Λυσιστράτη

Part 2

Chapter 2 25 words Public domain Markdown

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Εδώ στεκόμαστε μπροστά, κι ας έρθη όποιος του βαστά° μα [θα σε κάμω εγώ να ειπής, πως] ούτε σκύλλα είδες να σ’ έχη αρπάξη πειό γερά από τις δυό σου αρχίδες.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Αν ίσως δεν σωπάσης, το τελευταίο γήρας μου κακά θα δοκιμάσης.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Σαν θέλης παρ’ τα μούτρα σου, την Στρατυλλίδα άγγιξε, [να ιδής πού πάει η κούτρα σου.]

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Τι θα μου κάνης, στις σβερκιές αν έλθω και σ’ αρχίσω;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Τ ’άντερα και τα πλεμόνια σου με δαγκανιές θα χύσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Κανείς δεν είνε πειό σοφός από τον Ευριπίδη, [που τις γυναίκες πάντοτε τις στρώνει στο βρισίδι]° γιατί ως σήμερα στη γη δεν είνε γεννημένα πλάσματα αναιδέστερα [και πειό ξετσιπωμένα].

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Εμπρός Ροδίππη, τα σταμνιά, [μη χάνουμε καιρό].

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Γιατί, θεοκατάρατες! εφέρατε νερό;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Γιατί, μωρέ ψοφήμι συ, ήλθες φωτιά ν’ ανάψης; το σώμα σου θα κάψης;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ήλθα ν’ ανάψω τη φωτιά τις φίλες σου να ψήσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Έ, ήλθα τη φωτιά κ’ εγώ με το νερό να σβύσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Θα ρίψης στη φωτιά νερά;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Θα στ’ αποδείξω μια χαρά.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Σε ξεροψήνω στη στιγμή με το δαδί που φέρω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Αν ήσαι βρώμιος κι άπλυτος λουτρό θα σου προσφέρω.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Θα κάμης συ λουτρό σ’ εμέ, μωρή βρωμοσουπιά;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Θα ’ν’ και λουτρό του γάμου σου.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ακούς ξεδιαντροπιά!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Μα είμ’ εγώ ελεύθερη.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Κ’ εγώ θα στο βουλώσω το στόμα σου, που τ’ άφησες και τσαμπουνάει τόσο.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Αλλά στο δικαστήριο δεν θα ’χης πειά δουλειά.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Μώρ’ δεν της καίτε τα μαλλιά!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (κενώνουσι τας υδρίας των επί των Γερόντων). Ο Αχελώος ποταμός το χρέος του ας κάνη!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ωχ! ωχ! κακόμοιρος εγώ!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Μήπως ζεστό σου εφάνη;

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Βρε τι ζεστό! δεν παύεις πειά; κατάλαβες τι κάνεις;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Τι έκανα; σ’ επότισα βλαστούς να ξαναβγάνης.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ ριγών Ξεράθηκ’ από τη νοτιά

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Σαν άναψες και τη φωτιά, τρέχα κοντά της να σταθής και γρήγορα να ζεσταθής.

(Έρχεται ο Πρόβουλος ακολουθούμενος υπό τοξοτών κρατούντων μοχλούς)

ΣΚΗΝΗ Δ΄

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ και οι ΑΝΩΤΕΡΩ και μετ’ ολίγον ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Άναψε στις γυναίκες μας φωτιές το φαγοπότι, τα όργια του Σαβάζιου[26] και του τυμπάνου οι κρότοι, κι αυτός ο Αδωνιασμός[27] μέσα στο κάθε δώμα, που άκουα τον ήχο του κι ως στη Βουλήν ακόμα. Τη μέρα που ο Δημόστρατος[28] έλεγε, πως τα πλοία δεν πρέπει να κινήσουν να παν στη Σικελία, εχόρευε η γυναίκα [του στο σπίτι κ’ εγλεντούσε] και, άου-άου! τον Άδωνι κι αυτή μοιρολογούσε! Στα όπλα αυτός Ζακυθινούς ζητούσε να καλέση, και η γυναίκα του στουππί στην κάμερα είχε πέση και κλαίοντας τον Άδωνι° κι ο Χολοζύγης[29] πάλι έβαζε πειό μεγάλη φωνή, ο σιχαμένος και θεοσκοτωμένος! Νά τ’ ατιμοκαμώματα που φτιάνουν κάθε μέρα!

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Κι αν μάθαινες την προσβολή και τούτην εδώ πέρα! Αφού καλά μας βρίσανε, τις στάμνες τους επιάσανε κι απάνω μας αδειάσανε, και τώρα να, τα ρούχα μας κουνάμε τα βρεμένα, σαν να ’ν’ κατουρημένα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Μα το θεό της θάλασσας! δικαίως τα παθαίνουμε, αφού εμείς οι ίδιοι στα γλέντια τις μαθαίνουμε, και τις βοηθούμε σ’ όλες τους τις πονηριές που κάνουν, τέτοιες ιδέες βέβαια θα ιδούμε να μας βγάνουν. Αφού εμείς οι [ίδιοι πηγαίνουμε τρεχάτοι] μέσα στα εργοστάσια και λέμε στον εργάτη: Τη νύχτα που η γυναίκα μου εχόρευε με βιάσι, από το περιδέραιον όπου της είχες φτιάση, ω χρυσοχόε, γλίστρησε και βγήκε το κεφάλι από την τρύπα πάλι. Στη Σαλαμίνα σήμερα θα πεταχθώ με βία° γι’ αυτό λοιπόν του λόγου σου, αν εύρης ευκαιρία, πέρνα το βράδυ από κει, κι όπως μπορείς να κάνης, μα το κεφάλι στερεά στην τρύπα να το βάνης. Ο άλλος πάλι τρέχοντας τον παπουτσή γυρεύει, --που ’νε παιδί, μα ’χει ψωλή που δεν σου χωρατεύει-- και λέει: - Της γυναίκας μου το πόδι, το πληγώνει, στο τρυφερό της δάκτυλο απάνω, στο κορδόνι° το μεσημέρι κόπιασε στο σπίτι να στο δείξη, και τέντωσέ το γρήγορα, όσο μπορεί ν’ ανοίξη. Μα να τ’ αποτελέσματα όλων αυτών. Και τώρα που κωπηλάτες γύρισα κ’ εμάζεψα στη χώρα, και πρέπει να ’χω χρήματα, μαζεύθηκαν οι φίλες και μου ’κλεισαν τις πύλες! Αλλά δεν είν’ αυτό δουλειά να στέκωμαι σαν κούτσουρο [και με χωρίς μιλιά!] Φερ’ τους μοχλούς εσύ εδώ, και θα τιμωρηθούν πολύ γι’ αυτήν την προσβολή.

(Προς Τοξότην καρτούντα μοχλόν).

- Τι χάσκεις, κακορροίζικε, εκείθε τι χαζεύεις χωρίς να κάνης τίποτα; το καπηλειό γυρεύεις; Γιατί δεν πάτε τους μοχλούς στις πύλες να τους χώσετε να τις ανασηκώσετε; Εμπρός! και από δω κ’ εγώ για βοηθός πηγαίνω.

(Ετοιμάζονται να θέσουν τους μοχλούς εις τας πύλας).

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (εξερχομένη) Τις πύλες μη σηκώνετε, και μοναχή μου βγαίνω. Για τους μοχλούς που φέρνετε, δεν είν’ ανάγκη τόση, ανάγκη μόνον έχετε από μυαλό και γνώσι, [όπου σας λείπει ακόμα.]

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Μπα! σ’ είσαι μωρή βρώμα! - Πού είνε ο τοξότης μου! τρέξε και σύλλαβέ τη και πισθαγκώνιασέ τη!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μα τη θεά την Άρτεμι! αν ίσως και τολμήση και με το δακτυλάκι του μονάχα να μ’ εγγίση, θα κλάψη πολύ γρήγορα, κι ας είνε κ’ εξουσία.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Βρε συ, την εφοβήθηκες; - Δεν πάτε με τη βία κ’ οι δυό να την αρπάξετε,- ένας από τη μέση, κι ο άλλος να την δέση;

ΓΥΝΗ Α΄ (εμφανιζομένη πλησίον της Λυσιστράτης) Αν βάλης, μα την Πάνδροσο, χέρι σ’ αυτήν απάνω, θα πάθης τσαλαπάτημα ευθύς, που θα σε κάνω και θα χεσθής απάνω σου.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Ά έτσι; τώρα στάσου, κι αυτό το χέσιμο, που λες, θα πάθ’ η αφεντιά σου. Πού ’ν’ ο τοξότης; -Δέσε την προτήτερ’ απ’ τις άλλες αυτήν, που τις παλληκαριές μας κάνει τις μεγάλες.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αν κάνης, μα την Άρτεμι, και δάκτυλο ν’ απλώσης, σου κάνω τις μασσέλες σου στο μούσκιο να τις χώσης.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Μα τέλος πάντων τ’ είν’ αυτά; - Πού ’ν’ ο τοξότης; Πίσω! κι αυτήν την καταβόθρα σας εγώ θα σας την κλείσω!

ΓΥΝΗ Α΄ Να την εγγίσης μοναχά μοίρα κακήν αν είχες, κ’ ευθύς σε σουρομάδησα απ’ όλες σου τις τρίχες.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Αλλοίμονό μου, ο δύστυχος! και ο τοξότης πάει. Τους άνδρας είναι δυνατόν γυναίκα να νικάη; (Προς τους λοιπούς τοξότας). Σκύθαι! εμπρός! όλοι μαζύ! χτυπήσατ’ ενωμένοι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μα τις θεές! να ξέρετε πως είν’ εδώ κλεισμένοι τέσσαρες λόχοι γυναικών, που κάθε μια τα ’χει ακονισμένα κ’ έτοιμα τα όπλα της για μάχη.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Τα χέρια τους πισθάγκωνα δέσετ’ αμέσως Σκύθαι!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ε, σεις! γυναίκες σύμμαχοι! εβγήτε από κείθε! αυγολαχανοφασουλομανάβισσες! [τρεχάτε!] Σκορσοχατζηξενοδοχοφουρνάρισσες! [ελάτε!] δεν θα μαλλιοτραβήσετε;... και δεν θα κοπανίσετε; δεν θα καταξεσχίσετε;... και δεν θα σκυλλοβρίσετε;... δεν θα ξετσιπωθήτε; (Αι γυναίκες εξορμώσιν εκτός των τειχών και συμπλέκονται με τους Τοξότας, οίτινες τρέπονται εις φυγήν. Η Λυσιστράτη ηπιώτερον και θριαμβευτικώς προς τας γυναίκας:) Αρκεί, αρκεί, σταθήτε! Γυρίστε πίσω° στον εχθρό τα όπλα πάλι δότε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Αλλοίμονο! τι συφορά μού πάθανε οι Τοξόται!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Τι νόμισες; με δουλικά λοιπόν πως πολεμάς, ή με χωρίς παλληκαριά μας πέρασες εμάς;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Πολλή, μα τον Απόλλωνα, και η παλληκαριά σας, και μάλιστα σαν βρίσκεται και κάπελας κοντά σας.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Τι τόσα λόγια χάνεις, και με τις όχεντρες αυτές κουβέντες τώρα πιάνεις, Επίτροπε της χώρας; Δεν ξέρεις πως μας κάνανε λουτρό προ λίγης ώρας στα ρουχαλάκια μας, χωρίς και μ’ αλυσσίβας σκόνη;

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ (προς τον Χορόν Γερόντων) Βρε κουτεντέ! το χέρι του δεν πρέπει αν σηκώνη ο άνθρωπος αυθαίρετα στον άλλον κατ’ επάνω° σαν το σηκώνης, τούμπανα τα μάτια θα σου κάνω. Κακό δεν κάνω κανενός° φρόνιμα θα καθήσω, σαν κοριτσάκι° ούτε κλωνί αχύρου θα κινήσω,-- ενόσω δεν θελήση κανείς, σαν τη σφηγκοφωλιά να ρθή να μ’ ερεθίση.

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ω Ζευ! έχουμε τάχα χρεία, από αυτά τα κνώδαλα τ’ αχρεία; (Στον Πρόβούλο) Κανείς να υποφέρη δεν μπορεί αυτό το πράμα το βαρύ. Λοιπόν να εξετάσουμε τι φτιάσανε, γιτι’ ήλθανε το φρούριο του Κραναού[30] κ’ επιάσανε, την άβατη Ακρόπολι, την πέτρα τη μεγάλη και τον ναό τον Ιερό. Εξέτασε και πάλι-- και μη πεισθής, κι όλα τα μέσα που μπορείς, να μεταχειρισθείς. Γιατί ντροπή θα πάθουμε, εάν δεν εξετάσουμε τι τρέχει και δεν μάθουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Και, μα το Δία, βέβαια° σεις πρώτες θα μου πήτε τι τάχα στην Ακρόπολι γυρεύατε να μπήτε και με μοχλούς την κλείσατε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Το χρήμα να κρατήσουμε σωστό, να μην αφήσουμε για χρήματα στον πόλεμο το αίμα σας να χύνετε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Θαρρείτε για τα χρήματα ο πόλεμος πως γίνεται;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Και γι’ άλλους λόγους γίνεται αυτό το ανακάτωμα: Για να μπορεί ο Πείσανδρος,[31] και όλα τ’ άλλα άτομα που την αρχήν βυζαίνουνε, να βρίσκουν ευκαιρίες για κλέψιμο, ανοίγοντες στον τόπο φασαρίες. Ας κάμουν ό, τι θέλουνε και ό, τι τους αρέσει° να βγάλη χρήμα από δω κανείς δεν θα μπορέση.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Και τι θα κάμης;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Το ρωτάς; τι άλλο δα θα πράξουμε, παρά να το φυλάξουμε;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Συ φύλακας στης πόλεως τα χρήματα θα γίνης;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μπα! δύσκολο το κρίνεις; Μήπως εμείς δεν είμαστε και φύλακες συνάμα για του σπιτιού τα χρήματα;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Δεν είν’ το ίδιο πράμα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Δεν είν’ το ίδιο πράμα;

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Ναι, μ’ αυτό θα πολεμήσουμε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μα και γι’ αυτό τον πόλεμο να γίνη δεν θ’ αφήσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Την πόλι πώς θα σώσουμε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Εμείς θα σας γλυτώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Σεις, λέει;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Βέβαια εμείς.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Σαν δύσκολο πολύ.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μα κι αν δεν θέλης, θα σωθής.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Η γλώσσα σου μιλεί πολύ κακά.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αγανακτείς; μα θα το κατορθώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Άδικο, μα τη Δήμητρα!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Α, πρέπει να σας σώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Κι αν ίσως δεν θελήσω;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Να κ’ ένας λόγος πλειότερος το ζήτημα να λύσω.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Αλλά κι αν πρέπ’ ειρήνη πόλεμος να γίνη, πώς βγήκατε τη γνώμη σας να δώσετε στη χώρα;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Θα σου τα πούμε τώρα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Θα κλάψης° λέγε γρήγορα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Άκου λοιπόν και στάσου, και μη μας τα παρακουνάς μπροστά μας τα ξερά σου.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Να τα κρατήσω δεν μπορώ° με πιάνουνε κ’ εξάψεις απ’ το θυμό μου.

Α΄ ΓΥΝΗ Ε, λοιπόν περισσότερο θα κλάψης.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ (προς την Α΄ Γυναίκα) Πες το αυτό καλήτερα, γρηά, στον εαυτό σου. (Στη Λυσιστράτη) Για έλα τώρα, λέγε μας εσύ το σχέδιό σου.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αυτό κ’ εγώ έχω σκοπό, το σχέδιό μου να σου ειπώ. Εμείς αυτόν τον πόλεμο, [που τρώει την Ελλάδα], πρώτες τον ανεχθήκαμε με τόση φρονιμάδα, κι απ’ τον καιρό που αρχίσατε, ούτε και να γκρινιάσουμε καθόλου μας αφήσατε° μα μολονότι είμαστε και δυσαρεστημένες, κ’ εμέναμε κλεισμένες στα σπίτια μας, πολλές φορές σε υποθέσεις σοβαρές να παίρνετε απόφασι πολύ κακή ακούσαμε. Κατόπιν σας ρωτούσαμε-- με γέλιο και με λύπη μας μεσ’ την ψυχή κορυφή: - «Τι αποφάσισ’ η Βουλή στη στήλη32 να γραφή για την ειρήνη σήμερα;» - «Είν’ αλλουνού δουλειά» μου ’λεγε ο άνδρας μου. «Σκασμός!» Δεν έβγαζα μιλιά!

Α΄ ΓΥΝΗ Α, να κρατήσω σιωπή ποτέ δεν θα μπορούσα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Θα ’σκουζες, αν δεν σώπαινες.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Γι’ αυτό κ’ εγώ σιωπούσα. Και όταν εμαθαίναμε που ’χατε ξαναβγάλη απόφασι χειρότερη, ρωτούσαμε και πάλι: -«Μα πώς τα καταφέρατε με τόση κουταμάρα;» Κ’ εκείνος, μ’ ένα βλέμμα του που σ’ έπιανε τρομάρα, αν δεν καθήσω, μου ’λεγε, μονάχα με τη ρόκα μου θα μού ’σπαζε την κόκα μου. Ο πόλεμος είνε δουλειά και σκέψις ανδρική.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Ω, μα το Δία, στά λεγε καλά.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Ακούς εκεί, μου τά ’λεγε καλά! πως τάχα--όταν σκέπτεσθε και σεις χωρίς μυαλά, πρέπει να σας αφίνουμε και γνώμες να μη δίνουμε; και όταν μια φορά στο δρόμο σας ακούσαμε να λέτε φανερά πως άνδρας μεσ’ στη χώρα δεν απομένει τώρα, κι ο άλλος είπε: «ναι, κανείς, μα το θεό»,--σκεφθήκαμε, και οι γυναίκες γρήγορα μαζύ εσυναχθήκαμε και την Ελλάδα σήμερα να σώσουμ’ είνε χρεία. Πούθε θα περιμέναμε για νά ’ρθ’ η σωτηρία; Λοιπόν, αν ίσως σήμερα είν’ και δικό σας θέλημα, άνδρες, ν’ ακούσετε αυτά τα λόγια τα ωφέλιμα, κι όπως εκάναμε κ’ εμείς το στόμα να βουλλώσετε, μπορούμε να σας σώσουμε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Εσείς εμάς να σώσετε; Βαρύς και ανυπόφορος ο λόγος οπού βγαίνει από το στόμα σου.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Σκασμός!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Μωρή καταραμένη! Εσύ θα δώσης προσταγή σ’ εμέ να σιωπήσω, με τη μανδήλα που φορείς; Μπα! κάλλιο να μη ζήσω!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αν μ’ ετούτο σ’ εμποδίζω, τη μανδήλα σου χαρίζω, το κεφάλι σου να δένης, να σιωπαίνης. Να καλάθι, βαλ’ το μπρος σου, πάρε και την ρόκα ζώσου, και κάθησε να τρως κουκκιά[33] και ξαίνε τα μαλλιά. Α, τώρα είν’ ο πόλεμος των γυναικών δουλειά!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Έλα, γυναίκες, κάθε μιά αφήστε κάτω τα σταμνιά, στις φίλες μας να ρθούμε μαζύ τους να ενωθούμε. Με δίχως κούρασι μπορώ να μπαίνω πάντα στο χορό-- [χωρίς να πέφτω χάμου,] κι ο κόπος δεν εκούρασε ποτέ τα γόνατά μου. Θέλω να κάνω κάθε τι που το προστάζ’ η αρετή, [και να περάσω από κει] μαζύ μ’ αυτές να ενωθώ, που ’χουνε χάρι, λογική, που έχει τόλμη κάθε μιά, κ’ είνε σοφία όλη, και αγαπάνε μ’ αρετή και φρόνησι την πόλι. Συ, που ’σαι μια γρηά γερή, και σαν τσουκνίδα τσουχτερή, να μη δειλιάσης, τράβα ’μπρός, γιατ’ είνε πρίμος ο καιρός.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Κι αν ο γλυκός ο έρως επιμένη-- κ’ η Αφροδίτ’ η Κυπρογεννημένη πόθο μέσα στους κόρφους μας ν’ ανάψη, και τα μεριά μας με φωτιές να κάψη, και αν τους άνδρες απ’ την καύλα λειώση, και σαν το ρόπαλο τούς την τεντώση,-- στους Έλληνας, θα μας ειπούν μιά μέρα πολεμοταλύτρες πέρα ως πέρα!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Πώς θα το καταφέρνατε και τούτο;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ [Μιά χαρά!] Να παύσουνε στην αγορά να βγαίνουν λυσσασμένοι και πάντοτ’ ωπλισμένοι.

ΓΥΝΗ Α΄ Ναι, μα της Πάφου τη θεά!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Κι άλλη δουλειά δεν έχουνε, παρά σαν τους Κορύβαντας[34] στην αγορά να τρέχουνε, κ’ εκεί ν’ ανακατώνουνε τα όπλα τα πολεμικά, με χύτρες και λαχανικά!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Κ’ έτσι πρέπει, μα τον Δία! Να, αυτό θα πη ανδρεία°

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Κι όμως είν’ αστείο πράμα, να κρατή κανείς ασπίδες με Γοργόνες, και να τρέχη ν’ αγοράζη, τι;--μαρίδες!

ΓΥΝΗ Α΄ Μα το θεό, είδα κ’ εγώ καβάλλ’ απάνω στ’ άλογο σπουδαίον αρχηγό, να βγάν’ υπερηφάνως το χάλκινό του κράνος με τα μαλλιά τα μακρυά,-- να βάλη μέσα έν’ αυγό, π’ αγόρασε από μιά γρηά! Κ’ ένα άλλο παλληκάρι, που ήτανε σαν τον Τηρέα[35], με ασπίδα και κοντάρι, κ’ είχε ’ρθή από τη Θράκη, μιά γυναίκα απειλούσε, οπού σύκα επουλούσε, και της έχαφτ’ ένα-ένα όσα ήσαν γινωμένα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Και πώς θα ήσθε δυνατές, τις ταραχές όλες αυτές όπου στις χώρες γίνονται, εσείς να καταπνίξετε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Α, είναι τόσο εύκολο.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Μα πώς; να τ’ αποδείξετε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Σαν κλωστές, που όταν πέφτουν σε μιά μπερδεψιά κακή, τις τραβούμε με τ’ αδράχτια, μιά από ’δώ και μιά από ’κεί, έτσι και τον πόλεμό σας θα διαλύσω τον μεγάλο, στέλνοντας αμέσως πρέσβεις στο ’να μέρος και στο άλλο.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Τι μας λέτε, βρε κουτές, με μαλλιά και με κλωστές και μ’ αδράχτια σεις θαρρείτε τέτοια πράγματα μεγάλα πώς να παύσετε μπορείτε;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αλλ’ αν είχατε σεις γνώσι, κι από τούτα τα μαλλιά μάθημα θα ’χατε πάρη για την κάθε σας δουλειά.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Πώς λοιπόν; για να το ιδούμε.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Όπως βάζουμε στην πλύσι πρώτα-πρώτ’ από τη βρώμα το μαλλί να καθαρίση, έτσι έπρεπ’ οι πολίται τα ραβδιά να πάρετ’ όλοι, μοχθηρούς και ραδιούργους να πετάξετ’ απ’ την πόλι° και αυτούς, που κάνουν πάντα μεταξύ τους μιά φατρία και κολλούν στην εξουσία, να τους ξύνετε, μαδώντας το [κακό τους] το κεφάλι° έπειτα μεσ’ στο καλάθι να τους ξάνετ’ όλους πάλι-- προς ωφέλεια της χώρας° να ’χετ’ ανακατωμένους εκεί μέσα τους μετοίκους και τους φίλους σας τους ξένους° αλλ’ αν τύχη και κανένας στο δημόσιο χρωστά, βάλτε τον κ’ εκείνον μέσα [να μη μένη χωριστά]. Και οι πόλεις, μα το Δία, όπου είνε μέχρις ώρας άποικοι αυτής της χώρας, να το ξέρετε πως είνε σαν κομμάτια χωρισμένα: πάρετε κάθε κομμάτι, να τα κάμετ’ όλα ένα. Φτιάστε μιά τρανή τουλούπα μ’ όλ’ αυτά τα μαζωμένα, κ’ έπειτα μ’ αυτή του Δήμου να υφαίνετε τη χλαίνα.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Δεν είνε ανυπόφορο τέτοια μαλλιά να ξαίνουν αυτές, οπού στον πόλεμο και μέρος δεν λαβαίνουν;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Και όμως, τρισκατάρατε! [στον πόλεμο δεν πάμε] μα δίνουμε περισσότερο κι απ’ το διπλό: - γεννάμε τα τέκνα ημείς πρώτες που πάνε στρατιώτες.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Μη μου θυμίζεις το κακό!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Δεν πρέπει να χαρούμε λοιπόν κ’ εμείς τα νηάτα μας; να ευχαριστηθούμε, που σήμερα κοιμώμεθα μονάχες, εξ αιτίας αυτής της εκστρατείας; Κι όσο για μας αφήστε το, [δεν μας πολυπειράζει]° μα κείνο, όπου το ’χουμε μεσ’ στην καρδιά μαράζι, είνε που τα κορίτσια μας ανύπανδρα γερνάνε.

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Μήπως κ’ οι άνδρες δεν γερνούν;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Μπα! λες το ίδιο να ’νε; Ο άνδρας, επιστρέφοντας και γέρος απ’ τη μάχη, μπορεί λαμπρά να πανδρευθή και νηά γυναίκα να ’χει. Μα της γυναίκας φεύγουνε τα νηάτα και η χάρι, κι αν δεν προφθάση γρήγορα, κανείς δεν θα την πάρη, και κάθεται [στο ράφι] για να ρωτάη από κει τη μοίρα, τι της γράφει!

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Αλλά γιατί, αφού μπορεί και γέρος να την πάρη, οπού να του σηκώνεται ακόμα σαν στηλιάρι;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Συ, για πες μου τώρα: τάχα τι να μάθης περιμένεις που ακόμα δεν πεθαίνεις; Να σε θάψουν έχεις τόπο° [λοιπόν κάμε και τον κόπο] και αγόρασε μιά κάσσα, και για χάρι σου ως τόσο τα μελομακάρουνά36 σου μοναχή θα σου ζυμώσω. Να κι αυτό για στέφανό σου° πάρε το και στεφανώσου.

(Του ρίπτει άνωθεν στέφανον)

ΓΥΝΗ Α΄ (ρίπτουσα ταινίας) Να κι αυτά, δικό μου δώρο.

ΓΥΝΗ Β΄ (ρίπτουσα στέφανον) Και στεφάνι θα σου βάλλω.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Πες μου, τι σου λείπει άλλο; Και τι θέλεις [να σου πάρω;] Τράβα γρήγορα στη βάρκα... [δεν ακούς, καλέ], το Χάρο;... σε φωνάζει... σε προσμένει... Δεν μπορεί να ξεκινήση, [κ’ είν’ η βάρκα του δεμένη!]

ΠΡΟΒΟΥΛΟΣ Δεν είνε πράμα φοβερό; [δεν είναι αηδία] αυτά που σήμερα εδώ παθαίνω; Μα τον Δία, θα πάω κ’ οι επίτροποι για να μ’ ιδούν οι άλλοι, και να με καμαρώσουνε σ’ αυτό το μαύρο χάλι!

(Φεύγει)

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ (κραυγάζουσα όπισθέν του) Μη τύχη κ’ εναντίον μας θα φτιάσης κατηγόρια, που τάχα σου το κρύψαμε το λείψανό σου χώρια;37 Έννοια σου, σαν περάσουνε τρεις μέρες από σήμερα, θα ρθούμε να σου κάνουμε πρωί-πρωί τα τρήμερα!

(Εισέρχεται)

ΣΚΗΝΗ Ε΄38

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ - ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ο ελεύθερος ο άνδρας να κοιμάται δεν του πρέπει. Ας ξετάσουμε το πράμα° εις αυτό καθένας βλέπει πως υπάρχει κάτι άλλο πειό πολύ και πειό μεγάλο, και μυρίζει τυραννία σαν κ’ εκείνη του Ιππία.[39] Είνε φόβος μήπως ήλθαν Σπαρτιάτες στου Κλεισθένη[40] κ’ εκατάφεραν με δόλο κάθε μιά καταραμένη, να κρατήσουνε το χρήμα, πού ’χουμε [και πολεμούμε] και τη σύνταξι που ζούμε. Είνε τρομερό να βγαίνουν συμβουλές να μας πουλάνε, και για χάλκινες ασπίδες οι γυναίκες να μιλάνε, και να μας συμφιλιώσουν με τους Λάκωνας ακόμα, οπού έχουν τόση πίστι, όση κ’ ένα λύκου στόμα. [Δεν είν’ αμφιβολία πως] όλ’ αυτά σκαρώσανε να φτιάσουν τυραννία. Αλλά να γίνουν τύραννοι καιρό δεν θα τους δώσω, και μέσα σε μυρτιάς κλαδιά το ξίφος μου θα χώσω,[41] και θα σταθώ στην αγορά, και θα παραφυλάττω εκεί στου Αριστογείτονος το άγαλμ’ από κάτω. Ε, τώρα τούτη τη γρηά μού ’ρχεται να την πιάσω, και την παληομασέλλα της [με μιά γροθιά] να σπάσω.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Όταν καθένας από σας στο σπίτι του γυρίση, θα τον ιδή κ’ η μάννα του και δεν θα τον γνωρίση. - Φίλες γρηές! αφήστε τα ετούτα που κρατείτε. - Για το καλό της πόλεως μιλούμ’ εμείς, πολίται° και πρέπει, γιατί μ’ έθρεψε με χάδια ζηλευτά, και με λαμπρότητα πολλή. Από χρονών εφτά κρατούσα [μιά χαρά] μεσ’ στις γιορτές της Αθηνάς τα βάζα τα ιερά°42 στα δέκα χρόνια μ’ έβαζαν και άλεθα [με χάρι] το ιερό κριθάρι° και την αρκούδα έκανα με φούστα κροκωτή στης Βαυρωνίας[43] τη γιορτή° και όταν πειά εγίνηκα μιά ώμορφη κοπέλλα, και το κανίστρι εκράτησα και σύκα μιά τσαπέλλα. Γι’ αυτό λοιπόν πρέπει κ’ εγώ να δώσω μιά καλή στην πόλι συμβουλή. Κι αν η δική μου η ψυχή καλό στην πόλι θέλη, κι αν έτυχε να γεννηθώ γυναίκα, μη σας μέλη,-- ούτε και αν τα πράματα, που έχουν χάλι τόσο, εγώ θα διορθώσω. Δίνω το μερδικό μου στην πόλι, το δικό μου. Με άνδρες πάντα κάθε μιά το φόρο της προσφέρει° δεν είσθε σεις για τίποτε, δυστυχισμένοι γέροι! παρά ξεκοκκαλίζετε τη σύνταξι που παίρνετε απ’ τον καιρό των Μηδικών, και τίποτε δεν φέρνετε και κινδυνεύ’ η χώρα ολόκληρη, για χάρι σας, να παραλύση τώρα. Έχεις κ’ αιτία άλλη για να γκρινιάζης πάλι; Κύττα καλά, κακόμοιρε γιατ’ αν με πιάσ’ η τρέλλα, με το σκληρό το τσόκαρο σου σπάζω τη μασέλλα

ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ Ω! μ’ αυτό που λένε πάλι είνε μιά βρισιά μεγάλη! κι όλο το κακό ανάβει κι όλο πέφτουμε στα ίδια-- Ε! τα μέτρα του ας λάβη κάθε άνδρας πώχει αρχίδια! Ας πετάξουμε τας χλαίνας, - κι όταν άνδρας είν’ κανένας πρέπει ανδρίκια να μυρίζη, και δεν πρέπει τυλιγμένος στα πανιά να τριγυρίζη. Λοιπόν εμπρός, λυκόποδες! εμείς, που νέοι τότε, πήγαμε στο Λειψύδιον[44] [κρυφά για συνωμόται,] πρέπει να ξανανηώσουμε και τούτη τη φορά, νέα να πάρουμε φτερά, και τα γεράματά μας μακράν να τα πετάξουμε από τα σώματά μας. Γιατί αέρα τόσο και μόνον αν τους δώσω, μπορούν να βρούνε τον καιρό να φτιάσουν κάτι τολμηρό: μπορούν και πλοία μάλιστα στη θάλασσα να ρίξουν° μπορούν και κατ’ επάνω μας ακόμη να τραβήξουν, να κάνουν ναυμαχία σαν την Αρτεμισία.[45] Κι αν [εύρουν ευκαιρία μιά μέρα να] το ρίξουνε και στην καβαλλαρία,-- το ξέγραψα το ιππικό° γιατί το κάθε θηλυκό έχει για την καβάλλα κεφάλαια μεγάλα, και δεν εγλίστρησε ποτέ να πέση στην τρεχάλα. Δεν παίρνεις το παράδειγμα κι’ από τις Αμαζόνες, στη ζωγραφιά του Μύκωνος,[46] που πολεμάνε μόνες καβάλλα κατά των ανδρών; Λοιπόν μη τις αφήσουμε, και το λαιμό τους γρήγορα στο φάλαγγα[47] να κλείσουμε.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Μα τις δυό θεές! το αίμα κι’ αν μ’ ανάψη πειό πολύ, θ’ απολύσω τη χολή, θα σου βγάλω μάτια, μύτες, που να τρέχης να γυρεύης βοηθούς σου τους πολίτες. -Κι από μας η κάθε μία το κορμί της τώρ’ ας γδύση, γυναικίλες να μυρίση. Κι’ όποιος τώρα του βαστά, ας ζυγώση εδώ μπροστά, να του δείξω εγώ, αν σκόρδα του λοιπού θα ξαναφάη [για τον πόλεμο να πάη] κι’ αν θα φάη μαυροκούκκια [για να πάη να δικάζη και να κάθεται στην έδρα δίχως να ξερονυστάζη.] Μιά το στόμα σου μονάχα λέξιν άσχημη να βγάνη, και ο θυμός ευθύς με πιάνει, που θα βγης απ’ τον καυγά όπως από το σκαθάρι κι ο αητός, - χωρίς αυγά![48] Μα κι αν στέκεσαι μπροστά μου, δεν με μέλει πειά γι’ αυτό, όσο είν’ η Λαμπιτώ, κι όσο βρίσκεται εκεί κ’ η Θηβαία Ισμηνία, που ’νε κόρη ευγενική. Κι αν σωστές φορές εφτά μας ψηφίσης εναντίον, δεν περνούν σ’ εμάς αυτά, κακομοίρη, που γυρεύεις σε γειτόνους και σε φίλους συφορές να μαγειρεύης. Χθές ακόμη με τις άλλες στης Εκάτης τη γιορτή, τούτη την αγαπητή επροσκάλεσα κοπέλλα, που ’νε ώμορφη και μέλι και της Βοιωτίας χέλι. Και δεν ήθελαν να στείλουν τις γυναίκες τους δω πέρα από τα ψηφίσμτά σου, [όπου βγάνεις κάθε μέρα.] Παύτε τα ψηφίσματά σας, πριν κανένας σας αρπάξη απ’ τα γέρικά σας σκέληα, και το σβέρκο σάς τινάξη!

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΕΡΟΣ Γ΄

{Η Σκηνή όπως και εις την Β΄πράξιν.}

ΣΚΗΝΗ Α΄

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ, ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ, και μετ’ ολίγον ΓΥΝΗ Γ’, Δ΄.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Συ, αρχηγέ της πράξεως, για πες μας τι συμβαίνει, που βγαίνεις τόσο σκυθρωπή και τόσο λυπημένη;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Των γυναικών των πρόστυχων τα έργα τα κακά και τα μυαλά τα θηλυκά [που φρόνησι τους λείπει]- ε, να, αυτά μ’ εκάμανε να περπατώ με λύπη.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Τι λες; τι λες;

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Αλήθεια, ναι.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Τ’ είν’ το κακό που εστάθη; Πες το στη φιλαινάδα σου, [που θέλει να το μάθη.]

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Κι αν σας το πω θα είν’ αισχρό, κι αν δεν το πω κακό-ψυχρό.

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Μη μας το κρύβης το κακό, και πες το ίσα-ίσα.

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Κοντολογίς, μας έπιασε για το γαμήσι λύσσα!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ Ω Ζευ!

ΛΥΣΙΣΤΡΑΤΗ Τι να σου κάνη ο Ζεύς; Αυτό ζητούν να φτιάσουν, και να τις κάνω δεν μπορώ τους άνδρες να ξεχάσουν. Και κατορθώνει κάθε μιά με τρόπο να μου φύγη. Τη μία, τρύπα μυστική την τσάκωσα ν’ ανοίγη-- μεσ’ στου Πανός το ιερό° [κ’ η άλλη με σχοινί γερό] κατέβη, απ’ του πηγαδιού δεμένη το μαγκάνι° η άλλη πάει στον εχθρό κι αυτομολία κάνει° κι άλλη καβάλλα ήθελε να πάρη ένα σπουργίτι, να πέση στου [πορνοβοσκού] Ορσίλοχου[49] το σπίτι,-- ως που την εξεμάλλιασα. Και όλες μου ζητάνε προφάσεις, να το σκάσουνε, στ σπίτια τους να πάνε. Θα ιδήτε° κάποια έρχεται και πλησιάζει° να τη! -Παρακαλώ, πού τό ’βαλες του λόγου σου τρεχάτη;

( Εισέρχεται η Γυνή Β΄)

ΓΥΝΗ Β΄ Θέλω να πάω σπίτι μου. Άφησα στο κατώι από τη Μίλητο[50] μαλλιά, κι ο σκόρος μου τα τρώει.