Μελέται: 10 άρθρα του στον «Νουμά»

Part 7

Chapter 721 wordsPublic domain

Αφού οι Ρωμιοί της Καλαμάτας, ας πούμε από αιώνες τώρα συνήθισαν να κυβερνούν τις τοπικές δουλειές τους μοναχοί τους, τι έρχεται κι ανακατεύεται το κράτος; Τι έχει να κάνει στην Καλαμάτα; Το πολύ να γυρέψει φόρους λογικούς, και να τους εισπράξει με το καλό ή με το κακό, να διατηρεί χωροφύλακες, να επιθεωρεί τα σκολειά, τις εκκλησιές και τα τοπικά δικαστήρια, να κάνει κανένα ανώτερο δικαστήριο ή σχολείο, αν είναι ανάγκη, να αναλάβει κανένα μεγάλο δημόσιο έργο από κείνα που το κοινό της Καλαμάτας μοναχό του δεν μπορεί να καταφέρει, δρόμο, σιδερόδρoμο, λιμάνι, φάρο, στρατώνα. Οι Ρωμιοί της Καλαμάτας όλα τα άλλα ξέρουν να τα κάνουν, και καλλίτερα μάλιστα από το Κράτος, γιατί τους ενδιαφέρουν περισσότερο και πιο αληθινά, ξέρουν να συμβιβάσουν οι ίδιοι τις μικροδιαφορές τους, ξέρουν να κάνουν τοπικούς δρόμους, μικρά γεφύρια, νεκροταφεία, νοσοκομεία, βρύσες, φυλάγουν πολύ καλά μοναχοί τους τα αμπελοχώραφά τους και τα δάση τους, φτειάνουν και συντηρούν οι ίδιοι τα σκολειά τους και τις εκκλησιές τους. Γιατί ανακατεύεται και σ' αυτά το κράτος; Ποιος το προσκάλεσε; Αν το κράτος πρέπει να χώνει κι αυτού τη μύτη του, ας επιβλέπει, μονάχα κι ας καταγίνεται με όσα άλλα η κοινότητα δεν μπορεί να κάνει.

Μα λοιπόν, θα πει κανείς, αφού όλα μπορούν και τα καταφέρνουν μονάχοι τους οι Καλαματιανοί, ποια είναι η δουλειά του κράτους; τι ανάγκη να υπάρχει κράτος; Πρώτα πρώτα δεν είπαμε πως όλα μπορούν να τα καταφέρουν οι ίδιοι. Μπορούν να κυβερνήσουν μοναχοί τους μερικά, τα τοπικά τους. Π ρ έ π ε ι όμως να υπάρχει και Ελληνικό κράτος, γιατί αν δεν υπάρχει, θα υπάρξει άλλο κράτος, ξένο κράτος, που θα έλθει να εκμεταλλευτεί τις Ελληνικές κοινότητες και να τις ορίζει. Ελληνικό κράτος πρέπει να υπάρχει για να διατηρεί την ενότητα της φυλής. Οι Έλληνες πρέπει να υπακούουν πολιτικώς σε Έλληνες και όχι σε ξένους, όπως οι Ιταλοί υπακούουν σε Ιταλούς, οι Άγγλοι σε Άγγλους κτλ. Μονάχα έτσι θα καταφέρει κάτι να κάνει ως έθνος. Και το λέμε αυτό, γιατί, ξέρουμε πως οι Έλληνες έχουν τη φιλοδοξία να δημιουργήσουν κάτι, και ως άτομα και ως έθνος.

Του Ρωμιού δεν του λείπει η αξιοσύνη να κυβερνιέται πολιτικά ο ίδιος, μα πρέπει μονάχα πρώτα να νοιώσει, με τι τρόπο έζησαν και ζουν οι Έλληνες στον κόσμο, ποιος κοινοτικός οργανισμός τους βαστά. Οι Έλληνες ζουν π ά ν τ α σ ε κ ο ι ν ά ι δ ι ο κ υ β έ ρ ν η τ α . Λοιπόν ο Έλληνας ή οι Έλληνες, που θα κυβερνήσουν πολιτικά τους Έλληνες, πρέπει όχι να καταστρέψουν τα κοινά αυτά, παρά να τα αφήσουν, να τα περιποιηθούν, να τα μεταχειρίζονται, να τα εκμεταλλεύονται πολιτικά. Μ' άλλα λόγια είναι ανάγκη να κάνουν ίσα ίσα το αντίθετο από κείνο που έκανε ως τώρα το Ελλαδικό κράτος.

Μα πώς λοιπόν φανταζόμαστε πως μπορεί και πρέπει να είναι ένα Ελληνικό κράτος; Τι δουλειά θα κάνει; Αν δούμε πρώτα τι δουλειές σε κάθε τόπο Ελληνικό μπορεί και καταφέρνει η κοινότητα μοναχή της, και απ' αυτό θα συμπεράνουμε τι απομένει στο κράτος να κάνει.

&Στο κράτος λοιπόν απομένει να καταφέρει τα ακόλουθα:&

α') Χτίζει εκκλησιές και τις διατηρεί, με παπάδες, καντηλανάφτες κλπ.

β') Χτίζει σκολειά (με τα χρήματα που δίνουν είτε οι πλούσιοι του τόπου, είτε ο κοσμάκης στους δίσκους της εκκλησιάς, ― γι' αυτό δα πρέπει να υπάρχει η εκκλησιά, ― ή με ταχτικές συνεισφορές), πληρώνει δασκάλους για την κατώτερη, κάποτε και για τη μέση παιδεία.

γ') Φυλάγει με δραγάτες και δασοφύλακες κοινούς, αμπέλια, χωράφια, βοσκές και δάση, και φυλάγει με τσοπάνηδες κοινούς και αγελαραίους, γιδοπρόβατα, αγελάδες, βώδια και άλογα των ανθρώπων.

δ') Κάνει και νοσοκομεία με το χρήμα του πλούσιου που το συμπληρώνει με συνεισφορές, ή από την κοινοτική περιουσία που διαχειρίζεται.

ε') Κάνει και συντηρεί νεκροταφεία, τοπικούς δρόμους μέσα στην πολιτεία και στα περίχωρα, υδραγωγεία, βρύσες και μικρά γεφύρια.

στ') Με τη δημογεροντία της συμβιβάζει ή δικάζει ιδιωτικές μικροδιαφορές και τιμωρεί μικροκλεψιές, δαρσίματα και τέτοια.

ζ') Έχει τοπικούς ταχυδρόμους για την πολιτεία μέσα και για τα τριγυρινά χωριά, (μπορεί να έχει και τοπικά τηλέφωνα κτλ.).

η') Βαστά ληξιαρχικά βιβλία.

&Η κοινότητα η Ελληνική μπορεί και καταφέρνει μοναχή της τα ακόλουθα:&

1) Να επιβλέπει, αν θέλει, όλα αυτά που κάνει η κοινότητα μοναχή της, δηλαδή τα σχολειά, την τοπική ασφάλεια, τη συγκοινωνία, τα φιλανθρωπικά καταστήματα, την υγεία του τόπου, την πρόχειρη δικαιοσύνη, κτλ.

2) Να μαζεύει φόρους λογικούς για τις ανάγκες του Κράτους.

3) Να κάνει ανώτερα σχολεία, ειδικά σχολεία, πανεπιστήμια και διδασκαλεία, όσα και όπου μονάχα είναι ανάγκη.

4) Να έχει χωροφυλακή για τις μεγάλες αταξίες που μπορεί να τύχει να συμβούν, είτε εξ αιτίας τα μαλώματα μεταξύ ανθρώπων της ίδιας κοινότητας, είτε μεταξύ δύο ή τριών κοινοτήτων. Η χωροφυλακή θα ανακατώνεται, μόνον όταν προσβάλλεται η υπόσταση του κράτους. Η χωροφυλακή θα βοηθεί και στη σύναξη των φόρων, όταν είναι ανάγκη, θα φυλάγει και τις δημόσιες φυλακές.

5) Να κάνει ανώτερα δικαστήρια όσα και όπου είναι μονάχα ανάγκη. Είδαμε πως η κατώτερη δικαιοσύνη μένει χρέος της κοινότητας.

6) Να διατηρεί στρατό και στόλο, όσος χρειάζεται για την ασφάλεια του κράτους από εξωτερικούς εχθρούς, για την περίσταση που θα πρέπει να γίνει πόλεμος για να μεγαλώσει το κράτος, και για να χρησιμεύει το κράτος για φόβητρο και για δύναμη που μπορεί να τραβήξει φιλίες και συμμαχίες άλλων κρατών, και να εμποδίσει τον αφανισμό του έθνους από τους αλλοφύλους.

7) Να διατηρεί αντιπροσώπους, λιγοστούς μα διαλεμμένους, στα ξένα κράτη, όπου έχει συμφέροντα, και να φροντίζει προπάντων για τη διάδοση των Ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό.

8) Να κάνει, είτε απ' ευθείας, είτε με συμβόλαια με ιδιώτες, τα μεγάλα δημόσια έργα, δημόσιους δρόμους, γεφύρια, σιδεροδρόμους, γεωργικούς σταθμούς, υδραυλικά έργα, τηλεγραφεία, ταχυδρομεία, λιμάνια, τελωνεία, φάρους, και με αυτά και άλλα μέσα (φόρους προστατευτικούς κτλ.) να κοιτάζει πώς να προστατέψει την εγχώρια παραγωγή και βιομηχανία, το εμπόριο και το εμπορικό ναυτικό. Αυτά θα τα αναλάβει το κράτος, όπου και όταν οι κοινότητες και οι εταιρίες δεν μπορούν να τα καταφέρουν μοναχές τους.

9) Να έχει νομοθετικό σώμα, μια βουλή από 50 ανθρώπους, που να τους εκλέγουν όλους οι Έλληνες όλου του κράτους, και όχι κάθε επαρχία χωριστά από δυο τρεις. Η εκλογή θα γίνεται με απλή ή διπλή ψηφοφορία. (Ίσως η διπλή είναι καλλίτερη, δηλαδή μ' έναν τέτοιο τρόπο: κάθε κοινότητα να εκλέγει δυο τρεις αντιπροσώπους της, που αυτοί θα εκλέγουν έπειτα τους βουλευτές.).

&Απ' όλα αυτά θα βγουν τα ακόλουθα αποτελέσματα&:

Ι. Θα ενδιαφέρονται περισσότερο οι πολλοί για τον τόπο τους, και θα περιμένουν από την κοινότητα να τους βολέψει τα συμφέροντά τους, και γι' αυτό θα προσπαθούν να κυβερνιέται το κοινό τους όσο γίνεται καλλίτερα. Θα πασκίζουν να τα βολεύουν αναμεταξύ τους τα οικογενειακά, και δε θα τα περιμένουν αδιάκοπα όλα από το κράτος.

II. Τα ρουσφέτια θα ελαττωθούν ή θα εντοπισθούν στις κοινότητες και δε θα μολύνουν όλη τη διοίκηση του κράτους. Να λείψει, ολότελα το πολιτικό ρουσφέτι δεν είναι δυνατό, μα θα περιοριστούν πρώτα πρώτα οι θέσες που θα έχει να δώσει το κράτος, γιατί πολλές θέσες θα τις δίνουν οι κοινότητες. Πολλοί λοιπόν από τους τωρινούς θεσιθήρες θα γυρεύουν και θα βρίσκουν θέσες από την κοινότητα και όχι από το κράτος, και αντί να μαλλιοτραβιέται το κράτος μ' αυτούς, καλλίτερα να μαλλιοτραβιέται μονάχα η κοινότητα. Το ο ι κ ο γ ε ν ε ι α κ ό, αντί να γίνεται μεταξύ κράτος και πολίτη, θα περιοριστεί στην κοινότητα, όπου είναι και φυσικό του να γίνεται.

III. Θα περιοριστούν οι φιλόδοξοι μικροπολιτικοί και τωρινά κομματάρχες, μικροραδιούργοι και δημοκόποι, στα μικροπολιτικά ― δηλαδή στην κοινότητά τους που είναι αρκετό στάδιο για ραδιουργίες και μικροσυμφέροντα. Θα τους βαστά δεμένους στην κοινότητα το συμφέρον, και από την κοινότητα θα βρίσκουν το δίκιο τους ή το άδικό τους. Ας τρώγονται εκεί αναμεταξύ τους για τοπικά συμφέροντα όσο θέλουν, αντί να τρώγονται, όπως τώρα, πάλι για τοπικά τους συμφέροντα, με το κράτος. Και δε θα βρίσκουν τρόπο να απλώσουν την επιρροή τους και στα πολιτικά του κράτους, αφού δε θα βγάζει κανένα βουλευτή δικό της η κοινότητα. Και το κράτος θα στέκεται από πάνω και θα επιτηρεί, και θα επεμβαίνει μονάχα όταν αυτό το ίδιο κινδυνεύει από τους σπαραγμούς των κοινοτήτων, ή όταν από τους μικροπολιτικούς σατραπίσκους και ντερεμπέηδες ολοφάνερα αδικείται πάρα πολύ ο λαός του τόπου.

IV. Οι φιλόδοξοι και επίδοξοι υποψήφιοι βουλευτές θα είναι λιγώτεροι και ίσως καλλίτεροι. Πολλοί, όπως είπαμε, θα προτιμούν να τρώγονται με τα μικροπολιτικά και τις μικροραδιουργίες του τόπου τους. Θα ξέρουν πως κι αν γίνουν βουλευτές (που πρέπει ο λαός όλου του κράτους να τους εκλέξει, και όχι μόνο η κοινότητα ή η επαρχία τους), δε θα μπορέσουν εύκολα να επωφεληθούν το βουλευτηλίκι για τα συμφέροντά τους τα τοπικά. Και γι' αυτό γίνονται βουλευτές τώρα, για να καταφέρουν καλλίτερα τις δουλειές τους στον τόπο τους. Από τάλλο μέρος θα τους είναι δυσκολώτερο να στοχαστούν να βάλουν κάλπη για βουλευτές, γιατί οι βουλευτές, επειδή θα εκλέγονται απ' όλους τους Έλληνες, (έστω και με έμμεση ψηφοφορία), θα πρέπει να είναι κάπως γνωστοί σ' όλο το Ελληνικό, για κάποιο καλό τους έργο, ή να δίνουν τουλάχιστο κάποιες ελπίδες. Και θα φιλοτιμηθούν μερικοί καλοί να δείξουν την αξία τους για να γίνουν βουλευτές. Και αυτοί οι βουλευτές δε θα έχουν κανέναν ιδιαίτερο σύνδεσμο ή υποχρέωση με καμιά κοινότητα ή επαρχία.

V. Ο προϋπολογισμός του κράτους θα ελαφρωθεί από διάφορα βάρη που τώρα έχει, χωρίς να ελαττωθούν πάρα πολύ οι φόροι που τώρα επιβάλλει. Οι κοινότητες δε θα είναι σαν τους δήμους που τα περιμένουν όλα από το κράτος, που τους αφαίρεσε κάθε πρωτοβουλία. Η κοινότητα ξέρει πάντα και βρίσκει χρήματα για τα συμφέροντα του κοινού, που ο καθένας τα βλέπει ποιά είναι, γιατί τα έχει μπροστά του, και τα βλέπει και ξέρει καλά π ω ς σχετίζονται με τα ατομικά του συμφέροντα. Ο ψωμάς και ο παπουτσής είναι καλός κριπής και πολιτικός για τα πολιτικά του σπιτιού του και του κοινού, μα όχι πάντα καλός για τα πολιτικά του κράτους, που βρίσκονται πολύ μακρύτερα απ' αυτόν. Παρακάτω αναφέρουμε παραδείγματα. Το καλλίτερο όμως παράδειγμα είναι οι κοινότητες που βρίσκονται όξω από τα σύνορα του Ελλαδικού κράτους. Οι Έλληνες εκεί πληρώνουν ταχτικώτατα και τους φόρους που επιβάλλει το Κράτος όπου μνήσκουν και τα δοσίματα που επιβάλλουνε τα συμφέροντα του κοινού. Πολύ συχνά δίνουνε χρήματα και για το Ελλαδικό κράτος που αντιπροσωπεύει γι' αυτούς (τόσο ελεεινά αλλοίμονο) την ιδέα του μεγαλείου του έθνους. Ο Ρωμιός είναι φιλόδοξος και για το έθνος του, και δίνει, ο κακόμοιρος, δίνει. Κανείς δεν μπορεί να πει, ύστερ' απ' αυτά, πως το έθνος μας είναι φτωχό.

Να σημειωθούν και τα παρακάτω, για να είμαστε συνεννοημένοι.

Δεν είναι ζήτημα ναλλάξουν όνομα οι δήμοι και να ονομαστούν κοινότητες ή κοινά. Με το όνομα δεν αλλάζουν και τα πράματα. Ας μείνει το όνομα δήμος, αν θέλετε, και δήμαρχος και συμβούλιο. Ή ας ονομαστεί το κύτταρο της τοπικής ιδιοκυβέρνιας, αν προτιμάτε: «Ναβουχοδονόσωρ»! Το ζήτημα είναι ναλλάξουν τα πράματα. Να μείνουν δηλαδή οι μικρότερες τοπικές περιφέρειες ι δ ι ο κ υ β έ ρ ν η τ ε ς, και να μην είναι η κοινότητα μονάχα η μικρότερη υποδιαίρεση του διοικητικού οργανισμού του κράτους. Η μικρότερη διοικητική διαίρεση ας είναι η επαρχία ή ο νομός, ή και τίποτε άλλο.

Επίσης δεν είναι ζήτημα αν τα υπουργεία είναι εφτά ή εβδομήντα εφτά. Ο αριθμός των υπουργείων έχει τόση σημασία όση και ο αριθμός των υπαλλήλων. Μπορεί δέκα υπάλληλοι να κάνουν δουλειά εκατό ανθρώπων και εκατό να μην κάνουν τη δουλειά ενός. Σκοπός είναι να ξεκαθαρίσει και να ξέρει το κράτος τι δουλειά έχει να κάνει και τι δουλειά πρέπει ν' αφήσει στις κοινότητες να κάνουν, και μονάχα το πνεύμα της εργασίας ν' αλλάξει. Και θα μπει σίγουρα νέο πνεύμα, δηλαδή κ α θ α ρ ό π ν ε ύ μ α σε κείνους που θα διευθύνουνε τις υπηρεσίες του κράτους, άμα ξέρουν καλά ποια είναι η δουλειά τους και ποια δεν είναι η δουλειά τους. Τώρα στο κεφάλι, τους όλα είναι σαλάτα και κουρκούτι, ανάκατα με λέξες, λέξες, λέξες.

Και τούτο το σημάδι ας το δείξουμε, για να φανεί ξάστερα πόσο λάθεβε ο νομοθέτης, που αφάνισε τα κοινά και μας κάθισε τους δήμους, και πόσο φυσικό είναι στο Ρωμιό να κυβερνά ο ίδιος τα τοπικά του, όπως κυβερνά ο ίδιος και το σπίτι του. Να το σημάδι.

Κάτω στο Μωριά ξεφύτρωσαν, κοντά στη Σπάρτη, διάφορες μικρές κοινότητες σα μανιτάρια, ενάντια στο νόμο. (η Βαμβακού και άλλες), που μη έχοντας εμπιστοσύνη ούτε στο δήμαρχο, ούτε στο κράτος που τους τον κάθισε, κυβερνούν οι ίδιες τα τοπικά τους συμφέροντα μ' ένα συμβούλιο από προεστούς, και ανεξάρτητα από το δήμο (χωρίς μάλιστα ν' ανακατεύουν ολότελα το δήμαρχο), και λοιπόν ανεξάρτητα από το κράτος. Και ποιά είναι τα τοπικά τους κοινά συμφέροντα; Εκείνα που είπαμε· έχουν δική τους περιουσία και κοιτάζουν τα σκολειά, τις εκκλησιές, τα νεκροταφεία, τα υδραγωγεία, τους δραγάτες, τους δρόμους, τα γεφύρια κτλ. Αφού όλα στην Ελλάδα ζουν εν παρανομίαις, γιατί να μη ζήσει και η παράνομη κοινότητα;

Να το λοιπόν το σημάδι: η κοινότητα που γεννιέται άθελα και ατόφεια, χωρίς να ρωτήσει κανένα νόμο, φυτρώνει, φουντώνει, καταστρατηγεί το νόμο, και ζει και βασιλεύει.

Στη Θεσσαλία, και απ' ένα δυο παλιές κοινότητες της Ακαρνανίας και της Εύβοιας, ο νομοθέτης, δεν ξέρω πώς, υποθέτω όμως από την αντίσταση των κατοίκων, άφησε την κοινοτική περιουσία να υπάρχει, μα πολύ στραβά ανακάτωσε στη διοίκησή της και τους δημάρχους. Το ότι αρχίζει να γίνεται φως, το λένε κάτι νομοσχέδια που άρχισαν από το 1896 και ξεπροβάλλουν δειλά και συμβιβαστικά που φαίνονται σα να δείχνουν πως μερικοί νομάρχες και βουλευτές ― πολύ λίγοι ― άρχισαν να νοιώθουν πώς κάτι τρέχει μες στο δήμο και κάτι δεν πάει καλά στη σχέση του κάθε χωριού με το κράτος, και ότι σ' αυτό φταίει ο οργανισμός των δήμων και ο νόμος του 1833. Μα και τα νομοσχέδια αυτά ανακατώνουν δήμους και κοινότητες μαζί και τα κάνουν μια σαλάτα.

Εδώ δε χρειάζονται συμβιβασμοί, παρά μονάχα χτυπήματα και τσεκουριές γερές στο δήμο, και θα πέσει μόνος του. Ο λαός παντού, σε κάθε τόπο, ας το κάνει αυτό, αν δεν το κάνει ο νομοθέτης. Καθεστώς που είναι ψεύτικο, δε στέκεται στα πόδια του.

Λοιπόν λέμε πώς το προσωρινό αυτό Ελλαδικό κράτος, για να βολευτεί λιγάκι ― προσωρινά πάντα, πρέπει να ξαναφανερωθεί μέσα του η τοπική αυτοδιοίκηση, κ' έτσι θα λυθούν τα χέρια του για τα σπουδαιότερα ή γενικώτερα χρέη του.

5

ΟΙ ΕΞΩΜΕΡΙΤΕΣ. Στην έξω από τα σύνορα του Ελλαδικού κράτους Ελλάδα η τοπική αυτοδιοίκηση υπάρχει. Οι Τούρκοι την άφησαν να στέκεται. Οι Έλληνες στην Αίγυπτο, στη Ρωσσία, στην Αμερική, την ξαναδημιουργούν κάθε μέρα. Παντού, όπου κι αν πηγαίνουν, αυτό κάνουν. Και το κράτος το Ελλαδικό σ' αυτά τα μέρη την επισημοποιεί. Οι Ελληνικές κοινότητες στην Αίγυπτο επικυρώθηκαν με Βασιλικά Διατάγματα του Γεωργίου του Πρώτου. Και δεν ανοίγουν τα στραβά τους να δουν, οι τυφλοί νομοθέτες του Ελλαδικού κράτους.

Αφίνουμε τις άλλες κοινότητες. Μόνο για την Τουρκιά, (ή την αλύτρωτη Ελλάδα), θα πούμε λίγα λόγια. Οι μεγάλες κοινότητες αυτού, πρέπει να καταφέρουν να συνδεθούν κάπως περισσότερο με τις μικρότερες. Ο μόνος σχεδόν σύνδεσμος των κοινοτήτων αναμεταξύ τους τώρα είναι ο δεσπότης και η «θεόσωστος» επαρχία του, δηλαδή το λιβάδι του. Λοιπόν ή ο δεσπότης είναι ανάγκη να φωτιστεί και να γίνει άνθρωπος, πράμα δύσκολο, ή οι μεγάλες κοινότητες πρέπει να κοιτάξουν λιγάκι γύρω, τους, να ιδούν τι κάνουν οι μικρότερες κοινότητες, και να φιλοδοξήσουν να τις περιλάβουν μέσα στην περιοχή τους ή στον οργανισμό τους. Έτσι θα τις βοηθήσουν να ζουν καλλίτερα, και καλλίτερα θα τις εκμεταλλεύονται εμπορικώς. Έτσι θα βρουν και οι μικρότερες κοινότητες πόρους αρκετούς για τα σκολειά τους, αν όχι και για άλλες ανάγκες τους, που και τώρα τις κοιτάζουν μοναχές τους, και οι μεγάλες θα προκόψουν καλλίτερα. Έτσι θα οργανωθούν και πιο βολετά οι κοινότητες για να υπερασπίζονται από κάθε επίθεση, είτε νόμιμη, είτε παράνομη, του Τουρκικού κράτους, ή των άλλων εθνών που κατοικούν μες στην Τουρκιά και που κοιτάζουν πώς να μας πάρουν το ψωμί από το στόμα και να μας ξεπατώσουν αδιάντροπα. Έτσι θα προετοιμαστούν οι Έλληνες της Τουρκιάς και για να μπορέσουν να σηκωθούν στο πόδι ενάντια στο Τούρκικο κράτος, όταν έρθει ο καιρός και η περίσταση (και μεις όλοι πρέπει να τον φέρομε τον καιρό και την περίσταση, γιατί βέβαια δε θα έρθει εξ ουρανού), και αποφασιστεί το πράμα απ' όλους τους Έλληνες. Έτσι και οι εξωμερίτες θα βοηθήσουν τον αγώνα για την ένωση της φυλής. Έτσι θα σιαχτεί, μ' αυτόν τον αγώνα, και ο χαραχτήρας τους, όσο παίρνει.

Περισσότερα εδώ γι' αυτό το ζήτημα δεν ταιριάζει να πούμε.

6

ΦΥΣΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ. Μα τώρα είναι κάτι άλλο για όλο το έθνος να πούμε· πρέπει τέλος πάντων ν' α λ λ ά ξ ε ι κ α ι τ ο μ υ α λ ό τ ο υ α ν θ ρ ώ π ου λιγάκι, ίσως όχι ναλλάξει καθαυτό, μα να ξεσκλαβωθεί από μια βαρειά σκλαβιά που το πλακώνει αιώνες τώρα και το κάνει να μαραγκιάζει και μαραίνεται ― η ε π ί σ η μ η γ λ ώ σ σ α. Το μυαλό του Ρωμιού πρέπει να ξεκαθαριστεί απ' αυτή τη σκουριά.

Βέβαια τα έργα που έγραψαν Όμηρος, Πίνδαρος, Αισχύλος, Δημόκριτος, Θουκυδίδης, Πλάτωνας, Μέναντρος, Λουκιανός, είναι έξοχα. Κανείς δεν αντιλέγει. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν οι πρώτοι αληθινοί άνθρωποι που και τους Θεούς τους κατέβασαν στη γη για να τους δουν καλλίτερα. Οι αρχαίοι Έλληνες στην τέχνη έπλασαν, πρώτοι απ' όλους τους λαούς της γης, τον τ έ λ ε ι ο ά ν θ ρ ω π ο. Κοιτάξτε τα αγάλματά τους και τους ήρωες τους. Είναι και οι πρώτοι που άρχισαν να παρατηρούν σωστά και να μαζεύουν υλικό για τις τωρινές επιστήμες. Ύστερ' απ' αυτούς οι λαοί δεν κάνουν άλλο, παρά να συμπληρώνουν τις επιστήμες που άρχισαν να τις καταλαβαίνουν εκείνοι, και να επαναλαβαίνουν την τέχνη τους, πλάθοντας κι αυτοί, όσο γίνεται πιο τέλεια, τον τύπο «άνθρωπος». Ως αυτού πάει καλά.

Μα τι έκαναν οι άλλοι λαοί για να συμπληρώσουν την επιστήμη και να δημιουργούν τέχνη; Μεταχειρίστηκαν ένα όργανο. Δεν είπαν πως επειδή οι πρώτοι αληθινοί επιστήμονες και οι πρώτοι τέλειοι τεχνίτες μεταχειρίζουνταν όργανο την ελληνική γλώσσα (ή το ελληνικό μάρμαρο) γι' αυτό είναι ανάγκη κι αυτοί να μεταχειριστούν το ίδιο όργανο για να φτάσουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Όχι. Είπαν οι λαοί, ο καθένας χωριστά και με το νου του, θα συμπληρώνουμε ατέλειωτα την επιστήμη και θα πλάθουμε τέχνη με ό,τι όργανο έχουμε μεις. Εμείς έχουμε όργανο μια γλώσσα, τη δική μας γλώσσα. Κουτσή στραβή, αυτήν έχουμε, αυτήν και θα μεταχειριστούμε. Την τελειότητα στην τέχνη, και τη σωστή παρατήρηση στις επιστήμες, τα έδωσε στους Έλληνες εκείνους όχι η γλώσσα τους, αφού η γλώσσα είναι όργανο μονάχα και τίποτε άλλο, τους τα έδωσε το πνεύμα, ο νους τους, το μυαλό. Με μυαλό και μεις, και με μια γλώσσα που την ξέρουμε καλά, με τη γλώσσα που την ξέρουμε ίσα ίσα καλλίτερα από κάθε άλλη επειδή είναι δική μας, μ' αυτή τη γλώσσα θα σπουδάσουμε επιστήμες και θα πλάθουμε τέχνες. Το είπαν και το έκαναν.

Στην αρχή είχαν κι αυτοί κάποιες αμφιβολίες, γιατί δεν τα είχαν καλά καλά ξεκαθαρισμένα τα πράματα στο μυαλό τους, και προσπαθούσαν, με μια γλώσσα πεθαμένη, ― τη λατινική, (που μέσον αυτής εγνώρισαν και θαύμασαν την ελληνική αρχαιότητα), ― να κάνουν τη δουλειά τους. Μα γρήγορα είδαν πως τίποτα δε βγαίνει με το σύστημα αυτό. Και είπαν. Είναι άσκοπο και περιττό να ξεθάφτουμε πεθαμένες λαλιές για να κάνουμε μ' αυτές ζωντανά έργα. Η δική μας η γλώσσα σιγά σιγά πρέπει να γίνει και θα γίνει άξια για να εκφράσει ό,τι έχουμε στο νου μας. Μόνο με τη γλώσσα που αντιπροσωπεύει σωστότερα από κάθε άλλη τα νοήματά μας, μ' αυτήν και όχι με άλλη θα εκφράσουμε καλλίτερα εκείνο που θέλουμε. Μόνον αυτή είναι ολότελα ταιριασμένη με τη δική μας σκέψη, δηλαδή με τα τωρινά ζωντανά πράματα.

Και έτσι, ο καθένας μεταχειρίστηκε τη γλώσσα που μιλούσε. Μ' αυτήν έγραψε, μ' αυτήν δίδαξε στο σκολειό, μ' αυτήν μίλησε στη Βουλή κτλ. κτλ. Και πέρασαν αιώνες. Και δούλεψαν και δουλεύουν, και έπλασαν και πλάθουν, και αφίνουν τη γλώσσα τους και τρέχει, και ζουν και βασιλεύουν.

Και στους αιώνες αυτούς που πέρασαν, τι έκανε το έθνος το Ελληνικό;

Θαμπωμένο από την αίγλη των έργων των προγόνων του που αναφέραμε, δεν πρόφτασε να εξετάσει και να ξεκαθαρίσει τα πράματα, δεν κατάφερε να καλοστοχαστεί και είπε: «Η γ λ ώ σ α τ ω ν π ρ ο γ ό ν ω ν, αυτή ήταν έξοχη, αφού σ' αυτήν εγράφτηκαν τα έξοχα τα έργα, που ο κόσμος αντιλαλεί εξαιτίας τους και που και μάς ακόμη μάς περιχύνουν με τέτοια φεγγοβολή!» Είπε και θαύμασε! Και ήταν μονάχα σα να έλεγε: «Τ ο μ ά ρ μ α ρ ο τ ω ν π ρ ο γ ό ν ω ν (δηλαδή το μάρμαρο της Πεντέλης και της Πάρος), αυτό ήταν έξοχο, αφού μ' αυτό έγιναν τα έξοχα τα έργα, οι ναοί, τα αγάλματα, τα ανάγλυφα». Και είπε και τη συνέχεια: «Φυρί φυρί θα γράψω εκείνη τη γλώσσα, έτσι θα γίνω και γω κάτι και θακουστεί και το δικό μου τόνομα στον κόσμο, σαν εκείνων». Γιατί, αφού ξέπεσε ο αρχαίος πολιτισμός, το έθνος είχε πάντα τη φιλοδοξία ν' ακουστεί πάλι στον κόσμο, και δε συλλογίστηκε πως εκείνοι που έπλαθαν τα έξοχα τα έργα μια φιλοδοξία είχαν μονάχα, το π ώ ς ν α π λ ά σ ο υ ν, και αδιαφορούσαν για το θόρυβο και για τα λόγια του κόσμου. Να αμέσως μια διαφορά μεταξύ εκείνων και μας.

Ο χριστιανισμός ως τόσο στην Ανατολή, με τη βοήθεια του Ελληνικού μυαλού και της καλαισθησίας του, ξεχάνοντας τους αρχαίους ναούς και σπάνοντας τα αγάλματα των αρχαίων θεών, από αντιπάθεια έπλασε βέβαια κάτι: τ η Β υ ζ α ν τ ι ν ή Ε κ κ λ η σ ί α. Και ο λαός, ο ατίμητος, ο πλούσιος πάντα λαός, χαμπάρι μην έχοντας από τις αρχαίες τελειότητες και μην ξέροντας καν τους αρχαίους αλλοιώς παρά από την παράδοση (ο βασιλιάς Αλέξαντρος, οι Νεράιδες, ο Χάρος, η θρησκεία των αποθαμένων), δε εμποδίστηκε να δημιουργήσει, και έπλασε κι αυτός από ζωή κάτι τέλειο: τ α Δ η μ ο τ ι κ ά Τ ρ α γ ο ύ δ ι α. Και οι σοφολογιώτατοι γραμματισμένοι του έθνους, και πανιερώτατοι και πανασιολογιώτατοι αρχηγοί της εκκλησίας κολλημένοι στο γράμμα και όχι στο πνεύμα, αιώνες τώρα παρασύρουν το έθνος στην πιο τρανή, στην πιο κουτή παλαβωμάρα, στη μεγαλύτερη τρέλλα που μπορούσε ποτέ το έθνος να κάνει: να αποκηρύξει δηλαδή το ζωντανό εαυτό του και να προσκολληθεί σα στρείδι στη γλώσσα των αποθαμένων του.

Πολλοί τώρα θα πουν πως σύγκριση του Ελληνικού με τάλλα έθνη σε τούτο το ζήτημα δε χωρεί, γιατί για κείνα η λατινική ή η ελληνική γλώσσα ήταν ξένες, ενώ για μας είναι προγονική. Έχουν όμως άδικο όσοι το λεν και το ξαναλέν αυτό. Πρώτα πρώτα οι Ιταλοί είχαν προμάμμη τους τη λατινική και την άφησαν. Έπειτα κάθε γλώσσα που πέθανε, είτε ξένη είναι είτε προγονική, είναι... πεθαμένη. Αυτό δεν το κατάλαβαν οι Έλληνες και πολέμησαν αιώνες ως και το μυαλό τους να σαβανώσουν και να απομουμιώσουν, για να απολιθωθούν εις α ρ χ α ί ο υ ς Έ λ λ η ν ας. Και καταλαβαίνω η τρέλλα αυτή να βαστάει διακόσια, τριακόσια, ας είναι και πεντακόσια χρόνια. Μα δυο χιλιάδες χρόνια; Τι είδος μάγια έστησαν στους παθολογικούς στο μυαλό απογόνους τους οι φυσιολογικοί μεγάλοι Έλληνες που ζούσαν τον 5ον και 4ον αιώνα πριν από το Χριστό; Δεν το νοιώθω. Και τι λογής μεθύσι αρχαιοπρέπειας ήταν αυτό, που δεν κουράστηκε να οργιάζει δυο χιλιάδες χρόνια; Ίσως ο Βάκχος θα το ξέρει.

Θα πουν όμως άλλοι πως, από κάμποσο καιρό και δώθε, γινήκαμε πιο λογικοί, γιατί θελήσαμε να ταιριάσουμε την πεθαμένη γλώσσα με τη ζωντανή. Το αποτέλεσμα του σοφού αυτού συμβιβασμού θα σας το περιγράψουμε σε λίγο.

Μα δε νομίζετε, αγαπητοί μου Έλληνες, πως έφτασε πια η ώρα να γιατρευτούμε απ' όλα αυτά; Και η παθολογική κατάσταση και η τρέλλα έχουν τα όριά τους. Αρκετά οργιάσαμε στο φανταχτερό μεθύσι της αρχαιομανίας. Δεν κουραστήκαμε πια;

Η τρέλλα, η αρρώστεια, ή το σαράκι που μας τρώγει, είναι βαθύτερα παρ' ό,τι το θαρρούμε. Μας γύρισε το μυαλό στραβά σε κάθε είδος στοχασμό, και του στράβωσε κάθε δρόμο. Και προπάντων το σκολειό που, αφημένο στην αδειανή σοφία και διάκριση των γραμματισμένων, μ ο ρ φ ώ ν ε ι τάχα τον Έλληνα, ενώ τον αποστραβώνει και τον π α ρ α μ ο ρ φ ώ ν ε ι αλήθεια, το σκολειό μας είναι το χαραχτηριστικώτερο και το χειρότερο σημάδι της κατάντιας του μυαλού μας, το σκολειό που φροντίζει να τη φορτώσει και στα παιδιά μας, για να μην τύχει και χαθεί, μόνο να ζήσει, η στραβωμάρα αυτή εις αιώνα τον άπαντα!

Και γιατί;