Μελέται: 10 άρθρα του στον «Νουμά»
Part 9
Κατάλαβα πως πρέπει να κουνηθούν μεγάλες μάζες της κοινωνίας αυτής. Και διάλεξα τον πιο σύντομο δρόμο για να φτάσω σ' αυτό το αποτέλεσμα. Πήγα και ηύρα τους Έλληνες που κακοπερνούσαν περισσότερο, τους Μακεδονίτες, τους Ηπειρώτες, τους Θράκες, και έβαλα ν' αστράψει μπροστά στα μάτια, τους μ ι α ν ε λ π ί δ α, η ελπίδα να γλυτώσουνε από την κακοπέραση. Αιτία της κακοπέρασης ολοφάνερη ― ο Τούρκος. Άμα τον ξεφορτωθούνε αυτόν αμέσως θα καλοπεράσουν. Δηλαδή τι κάνω; Κολακεύω: α') Τον πόθο του γλυτωμού από το βάρος του Τούρκου, και β') την ελπίδα καλλίτερης τύχης. Μέσο για να φτάσουμε στο ξεσήκωμα των δούλων ― η αλληλοβοήθεια. Και άρχισα να διοργανώνω τους ανθρώπους με κοινή ενέργεια.
Είχα και ένα παράδειγμα ζωντανό μπροστά μου. Οι Βούλγαροι στα 1903 πώς έκαμαν και σήκωσαν τόσα χωριά στη Μακεδονία, και δικά τους και μη δικά τους, κατεπάνω στον Τούρκο; Είπαν στους χωριανούς πως άμα διώξουν τους Τούρκους μπέηδες, τα τσιφλίκια θα γίνουνε δικά τους (των χωριανών δηλαδή). Και μάλιστα τους τα ξεμοίρασαν από πριν στους χωριανούς, και τους έδειξαν του καθενός το κομμάτι που θα πάρει.
Αυτό ηύρα κατάλληλο μέσο και γρήγορο για να κουνηθεί ένα μέρος τουλάχιστο της Ελληνικής κοινωνίας. Τώρα βρίσκονται άλλοι που προτείνουν να ξεσηκώσουν τις εργατικές τάξες του Ε λ λ α δ ι κ ο ύ κράτους κατεπάνω στο κεφάλαιο. Δεν το αποκλείνω και αυτό ως καλό μέσο, μα μου φαίνεται πως γ ι α τ ώ ρ α πιο γρήγορα μπορεί να πιάσει το άλλο. Γιατί; Γιατί η βιομηχανία δεν είναι αρκετή στο Ελλαδικό βασίλειο για να βγάλει πολλούς προλετάριους, και ίσως οι εργάτες στην Ελλάδα, συγκριτικά με άλλες κοινωνίες, ζουν καλά. Πιο μακριά είναι ο εργάτης στην Ελλάδα από το σοσιαλισμό, παρά ο δούλος Ρωμιός από ένα σηκωμό κατεπάνω στον Τούρκο. Δε φοβούμαι τις νέες ιδέες, ούτε το αίστημα του σοσιαλισμού, όπως υποθέτει ο κ. Σκληρός. Νομίζω όμως πως ακόμα δεν ήρθε φυσικά η ώρα του.
Δηλαδή τι κάνω; Αφίνω την Ε λ λ α δ ι κ ή κοινωνία να σκουληκιάζει για την ώρα, αφού δεν έχει αρκετή βιομηχανία για να γεννήσει προλετάριους, και παίρνω το λαό του δούλου Ελληνισμού, και προσπαθώ να τον σηκώσω κατεπάνω στους «τυράννους», όποιοι και αν είναι.
Τους Δεσποτάδες του Φαναριού, αν δεν μπορέσω να τους φέρω στα νερά μου, θα τους χτυπήσω κι αυτούς, γιατί είναι πάντα έτοιμοι να συμμαχήσουν με τον Τούρκο. Το ίδιο θα γίνει και με τους κοτζαμπασήδες ..
Τώρα κάνω κ' ένα άλλο. Πατριώτης, είπα, δεν είμαι. Ως τόσο τον πατριωτισμό, όπου υπάρχει γύρω μου, θα τον εκμεταλλευτώ σ υ ν ε ι δ η τ ά. (το έκαμε και ο Μπίσμαρκ), και μ' αυτό θα προκαλέσω αγώνες, γιατί πιστεύω πως οι αγώνες εξυγιαίνουν τους ανθρώπους και ξυπνούν τους κοιμισμένους. Το να ταράζω τα νεύρα των πατριωτών της Ελληνικής κοινωνίας (σε κάθε κοινωνία υπάρχουν ουτοπιστές πατριώτες), τους ξεσηκώνω, και φωνάζουν και αυτοί. Αν δεν κάνουν άλλο τίποτε οι φωνές τους, όμως καταστρέφουν ολότελα την πίστη του Έλληνα στο ελεεινό Ε λ λ α δ ι κ ό κράτος. Όλα αυτά ετοιμάζουν την κοινωνική επανάσταση.
Με τον κ. Σκληρό δεν είμαι σύμφωνος ότι το έθνος δεν είναι ανθρωπινό, παρά είναι σκιά έθνους. Συμφωνώ όμως ότι το κράτος είναι ελεεινό.
Το κίνημα των οργανωμένων ραγιάδων θα ξεσπάσει σίγουρα έπειτα και στην Ε λ λ α δ ι κ ή κοινωνία, χτυπώντας και κει κατακέφαλα κάθε παλιανθρωπάκο και τυραννίσκο, που θα θελήσει, άμα ελευτερωθούν και αυτοί να τους εκμεταλλευτεί.
Αλλά κάνω και ένα άλλο ακόμη. Επειδή πιστεύω, όπως ο κ. Σκληρός, ότι «μόνο μια μεγάλη οικονομική εξέλιξη θα ζωντανέψει το δυστυχισμένο τόπο», κοιτάζω να βρω τρόπο να κουνήσω τα κεφάλαια προς τη διεύθυνση των επιχειρήσεων, για να φουντώσει η βιομηχανία και το εμπόριο. Αυτό θα αυγατίσει και τους προλετάριους, και τ ό τ ε, θα είναι πια καιρός να σηκωθούν και αυτοί για να γυρέψουν τύχη καλλίτερη.
Θα πει ο κ. Σκληρός, πως ένα άτομο και δυο δε θα σπρώξουν το κεφάλαιο να κουνηθεί. Ο ίδιος όμως στο άρθρο του, σε μιαν ερώτηση δική του: «Και π ο ι ο ς θα τους αναγκάσει αυτούς (εννοώ τους πολιτικούς και την κυβερνήτρα τάξη) ναφήσουν το χουζούρι τους;» ― απαντά: «Οι άλλες τάξες, ο λαός». Αλλά λίγο παρακάτω προσθέτει: «Τότε μόνο μπορεί το άτομο να παίζει σπουδαίο ρόλο, όταν στηριχτεί, σε καμιά κοινωνική ομάδα, υποστηρίζοντας κυρίως τα συμφέροντά της. Έτσι έκαμαν και οι μεγάλοι πολιτικοί», και αναφέρνει με τόνομά τους τον Μπίσμαρκ και τον Καβούρ.
Δεν είπα ποτέ, ούτε σκέφτηκα το εναντίο, γιατί δεν μπορώ να φανταστώ κανένα άτομο, και προπάντων άτομο πολιτικό, ξεκάρφωτο από την κοινωνία όπου μεγάλωσε και ζει και πολιτεύεται. Όχι μόνο ο Καβούρ και ο Μπίσμαρκ, παρά και ο Περικλής και ο Καίσαρ ακούμπησαν στις κοινωνικές τάξες για να αναδειχτούνε.
Αλλά, ενώ ο κ. Σκληρός θα στηριχτεί στους προλετάριους, που ακόμα δεν υπάρχουν ή δεν είναι σωστοί προλετάριοι, εγώ, άλλο άτομο, θα στηριχτώ στην τάξη των βιομήχανων και εμπόρων, και θα υποστηρίξω τα συμφέροντά της, θα προσπαθήσω να τους συνασπίσω, να τους δείξω τη δύναμη της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης.
Και φέρνω ένα μικρούτσικο παράδειγμα: εδώ που είμαι γνωρίζω έναν που πασκίζει να φτειάσει μια coopérative de crédit από Έλληνες κεφαλαιούχους κ' εμπόρους. Αυτή άμα γίνει, θα βοηθήσει την Ελληνική βιομηχανία και το εμπόριο και τη ναυτιλία.
Αυτή η υποστήριξη της βιομηχανίας θα φέρει φυσικά την ανάπτυξη της τάξης των εργατών (προλετάριων). Και τότε θα είναι ευχαριστημένος ο κ. Σκληρός.
Όταν έγραψα στο άλλο μου άρθρο πως κ α ι οικονομικούς αγώνες έκαμε η Ιταλία πριν από την ένωση της, ίσα ίσα τον Καβούρ είχα στο νου μου.
Λοιπόν, από μια μεριά θα στηριχτώ στους δούλους και θα τους βοηθήσω για να γυρέψουν και να επιτύχουν καλύτερη τύχη, και από την άλλη, θα προσπαθήσω να ενωθούν κεφάλαια σ' όλο τον Ελληνισμό, για να αρχίσουν μεγάλες επιχείρησες εμπορικές, ναυτιλιακές, βιομηχανικές.
Αυτό είναι με λίγα λόγια το πολιτικό-κοινωνικό πρόγραμμα ενός σύγχρονου Ρωμιού. Δεν αναφέρνω και μερικές άλλες προσπάθειές μου (και αυτές κοινωνικές), όπως είναι η προπαγάντα για τη διάδοση της δημοτικής, και για την αλλαγή του συστήματος στην εκπαίδεψη.
***
Θέλω να παρατηρήσω εδώ και το εξής: ο σοσιαλισμός πηγαίνει πλάγι στον κοσμοπολιτισμό. Και τον κοσμοπολιτισμό τον προβλέπω, έρχεται. Μα δεν τονέ φοβούμαι ούτε αυτόν, ούτε τον σέβομαι υπερβολικά, ούτε ξιππάζομαι μπροστά του. Θα έρθει και ίσως περάσει πάλι όπως τόσα άλλα. Και, το κάτω κάτω της γραφής, ο άνθρωπος είναι τόσο μικρό πράμα στον κόσμο τον απέραντο!
Θα ήμουν ανόητος να αρνηθώ τον κοσμοπολιτισμό ή το σοσιαλισμό, ή να βαλθώ να τα πολεμήσω. Αλλά επειδή έτυχε να γεννηθώ Έλληνας, και επειδή οι Έλληνες την τωρινή στιγμή δε βρίσκονται α κ ό μ α στο στάδιο του σοσιαλισμού και επειδή περιτριγυρίζονται από έθνη με σύνορα που θέλουν να μας φάγουν, να μας εξαφανίσουν αν μπορούν, και επειδή εμένα δε μου καλοέρχεται να φαγωθώ από Βουλγάρους ή Ρώσσους (είμαι, βλέπετε, κ' εγώ μια ανάγκη, αφού υπάρχω), ― για τούτο θέλω π ρ ώ τ α ν α ε ξ α σ φ α λ ι σ τ ε ί η ε λ λ η ν ι κ ή μ ο υ υ π ό σ τ α σ η (μας το απαιτούν, βλέπετε, μας το επιβάλλουν τα τριγυρινά μισοάγρια έθνη), έ π ε ι τ α ν' α ν α π τ ύ ξ ω τ ι ς ο ι κ ο ν ο μ ι κ έ ς μ ο υ δ υ ν ά μ ε ι ς, και ύστερα ας διαλυθεί, ας κοσμοπολιτιστεί, ας σοσιαλιστεί, ας κάμει ό,τι θέλει το έθνος μας.
Αν ήμουν Ιταλός και ζούσα πριν από τα 1868 θα έλεγα το ίδιο. Αν ήμουν Ιταλός σημερινός θα πάσκιζα ίσως να γενικέψω το σοσιαλισμό στο έθνος μου, και τον κοσμοπολιτισμό σ' όλους τους ανθρώπους.
Ο κ. Σκληρός, χωρίς να το πολυπαραδέχεται, είναι Έλληνας ως στο κόκκαλο, και γι' αυτό συλλογίζεται π ρ ώ τ α π ρ ώ τ α πώς να διορθώσει την Ελληνική κοινωνία. Αδιάφορο αν η διάγνωση του δεν ήταν εντελώς σωστή. Κατά τη γνώμη μου, δεν έπρεπε να μιλήσει μόνο για την Ε λ λ α δ ι κ ή κ ο ι ν ω ν ί α, έπειτα δεν έπρεπε να βιαστεί να γυρέψει προλετάριους εκεί που δεν υπάρχουν, ύστερα δεν ήταν σωστό, νομίζω, να γενικέψει το σοσιαλισμό και να τον κάμει απόλυτη οικονομολογική και κοινωνιολογική θεωρία. Και έπρεπε να ξεχωρίσει πιο καθαρά την κοινωνιολογία από τον κοινωνισμό.
Προσθέτω ότι εγώ τουλάχιστο δεν πιστεύω να διορθώνεται καμιά κοινωνία. Οι κοινωνίες ζουν ζωντανά ή κοιμισμένα. Η Ελληνική κοινωνία δε θέλει διόρθωμα, παρά ξύπνημα, αν ξυπνιέται, γιατί είναι σα μαραμένη. Για να αλλάξεις μια κοινωνία πρέπει να αλλάξεις το χαραχτήρα των ατόμων της. Μα πώς γίνεται αυτό, αφού το χαραχτήρα μας, μας τον έφτειασαν οι αιώνες; Και πάλε οι αιώνες, με τη βοήθεια των πρώτων της φυλής, θα τον αλλάξουν.
Ο Έλληνας είναι συντηρητικός και δεν τον έβλαψε πολύ που έμεινε τέτοιος. Αυτή η συντηρητικότητά του έσωσε τον εθνισμό του. Μα ίσως αυτό δεν πολυσημαίνει, αδιάφορο, είναι γεγονός. Όπως το γλωσσικό ζήτημα που οι Ιταλοί το έλυσαν από τον 15ον αιώνα, οι Έλληνες έμειναν τόσο πίσω που στον 20όν αιώνα να μην το έχουνε λύσει ακόμα, έτσι και στάλλα ζητήματα έμειναν πίσω. Αυτό όμως δε θα πει πως είναι κατώτεροι από άλλους λαούς.
Ο κ. Σκληρός λέει πως είναι σκεπτικιστής ― όπως όλοι οι. . . σοσιαλιστές. Μα ίσως εγώ είμαι πιο σκεπτικιστής ακόμα, και το σοσιαλισμό που τον παραδέχεται αυτός για τελειωτική σχεδόν εξέλιξη, εγώ αμφιβάλλω και διστάζω να τον παραδεχτώ για σχετική προκοπή. Όλα είναι σχετικά. Έτσι και για την επιστήμη. Δεν την περιφρονώ, όπως νομίζει ο κ. Σκληρός, αλλά υποψιάζομαι τη σημερινή επιστημονική διάθεση των πολλών που χαντακώνει κάθε ενέργεια άλλη και στενεύει πολλά ανθρώπινα μυαλά.
Ότι τ ώ ρ α ο σοσιαλισμός δίνει και παίρνει σε μερικούς τόπους, το βλέπω και δεν είμαι τυφλός. Και συνταράζει τις μάζες τις λαϊκές. Μα ό,τι κυριαρχεί τ ώ ρ α σ ε μ ε ρ ι κ ο ύ ς τόπους της Ευρώπης, δεν είναι και τέλειο, ούτε τελειωτικό. Ίσως ο κ. Σκληρός, περιτριγυρισμένος, όπως είναι αυτή τη στιγμή, από θεωρίες, αισθήματα, ψύχωσες και ιδανικά κοινωνικών κύκλων της Γερμανίας, επηρρεάστηκε υπερβολικά από μερικούς κύκλους και λησμόνησε άλλους κύκλους, και λησμόνησε ολότελα πως κάθε έθνος έχει τα φυσικά του και δεν μπορεί να τα παραβλέψει ένας επιστήμονας.
Παντού ίσως βρίσκονται σοσιαλιστές, αλλοιώς όμως αισθάνονται και αλλοιώς πολιτεύονται στη Γαλλία, διαφορετικά στη Γερμανία, και αλλοιώτικα στην Αγγλία ή στη Ρωσσία ή όπου αλλού. Αλλά και τα αποτελέσματα του σοσιαλισμού στα διάφορα έθνη είναι διαφορετικά. Έχουνε βέβαια κάτι τι κοινό οι σοσιαλιστές σ' όλα τα έθνη ― τον πόθο να καλλιτερέψουν την τύχη τους, δηλαδή να ξεκουράζονται όσο μπορούν περισσότερο, ― αλλά δεν παρατηρεί τάχα πως έχουν και διαφορές, κα| ότι οι διαφορές αυτές βγαίνουν από τη διαφορά των χαρακτήρων και του πολιτισμού του κάθε έθνους; Είναι δυνατό το συγκαιρινό αίσθημα των λαών για τα σοσιαλιστικά ιδανικά. Μα είναι επίσης δυνατό και το αίσθημα, όχι του πατριωτισμού, αλλά της διαφοράς που υπάρχει αναμεταξύ Γάλλους, Άγγλους, Γερμανούς κτλ. Η διαφορά φτάνει ως στον πόλεμο αναμεταξύ στα έθνη ― για την επικράτηση. Η κληρονομικότητα είναι τρισμέγιστη δύναμη. Αν με τον καιρό σβυστούνε οι διαφορές, ― αν οι συγκοινωνίες γίνουν τόσο γρήγορες και τέλειες, που να μπορεί ο άνθρωπος σήμερα να γεννιέται στο Τουμποκτού και αύριο να βρίσκεται στο βόρειο πόλο, μεθαύριο στη Νέα Υόρκη, και την άλλη μέρα στην Τεχεράνη, ― αν οι επιγαμίες μεταξύ των ανθρώπων των τωρινών εθνών γίνουν πυκνότερες, ― αν καταργήσουμε τα κλίματα, γινόμενοι νομάδες, όπως μπορεί μπορεί μια μέρα να συμβεί, ― τότε βέβαια, ύστερα από αιώνες, θα καταντήσουμε κοσμοπολίτες, τότε βέβαια και η κληρονομικότητα θα αρχίσει να γίνεται κοινή σ' όλους τους ανθρώπους, και δε θα υπάρχουν χωριστές κληρονομικότητες, και χωριστά επομένως έθνη, αλλά μια κληρονομικότητα και έ ν α έθνος ― η α ν θ ρ ω π ό τ η .
Όμως πάντα θα υπάρχουν μάζες ανθρώπινες, που θα ξεχωρίζουνται με σύνορα αναμεταξύ τους, και τους ανθρώπους της κάθε μάζας θα τους συνδέουν κάποια συμφέροντα κοινά. Δε θα είναι έθνη, μα θα είναι μάζες. Μονάχα οι λέξες αλλάζουν!
Και η Α ν ά γ κ η, η Μοίρα η παντοτεινή, θα ορίζει αιώνια και θα κυβερνά τους ανθρώπους.
ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑ
_Το άρθρο αυτό. με την υπογραφή «Βρούτος» τυπώθηκε στον αριθμό 197 του «Νουμά» (29 του Δεκέβρη 1912). Έκαμε δυνατή εντύπωση. Όλοι το νιώσανε που είναι του Δραγούμη. Ένας μάλιστα, ο μακαρίτης δικηγόρος Σπύρος Συνοδινός, ήρθε ύστερ' από λίγες μέρες στο γραφείο μου, και αγόρασε καμιά τριανταριά φύλλα, για λογαριασμό του «Δικηγορικού Συλλόγου», λέγοντάς μου κομπαστικά:
― Κ' εγώ είμαι φαυλοκράτης σαν το Δραγούμη!
Άμα του το είπα αυτό, στο Υπουργείο των Εξωτερικών ένα δειλινό, μου αποκρίθηκε γελώντας ·
― Αυτά είναι που σε κάνουνε να συλλογίζεσαι να πης λεύτερα στον τόπο τούτο τη γνώμη σου!
Στο άρθρο του αυτό απάντησα με δικό μου άρθρο, με τίτλο «Τιμή και όχι ανάθεμα» και με υπογραφή «Γράκχος Γραικός» στον αριθ. 499. Το άρθρο μου αυτό το τέλιωνα έτσι: «Εγώ τουλάχιστο δεν απελπίζουμε πια για τίποτε. Ύστερ' απ' αυτά που είδα, που ακόμα δα θαρρώ πως τα ονειρεύουμαι, καρτερώ να ιδώ κ' άλλα μεγαλύτερα. Γιατί ίσαμε τα προχτές ήμουνα ο πιο απαισιόδοξος ίσως Ρωμηός. Σε τίποτα δεν πίστευα, όλα τα κορόιδευα και τα πιο ιερά ακόμα. Άκουγα Μεγάλη Ιδέα και μέσα μου Μεγάλη Μωρία την έλεγα. Τους Πατριώτας τους μετέφραζα σε Πατριδοκάπηλους. Μου μιλούσανε για πόλεμο και στα χείλια μου ανέβαινε μια λέξη στερεότυπη: Υποχώρηση. Μούλεγε κανείς πως μπορεί καμιά μέρα να φτάσουμε ίσαμε την Ελασώνα και εγώ έσκυβα στο χάρτη να ιδώ καταπού πέφτει ο Καβομαλιάς. Έβλεπα που φέρνανε τα καινούρια κανόνια και μουρμούριζα γιατί αντί κανόνια να μη φέρνουν ατμάροτρα και θεριστικές μηχανές. Και σαν πρωτοήρθε ο «Αβέρωφ» στο Φάληρο τονέ χαιρέτησα για περιττή πολυτέλεια και τον ήθελα νάνε καλύτερα ένα πελώριο υπερωκεάνειο. Σας μιλάω ειλικρινά πιστεύτε με. Σήμερα άλλαξε η μανταλιτέ μου, σήμερα όλα τα πιστεύω. Η πατρίδα μας θα γίνει μεγάλη δύναμη μια μέρα, θα θαλασσοκρατάει στην Ανατολή, θα θαυματουργήσει η πατρίδα μας. Θα μπούμε και στην Πόλι, παιδιά. Πιστεύτε το. Εγώ όλα τα πιστεύω πια, μια και πίστεψα στον εαυτό μου. Και αυτό το χρωστάω στο Βενιζέλο. Του χρωστάω λοιπόν Τιμή και όχι Ανάθεμα».
Το άρθρο μου αυτό, το κάπως προφητικό, που δε μου το υπαγόρεψε ούτε πολιτικός νους, ούτε διπλωματική γνώση και πείρα, μα απλούστατα μια πίστη σε ό,τι γινότανε τότε, το επιδοκίμασε ο Ίδας και με συνεχάρηκε γι' αυτό.
― Καλή η απάντησή σου, μου είπε, αν και σε μερικά ξακολουθώ νάχω τις γνώμες μου και τις επιφυλάξεις μου!..
Συχαρητήρια πήρε κι ο μακαρίτης Στέφανος Γρανίτσας που βρισκότανε τότε στα Γιάννενα και που, καθώς μούλεγε αργότερα, τονέ συνεχάρηκε ο κ. Βενιζέλος, θαρρώντας πως το άρθρο είναι δικό του, για την απάντησή του στο «Τιμή και Ανάθεμα» του Δραγούμη._
ΔΟΞΑ και τιμή στον Ελληνικό στρατό και στο ναυτικό για τις νίκες και τις επιτυχίες τους! Ξεπλύθηκε η ατιμία του 1897!
Ανάθεμα και καταφρόνια στην παιδιάτικη απρονοησία, στην κοντόφθαλμη διπλωματία, στην υποχωρητική ολιγάρκεια των ανιστόρητων Ελλαδικών πολιτικών!
Δυο πολιτικά προγράμματα είχαν μπρος τους για να διαλέξουν, προγράμματα βασισμένα το καθένα σε κάποια διανοητικότητα, διαφορετική από την άλλη.
Η μια πολιτική, Ελλαδική, κρατική. Η άλλη, Πανελλήνια, εθνική.
Η πρώτη ανταποκρίνεται στην έννοια και στην ιδανική αντίληψη του Κράτους. Η άλλη στην έννοια και στα ιδανικά του Έθνους.
Η μια, παίρνοντας αρχή και αφετηρία τον πυρήνα της μικρής Ελλάδας. Η άλλη, την ψυχή του Ελληνισμού. Κάθε οργανισμός, πολιτικός, κοινωνικός ή ψυχικός, όπως θέλεις πες τον, γίνεται κέντρο, που γύρω του μορφώνονται ιδέες και συγκεντρώνεται, ό,τι μπορεί το κέντρο να τραβήξει περισσότερο.
Η μια επίστευε και φώναζε, να μεγαλώσει όπως όπως η Ελλάδα. Η άλλη έλεγε· να ζήσει και να προκόψει το Ελληνικό Έθνος και να συγκυριαρχήσει με τον Τούρκο στην Ανατολή, παίρνοντας αγάλι αγάλι τη θέση του Τούρκου, για να γίνει ξανά το θάμα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.
Η μια θέλει την Ελλάδα Βέλγιο νοικοκυρεμένο με 5 εκατομμύρια, η άλλη θέλει τα 10 εκατομμύρια Ρωμιοί να κυριαρχούν στην Ανατολή και αδιαφορεί για το Ελλαδικό βασίλειο όσο δεν κάνει και αυτό την πολιτική που χρειάζεται γι' αυτό το σκοπό και μόνο.
Όσοι υποστηρίζουν την πολιτική του Κράτους, ονομάζουν τον εαυτό τους θετικιστές και τους άλλους τους λεν ονειροπόλους και ιδεολόγους. Αυτοί όμως οι άλλοι αποκρίνονται πως και οι ιδέες είναι πραγματικότητα και πως κάποιος πλατύτερος θετικισμός πρέπει να τις περιλαβαίνει και αυτές και να τις λογαριάζει, αφού είναι δύναμη αλογάριαστη οι ιδέες, και αφού ιδέες χρησιμεύουν πάντα για βάση κάθε θετικισμού, όπως και κάθε φιλοσοφίας, όπως και κάθε πολιτικού προγράμματος.
Όσοι υποστηρίζουν την πολιτική του Έθνους, ονομάζουν τους άλλους αφιλοσόφητους και ανιστόρητους και τρομαχτικά ρηχούς.
Πού είναι η αλήθεια; Δεν το ξέρω. Ίσως να βρίσκεται και στις δυο πολιτικές και στα δυο προγράμματα και στις δυο ιδεολογίες. Μα ας μη μας στενοχωρεί πολύ το βρέσιμο της αλήθειας. Δική μας δουλειά δεν είναι, είναι δουλειά κάποιου θεού, που δεν υπάρχει. Και ας θυμούμαστε τον Πιλάτο, που ρωτούσε: «Και τι εστι αλήθεια;»
Ας πάρουμε μονάχα τα γεγονότα. Οι πολιτικές, οι δύο, πάλευαν αναμεταξύ τους, ποια να νικήσει την άλλη. Στα κεφάλια των σύγχρονων πολιτικών της Ελλάδας νίκησε και κυριάρχησε στα 1912 η πολιτική του Κράτους, η Ελλαδική. Εκείνο που θα εξετάσουμε λοιπόν, είναι αν η πολιτική του Κράτους, αυτή που επικράτησε σε τούτη την περίσταση, την έκαναν καλά ή άσκημα οι πολιτικοί της Ελλάδας.
* * *
Και είπε ο Πρωθυπουργός του Κράτους: «Θα πάρω τη συνεννόηση των Βουλγάρων και των Ρωμιών που τώρα τρία χρόνια μέσα στην Τουρκιά κάνει θάματα με το άλλο πρόγραμμα, το ιδεολογικό, και θα τη μεταχειριστώ όπως ξέρω εγώ, για το δικό μου το πραγματολογικό πρόγραμμα. Μαζύ με το Βούλγαρο θα χτυπήσω την Τουρκιά και θα μοιραστώ μαζύ με τον πρωθυπουργό της Βουλγαρίας, τα χώματα της Ευρωπαϊκής μεριάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι θα μεγαλώσω το Κράτος κάμποσα τετραγωνικά χιλιόμετρα, ας είναι και λίγα, έτσι θα ξεφύγω και το Κρητικό ζήτημα, που με στενοχωρεί πολύ αυτή την ώρα, και μπορεί να με ρίξει από την εξουσία».
Το ίδιο ― χωρίς το Κρητικό ζήτημα ― είπε και ο Βούλγαρος πρωθυπουργός ή ο Βασιλιάς: «Θωρώ μεγάλη έξαψη στο λαό μου. Χρόνια τώρα τους γελώ και τους λέω πως με το σήμερα και με το αύριο θα φάω την Τουρκιά και θα κάνω τη Μακεδονία και την Αδριανούπολη Βουλγαρία. Αν δε με βοηθήσουν οι άλλοι, Έλληνες, Σέρβοι και Μαυροβουνιώτες, θα ξανακάνω τις συνηθισμένες μου μπλόφες, που μπορεί όμως καμιά μαύρη μέρα να μου βγουν και σε κακό, τέλος πάντων. Αν όμως, καθώς φαίνονται πρόθυμοι, με βοηθήσουν, τότε θα τον κάνω τον πόλεμο, που τους τάζω τόσα χρόνια τώρα».
Και είπε ο ένας στον άλλον: «Έλα να συμμαχήσουμε και να πετάξουμε την Τουρκιά από την Ευρώπη. Η ώρα είναι κατάλληλη τώρα που οι Τούρκοι έχουν στημένο πόλεμο με την Ιταλία. Δε θα βρεθεί καλλίτερη περίσταση!». (Σα να έλειπαν οι περίστασες στα έθνη που δε ζουν όσον καιρό μονάχα οι πρωθυπουργοί και οι βασιλιάδες, σα να μην ήταν βέβαιο, ― όπως και έγινε, ― πως οι Τούρκοι θα έκλειναν μονοστιγμίς ειρήνη με τους Ιταλούς μόλις θα βρίσκουνταν στην ανάγκη να αντικρύσουν άλλους εχθρούς).
Μα κανένας τους δεν είπε: «Έλα να μοιραστούμε πρώτα τα χώματα και τους πληθυσμούς που ανήκουν δικαιωματικά, σύμφωνα με το δόγμα των εθνικοτήτων, στον καθένα μας, και άμα συμφωνήσουμε, κάνουμε τον πόλεμο».
Θα σου πουν πως δεν είχαν καιρό να χάνουν σε τέτοιες ψιλοδουλειές. Θα σου πούνε κιόλα πως δε θα συμφωνούσαν ποτέ τους. Θα σου πουν ίσως και πως δε θα γίνονταν ο πόλεμος καθόλου αν προσπαθούσαν να συνεννοηθούν για τη μοιρασιά από πρωτήτερα.
Ε, μα τότε γιατί τον έκαναν; Ας μη γίνουνταν ποτέ πόλεμος. Μήπως δεν έμενε πάντα το άλλο πολιτικό πρόγραμμα για να το ακολουθήσουν; Μήπως ήταν τάχα μπρος βαθύ και πίσω ρέμα;
Κάποιος θα είχε συμφέρο για να γίνει, ο πόλεμος. Ποιος τάχα να είχε από τους δυο το μεγαλήτερο συμφέρο; Και τι λογής συμφέροντα ήταν στη μέση;
Μπορεί να πουν και το άλλο, πως οι Βούλγαροι με τους Σέρβους θα έκαναν τον πόλεμο και δίχως εμάς. Μα αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί μόνο σαν είπαμε εμείς πως δεχόμαστε να πολεμήσουμε μαζύ τους, μονάχα τότε αποφάσισαν στ' αλήθεια να πολεμήσουν. Ειδεμή θα τον ξέφευγαν τον πόλεμο, όπως και τόσες άλλες φορές ως τώρα.
Αγκαλά μπορεί να σε βεβαιώσουν ― αν δουν πως δε σε πείθουν τα άλλα τους επιχειρήματα ― πως δεν πίστευαν να νικηθούν έτσι οι Τούρκοι, τόσο γρήγορα και τόσο τελειωτικά, πως αυτοί έστησαν πόλεμο της Τουρκιάς για να μεταρρυθμίσει το Κράτος της μόνο και να καλυτερέψει η τύχη των ομογενών τους, και αν ήξεραν από πριν πως θα ξεπατωθούν οι Τούρκοι τόσο γρήγορα, βέβαια θα είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους για τη μοιρασιά. Μα γι' αυτό όμως ίσια ίσια υπάρχουν πολιτικοί και γι' αυτό πολιτικοί και όχι μπαλωματήδες ή κομπογιανίτες διευθύνουν τα κράτη και τα έθνη, για να π ρ ο β λ έ π ο υ ν. Και πρόβλεψη θα πει, να βάζεις κάτω όλες τις πιθανότητες, να παίρνεις μια καλοστημένη ζυγαριά, να τις ζυγίζεις όλες, και έπειτα να κάνεις ό,τι είναι να κάνεις. Μα και όταν λεν πως δεν επρόβλεπαν τέτοιο κατρακύλισμα της Τουρκιάς, δε μιλούν ειλικρινά.
Το πρόβλεπαν, σαν πολιτικοί που είναι, και αν δεν είχαν όρεξη να καλοξετάσουν τα ζητήματα οι δικοί μας, ήταν γνωστό όμως πως οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι γι' αυτό μονάχα θα πολεμούσαν, για να ξεπατώσουν ήγουν την Τουρκιά και να μοιραστούν τη λεία. Λίγο τους έννοιαζε αυτούς για μεταρρύθμισες και τέτοια. Και αφού τέτοιας λογής ήταν η πρόθεση των άλλων, ανάγκη πάσα να ταιριάζαμε και μεις την πολιτική μας ανάλογα.
Ως τόσο καλά. Έγινε ό,τι έγινε. Διώχτηκε, ξεπαστρεύτηκε ο Τούρκος από την Ευρώπη, εξόν από μιαν ασήμαντη λουρίδα γης στη Θράκη. Τώρα έρχεται η μοιρασιά στη μέση, το φάσμα το αθώρητο, το τρομερό. Είπαμε πως ο πόλεμος έγινε για να πάρουμε Οθωμανικά χώματα, να τα μοιραστούμε, να τα κάνουμε δικά μας. Μα τα χώματα αυτά δεν έχουν άραγε κατοίκους απάνω; Είναι ακατοίκητα, ή τα κατοικούσαν μονάχα Τουρκαλάδες; Πώς θα γίνει τώρα, που στη Θράκη έχουμε, εχτός από την Κωνσταντινούπολη και την περιοχή της, 400,000 Έλληνες; Πώς θα γίνει που στην περιφέρεια των Σερρών, της Δράμας, της Καβάλας, και στο Μοναστήρι (που θα γίνουν Βουλγάρικα), έχουμε άλλες 300,000 Έλληνες; Τί θα γίνουν οι άνθρωποι αυτοί, που από τώρα κιόλα άρχισαν οι Βούλγαροι, με τρόπο ακατονόμαστο (όποιος δεν τα ξέρει, ας πάει να τα μάθει), να τους βασανίζουν για να χάσουν τα ελληνικά τους χώματα, τα χώματα που κατάχτησε με τη βοήθειά μας ο Βουλγάρικος στρατός; Οι άνθρωποι είναι σα σημαίες, και όταν άλλοι άνθρωποι πετούν τις σημαίες κάτω και τις τσαλαπατούν, οι άνθρωποι τούτοι είναι βάρβαροι και τύραννοι.
Γι' αυτό κάναμε τον πόλεμο; Δεν ξέρω, μα σ' ένα γράμμα που έλαβα από κείνα τα μέρη, διαβάζω τούτο: «Εσείς, με το να έχετε φτάσει στη Θεσσαλονίκη, ησυχάσατε και ξεκουράζεστε τώρα απάνω στις δάφνες σας. Εγώ, με τους Βουλγάρους που παίρνουν τις Σαράντα Εκκλησιές, την Αδριανούπολη, τη Βίζα, το Σκοπό, το Διδυμότειχο, την Αίνο, το Σουφλί, τη Γιουμουλτζίνα, την Ξάνθη, το Δεδεαγάτς, όλη την Θράκη την Ελληνική και βρίσκονται απ' όξω από την Πόλη, και ακόμα τη Δράμα, την Καβάλα, το Μελένικο, το Νευροκόπι, τις Σέρρες, τη Στρούμνιτσα, το Γεύγελι, και είναι μαζύ μας στη Θεσσαλονίκη, και ίσως πάρουν και το Μοναστήρι και τη Φλώρινα, με τους Βουλγάρους, που η μια γενιά είναι χωριάτες και η άλλη, τα παιδιά των χωριατών, με όλα τα καλά και όλα τα κακά του χωριάτη, που κατέβασαν εκατό χιλιάδες ταύρους και βώδια στις Ρωμέικες πολιτείες και στα χωριά, και χωριάτικα βάλθηκαν από τώρα να ξεκάνουν τους Ρωμιούς, με βρισιές, αρπαγές, ληστείες, ξύλο, αγγαρείες, βούρδουλα, ατίμωσες, και απαγορεύουν τη γλώσσα μας και αρπάζουν ή κλείνουν από τώρα τα σκολειά και τις εκκλησιές μας, εγώ, έρχονται ώρες που ντρέπομαι για λογαριασμό μας και μου φαίνεται πως έτσι που τα κάναμε, δεν κάναμε παρά τον προαγωγό στους Βουλγάρους μέσα στα σπίτια μας. Μας ρωτήσατε αν τους θέλουμε; Μα δε σκοτίζεσθε σεις για μας, γι' αυτό δε σας θέλουμε πια ούτε και σας. Θέλουμε την ελευτεριά μας και την αυτονομία μας, γιατί σεις μας καθίσατε έναν καινούριο βάρβαρο απάνω στο κεφάλι μας».
Μα ίσως δεν πρέπει να είμαστε τόσο αισθηματικοί. «Ζώμεν εν εποχή μεγάλου και επιστημονικού θετικισμού» και (προσθέτω εγώ) μεγάλης επιπολαιότητας.
Εγώ εξετάζω αν μπορούσαμε να τα πάρουμε αυτά τα μέρη με το στρατό μας και το στόλο μας, αφού αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε την πολιτική την Ελλαδική, και λέω πως τα περισσότερα μπορούσαμε. Και εξετάζω ακόμα αν μπορούσαμε να επιμείνουμε να μας δώσουν τώρα οι Βούλγαροι ανταλλάγματα, αφού πρόφτασαν αυτοί και τα πήραν.