσιν και την παρετήρησε με προσοχήν επιδεικτικήν, της έπιασε τα χέρι και την εκομπλιμεντάρισε. Κατόπιν όμως όλη τη βραδιά ούτε μια λέξη δεν της είπε.

Η Μαλβίνα ευρισκομένη μεταξύ ανθρώπων αγνώστων όλως εστενοχωρείτο. Ο λόρδος Στάνοπ το καταλάβαινε και κατεγίνετο να της προσφέρη φιλοφρονήσεις μετ' ευπρεπείας πάντοτε. Εκείνη μόλις τας επρόσεχε. Απεφάσισε να της διηγήται αστεία ανέκδοτα για τον καθένα που περνούσε από εμπρός των. Η Μαλβίνα για να μη φαίνεται αγροίκος του χαμογελούσε πότε - πότε. Επιθυμούσε να τραβηχθή. Ήλθε στην αίθουσα ο κ. Έδμον. Αι διαθέσεις άλλαξαν. Πλησίασε ο Έδμον την λαίδην Σούμεριλ και της ωμίλησε κάτι χαμηλά, εκείνη εχάρηκε. Γύρισε ο Έδμον να χαιρετήση την κ. Μπιρτών είδε την Μαλβίνα, ήταν τόσον όμορφα ενδυμένη έλαμπε το πρόσωπό της, έκαιε το βλέμμα της, έφεγγε το παράστημά της. Δεν βάσταξε. Με την συνήθη περιπάθειαν την αφελή εκείνην της είπε να δεχθή να χορέψουν μαζί. Η Μαλβίνα απόρησε και του απεκρίθη ψυχρώς, ότι αν αποφάσιζε να χορέψη, δεν μπορούσε να δεχθή το αγκαζέ του, διότι άλλος πρωτύτερα την είχε αγκαζάρει.

— Και ποιος είν' αυτός ο ευτυχής θνητός: Η Μαλβίνα εδίσταζε να απαντήση.

— Ο λόρδος Στάνοπ, απεκρίθη η κ. Μπιρτών.

— Αλλά μετά τα σουπέ αρχίζουν οι γαλλικοί χοροί, οι οποίοι είνε άστατοι ως παν γαλλικόν και συγχωρούν ναλλάξετε καβαλλιέρο. Μπορούμε άραγε να ελπίσουμε, ότι θα μας παραχωρήσετε τα δευτερεία;

Η Μαλβίνα τον ελυπήθη. Συγκατένευσε διά τον πρώτον γαλλικόν χορόν. Εκείνος απεμακρύνθη όλος χαρά.

Όταν είχε φύγει από τον πύργο της κ. Μπιρτών, αμφέβαλλε διά τον έρωτά της, δεν αμφέβαλλε όμως καθόλου διά την αρετήν της. Επιθυμούσε να την ξαναδή. Οι άλλες γυναίκες του εφαίνοντο άψυχα πράγματα, δεν ωμιλούσε πλέον με χάριν και αγχίνοιαν ως άλλοτε. Οι φίλοι του απορούσαν για την μεταβολή του, την απέδιδαν εις την διαμονήν του εις τα άγρια όρη του Μπρήντελβεν. Τον ελυπούντο και τον εσπλαχνίζοντο, ενώ αυτός ήτο τόσον ευτυχής.

Ο Έδμον αγαπούσε. Αγαπούσε αληθινά. Και δεν εύρισκε πλέον τίποτε άξιον διά την καρδιά του, που εκεί εβασίλευεν η Μαλβίνα. Όποιαν έβλεπε προσπαθούσε να ανακαλύψη εις αυτήν ομοιότητας προς την Μαλβίναν. Κάθε χάρη, κάθε καλλονή, του υπενθύμιζεν εκείνην. Όταν ήλθον εις Έδιμπουργκ η κ. Μέλμορ με την Τάπαν, έσπευσε να ζητήση πληροφορίας.

Η κ. Μέλμορ του ωμίλησε διά την άτακτη διαγωγή της κ. Σορκή.

— Τι είπες; εκραύγασεν ο Έδμον, σαν να τον εδάγκασεν έχιδνα, η κ. Σοκρή . . .!

— Θεέ μου, απήντησεν με αφέλειαν προσποιητήν η κ. Μέλμορ, αλλ' αυτό δεν είναι τι απόκρυφον! Το σκάνδαλο εκείνο μάλιστα έγινεν αφορμή να εκδιωχθή ο κληρικός αμέσως . . . και αν η κ. Μπιρτών δεν εφρόντιζε για την υπόληψη της γενεάς της, και αυτή η κ. Σοκρή θα είχε εκδιωχθή εκ του πύργου.

Ο Έδμον έφυγε θυμωμένος με την απόφαση να μην πιστέψη τίποτε απ' αυτά. Αλλά μετ' ολίγον συνήντησε την Τάπα, η οποία του τα εβεβαίωσε με τον πλέον ειλικρινέστερον τρόπον. Και προς πίστωσιν της αληθείας των λόγων της είπεν ότι ήδη μη δυνάμενοι να ιδούν ο ένας τον άλλον έχουν θερμήν αλληλογραφίαν μεταξύ των και ιδού η απόδειξις.

Και του έδειξεν άρτι αφιχθείσαν επιστολήν του κ. Πρίορ απευθυνομένην προς την Μαλβίναν. Ο Έδμον ανεγνώρισε το γράψιμο του κληρικού και έγινεν έξω φρενών. Άφισε την ψυχήν του πλέον ελευθέραν εις κάθε υπόνοιαν και άρχισε, όχι μόνον να πιστεύη εις όσα του έλεγαν, αλλά να αδημονή γιατί δεν του έλεγαν και άλλα.

Απεφάσισε να της φερθή με ψυχρότητα· να της αποδείξη ότι ποτέ δεν τον εκυρίευσε το προς εκείνην αίσθημα, ότι έπαιξε μαζί της όπως και με τόσας άλλας. Αυτά ενόσω δεν την έβλεπε, διά τούτο και απεφάσισε να μη χορέψη μαζί της. Εκαμώθη ότι ελησμόνησε, για να την ταπεινώση.

Όταν άρχισε ο χορός επήρε τη Λαίδη Σούμεριλ. Η Μαλβίνα κατεπλάγη· τον είδε με απάθεια και ψυχρότητα και πήγε να χορέψη μένα νέο Γάλλο, που είχε γνωρίσει προ ολίγου.

Η ομορφιά και οι χάρες της Μαλβίνας είλκυσαν προς το μέρος της όλους τους θεατάς. Σόλην την αίθουσα γιαυτήν ωμιλούσαν. Πολλοί για να την δούνε καλύτερα ανέβαιναν στις καρέγκλες. Ήσαν πρόθυμοι να την χειροκροτήσουν, αλλ' ευλαβούντο μη προσκρούσουν στη μετριοφροσύνη της.

Τη Λαίδη κανένας δεν την επρόσεχε πλέον. Ο Έδμον έπασχε. Ηθέλησε να την ταπεινώση κεκείνη εθριάμβευε.

Η Λαίδη του μιλούσε, μα εκείνος δεν την πρόσεχε και της απαντούσε με μονοσύλλαβα και αφηρημένος. Ηύχετο να παύση ο χορός.

Σύνωρα ο Μαρκέσιος Μπέυμουθ, άνθρωπος εξακουστός, γνωστικός και ωραίος, επλησίασε και ρώτησε την Λαίδη.

— Για όνομα του Θεού ποια είναι η χαριτωμένη εκείνη νέα; λες και κατέβηκε από τον ουρανό για να μας δεσμεύση όλους με τις χάρες της! Πόσο ήθελα νάπεφτα στα πόδια της και να της πω, ότι εγώ είμαι ήδη δεσμώτης στα κάλλη της! Ο Έδμον δεν εβάστηξε:

— Η νέα αυτή, σερ Μπέυμουθ, πρώτη φορά φαίνεται σε χορό, και βέβαια θα εκθαμβωθή, άμα ιδή στα πόδια της τόσο λαμπρό λάφυρο· του λορδ - Μπέυμουθ την καρδιά.

— Την ξαίρετε λοιπόν, σερ Έδμον Σέυμουρ;

— Ναι. Την ξαίρω λίγο. Δύο μήνες το χειμώνα πέρασα μαζί της στην εξοχή.

— Ιδού μια είδησι που δεν έχω ακούσει χειρότερη στη ζωή μου, είπε ο μαρκέσιος και τράβηξε από κει:

Πήγε και στάθηκε πλησίον της Μαλβίνας. Της μιλούσε επιδεικτικά, για να πεισμώση τον κ. Ε. Σέυμουρ. Εκείνη του απεκρίνετο διά κλίσεως της κεφαλής. Σε λίγο ο κ. Σέυμουρ υπέστη την πικρίαν να ιδή τη Μαλβίνα στο βραχίονα του μαρκεσίου. Εχόρευε μαζί του τώρα. Ο Έδμον τα επαράτησε όλα και ήλθε και στάθηκε κοντά τους. Την έβλεπε, την απόλαυε, την άκουε με προσοχή, προσπαθούσε να εξηγή κάθε της κίνημα. Την εζήλευε. Του ήρχετο να την πλησιάση, να της ζητήση για όλα συγγνώμη και να την παρακαλέση να του δώση συνέντευξιν, για να εξηγηθούν, για να της δώση εξηγήσεις, για να απολογηθή. Εφοβείτο μήπως δεν τον εισακούση, μήπως δεν του παραχωρήση την συνέντευξιν.

Όταν ο χορός της ετελείωσε, πήγε κατόπι της. Εκείνη κάθισε. Αυτός στάθηκε όρθιος εμπρός της. Δεν της είπε τίποτε.

Η Μαλβίνα δεν επρόσεχε πολύ στην εντύπωση που είχε κάνει η ομορφιά της εις την ομήγυριν, ούτε καν της έκαναν εντύπωση τα περί αυτής λεγόμενα. Με απάθεια άκουε τα τόσα εγκώμια που βούιζαν γύρο της. Ούτε και ήτο προσποιητή η αδιαφορία της. Ο Έδμον βλέπων το πρόσωπόν της υπερόχως ιλαρόν ουδόλως αμφέβαλλε διά την ειλικρίνειαν της τοιαύτης εκφάνσεώς της.

Πρώτην φοράν έβλεπε γυναίκα ναντικρύζει με τόσην ψυχραιμίαν τοσαύτην λατρείαν. Η Μαλβίνα υπέφερε από την παρουσίαν του και κατέβαλε κόπο να φανή ατάραχη. Όλες εφθονούσαν την δόξαν της και αυτή εζήλευεν αυτάς διά την ησυχίαν των. Εσκέπτετο ότι πρέπει να φύγη από το Έδιμβουργκ. Πρέπει να πάγη στης κ. Κλάρας το ταχύτερον.

H κ. Μπιρτόν της έκαμε σημείον να φύγουν. Ο λόρδος Μπέυμουθ της επρότεινε τον βραχίονά του. Τότε ο Έδμον χωρίς να το καλοσυλλογισθή αρπάζει τη Μαλβίνα από το μπράτσο.

— Έχω δικαιώματα προτεραιότητος, είπε, και ενόσω ζω τουλάχιστον, κανείς δεν θα μου τα διαμφισβητήσει.

Η Μαλβίνα τον ηκολούθησε αυτομάτως απορούσα. Και ο ίδιος ησθάνθη πόσον παράβολος ήτο η πράξις του, και εθαύμαζε καθεαυτόν διά το τόλμημά του. Αμφότεροι ευρίσκοντο εις θέσιν δυσχερή απέναντι αλλήλων.

Τέλος ο Έδμον μη ημπορών νανθέξη περισσότερον της έπιασε το χέρι το έσφιξε περιπαθώς και της είπε.

— Αχ γιατί να σας αποχωρισθώ τότε!

— Η Μαλβίνα δεν απεκρίθη τίποτε. Ο Έδμον επικράθηκε πολύ με τον τρόπο της και της είπε:

— Ο θρίαμβος σας απόψε ήτο πλήρης. Όπου εμφανίζεσθε θα θριαμβεύετε.

— Φεύγω από το Έδιμπουργκ, είπεν εκείνη.

— Πώς; η κ. Μπιρτών δεν θα περάση εδώ όλον τον καιρόν τούτον:

— Δεν γνωρίζω δι' αυτήν, εγώ όμως φεύγω το ταχύτερον.

— Για τα άγρια εκείνα βουνά του Μπρήντελβεν;

— Όχι τόσο μακρυά.

— Δεν τολμώ να πολυπραγμονήσω περισσότερον.

— Αυτό απαιτεί η ευγένεια, και έσπευσε διασχίζουσα το πλήθος να ενωθή με την κ. Μπιρτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'.

ΔΙΑΚΟΠΕΙΣΑ ΕΞΗΓΗΣΙΣ

— Το πρωί την άλλη μέρα η Μαλβίνα στο πρόγευμα είπε στην κ. Μπιρτών, που ήταν μόνη, ότι αναχωρεί από το Έδιμπουργκ και πηγαίνει στης κ. Κλάρας.

— Και τι σας τραβά προς αυτήν την γυναίκα: είπεν η κ. Μπιρτών.

— Ό,τι με απομακρύνει από το Έδιμπουργκ.

— Ποία ελεεινή φαντασιοπληξία σας παραστήνει δυσάρεστα τα παρόντα και ευάρεστα μόνον τα μη παρόντα;

Την ίδια στιγμή εμβήκεν ο σερ Έδμον.

Ήρθαμε, θεία μου, με τον λόρδον Στάφφορδ να σας ζητήσωμεν πρόγευμα. Σας περιμένει στην κάμαρη σας.

Αμέσως η Μαλβίνα σηκώθηκε να φύγη. Αλλά η κ. Μπιρτών την εμπόδισε λέγοντάς της.

— Μα τέλος πάντων δεν έχετε το ελεύθερο ναναχωρήσετε ακόμη. Ο λόρδος Στάνοπ ετοιμάζει λαμπράν εορτήν και πρέπει να παρευρεθήτε και σεις, καμμία πρόφασις δεν δικαιολογεί την άρνησή σας.

— Δεν έχω καμμίαν όρεξη και σας παρακαλώ, μη με βιάζετε.

— Έδμον, παιδί μου, δεν της μιλείς και συ! Ακούς να απορρίπτει τας περιποιήσεις του λόρδου, ενώ είναι στο χέρι της να τον κάνει δικό της, και καταλαβαίνεις πόση τιμή φέρνει στο σπίτι μου ένα τέτοιο πράμα. Μα η κυρία προτιμά να αφίση όλα και να φύγη. Και να πάγη πού αν ξαίρης; Σεκείνης της γελοίας, της κ. Κλάρας . . . .

— Της κ. Κλάρας; εφώναξε ο κ. Έδμον με λύπην ακράτητον, και την γνωρίζετε σεις την κ. Κλάραν;

Λίγο τη γνωρίζω. Μα ο χαρακτήρας της ομοιάζει με τον ιδικόν μου.

Λοιπόν, είπεν η κ. Μπιρτών δεν σας συγκινεί η άποψίς που σας ανέφερα;

— Αν έχη και δόσιν ακόμη βασιμότητος, αυτό ακριβώς με βιάζει να σπεύσω την αναχώρησίν μου.

— Πώς, η ιδέα να γίνης λαίδη Στάνοπ δεν σε συναρπάζει; για όνομα του Θεού!

— Δεν είμαι καθόλου φιλόδοξη. Κιάν ήμην ελευθέρα να παντρευθώ, δεν θα είταν ο τίτλος βέβαια που θα με είλκυε.

— Δεν αντέχω πλέον. Πάγω στο λόρδο Στάφφορδ· εσύ Έδμον, κάμε τι θα κάμεις να την μεταπείσης και θα σου το χρεωστώ χάρη.

Και εξήλθε.

Όταν έμειναν μόνοι, η Μαλβίνα είπε προς τον Έδμον.

— Δεν φρονείτε, νομίζω, ότι έχετε κανέν τοιούτο δικαίωμα. Άλλωστε εμείς οι δύο ποτέ δεν θα συνενοούμεθα.

— Αλήθεια; Ποτέ; Αλίμονο! Ωστόσο σε μια στιγμή της ζωής μου επίστευα ότι εφρονούσατε αλλέως.

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε. Εκείνος εκατάλαβε ότι ενόησε καλά και επρόσθεσε.

— Εγώ μια, τη λαίδη Σούμεριλ να την πάρω είν' αδύνατο. Ένωσις που δεν γίνεται με την καρδιά είναι η τρομερωτέρα από όλας τας αλύσεις. Πώς λοιπόν να βιάσω εσάς να πάρετε έναν που δεν θέλετε; Αλλά είναι και άλλα ποθεινότερα. . . .

— Πώς; τον διέκοψεν η Μαλβίνα, αποποιείσθε τον γάμον τούτον! και τότε η κ. Μπιρτών;

— Επιστεύσατε λοιπόν, ότι μπορούσα εγώ να κάνω αυτόν τον γάμον;

— Και γιατί τάχα να μην το πίστευα; απεκρίθη, ενώ ερύθημα ανέβη στο πρόσωπόν της. Τόσαι πιθανότητες το βεβαιώνουν.

— Αλλά η μία και μόνη που το αναιρεί είναι η ισχυροτέρα από όλας για μας τους δύο.

Η Μαλβίνα συγχίστηκε και σηκώθηκε να φύγη.

— Σας παρακαλώ, μείνατε. Ακούσατέ με μία στιγμή μονάχα. Λυπηθήτε με, σας ικετεύω. Εξηγηθήτε μου, τι αφορμή έχει η φρικτή κατηγορία, που τολμούνε να σας μολύνουν:

— Θεέ μου! και τι ενδιαφέρονται για μένα; Τι ενδιαφέρον έχετε σεις ο ίδιος για μένα επί τέλους;

— Όλα, όλα μου μιλούνε για σας, τα πάντα παίρνουνε φωνή και για σας μου λαλούνε.

Η Μαλβίνα έσκυψε κέκρυψε το κεφάλι της μέσα στα χέρια της.

— Μη μου κακιώνετε. Σας μιλεί η καρδιά μου αυτήν την ώραν.

Εν τούτοις την ιδίαν στιγμήν ήλθε η κ. Φέμπικ κέδωσε στη Μαλβίνα μίαν επιστολή, που της ήρθε από κάπου.

Ο κ. Έδμον μόλις είδε την επιγραφήν, εκατάλαβε ότι ήτο του κ. Πρίορ, τον οποίον η Μαλβίνα είχε την καλοσύνη να του επιτρέψη να της γράφη φιλικά, χωρίς να σκοτίζεται για την καταλαλιά του κόσμου.

Ο Έδμον άναψε και κόρωσε από ζήλια. Πλησίασε λοιπόν την κ. Φέμπικ κιάρχισε να φλερτάρη μαζί της επιδεικτικά για εκδίκηση.

Η Μαλβίνα έκαμνε ότι διαβάζει, αλλά όλη της η προσοχή ήτο εστραμμένη προς αυτόν. Τόση κουφότης της εφαίνετο ακατανόητη. Δεν μπορούσε να πιστεύση στα ίδια τα μάτια της.

Ο κ. Έδμον νομίζων ότι η προσήλωσίς της ωφείλετο εις το περιεχόμενον της επιστολής του κληρικού, ερωτικής χωρίς άλλο, επέτεινε τας προς την κ. Φέμπικ περιποιήσεις του

Την Μαλβίνα την κατέτρωγε το πάθος, αλλά ουδέν εξωτερικόν σημείον έδιδε. Διετέλει ωσεί ρεμβάζουσα·

Ο κ. Έδμον δεν μπόρεσε πλέον να βαστάξη. Επήγε κοντά της και της εψιθύρισε.

— Η επιστολή αυτή τέλος πάντων σας εκυρίευσε ολόκληρη.

— Α Θεέ μου, αλήθεια! μου ενθυμίσατε ότι έχω να διαβάσω μίαν επιστολήν.

Και τω όντι ο κ. Έδμον παρετήρησε ότι η επιστολή ήτο ακόμη σφαγισμένη.

— Ποίος είναι ο ευτυχισμένος θνητός, που αξιώνεται να διαβάζετε τα γράμματα του;

— Προς το παρόν η προσοχή μου περισπάται από το αλλοπρόσαλλον του χαρακτήρος σας.

— Πόσο σκληρά με τιμωρείτε για την παραφορά μου;

— Δεν έχω κανένα δικαίωμα ούτε να σας μεμφθώ καν, απεκρίθη εκείνη με υπερηφάνειαν.

— Ούτε της οργής σας λοιπόν δεν με κρίνετε άξιον. Και όμως, αν μαφίνατε να σας εξηγηθώ . . . .

— Σας απαλάττω διαπαντός από τον κόπον, διέκοψεν η Μαλβίνα. Μου φθάνουν όσα είδα. Παραιτούμαι από του να σας εννοήσω.

Και εξήλθε μεγαλοπρεπώς.

Ανέβη εις το δωμάτιόν της και μόλις ευρέθη μόνη ανελύθη εις δάκρυα πικρά.

Και αν ακόμη υπετίθετο ότι δεν την απατούσε, αλλά της ωμιλούσε ειλικρινώς, πώς ημπορούσεν αυτή να δώση πίστιν εις άνθρωπον, όστις από στιγμής εις στιγμήν μετεβάλλετο διαφοροτρόπως;

Τον εμέμφετο κατά βάθος διότι της αφαιρούσε κάθε μέσον να πιστεύη πλέον στα λόγια του. Εντρέπετο που έδειξε τόσην κλίσιν εις ένα ανάξιόν της. Ενόησεν ότι η παρουσία του την αύξανε περισσότερον, παρ' όσον αι αστασίαι του την εμετρίαζαν και θέλουσα να την σβύση έκρινε πρέπον να φύγη μακρυά. Απεφάσισε λοιπόν μετά δύο ημέρας να υπάγη στης κ. Κλάρας.

Το βράδυ όταν ήλθε στον κοιτώνα της, ηύρε απάνω στη θερμάστρα μιαν επιστολήν, της οποίας ο γραφικός χαρακτήρ της ήτο άγνωστος.

Η Τομκίνα της είπε ότι κάποιος ξένος την έφερε και παρήγγειλε να δοθή στα χέρια της.

Ανήσυχη η Μαλβίνα την άνοιξε. Ήσαν τέσσερες σελίδες γραμμένες και κάτωθεν η υπογραφή: Έ δ μ ο ν - Σ έ υ μ ο υ ρ.

Τα μάγουλά της άναψαν. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Ώσπου ναποφασίση, αν έπρεπεν να την αναγνώση ή όχι, είχε ήδη διατρέξει την πρώτη σελίδα. Και ήτο πλέον εις το τέλος της επιστολής, πριν έτι αποφασίσει να την αρχίση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Λατρευτή μου Μαλβίνα

Μαφίσατε να καίωμαι από τις φλόγες του θυμού σας και να σπαράζωμαι από τη συνείδησή μου, ω τα βάσανά μου!

Ως τώρα δεν ήξαιρα ότι υπάρχουν οδύνες και χαρές ανώτερες. Από σας, που με κάματε να αισθανθώ τις τέτοιες λύπες, ελπίζω και τις χαρές να με κάμετε ναπολαύσω.

Αλλά τα σφάλματά μου κη δική σας αυστηρότης κάθε τόσο μου απομακρύνουν αυτήν την ελπίδα.

Αν, για ναποκτήση κανείς την αγάπη σας, θα ήτο ανάγκη να είναι άξιός σας, ποίος από τους θνητούς μα την αλήθεια θα μπορούσε να ελπίση σε τέτοιο αγαθό!

Ωστόσο εγώ . . . . εγώ σας αγαπώ και το αίσθημά μου αυτό νομίζω μεξαγνίζει και με κάμνει άξιόν σας. Οδηγήσατέ με, ελκύσατέ με στην τροχιά σας, ως ο ήλιος τους αδυνάτους κομήτας, κάμετέ με να γίνω οποίον με θέλετε. Είμαι πρόθυμος τα πάντα να αναλάβω, για να καταστώ άξιος της φιλτάτης μου ψυχής σας.

Οι παραφορές μου είναι πολλές. Έρωτες ανόσιοι έχουν βεβηλώσει την ψυχήν μου. Η αγάπη σας, Μαλβίνα, θα την καθαρίση, η εικόνα σας θα την εξαγνίση.

Δεχθήτε τη λατρεία της, και για να γίνη άξια της δικής σας, θαγωνισθή να την ομοιάση. Μία λέξη δική σας ημπορεί να την μεταβάλη, να αλλάξη εις αρετάς όλας της ψυχής μου τας ατασθαλίας. Διατάξατε, Μαλβίνα. Εις όλα είμαι πρόθυμος να υπακούσω, εκτός μόνον αν μου πήτε:

— Παύσε να μαγαπάς.

Ω! Μαλβίνα, ο προς εσάς έρως μου ημπορεί να με φέρη πλησιέστερα προς την αρετήν: από εκείνους οι οποίοι είναι ψυχρά εκ φύσεως ενάρετοι.

Συγχωρήσατε την τόλμην μου, διότι πριν αποκτήσω το ελάχιστον επάνω σας δικαίωμα ετόλμησα να σας ζηλοτυπήσω. Αλλά τα πάθη μας δεν εξαρτώνται από την θέλησή μας, η εικόνα του κ. Πρίορ, που προτιμάτε τη φιλία του, μου σπαράζει την καρδιά. Δυστύχημά μου να με θεωρήτε ανάξιον της προσοχής σας, αλλά να βλέπω να προτιμάτε άλλον, αυτό είναι ανώτερον των δυνάμεών μου να το υποφέρω, και με κάμνει παράφορον σχεδόν παράφρονα.

Ναι, ηθέλατε μεταβάλει εις οίκτον την οργήν σας προς εμένα, αν μπορούσα να σας δώσω να εννοήσετε τι υπέφερα, όταν έμαθα ότι η κ. Μπιρτών έδιωξε τον κ. Πρίορ, γιατί τον αγαπούσατε εσείς. Εσείς! . . . . αγαπούσατε, λέει, εκείνον! . . τον κ. Πρίορ; . . . Ω Μαλβίνα έπρεπε δα να μη το πιστεύσω.

Μία μέρα πριν φύγω από κοντά σας ετόλμησα να σας υπαινιχθώ το πόσο θα με βασάνιζε η προς εκείνον φιλία σας. Ω και τότε δα μου αποκριθήκατε με τον αμβρόσιον εκείνον τρόπον που μόνο εσείς τον έχετε από όλες του κόσμου τις γυναίκες.

— Δεν θέλω ποτέ να σας λυπήσω, μου είπατε τότε.

Έπρεπε βέβαια εγώ επαναπαυόμενος σαυτή σας τη διαβεβαίωση ναποβάλω κάθε υποψία και να καταφρονήσω κάθε συκοφαντία εναντίον σας.

Αλλά τα πάθη δεν εξαρτώνται από τη θέλησή μας. Μπορεί κανείς να μείνη απαθής όταν αγαπά σφοδρά ένα άγγελο σαν εσάς, και φοβείται μη από στιγμής εις στιγμήν του πετάξει;

Η τύψις μου τώρα είναι η τέρψις μου, η συνείδησίς μου εξαγνίζεται και με κάμνει άξιον της εκτιμήσεώς σας. Το πιστεύω και παρηγορούμαι. Το παρελθόν δεν αποτελεί πλέον μέρος της υπάρξεώς μου. Η ζωή μου αρχίζει, αφότου εγνώρισα εσάς. Σεις εχύσατε μέσα μου νέον φως κιαλλάξατε όλα γύρο μου. Αφότου απέβλεψα προς εσάς την ισάγγελον ψυχήν, αισθάνομαι την ψυχήν μου να υψώνεται και να μεγαλύνεται. Ετόλμησα προς στιγμήν ο μωρός ναμφιβάλω για την αθωότητά σας! Αλλά μόλις σας ξαναείδα, μόλις αντίκρυσα το ιλαρόν βλέμμα κάθε υποψία μου διελύθη εις το θείο φως των ματιών σας. Ωστόσο όταν σας ενεχείρισαν το κατηραμένο εκείνο γράμμα εμπρός στα μάτια μου, η ζήλια σκότισε πάλι το πνεύμα μου και μου προξένησε φρίκη, άναψα και κόρωσα και δεν ήξαιρα τι έκαμνα, έτσι φέρθηκα τόσο ηλίθια εμπρός σας καταφυγών εις σιχαμερόν μέσον τάχα για να σας εκδικηθώ, ήτο από την απελπισία μου. από την κουφότητά μου, πες. Αλίμονον έπρεπε δα να είχα καταλάβει ότι η Μαλβίνα μου δεν είναι από τας συνήθεις γυναίκας.

Αλλά και σεις έπρεπε να με ψυχολογήσετε. Έπρεπε να έχετε πλήρη την συναίσθησιν, ότι όταν είσθε εσείς παρών, δεν μπορεί κανείς να προτιμήση άλλην γυναίκα.

Ότι και αν σκέπτεσθε για μένα, για ένα μόνον πράγμα δεν πρέπει, δεν θέλω να αμφιβάλλετε: ότι σας αγαπώ άπειρα.

Ο προς εσάς έρως μου είναι η αρετή μου.

Η αγάπη που σας έχω με παρηγορεί.

Η ελπίδα πώς θα μαγαπήσετε και σεις έτσι, με κρατεί στη ζωή.

Χαίρετε. Δικός σας Έδμον Σέυμουρ

Άμα η Μαλβίνα ετελείωσε το γράμμα τούτο, παρεδόθη εις θελκτικάς ονειροπολήσεις. Ο Έδμον της εφαίνετο τώρα νέος άνθρωπος και εχαίρετο, διότι αυτή τον ανεγέννησε.

Πρόθυμα συγχωρούσε τη ζήλια του, γιατί επιτέλους αυτή ήτο μία ένδειξις του προς αυτήν έρωτος της.

Αλλά. . . .!

Αλλά αι προς την θανούσαν φίλην της υποσχέσεις! αλλά ο όρκος ο δοθείς εις την επιθανάτιον κλίνην της Κλαίρης, ότι θα μείνη η μήτηρ της ορφανής! Οποία φρικτή καθηκόντων σύγκρουσις!

Ω Έδμον, Έδμον! εις την ψυχήν μου μέσα θα έχω ως μύρον αξεθύμαντον την αγάπην μου τώρα, που κατέστης άξιός της. Αλλά τίποτε περισσότερον από αυτό δεν έχεις να χαρής, δυστυχισμένε μου φίλε. Και διά να μη μικροψυχήσω πρέπει να απέρχωμαι το γρηγορώτερο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ'.

ΑΙΦΝΗΔΙΑ ΕΜΦΑΝΙΣΙΣ

Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα απέφυγε να συναντηθή με τον Έδμον, περιμένουσα εις το δωμάτιόν της έως ότου εξέλθη.

Ενώ λοιπόν μετά την έξοδον εκείνου ετοιμάζετο να κατέβη, αίφνης εμπαίνει μέσα η κ. Μπιρτών αναμμένη από θυμό και της λέγει.

— Μετανοώ, κυρία μου, που μέσα στο σπίτι μου δέχτηκα μια συγγενή αγνώμονα σαν εσάς! Αφότου ήρθατε δεν επαύσατε να με βλάπτετε και να με λυπήτε καιρίως και σήμερα μου δίδετε το τελευταίο και το χειρότερο χτύπημα.

— Για όνομα του Θεού περί τίνος πρόκειται;

— Εσείς κάμνετε τον ανεψιόν μου ναρνηθή τον έντιμον γάμον, που με τόσους αγώνας του παρεσκεύασα! Εγώ όλας μου τας ελπίδας τας είχα εξαρτήση από την λαμπράν αυτήν συγγένειαν, έκαμα τα πάντα για να την επιτύχω και τώρα εσείς ανατρέπετε τα πάντα με τα τεχνάσματά σας, μεταχειρισμένη υπό το κάλυμα της απλότητος όλους τους δόλους της ερωτοτροπίας!

— Ω Θεέ μου, πώς με βρίζετε έτσι, πριν βεβαιωθήτε, αν είμαι δα αξία τοιούτων ύβρεων!