Μελέται: 10 άρθρα του στον «Νουμά»
Part 8
1). Σκοπό έβαλε το σκολειό, από το δημοτικό στο Πανεπιστήμιο, να μάθει του παιδιού μ ι α γ λ ώ σ σ α και μάλιστα νεκρή, για να την κάνει με τον καιρό δική του γλώσσα. Ενώ κάθε γλώσσα δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο, παρά όργανο και όχι σκοπός της διδασκαλίας. Η γλώσσα στο σκολειό πρέπει να είναι μέσο για να μάθουμε άλλα πράματα.
2). Εξόν από τον τρομερό και άσκοπο κόπο που επιβάλλει στο παιδί, να μάθει δηλαδή μια γλώσσα, που δεν είναι δική του, και να τη βάλει στη θέση της δικής του, παραφορτώνει κιόλας και παραγεμίζει το μυαλό του παιδιού μ' έναν αρμαθό άταχτες, περιττές κι ασύνταχτες γνώσες, με το σκοπό να κάνει το παιδί άξιο για τι νομίζετε; Για να α ν α β ε ί σε ανώτερα σκολεία. Και ποια η ανάγκη να παν σε ανώτερα σκολειά όλα τα Ελληνόπουλα, ο ζευγολάτης, ο εργάτης, ο ναυτικός, ο χωριάτης; Η γλώσσα δεν τους άφησε να το στοχαστούν. Ένας πολύ σπουδαίος λόγος για να παν σε ανώτερα σκολειά όλοι οι Έλληνες, είναι για να μπορέσουν να ξεμάθουν τη γλώσσα τους ολότελα και να απομάθουν την αττική διάλεχτο! Αν ήταν δυνατό, θα ανάγκαζαν οι δάσκαλοι τον Έλληνα να μην πάψει ποτέ να πηγαίνει στο σχολειό ως που να γίνει αρχαίος λίθος ή μούμια. Και οι γνώσες αυτές όλες, που αποθηκεύει ο Ρωμιός ανάκατα στο μυαλό του, μαζεύοντάς τες από τα σκολειά του, είναι μια μεγάλη φουσκαλίδα, που αφού σκάσει αφίνει το μυαλό του άδειο. Και αν, κατά περίσταση, δε σκάσει, εξακολουθεί, να φουσκώνει, και αποβλακώνει ή αποστραβώνει τον άνθρωπο. Είναι άραγε ανάγκη να πούμε, ότι σκοπός κάθε σχολειού είναι να δίνει του παιδιού λίγες μα στερεές γνώσες, ανάλογες με τις ανάγκες του, δηλαδή με τη ζωή που θα κάνει το καθένα άμα μεγαλώσει; Και να του ξυπνάει, ακόμη μέσα του ό,τι ικανότητες τυχαίνει να έχει;
3). Και είναι βέβαια, ακόμη και τώρα, τελικός σκοπός της παιδείας, το να μάθει ο Ρωμιός την αττική γλώσσα, για να γίνει στο τέλος αρχαίος Έλλην, μα τώρα που έβαλαν νερό στο κρασί τους οι δάσκαλοι, προσπαθούν να φτάσουν στο αποτέλεσμα αυτό από άλλο δρόμο. Είδαν πως απότομα δεν μπορεί να γίνει η μεταμόρφωση, αφότου πέθανε μάλιστα κι ο Οβίδιος, και στοχάστηκαν να την καταφέρουν σιγά κι αγάλι αγάλι, με τέχνη και διπλωματία δασκαλοπαπαδίστικη. Ανάμεσα στη ζωντανή και στην πεθαμένη έβαλαν μιαν άλλη γλώσσα, ένα ανακάτωμα από ζωντανά και πεθαμένα κομματάκια. Και ανάγκασαν το παιδί να μάθει πρώτα αυτήν, και απ' αυτή σιγά σιγά ύστερα, ολοένα προσθέτοντας, με την ίδια τέχνη και διπλωματία, πεθαμένα στοιχεία και αφαιρώντας ζωντανά, να φτάσει στη νεκρική τελειότητα. Η μέση αυτή γλώσσα, που έγινε και η επίσημη γλώσσα του κράτους, ― φυσική γλώσσα ενός τραγελαφικού κράτους, ― λέγεται «καθαρεύουσα» και θα ήταν καλλίτερα να λεγόταν «βρώμα».
Επειδή τώρα το παιδί ξέρει και τρίτη ελληνική γλώσσα, τη γλώσσα της μάνας του («το ειδεχθές εκείνο και βαρβαρικόν ιδίωμα»), που ο δάσκαλος πολεμάει καλά και σώνει να του την ξερριζώσει, και που μοιάζει βέβαια εξωτερικώς ορθογραφικώς και φθογγολογικώς με τη γλώσσα την αττική, που γυρεύει στο τέλος να του την μπίξει στο μυαλό, ― μπερδεύει, όλες αυτές τις γλώσσες μέσα στο μυαλό του το παιδί, και σα βγει από το σκολειό τις μεταχειρίζεται και όλες μαζύ και καμιά. Το τι σαλάτα γίνεται στην ομιλία, στο γράψιμο και λοιπόν και στο μυαλό του νέου Ρωμιού, είναι αφάνταστο. Δηλαδή δ ε ν τ ο φ α ν τ α ζ ο μ α σ τ ε ε μ ε ί ς που το βλέπουμε κάθε μέρα και το έχουμε για πολύ φυσικό, και μάλιστα για το μόνο σωστό. Έτσι έπρεπε να είναι. Αμήν. Έπειτα ένας που κάνει τόσον κόπο, όλα τα νειάτα του, για να μάθει κάτι, αφού το κουτσομάθει και νομίσει πια πως το καλοξέρει, είναι περήφανος φυσικά γι' αυτό και δε θα θελήσει ποτέ να παραδεχτεί (εξόν αν είναι έξυπνος) ότι όλοι αυτοί οι κόποι που έκανε παν χαμένοι και αυτά που έμαθε όχι δεν είναι τέλεια, παρά είναι χειρότερα κι από τη νούλα. Γι' αυτό βλέπουμε τις «Αρσακειάδες» και τις «Ζαππίδες», καθώς τις λένε, να περπατούν τόσο περήφανες στο δρόμο, και να έχουν τόσες απαιτήσεις για γαμπρούς αντάξιους της καθαρεύουσας, που αυτές πια την έχουν ξεσκολισμένη. Γι' αυτό βλέπουμε και τους νέους υφηγητές του πανεπιστημίου να κοκορεύονται τόσο και να περνούν για τέλειοι γαμπροί, που μόνο η προίκα τους λείπει.
Η γλώσσα αύτη ως τόσο, η νεοελληνική, που καταντά να μας αφήνει στο μυαλό μας το σκολειό (χωρίς να έχει μάλιστα σκοπό α υ τ ή ν να μας μάθει), και μας τη συμπληρώνει η σπουδαία εφημερίδα και ο σπουδαιότερος ρήτορας, λέγεται Βαβυλωνία! Γλώσσα χωρίς χρώμα, ή χαμαιλέοντας, γλώσσα χωρίς σύνταξη δική της ή φραγκαττική φρασεολογία, γλώσσα δίχως γραμματική ορισμένη ή αστοιχείωτη, γλώσσα δίχως ζωή ή τεχνητή, δίχως πνεύμα ή ανόητη, και χωρίς νόημα ή βλαβερή, ― όχι γλώσσα παρά άρνηση κάθε γλώσσας, γιατί ούτε την αττική μαθαίνουμε, ούτε τη γλώσσα της μάνας μας μάς αφίνουν, που μας τη βρωμίζουν αδιάντροπα, ούτε καν τη φράγκικη, ― α υ τ ή τη γλώσσα που δεν είναι γλώσσα, α υ τ ή ν αφίνουν σαν κατακάθι στο μυαλό μας τα σκολειά του Γένους. Μα το χειρότερο αποτέλεσμα δεν είναι η γλώσσα καθαυτό.
Το χειρότερο είναι η σαλάτα του μυαλού, όπου μαζεύονται και παλεύουν αναμεταξύ τους οι λέξες, και επομένως τα νοήματα, και βρίσκεται η λέξη συνήθως να μην αντιπροσωπεύει κανένα νόημα, τόσα πολλά νοήματα αλλάζει κάθε στιγμή, σύμφωνα με την ελεύθερη θέληση του κάθε γραμματισμένου. Και αποτέλεσμα ο κ ρ ο τ α λ ι σ μ ό ς, δηλαδή το να μασσά κανείς λόγια για να ακούει ο ίδιος ή άλλοι τον κρότο των συλλαβών, και τίποτε άλλο. Η λεγόμενη καθαρεύουσα, ο σοφός αυτός συμβιβασμός τάχα της αττικής με τη ζωντανή γλώσσα, ο τραγέλαφος, είναι η καλλίτερη γλώσσα για να μιλά κανείς μέρες ή να γράφει τόμους, χωρίς να λέγει απολύτως τίποτα. Λοιπόν η γλώσσα αυτή φέρνει και τη χ ι λ ι ο μ ε τ ρ ί τ ι δ α, δηλαδή το να μιλά κανείς και να γράφει χιλιόμετρα. Και το μυαλό του Ρωμιού συνήθισε έτσι, από το περίφημο σκολειό και από τους λόγους των ρητόρων και τα άρθρα των εφημερίδων, στην εύκολη σκέψη, δηλαδή στην άρνηση της σκέψης, και τεμπελιάζει και δε στοχάζεται τίποτα αληθινά, αφού φτάνει να βάζει κανείς λέξες τη μια κοντά στην άλλη χωρίς λόγο, σειρά και αφορμή, και να γεμίζει τον αέρα με ήχους ή το χαρτί με μυγοχέσματα, για να λέγεται γραμματισμένος, σοφός ή επιστήμονας, για να βρει νύφη με προίκα, ή για να γίνει ρήτορας στη Βουλή των Ελλήνων. (Αυτός δα δεν είναι τάχα και ο σκοπός του σκολειού, να μας μαθαίνει να γράφουμε, να διαβάζουμε, και να ρητορεύουμε σε μια γλώσσα που, επειδή δεν καταφέρνει να γίνει αρχαία, έχει τουλάχιστο τη υποκρισία να ντύνεται όσο μπορεί περισσότερο με τίτλους της αρχαίας και να τυλίγεται όσο μπορεί καλλίτερα μέσα σ' αυτούς, για να μη φανεί η γδύμνια του μυαλού μας;).
Ο στοχασμός καταργείται, δε χρειάζεται. Η λογική αναποδογυρίζεται, είναι περιττή. Ο συλλογισμός είναι σειρά φράσες που περπατούν κοντά και καταπόδι, σαν κανένα καραβάνι καμήλες στην έρημο, η μια κατόπι από την άλλη, και τις σέρνει, ποιος φαντάζεστε; Ένας γάιδαρος! Η έρημο είναι το μυαλό μας. Ο γάιδαρος η λογική μας. Και το σύνολον υποκρισία και ψευτιά και αδειοσύνη και αδιαντροπιά και κολοκύθια με τη ρήγανη!
Έτσι κατάντησε το μυαλό του Ρωμιού, ψεύτικο ή κούφταλο. Εξαιρούνται βέβαια οι .... εξαιρέσεις, που ή δεν πέρασαν από ελληνικό σκολειό, ή δε διαβάζουν ελληνικές εφημερίδες, ή ξέμαθαν ό,τι έμαθαν, ή τα πέταξαν όλα από πάνω τους και ξανάκαναν μόνοι τους, οι στοχαστικοί, την ανατροφή του μυαλού τους. Και ανάμεσα σ' αυτούς βλέπουμε τους καλλίτερους τωρινούς Έλληνες, την ελπίδα για τη μελλούμενη τύχη του έθνους. Μόνο πρέπει να ανασκουμπωθούν αυτοί, να παραβλέψουν τις ψιλοκοπιές που τους χωρίζουν, να τινάξουν την τεμπελιά από πάνω τους, να ενωθούν να θεωρήσουν κ ο ι ν ων ι κ ό ζ ή τ η μ α σ ο β αρ ό το ζήτημα της γλώσσας που θα μεταχειρίζεται, στο εξής το έθνος στα σκολειά του και παντού, να προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να αφανίσουν τη σχεδόν τραγική επιρροή των γραμματισμένων, και να ξαναδώσουν στον Έλληνα την καθαρή συνείδηση πως ο εαυτός του είναι πάλι καλλίτερος από κάθε πεθαμένο πρόγονο, όσο μεγάλος και να είναι, αφού το λέει μάλιστα και ο Εκκλησιαστής: «κάλλιο σκύλος ζωντανός, παρά νεκρό λιοντάρι»!
Θα πουν βέβαια και θα ξαναπούν μερικοί, πως δεν είναι καιρός τώρα για τέτοια ζητήματα, τώρα που έχουμε τόσα άλλα «σπουδαιότερα» να κοιτάξουμε, και θα αναφέρουν το Μακεδονικό, το Κρητικό, το στρατιωτικό, το πολιτικό ζήτημα κτλ. Και θα τους ρωτήσουμε αυτούς αν το έχουν για μικρό και ασήμαντο το ζήτημα να καθαριστούν τα ακάθαρτα, χάρις στην καθαρεύουσα, μυαλά του έθνους, και αν δεν είναι σπουδαίο, να στοχαζόμαστε καλά. Άλλως τε το είπαμε και παραπάνω, το είπε και κάποιος αρχαίος: «και τούτο δει ποιείν, κακείνο μη αφιέναι».
Αυτή είναι η αρρώστεια, αυτή η σκλαβιά του μυαλού μας, που δεν τη νοιώθουμε πια, τόσο τη συνηθίσαμε. Αν νομίζετε πως πρέπει να τη φυλάξουμε κι αυτή σα μια παράδοση παλιά του Έθνους, μ' όσα κι αν μας φέρνει κακά, να τη φυλάξουμε. Μα προσέχετε, η παράδοση αυτή δεν είναι του έθνους παράδοση, είναι μονάχα των γραμματισμένων του έθνους και της εκκλησίας. Αν η Ανατολική Εκκλησία θέλει να την κρατήσει, ας την κρατήσει. Και η Δυτική Εκκλησία κρατεί τη λατινική. Μα τα δημοτικά τραγούδια, που είναι η ζωή και η τέχνη, αυτά, είναι του έθνους η παράδοση. Και κοιτάξτε σε τι γλώσσα είναι γραμμένα. Με την παράδοση των γραμματισμένων θα καταντήσει το μυαλό μας τέτοιο, που θα δουλεύει λιγώτερο και από τώρα, που δεν καταγίνεται πια παρά σε μικροκατεργαριές, για να πορεύεται ο μικράνθρωπος το ψωμί του, ή για να φαντάζει και να κοκορεύεται. Καμιά φορά οι πρόληψες είναι χρήσιμες για τη συντήρηση του ανθρώπου και των εθνών. Και αυτή η παράδοση είναι μια πρόληψη, σπουδαία μάλιστα, αφού έχει καταντήσει θρησκεία. Μα σε τούτη την περίσταση και ύστερα από τόσους κόπους που βασίλευσε και οργίασε, είναι τέλος πάντων καιρός να χαντακωθεί, άλλοιώς θα χαντακωθούμε εμείς που την έχουμε στήσει, κατά διαταγή των γραμματισμένων, σαν είδωλο μες στο μυαλό μας, που κάτω κάτω δε μας φταίει και τίποτε το κακόμοιρο.
Είναι παράδοξο αλήθεια ο έξυπνος ελληνικός λαός να καταντά θεληματικά κουτός από σεβασμό προς το γράμμα, προς τα γράμματα και προς το γραμματισμένον. Και θα ήταν συγκινητική η πεισματάρικη θυσία που τόσους αιώνες τώρα εξακολουθεί και προσφέρει στους αρχαίους και θαυμαστούς προγόνους και στα περασμένα μεγαλεία μια ολιγαρχία του έθνους, που σέρνει το λαό από τη μύτη, ― αν δεν ήταν κρίμα ένας τέτοιος λαός να χάνεται σε τέτοιες άσκοπες θυσίες, την ώρα που οι θυσίες όλες έπρεπε να γίνονται γ ι α ν α ζ ή σ ε ι τ ώ ρ α, θυσίες άλλες, θυσίες στη ζωή και στη νίκη.
Παράλληλο με το ξ ε σ κ λ ά β ω μ α τ ω ν χ α ρ α κ τ ή ρ ω ν που φέρνει ο πόλεμος, ο αγώνας για την πολιτική ένωση της φυλής, σ' ένα κράτος ελληνικό μεγάλο, αντρειώνοντας και εξευγενίζοντάς τους, είναι τ ο ξ ε σ κ λ ά β ω μ α τ ο υ μ υ α λ ο ύ, που φέρνει το ξεφόρτωμα από την αττική και από την καθαρεύουσα, και το ελεύθερο μεταχείρισμα της ζωντανής γλώσσας παντού και πάντα. Όσο για την τοπική αυτοδιοίκηση, αύτη χρησιμεύει γ ι α ν α σ υ ν τ η ρ ε ί τους Ελληνικούς τόπους σε κάποια δ ι οι κ η τ ι κ ή ι σ ο ρ ρ ο π ί α με το πολιτικό τους περιβάλλον.
Προτείνουμε λοιπόν στο έθνος ολόκληρο, καθαρά και ξάστερα, το ακόλουθο πρόγραμμα:
α') Αγώνα οργανωτικό, πολεμικό, και επαναστατικό, για να ενωθεί η φυλή σ' ένα κράτος ελληνικό, άλλο από το τωρινό μικρό και πρόσκαιρο κράτος, που είναι χάρβαλο.
β') Να υποστηρίξει παντού, σ' όλους τους Ελληνικούς τόπους, προπάντων όμως μέσα στο Ελλαδικό κράτος, όπου καταπατείται, την τοπική αυτοδιοίκηση.
γ') Να μιλά και να γράφει τη γλώσσα της μάνας του, και μόνον αυτήν να έχει εθνική του γλώσσα, και να αναγκάσει και τους δασκάλους μ' αυτήν να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα.
Ω έθνος μαργωμένο, πού είναι η περηφάνεια σου; Μην έχεις πεποίθηση σε κανένα, μήτε στους Μεγάλους ξένους της γης, μήτε στους Μεγάλους προγόνους σου, π α ρ ά μ ό ν ο σ τ ο ν ε α υ τ ό σ ο υ. Από κανένα μην περιμένεις τίποτε, π α ρ ά μ ό ν ο ν α π ό τ ο ν εα υ τ ό σ ο υ.
ΚΟΙΝΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ
_Δημοσιεύτηκε στον αριθ. 295 του «Νουμά». (11 του Μάη 1908). Γράφτηκε σε απάντηση του άρθρου του Γ. Σκληρού «ΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΑΔΕΣ ΣΤΟΥΣ ΝΑΤΣΙΟΝΑΛΙΣΤΕΣ» που δημοσιεύτηκε στους αριθ. 291, 292 και 293 του «Νουμά» (Απρίλης του 1908). Είταν το πρώτο άρθρο του Σκληρού αυτό, ύστερ' από το φυλλάδιο του το «Κοινωνικόν μας ζήτημα», που άναψε τη σοσιαλιστική συζήτηση στο «Νουμά». Όπως λέει στην αρχή του άρθρου του ο Σ., από «σοβαρούς βιωτικούς περισπασμούς» εμποδίστηκε να κατέβει νωρίτερα με συστηματική πολεμική με τους κριτικούς του για το «Κοινωνικόν μας ζήτημα», και κατεβαίνει στον αγώνα για να πει βιαστικά μερικά λόγια «από φόβο μήπως η μακρύτερη σιωπή μου παρεξηγηθεί και αυξήσει, το θάρρος μερικών κριτικών μου να διαστρέφουν, να στρεβλώνουν τις ιδέες μου όπως τους κατέβει». Ο Σκληρός κρίνοντας, στο άρθρο του αυτό, το άρθρο του Ίδα: «ΤΟ ΕΘΝΟΣ, ΟΙ ΤΑΞΕΣ ΚΑΙ Ο ΕΝΑΣ» τονέ χαραχτηρίζει ως «&υποκειμενικό ιδεολόγο και ουτοπιστή&» που «βάση της σκέψης του δεν έβαλε την παρατήρηση της &εξωτερικής αντικειμενικότητας&», αλλά μια εσωτερική επιθυμία. Κατά το Σ. ο Ίδας «παίρνει μόνο τα επίσημα &σκηνικά της ζωής& χωρίς να σπουδάσει τη &γένεσή τους& και παραβλέπει προ πάντων τα &παρασκήνια&, αυτά που μπορούν να εξηγήσουν την πραγματική έννοια της ζωής». Έτσι, κατά το Σ. «ορισμένη εποχή του &φεουδαλικού καθεστώτος& εδημιούργησε το Κράτος και κατόπι με τη φορά της εξελίξεως οι &αστοί έρριξαν στη μέση την ιδέα του &έθνους& και της &πατρίδας& για να φέρουν αντιπερισπασμό πρώτα στους φεουδάλους και κατόπι στους προλετάριους, σκεπάζοντας συνάμα μ' αυτές τα οικονομικά τους συμφέροντα». Στο παράπονο του Ίδα: «δε μας ξαίρεις εμάς τους Τουρκομερίτες και για τούτο μας ξέχασες στο βιβλίο σου», ο κ Σ. απαντάει: «Σας ξαίρω και σας παραξαίρω κ. Ίδα, και ίσως νάμαι περισσότερο τουρκομερίτης από σας. Εκεί γεννήθηκα και δεκαοχτώ χρονάκια έζησα στα βάθη της Μικράς Ασίας. Εκεί είδα με τα μάτια μου όχι μόνο την τυραννία του τούρκικου φεουδαλικού καθεστώτος, αλλά και τη φαυλότητα του &ρωμαίικου φεουδαλικού θεοκρατικού& καθεστώτος. Εκεί είδα σε τι απαίσιο σκοτάδι πλέει ο λαός μας, δουλεύοντας σαν είλωτας όχι μόνο στον τούρκο, αλλά και στο δικό του τον καλόγερο, το καθαρό αυτό απομεινάρι του απαίσιου φεουδαλικού Βυζάντιου. Εκεί ένιωσα κατάβαθα πως ο κλήρος μας με τα περιώνυμα &φεουδαλικά του προνόμια&, στα οποία στηρίζουν όλα τους τα μεγάλα σχέδια οι &μεγαλοπράγμονες τουρκομερίτες πολιτικοί μας&, είναι ο &καλύτερος και φυσικώτερος σύμμαχος του φεουδάλου σουλτάνου&, μοιραζόμενος μαζί του αθόρυβα τα πλιάτσικα του δυστυχισμένου λαού, που τον βαστάν και οι δυο τους σε κτηνώδη κατάσταση. Αλί στο Έθνος που στηρίζει τις ελπίδες του σε φεουδαλικό κλήρο και καθεστώς! &Όταν με καιρό κηρυχτεί η αστική επανάσταση στην Τουρκιά, η μόνη που θα πάρει το μέρος του φεουδάλου σουλτάνου θάναι η φυσική του σύμμαχος Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία&». Στο τέλος του συσταίνει να γίνει λιγάκι «ψιλόλογος επιστήμονας» γιατί έτσι θα τον πολεμήσει αποτελεσματικώτερα, αφού «θα τον καταλάβει καλύτερα». ― Στο άρθρο του αυτό, κάτω από την υπογραφή του ο Ίδας πρόσθεσε «&Ανθρωποΐδας& πίθηκος» και στη σημείωσή του δικαιολογιέται έτσι: «Το παρατσούκλι αυτό δικαιολογείται από τον τρόπο που με χαρακτηρίζει, με καλωσύνη, ο κ. Σκληρός δηλαδή «&Κοινός άνθρωπος& που δεν έχασε ακόμη το φυσικό του εγωισμό και τη φυσική του θηριώδη κατάσταση». Ενώ «&ευγενής πολιτισμένος άνθρωπος& είναι κείνος που θέλει συνειδητά να υποβοηθήσει το εξανθρωπιστικό έργο της εξέλιξης!» Και ποιος τη γνωρίζει την κ. Εξέλιξη; Δεν ξαίρω. Εγώ όμως δεν τη γνωρίζω»._
ΤΟ τελευταίο άρθρο του κ. Σκληρού, που επιγράφεται «Οι σοσιαλιστάδες στους νατσιοναλίστες», με αναγκάζει να μπω πάλι λιγάκι στα μελάνια, πράμα που δεν το κάνω συχνά. Ούτε τα γραψίματα, ούτε τα λόγια τα πολλά, ούτε τα «ξελαρυγγίσματα» μ' αρέσουν, όπως φαίνεται να πιστεύει ο κ. Σκληρός. Μα αυτό είναι άλλο ζήτημα.
Θέλω να πω, ― επειδή με προκαλούν, ― μερικά λόγια για το «σύστημά» μου, όπως είπε για το δικό του ο κ. Σκληρός.
Η κ ο ι ν ω ν ι ο λ ο γ ί α (sociologie) είναι επιστήμη.
Ο κ ο ι ν ω ν ι σ μ ό ς (socialisme) είναι πόθος.
Η κ ο ι ν ω ν ι ο λ ο γ ί α είναι μελέτη όσο γίνεται πιο αντικειμενική. (Ο άνθρωπος, δηλαδή το όργανο που μελετά, δεν μπορεί ποτέ να είναι ολότελα αντικειμενικός).
Ο κ ο ι ν ω ν ι σ μ ό ς είναι κάτι τι όλως διόλου υποκειμενικό, επάνω κάτω εκείνο που λέει ο κ. Σκληρός «υποκειμενική κοινωνιολογία», είναι δηλαδή η κοινωνιολογία, όπως τη νοιώθει ο σοσιαλιστής.
Την κ ο ι ν ω ν ι ο λ ο γ ί α τη μ ε λ ε τ ά ο επιστήμονας, δηλαδή μια τάξη ανθρώπων.
Τον κ ο ι ν ω ν ι σ μ ό τον α ι σ θ ά ν ε τ α ι ο προλετάριος, δηλαδή άλλη τάξη ανθρώπων.
Επειδή ο κοινωνισμός είναι κοινωνικό φαινόμενο, το μελετά κ α ι αυτό ο κοινωνιολόγος. Είναι λοιπόν και ο κοινωνισμός ένα από τα άπειρα ζητήματα που ξεδιαλύνει και μελετά η κοινωνιολογία.
Αν τύχει από μεγάλη ψυχοπονιά και συμπάθεια να αισθάνεται ο κοινωνιολόγος σαν τους προλετάριους, μπορεί να γίνει κοινωνιστής, θεωρητικός όμως. Δεν ξέρω αν μπορεί να συμβεί και το αντίθετο, δηλαδή ένας σοσιαλιστής να είναι και κοινωνιολόγος, γιατί τότε θα πρέπει να έχει αφήσει την «υποκειμενική κοινωνιολογία», που του αρέσει, και να έχει γίνει επιστήμονας, πράμα που δε συμβιβάζεται πολύ πολύ με συμπάθειες και αντιπάθειες.
Ο κοινωνισμός ή σοσιαλισμός είναι η λαϊκή έκφραση μερικών κοινωνικών θεωριών. Γεννήθηκε από τις ανάγκες και τα αισθήματα των εργατικών, που γυρεύουν να καλλιτερέψουν την τύχη τους, να δουλεύουν δηλαδή λιγώτερο, να κερδίζουν περισσότερο, και να γλεντούν και να ξεκουράζουνται όσο μπορούν περισσότερο ― γιατί είναι αλήθεια κατακουρασμένοι άνθρωποι. Αλλά γιατί το ιδανικό των εργατών να γίνει όλων των ανθρώπων ιδανικό, αυτό δεν το νοιώθω.
Ο σοσιαλισμός γίνηκε έπειτα θεωρία στα κεφάλια των θεωρητικών, μελετήθηκε από τους κοινωνιολόγους που τον έβαλαν στη θέση του (τον ταξινόμησαν), κατάντησε ουτοπία (δηλαδή μεταφυσικό φαινόμενο σε μερικά άλλα κεφάλια, που τονέ γενίκεψαν υπερβολικά), και αρματωμένος σαν τον αστακό με τα θεωρητικά επιχειρήματα, κατέβηκε σαν ουρανοκατέβατος πάλι σε μια τάξη του λαού, στην εργατική τάξη, και την ξεσήκωσε. Γιατί είναι συμπαθητική θεωρία, κολακεύει την ελπίδα της ευτυχίας ( = ησυχίας).
Αλλοιώς όμως μιλεί ένας επιστήμονας σ' άλλους επιστήμονες, και αλλοιώς ένας πολιτικός (έστω και κοινωνιολόγος) στο λαό. Στους επιστήμονες ο κοινωνιολόγος θα πει πως ο σοσιαλισμός είναι φαινόμενο που παρουσιάζεται στις κοινωνίες άμα κουραστεί η εργατική τάξη από το να μνήσκει σκλαβωμένη στα ιδανικά και στις ανάγκες άλλης τάξης. Στο λαό θα πει ο πολιτικός, με επιστημονικοφανή ίσως επιχειρήματα, ότι ο σοσιαλισμός είναι το τέλειο, «το άκρον άωτον της προόδου και εξελίξεως», le dernier cri και ε π ο μ έ ν ω ς η ευτυχία. Είναι, βέβαια κατ' ανάγκη ο πολιτικός στα λόγια του αποκλειστικός, και μόνο με την αποκλειστικότητα ξεσηκώνονται και σαλεύουν οι κοινωνικές τάξες. Ο αποκλεισμός όμως δεν είναι επιστήμη, και άρα ο σοσιαλισμός που θέλει να αποκλείσει τις ανάγκες και τα ιδανικά κάθε άλλης τάξης, δεν είναι επιστημονικό επιχείρημα, αλλά α ί σ θ η μ α (υποκειμενική κοινωνιολογία).
Με κατηγορεί ο κ. Σκληρός πως έχω «αφηρημένες ψύχωσες». Ίσως, μα δεν είναι λιγώτερο ευγενικές από μιαν άλλη επίσης «αφηρημένη ψύχωση» που ξέρω, το θεωρητικό σοσιαλισμό. Γιατί, καθώς είπα, και ο σοσιαλισμός από αίσθημα μεταμορφώνεται και γίνεται θεωρία ιδανικό, ψύχωση, και ουτοπία, όπως κάθε άλλο ανθρώπινο αίσθημα, όσο και αν προέρχεται από συγκεκριμένους λόγους.
Και με κατηγορεί ο κ. Σκληρός, και λέει πως κάθομαι στην ησυχία μου, και για τις «αφηρημένες μου ψυχώσεις» στέλνω τους «συγκεκριμένους ανθρώπους στο μακελειό, κόβοντας και ράβοντας με ελαφρή συνείδηση την τύχη και την ευτυχία τους». Δε με συγκινεί πολύ αυτός ο χαρακτηρισμός μου. Όπως εγώ στέλνω στο μακελειό συγκεκριμένους ανθρώπους για τα ιδανικά μου, έτσι και ο κ. Σκληρός στέλνει στο μακελειό ― ο κακούργος! ― άλλους συγκεκριμένους ανθρώπους για τα δικά του ιδανικά, που τα νομίζει πιο σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ευτυχία των συγκεκριμένων ανθρώπων. Γιατί όταν αυγατίσουν οι προλετάριοι στον Ελληνισμό και τους σηκώσουν στο πόδι τα σοσιαλιστικά αισθήματα, ένστικτα ή ιδανικά, θα κάμουν και απεργίες και σηκωμούς, και μπορεί και να σκοτωθούν πολλοί, μαλώνοντας με το πισωδρομικό κράτος. Όσο για την ευτυχία των ανθρώπων δε φροντίζω, γιατί, ούτε τη δική μου ευτυχία δε γυρεύω. Το αν κάθομαι στην ησυχία μου ή όχι, εκείνοι που με γνωρίζουν μπορούν να κρίνουν.
Ο σοσιαλισμός λοιπόν είναι το ιδανικό, η ψύχωση, η λαχτάρα του εργάτη σε μερικές εποχές της ζωής των κοινωνιών. Ο κ. Σκληρός γυρεύει την πάλη ανάμεσο στις τάξες, αυτό θεωρεί ιδανικό, και όχι το σοσιαλισμό. Επειδή όμως πιστεύει πως η πάλη αυτή θα πάει μπροστά με το να υποστηρίζονται τα ιδανικά του εργάτη, δηλαδή ο σοσιαλισμός, ― ξεγελιέται και γενικεύει και λέει τον εαυτό του σοσιαλιστή, και βγάζει το σοσιαλισμό κοινωνιολογία και πανάκεια των νέων κοινωνιών.
Εκείνος όμως, που καταλαβαίνει τα κοινωνικά ζητήματα, και νοιώθει πως μικρά και μεγάλα α ρ χ ί ζ ο υ ν από οικονομικούς λόγους, δε σημαίνει πως είναι και σοσιαλιστής.....
Του κ. Σκληρού το ιδανικό δεν είναι ο σοσιαλισμός, παρά, όπως λέει ο ίδιος, «εκπολιτιστικά ιδεώδη που συμπίπτουν με τη συγκεκριμένη ευτυχία των συγκεκριμένων ανθρώπων.»
***
Αφού έθεσα έτσι τα ζητήματα, τώρα ας αναλύσω τον εαυτό μου, και ας κοιτάξω πώς σχετίζομαι με όλ' αυτά ε γ ώ, το Ελληνικό άτομο του 1908.
Με συμβουλεύει ο κ. Σκληρός να γίνω σκληρός, και σκληρότητα, κατά τη γνώμη του, είναι «να αναλώνει κανείς αμείλικτα τα ένστικτά του, τσαλαπατώντας τις πρόληψές του, συντρίβοντας τις αφηρημένες ψύχωσές του». Πού να ξέρει, πως από μικρός άλλο τίποτε δεν κάνω παρά να αναλύνω με λύσσα και ευσυνειδησία τον εαυτό μου και να σημειώνω τις ανάλυσες σα συνταγές χημικού που αναλύνει τα σώματα (6).
Λοιπόν δεν είμαι «πατριώτης». Αλλά γεννήθηκα Έλληνας και Έλληνας θα μείνω, θέλοντας και μη, ως που να πεθάνω. Αναγνωρίζω τη σκλαβιά μου και δε νομίζω πως υπάρχει ε λ ε ύ τ ε ρ η θ έ λ η σ η, γιατί αν ύπαρχε θα μπορούσα να γίνω κοσμοπολίτης.
Ο κ. Σκληρός, που ξεπέρασε τάχα τον εθνισμό, αν τον ξεπέρασε, γιατί βάλθηκε και καλά να συλλογίζεται την Ελληνική κοινωνία και δε στοχάζεται κοσμοπολίτικα; Γιατί του έρχεται τόσο φυσικά να μιλά για την κοινωνία μας; Δε μιλεί βέβαια στους Έλληνες με «πατριωτικά ξελαρυγγίσματα» όπως οι ουτοπιστές πατριώτες, αλλά με «σοσιαλιστικές θεωρίες», όπως οι θεωρητικοί σοσιαλιστές. Το ίδιο κάνει: μιλεί στους Έλληνες, ελληνικά.
Αλλά, τέλος πάντων, υπόθεσε πως είμαι εγώ, ή ο Α ή ο Β, «πατριώτης», Και μεις τότε είμαστε μιαν ανάγκη, όπως είναι ο κ. Σκληρός. Το να υπάρχω κ α ι εγώ, είναι αρκετή δικαιολογία της ύπαρξής μου. Αν υπάρχουν σοσιαλιστές, υπάρχω όμως και εγώ. Έχουμε ίσα δικαιώματα να ζήσουμε, και οποίος νικήσει.
Επειδή ψυχολόγησα πολύ τον εαυτό μου, είδα πως έχει τάσες θεωρητικές, και επειδή το θ ε ω ρ η τ ι κ ό άνθρωπο τονέ βλέπω μ ι σ ό ν άνθρωπο, γι' αυτό ανάγκασα τον εαυτό μου να ανακατωθεί με τους ανθρώπους για να γίνει και μ η θ ε ω ρ η τ ι κ ό ς. Θα είναι και το φυσικό μου τέτοιο: να είμαι δηλαδή μισός θεωρητικός και μισός μη θεωρητικός. Είμαι σα δυο άνθρωποι: ένας που ζει και ένας άλλος που κ ο ι τ ά ζ ε ι απ' όξω τη ζωή μου. Και έτσι νοιώθω καλλίτερα και τον εαυτό μου και τους άλλους.
Όταν όμως ανακατώθηκα με τους ανθρώπους, κατάντησα πολιτικός τους. Φαίνεται, είμαι φυσικά «αρχικός», όπως έλεγαν οι αρχαίοι. Αλλά δεν έγινα δούλος της πολιτικής. Την ονομάζω και αυτήν, όπως και τον έρωτα και την επιστήμη, ― β ά ρ α θ ρ ο, γιατί τις περισσότερες φορές χάνεται ο άνθρωπος μέσα της.
Πριν ανακατωθώ με τους ανθρώπους, επειδή μ' άρεζε, σπούδαζα την κοινωνιολογία στα βιβλία. Τώρα τη σπουδάζω στην κοινωνία μέσα. Και επειδή γύρω μου έτυχε να έχω μ ι α κοινωνία, την Ελληνική, μ' αυτήν καταγίνομαι.
Αλλά έζησα και σ' άλλους τόπους και σ' άλλους χρόνους, και παράβολα, σύγκρινα, και είδα τη ν έ κ ρ α της τωρινής κοινωνίας, της Ελληνικής. Δε μ' άρεσε η νέκρα της, και γύρεψα πως μπορούσε κανείς να ζωντανέψει την κοινωνία μου.
Πρώτα πρώτα ένοιωσα πως κοινωνία Ελληνική δεν είναι η κοινωνία που ζει μέσα στα σύνορα του Ε λ λ α δ ι κ ο ύ κράτους, παρά όλοι οι Έλληνες που βρίσκονται στον κόσμο, όσοι δεν έγιναν ακόμη ούτε ξένοι, ούτε κοσμοπολίτες, γιατί κάτι τους συνδέει όλους αυτούς αναμεταξύ τους.
Και είδα την Ελληνική αυτή κοινωνία ― λιμνοθάλασσα αποκοιμισμένη.