Part 9
Μετ' ολίγον είδα εις την θάλασσαν ένα πλοίον και ήρχετο με τα πανιά γεμάτα αέρα και μετά παρέλευσιν ολίγης ώρας έφθασεν εις το νησί και άραξαν όπου και πρότερον· κατόπιν εβγήκαν έξω οι σκλάβοι και ο πατήρ του νέου και φθάνοντας εις το υπόγειον και ως εύρον τον νέον θανατωμένον, άρχισαν όλοι εμού να ολολύζουν και να θρηνούν με τόσους κλαυθμούς και οδυρμούς που εκινούσαν εις έλεος και τα άψυχα δένδρα και λίθους· έπειτα ενταφιάσαντες τον νεκρόν ολίγον μακράν από το υπόγειον, ανεχώρησαν και κάμνοντες πανιά με επιτήδιον άνεμον, γλήγορα έφθασαν εις την στερεάν.
Εγώ πάλιν έμεινα τεθλιμμένος εις εκείνο το ακατοίκητον νησί· την ερχομένην νύκτα επέρασα εις εκείνο το υπόγειον· την επαύριον εβγήκα έξω περιδιαβάζων ανάμεσα εις εκείνα τα δένδρα, και ετρεφόμουν από τους καρπούς των και επέρασα με τέτοιαν πολυστένακτον ζωήν τριάντα ημέρας, θεωρώντας πάντοτε την θάλασσαν, μήπως και ιδώ κανένα πλοίον να περνά από εκεί σιμά.
Μετ' ολίγον παρετήρησα ένα φαινόμενον αξιοθαύμαστον· είδα που ηύξανε το νησί και ολιγόστευε το νερό της θαλάσσης και επλησίαζεν η στερεά προς το νησί, τόσον που μεταξύ του νησιού και της στεριάς έμεινεν ένα μικρόν πέρασμα το οποίον επέρασα, που το νερό δεν έφθανεν έως τα γόνατα και φθάνοντας τέλος πάντων την στεριάν, περιπάτησα εις το περιγιάλι έως που εκουράσθην· εκάθησα να αναπαυθώ ολίγον και εδώ διέκρινα μακριά ένα παλάτι τειχογυρισμένον και χαλκοσκέπαστον, ώστε φωτιζόμενον από τας ακτίνας του ηλίου, εφαίνετο ως έν σώμα φλογερόν και φωτεινόν.
Όταν επλησίασα εκεί, είδον μίαν θαυμασίαν οικοδομήν, κατασκευασμένην με την πλέον επιτηδείαν αρχιτεκτονικήν και θεωρώντας έξωθεν, ιδού βλέπω και έρχονται νέοι με ένα σεβάσμιον γέροντα οι οποίοι με εχαιρέτησαν και με ωδήγησαν μέσα εις το παλάτι τους. Τους παρετήρησα ότι ήσαν όλοι μονόφθαλμοι, από το δεξιόν μάτι βλαμμένοι· με έλαβαν εις την τράπεζάν τους και εις την συναναστροφήν τους με πολλές επιδεξίωσες, μου παρήγγειλαν όμως να μην εξετάσω ό,τι ήθελα ιδεί να κάμνουν έμπροσθέν μου, διότι η εξέτασις και η περιέργειά μου ήθελαν μου προξενήσουν κάποια συμβεβηκότα λυπηρά και επιζήμια αγκαλά γλυκά εις την γεύσιν και χαροποιά εις την θεωρίαν, λέγοντές μου και με κίνδυνον να χάσης ένα πράγμα το οποίον σιμά εις την λύπην που σου θέλει προξενήσει, δεν θέλεις δυνηθή ποτέ να το ξαναποκτήσης και πρόσεχε εις την παραγγελίαν μας.
Αφού λοιπόν επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός μετά το δείπνον τούτοι όλοι οι νέοι εκάθησαν ολόγυρα και ο γέρων εις την μέσην· έπειτα άλειψαν τα πρόσωπά των με καπνιάν και ενδυθέντες μελανά, εφαίνοντο ωσάν φοβεροί Αράπηδες και ύστερον τύπτοντες την κεφαλήν και το στήθος, έκλαιον απαρηγόρητα, λέγοντες· ιδού ο καρπός της οκνηρίας, της ατάκτου ακρασίας και ασελγείας μας· και ούτως εξηκολούθουν όλην την νύκτα κράζοντες, είδαμεν, εγεύθημεν, επάθαμεν και ύστερα μετενοήσαμεν.
Εγώ βλέποντας όλα αυτά την πρώτην νύκτα, υπέφερον· αλλά όταν είδα και ακολουθούσαν τα ίδια και άλλας νύκτας που εκεί εσταμάτησα, δεν υπέφερα πλέον διά να μην ερωτήσω να μάθω την αιτίαν διατί ήσαν όλοι στραβοί από το δεξιόν μάτι και διατί έκαμναν τόσους θρήνους εις τοιαύτην ελεεινήν κατάστασιν· αυτοί μου εδιπλασίασαν και ετριπλασίασαν την παραγγελίαν που μου είπον άνωθεν· αλλ' εγώ ισχυρογνώμων τους εξώρκιζα εις τον μέγαν Προφήτην διά να μου φανερώσουν την αιτίαν.
Τότε εκείνοι μου έδωσαν ένα μαχαίρι να κρατώ εις τας χείρας μου, έπειτα έφεραν ένα δέρμα κριαρίου τότε εγκαίρως σφαγμένον, λέγοντάς μου· πρέπει να σε ράψωμεν μέσα εις τούτο το δέρμα και αφού αναχωρήσωμεν ημείς από τούτο το δώμα, θέλει έλθη ένα μεγάλον όρνεον ονομαζόμενον Ροκ· αυτό στοχαζόμενόν σε διά κριάριον, θέλει σε αρπάξει εις τα νύχιά του και θέλει σε φέρει έως εις τα σύγνεφα, όμως μη φοβηθής· έπειτα θέλει σε κατεβάσει εις ένα βουνόν, και όταν σε αποθέση εις την γην, βγάλε το μαχαίρι και σχίσον το δέρμα και το όρνεον βλέποντάς σε με το μαχαίρι θέλει φύγει· έπειτα θέλεις ιδή εκεί ολίγον μακρύτερα ένα ωραιότατο παλάτι σκεπασμένον με χρυσές πλάκες και λιθοκόλητον με πολύτιμα πετράδια, εις το οποίον θέλεις εμβεί μέσα, επειδή η θύρα μένει πάντοτε ανοικτή· ημείς όλοι εμπήκαμεν εις εκείνο και τι είδαμε, δεν σου το λέγομεν διότι θέλεις ιδεί οφθαλμοφανώς σου τα πάντα· και αφού μου είπαν όλα αυτά, με έρραψαν εις το δέρμα επάνω εις ένα δώμα.
Και όταν ανεχώρησαν, ήλθε το όρνεον Ροκ και με εσήκωσεν έως εις τα σύγνεφα· έπειτα κατεβαίνοντας με απόθεσεν εις ένα βουνό. Εγώ ευθύς με το μαχαίρι έσχισα το δέρμα και το όρνεον βλέποντάς με έφυγε· τότε θεωρώντας ολόγυρα είδα το χρυσούν εκείνο παλάτι ως μου είπον και περιπατώντας ολίγον έφθασα εις την θύραν του και άρχισα να θεωρώ ένα προς ένα τα όσα αξιοθαύμαστα πράγματα έβλεπα εκεί· και εμβαίνοντας μέσα εις την αυλήν, όλην λιθοπόρφυρον, είδον μίαν σκάλαν από μάρμαρον λευκότατον και αναβαίνοντας επάνω εις διάφορα ανώγεα, εστρωμένα με πολύτιμα στρωσίδια και προχωρώντας παραμέσα εις ένα αργυροκρυστάλλινον θάλαμον, εύρον σαράντα κορασίδας ωραιοτάτας τόσον, που έμεινα όλος εκστατικός, εις τοιαύτην εξαίρετον ευμορφιάν και άφωνος.
Τότε εσηκώθη μία εκ μέρους όλων και με χαροποιόν πρόσωπον με εχαιρέτησε και πιάνοντάς με από το χέρι με εκάθισεν εις την μέσην αυτών· έπειτα από μία μία ήλθαν όλες και με εχαιρέτησαν και με συνεχάρησαν διά το κατευόδιόν μου εκεί· τότε μου λέγουν· από τώρα και εις το εξής εσύ είσαι ο αυθέντης μας και κριτής μας και ημείς η σκλάβες σου· και εν τω άμα έφεραν νερό ζεστό και μου έπλυναν χείρας και πόδας, με άλλαξαν με λευκά λαμπρά φορέματα, ετοίμασαν ευθύς την τράπεζαν με πολυποίκιλα φαγητά, ποτά εξαίρετα και διάφορα και πλέον εκλεκτά οπωρικά και εκάθισαν όλες εις την τράπεζαν και αφού εφάγαμε και ήπιαμε αρκετά, άρχισαν άλλες να λαλούν διάφορα μουσικά όργανα, άλλες να τραγουδούν συντροφεύοντας τα όργανα, ώστε εσχηματίζετο μία εναρμόνιος συμφωνία και μελωδία και άλλες πάλιν να χορεύουν διαφόρους χορούς· και εν κοντολογία ο σκοπός αυτών όλος ήτον για να μου δώσουν την πλέον εξαίρετον ξεφάντωσιν, που ανθρώπινος νους δεν δύναται να καταλάβη· έπειτα μου εζήτησαν να τους διηγηθώ την ιστορίαν μου, τις ήμουν και πώς κατήντησα εκεί· και εγώ τους διηγήθην όλα μου τα συμβάντα καταλεπτώς· ως τόσον επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός.
Τότε μία εκ μέρους των άλλων μου λέγει· ιδού είναι καιρός διά να αναπαυθής επειδή είσαι κουρασμένος από την οδοιπορίαν· το κρεββάτι σου είναι έτοιμον και έκλεξε από ημάς όποια σου αρέση διά να κοιμηθής μαζί της. Εγώ εις τοιούτον ζήτημα της απεκρίθην· όλες μου αρέσουν όλες ωραιότατες είναι, ωσάν να ήσαν η αυτή ωραιότης· δεν δύναμαι να προκρίνω την μίαν από την άλλην. Τότε μου λέγει εκείνη· αναμεταξύ μας δεν υπάρχει ζυλοτυπία ούτε φθόνος· τοιαύτην συμφωνίαν έχομεν, ότι κάθε μία έχει να λάβη την αυτήν τιμήν μίαν βραδυάν θα κοιμηθή μαζί σου, έως να περάσουν και αι σαράντα και ύστερα πάλιν αρχίζεις από την πρώτην, και ούτω καθεξής.
Εγώ τότε διά να μη φανώ αχάριστος και αδιάκριτος, έδωσα το χέρι μου εκείνης που μου ωμιλούσε και επήγαμε εις το κρεββάτι. Την αυγήν ευθύς με έλουσαν εις το λουτρόν και με άλλαξαν με νέα φορέματα και επεράσαμεν όλην εκείνην την ημέραν εις ξεφαντώσεις· και πάλιν το βράδυ έλαβα άλλην εις το κρεββάτι μου και διά να μη πολυλογώ, επέρασεν ένας ολόκληρος χρόνος, που έκαμα αυτήν την τρυφηλήν και ξεφαντωτικήν ζωήν με εκείνες τες ευμορφότατες γυναίκες και κάθε βράδυ είχα μίαν εις το κρεββάτι μου.
Εις το τέλος του χρόνου μίαν αυγήν ήλθαν όλες δακρυρροούσαι να με αποχαιρετήσουν διότι έμελλον να αναχωρήσουν και πάλιν εις διάστημα σαράντα ημερών ήθελον γυρίσει· και αφού αγκαλιάσαντές με όλες αποχαιρετήθημεν, μου παρήγγειλαν να ανοίξω εις την απουσίαν τους όλας εκείνας τας εννενήντα εννέα θύρας διά να ξεφαντώσω με την θεωρίαν εκείνων των πολυτίμων πραγμάτων, που είναι μέσα εις εκείνα τα κελλάρια και περιβόλια και να απολαύσω όσα η όρεξίς μου ζητεί· την δε χρυσήν θύραν να μην αποτολμήσω να την ανοίξω, διότι θέλει μου προξενήσει άκραν λύπην και μετάνοιαν.
Όταν λοιπόν ανεχώρησαν εκείναι, εγώ διά να περιδιαβάσω άνοιξα όλας εκείνας τας θύρας και είδα πράγματα ανεκδιήγητα· τέλος πάντων η τυφλή μου περιέργεια με εκίνησε να ανοίξω και την χρυσήν θύραν· σιμά εις τους πολυτίμους θησαυρούς και αξιοθαύμαστα πετράδια εύρον και ένα ωραιότατον άλογον, μαύρον το χρώμα· το έσυρα έξω εις την αυλήν και το εκαβαλλίκευσα με μεγάλην χαράν στοχαζόμενος ότι εις το εξής εκείνον θα είναι η ξεφάντωσις και περιδιάβασίς μου· το εκτύπησα διά να κινηθή και αυτό μένει ακίνητον· αλλ' όταν εκτύπησα και δεύτερον και τρίτον, άνοιξε κάποια πτερά και επέταξεν εις τον αέρα υψηλά με τόσην ορμήν, που εγώ από τον φόβον μου εχάθην.
Έπειτα πετώντας, κατέβη εις το δώμα εκείνου του παλατίου που ήσαν οι δέκα μονόφθαλμοι νέοι με τον γέροντα και τότε εσείσθη με σφοδρότητα, εις τόσον, που με έρριξε καταγής, και με την ουράν του με εκτύπησεν εις το δεξιόν μάτι και με ετύφλωσεν και έπειτα έγινεν άφαντον. Εγώ από την λύπην που έχασα το μάτι μου δεν επήγα να χαιρετήσω εκείνους τους νέους και μάλιστα διά την εντροπήν που δεν ήκουσα την συμβουλήν τους· και ύστερα εξουράφησα τα γένεια και τα φρύδια και ενδυθείς τότε το φόρεμα των Δερβίσιδων αφού επέρασα αγνώριστος διαφόρους πόλεις, κατέληξα εδώ εις την Βαβυλώνα και σήμερον εις την πόρτα του κάστρου συναπάντησα τούτους τους άλλους δύο συναδέλφους μου και ελάβαμε την τιμήν να έλθωμεν εδώ εις το σπήτι σου και να λάβωμεν τόσες περιποιήσεις.
Αυτή λοιπόν, ω κυρία, είνε η πολύαθλός μου ιστορία. Τότε η Ζωηδία του λέγει· έχε την ελευθερίαν σου και πήγαινε όπου σου αρέσει· αυτός την παρεκάλεσε διά να μείνη μαζί με τους συντρόφους να ακούση την ιστορίαν και των άλλων τριών ξένων και έλαβε την άδειαν. Έπειτα η Ζωηδεία στραφείσα προς τον βασιλέα Καλίφην, προς τον Γαφέρ και προς τον Αρχιευνούχον, τους οποίους δεν εγνώριζε διά τοιούτους, λέγει τους· τώρα και σεις πρέπει να μας διηγηθήτε την ιστορίαν σας.
Ο Βεζύρης, που πάντοτε ωμιλούσε και διά τους τρεις απεκρίθη της· κυρία διά να υπακούσωμεν εις τας προσταγάς σου, ημείς δεν έχομεν άλλο να διηγηθώμεν παρά να επαναλάβωμεν όσα είπαμεν προτού να έμβωμεν μέσα εις το σπήτι σας· ημείς είμεθα πραγματευταί από το Μουσούλ και ήλθαμε εδώ εις την Βαβυλώνα διά να πωλήσωμεν τας πραγματείας μας, τας οποίας έχομεν εις το Βεζυρχάνιον, όπου εκονεύσαμεν· και επειδή διά υποθέσεις της πραγματείας μας ευρισκόμεθα έξω από το κονάκι μακράν, και έως που να γυρίσωμεν επέρασε μέρος της νυκτός και το χάνι εκείνην την ώραν πάντοτε ευρίσκετο κλεισμένον και μη έχοντες άλλο καταφύγιον διά να ξενυκτήσωμεν, περνώντας από το σοκάκι σας κατά τύχην, ακούσαντες λαλούμενα και τραγούδια εκρίναμεν εύλογον να κτυπήσωμεν την θύραν και να παρακαλέσωμεν, εάν είναι ο ορισμός των οικοκυραίων διά να μας φιλοξενήσουν ταύτην την νύκτα· όθεν ηξιώθημεν την καλήν τύχην και τιμήν να λάβωμεν φιλοξενίαν, περιποίησιν, και κάθε άλλην επιδεξίωσιν εδώ εις το αρχοντικόν σας· αυτή λοιπόν είνε η ιστορία μας.
Η Ζωηδία εις ταύτα τα λόγια του Βεζύρη εφάνη να έχη κάποιαν αμφιβολίαν και υποψίαν· αλλ' οι τρεις Δερβισάδες που εκατάλαβαν την γνώμην της από το βλέμμα, ευθύς επρόσπεσαν και την παρεκάλεσαν να λάβη την ιδίαν καλωσύνην και να συμπαθήση ομοίως και τους πραγματευτάς· Τότε η Ζωηδία τους λέγει. Ας έχουν λοιπόν και αυτοί την ελευθερίαν τους, όμως θέλω ταύτην την ώραν να φύγητε απ' εδώ όλοι σας και λέγοντάς ταύτα τα λόγια με βλέμμα σοβαρόν, εκατάλαβαν εκείνοι οι επτά φίλοι πώς θέλει διά να την υπακούσουν και μάλιστα διά τους επτά Αράπηδες σκλάβους, που τους εκρατούσαν εις συστολήν και φόβον.
Αφού λοιπόν εβγήκαν έξω και έκλεισεν η θύρα, ο βαστάζος έδραμεν εις το σπήτι του· ο δε βασιλεύς Καλίφης λέγει των Δερβισάδων· εσείς που είσθε ξένοι και δεν γνωρίζετε την πολιτείαν όντας ακόμη νύκτα, ακολουθήτε μας, και θέλομεν σας δώσει τόπον να ξενυκτήσητε· έπειτα μυστικά λέγει του Βεζύρη του· οδήγησέ τους εις το παλάτι σου και αύριον θέλεις τους παρουσιάσει έμπροσθέν μου διότι θέλω να γράψω την ιστορίαν τους εις τους χρονογράφους της ιστορίας του βασιλείου μου.
Την ερχομένην αυγήν ο Βεζύρης παρουσίασεν εις τον βασιλέα τους τρεις Δερβισάδες κατά την προσταγήν που έλαβεν· έπειτα ο βασιλεύς τον επρόσταξε να στείλη με εύμορφον τρόπον, να καλέση και εκείνες τες τρεις εύμορφες αδελφές, Ζωηδίαν, Αμηνάν και Σεραφίαν.
Όταν λοιπόν παρουσιάθησαν έμπροσθεν εκείνες η αδελφές λέγει τους ο βασιλεύς· ηξεύρετε ότι εγώ ομού με τον Βεζύρην και τον Αρχιευνούχον μου εστάθηκα εις το σπήτι σας ψες υπό μορφήν πραγματευτών από το Μουσούλ; όμως μη φοβηθήτε παντελώς, δεν θέλετε λάβει καμμίαν ενόχλησιν· είμαι περίεργος να μάθω εκείνο το φαινόμενον των δύο μαύρων σκύλλων, τας οποίας αφού τας έδειρες (ομιλώντας προς την Ζωηδίαν) έκλαυσες και συ και ύστερα τας εφίλησες και με το μανδήλι σου εσφόγγισες τα δάκρυά τους και διατί η Αμηνά έχει το στήθος της όλον πληγωμένον και τέλος πάντων ποίαι είσθε εσείς; Τότε άρχισεν η Ζωηδία να διηγηθή την ιστορίαν της ούτως.
&Ιστορία της Ζωηδίας.&
Η ιστορία μου κραταιότατε βασιλεύ, είνε η πλέον παράδοξος από όσας ήκουσες, ως νομίζω. Εγώ και οι δύο εκείνες σκύλλες είμεθα αδελφές από τον αυτόν πατέρα και μητέρα· και πώς μετεμορφώθησαν εις τέτοια ακάθαρτα ζώα, η συνέχεια της ιστορίας θέλει το φανερώσει· οι δύο αυτές νέες που είνε εδώ παρούσαι και συγκατοικούν μαζί μου, είνε και αυτές αδελφές μου από τον αυτόν πατέρα, αλλά από άλλην μητέρα· και διατί το στήθος της Αμηνάς είνε πληγωμένον, η κατά μέρος ιστορία της θέλει το φανερώσει.
Μετά τον θάνατον του πατρός μας εμοιράσαμεν εξίσου την πατρικήν μας πλουσιοπάροχον περιουσίαν και τούτες οι δύο αδελφές μόλις έλαβον το μερίδιόν τους, ανεχώρησαν να κατοικήσουν με την μητέρα τους· αλλ' εγώ με τις άλλες μου δύο αδελφές εμείναμεν εις το πατρικόν σπίτι με την μητέραν μας έτι ζώσαν· και μετά τον θάνατον της μητρός μας οι δύο αδελφές μου, ηθέλησαν να υπανδρευθούν αλλ' επειδή έτυχαν άνδρες κακής διαθέσεως, οι οποίοι αφού τους κατεξώδευσαν όλην τους την προίκα εις μέθας και ασελγείας, ευρίσκοντες ψευδή τινά πρόφασιν, τας εχώρισαν· και αυτές μη έχουσαι πού να καταφύγουν, κατέφυγον εις εμένα· εγώ με αδελφικήν αγάπην τας εδέχθην και τας είπα· ιδού όλη μου η περιουσία, την οποίαν κοινολογώ και εις σας· μείνατε μαζί μου και θέλετε ζήσει ήσυχα.
Αλλ' επειδή και εγώ έθρεφα κουκούλια εις μεγάλην ποσότητα, επολλαπλασίασα με τοιούτον εισόδημα το μερίδιον της πατρικής μου κληρονομίας, εις τόσον που ήτον αρκετόν και εις τας τρεις μας να ζήσωμεν πλουσιοπάροχα. Αλλ' αφού επέρασαν δέκα χρόνια οι αυτές αδελφές μου ηθέλησαν πάλιν να υπανδρευθούν· εγώ προσεπάθησα να τας εμποδίσω, αυτές όμως μου επρόβαλον τα δικαιολογήματά τους, ότι η γυναικεία φύσις όταν συνηθίση με άνδρα, είνε δύσκολον να ζήση χωρίς αυτόν.
Εγώ μ' όλα τούτα τας επροίκισα από την ιδίαν μου περιουσίαν· αλλ' η κακή τους τύχη πάλιν τους έδωσεν άνδρας χείρονας των πρώτων και έπαθον τα ίδια ή και χειρότερα από τους πρώτους. Και μετά την υπανδρείαν αυτών εγώ επολλαπλασίασα ασυγκρίτως την περιουσίαν μου με το εισόδημα από τα κουκούλια· και μάλιστα αγοράζοντες τα μετάξια πολλών άλλων γυναικών της πόλεως με τα μετρητά εις τον καιρόν, ελάμβανα μέγα κέρδος πωλώντας τα όλα μαζί εις τους πραγματευτάς της Ινδίας. Αλλά μετά δύο χρόνους οι αδελφές μου πάλιν επρόσπεσαν εις εμένα να τας δεχθώ διότι οι άνδρες των τας κατήντησαν εις άκραν δυστυχίαν. Εγώ μετά πάσης χαράς τας εδέχθην και όλην μου την περιουσίαν την έκαμα κοινήν και εις αυτάς· εκείνον όμως τον χρόνον έγειναν πολλά μετάξια εις ταύτην την επαρχίαν της Βαβυλώνος και οι πραγματευταί της Ινδίας, διά τους εκεί πολέμους, δεν ήλθον να τα αγοράσουν· όθεν όλοι ηξεύροντες πώς εγώ αγοράζω τα μετάξια τα έφερον εις εμέ· και εγώ έχοντας μετρητά που μου επερίσσευαν, αγόρασα όλα τα μετάξια εκείνου του χρόνου· το ίδιον ακολούθησε και τον ερχόμενον χρόνον ώστε εγέμισα πολλά μαγαζιά με μετάξια.
Και βλέποντας ότι οι συνηθισμένοι πραγματευταί δεν έρχονται να αγοράσουν, αποφάσισα να ταξειδεύσω διά να πουλήσω τα μετάξια μου. Ηγόρασα ένα καράβι εις το οποίον βάνοντας τους σκλάβους μου διά ναύτας, το εφόρτωσα με τα μετάξια· εμβήκα και εγώ μέσα ενδεδυμένη ανδρικά φορέματα, λαμβάνοντας μαζί μου και τις αδελφές μου· και αναχωρήσαντες με επιτήδειον αέρα, μετά είκοσιν ημέρας εφθάσαμεν εις ένα μεγάλο νησί και αράξαμεν εις τον λιμένα μιας μεγάλης πόλεως, που ήτον η Βασιλική καθέδρα εκείνου του νησιού.
Ευθύς που οι ναύται έρριψαν την άγκυραν και έδεσαν το πλοίον εγώ βλέποντας έξωθεν κτίρια μεγαλοπρεπή, δεν επρόσμενα τας αδελφάς μου διά να με συνοδεύσουν, αλλ' όντας ανδρικά ενδεδυμένη έζωσα το σπαθί μου και εκίνησα προς την θύραν της πόλεως. Εκεί βλέπω διαφόρους στρατιώτας φύλακας της θύρας του κάστρου οι οποίοι είχον το βλέμμα τους τόσον άσχημον ώστε με εφόβισαν, αλλ' όμως ήσαν ακίνητοι και ούτε τα μάτια τους εγύριζαν· και λαμβάνοντας ολίγον θάρρος τους εχαιρέτισα και ουκ ην φωνή, ούτε ακρόασις.
Τότε εκατάλαβα ότι ήσαν αγάλματα άψυχα και ακίνητα και ήσαν μεταμορφωμένα από ανθρώπους εις τόσους λίθους· και προχωρώντας μέσα εις την πολιτείαν, συναπαντούσα εις κάθε μέρος τοιούτους απολιθωμένους ανθρώπους κάθε τάξεως και ηλικίας, άνδρας, γυναίκας και παιδιά. Όταν έφθασα εις την αγοράν εύρον πολλά εργαστήρια ανοικτά, εις τα οποία είδα ανθρώπους, τινάς μεν καθημένους, τινάς δε ορθούς, άλλους δε πάλιν εις σχήμα να δουλεύουν και εν κοντολογία ευρίσκοντο εις τοιαύτην θέσιν, καθώς απαιτεί το επάγγελμα του καθενός να εργάζηται· τα εργαστήρια όμως ήσαν γεμάτα από πραγματείας και θησαυρούς. Και βλέποντας τέτοια παράδοξα, χωρίς να ιδώ παντελώς κανέναν άνθρωπον ζωντανόν, συνεπέρανα ότι όλοι οι άνθρωποι εκείνης της πόλεως ήσαν μεταμορφωμένοι εις λίθους.
Έπειτα προβαίνοντας παρεμπρός εύρον μίαν ευρυχωροτάτην πλατείαν εις το μέσον της πόλεως· εκεί είδα ένα ευμορφότατον παλάτι, του οποίου η θύρες ήσαν από μάλαμα καθαρόν και συνεπέρανα ότι ήτο το παλάτι του βασιλέως εκείνης της πόλεως. Και εμβαίνοντας μέσα εις την αυλήν του παλατίου, είδα μίαν σκάλαν, εις την οποίαν ήτον πλήθος ανθρώπων εις σχήμα που εφαίνοντο άλλοι να αναβαίνουν και άλλοι να καταβαίνουν, αλλ' όλοι λίθοι ακίνητοι. Από την μεγάλην σιωπήν που ήτον εκεί μου επροξενείτο κάποιος φόβος· αλλ' έλαβα θάρρος και τόλμην, μάλιστα μη βλέποντας άνθρωπον ζωντανόν, επροχώρησα μέσα εις τα ανώγεια και θαλάμους του παλατίου.
Εκεί βλέπω εις τον θρόνον καθήμενον έναν ενδεδυμένον βασιλικά με κορώναν και με το σκήπτρον και από το ένα μέρος και το άλλο πολλούς γονατιστούς εις σχήμα να τον προσκυνούν και άλλους ορθούς με τα χέρια σταυρωτά, όμως όλοι ακίνητοι και εσυμπέρανα ότι εκείνος ήτον ο βασιλεύς με τους μεγιστάνας του.
Έπειτα εμβήκα εις άλλους θαλάμους και εκεί είδα την βασίλισσαν ένα λίθον ακίνητον και την εγνώρισα διά βασίλισσαν από το πολύτιμον στεφάνι, που είχεν εις την κεφαλήν και από τα πολύτιμα πετράδια και μαργαριτάρια που εφορούσε· και ολόγυρά της ήσαν ευνούχοι Αράπηδες όλοι απολιθωμένοι. Μετά ταύτα εμβήκα εις άλλους θαλάμους και εκεί εύρον ένα κρεββάτι στολισμένον με ολόχρυσα σκεπάσματα, κεντημένα με μαργαριτάρια, πολυποίκιλα πετράδια· και από το ένα μέρος και από το άλλο ήσαν δύο διαμάντια μεγάλα ωσάν τα αυγά της στρουθοκαμήλου και ακτινοβουλούσαν καθώς ο ήλιος εις τον καθρέπτην. Εις την κορυφήν του κρεββατιού ήσαν δύο λαμπάδες αναμμένες και από τούτο το φαινόμενον εκατάλαβα ότι εκεί ευρίσκετο κανένας ζωντανός, επειδή αι λαμπάδες αφ' εαυτού των ήτον αδύνατον να καίουσιν.
Εις ταύτην την κάμαραν εστάθηκα αρκετήν ώραν να στοχάζωμαι τους πολυτίμους θησαυρούς που την εστόλιζαν και τα αξιοθαύμαστα και πολύτιμα σκεύη· και βλέποντας ότι επλησίασεν η νύκτα, εβγήκα από εκείνον τον θάλαμον με σκοπόν διά να γυρίσω εις το καράβι μου από την ιδίαν στράταν που εμβήκα· αλλ' όταν εκλωθογύρισα διάφορα δωμάτια και ανώγεα έχασα τη στράταν και δεν ηδυνάμην να έβγω αποκεί. Ως τόσον ενύκτωσε και τότε απεφάσισα να ξενυκτήσω εις εκείνην την κάμαραν, όπου ήτον η λαμπάδες αναμμένες, η οποία ήτον όλη στρωμένη με εύμορφους τάπητας και πολύτιμα μαξιλάρια· και ακούμπησα εις μίαν μαξιλάραν, έστεκα όμως με πολύν φόβον και ούτε ηδυνάμην να αποκοιμηθω.
Αφού επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός προς το μεσονύκτιον ήκουσα μίαν φωνήν, που εφαίνετο ότι ήτον ανθρώπου, που ανέγνωθε το βιβλίον του μεγάλου Προφήτου. Εγώ πρώτον εις τοιαύτην φωνήν εφοβήθην πολύ· Έπειτα λαμβάνοντας θάρρος, έλαβα την μίαν λαμπάδα· και έτρεξα προς το μέρος που ηκούετο η φωνή· και περνώντας από διάφορες θύρες, έφθασα εις ένα δωμάτιον, και εκεί εύρον έναν νέον γονατιστόν να προσεύχεται, αναγινώσκοντάς μεγαλοφώνως το βιβλίον του προφήτου, έμπροσθεν του οποίου ήσαν πολλές λαμπάδες αναμμένες και το βιβλίον επάνω εις ένα σκαμνί μαλαματένιον. Εις τοιούτον ανέλπιστον φαινόμενον εγώ έμεινα εκστατική, στοχαζομένη πώς είνε δυνατόν να έμεινε αυτός ζωντανός εις μίαν πόλιν που όλοι μετεμορφώθησαν εις λίθους· ίσως εδώ να είναι κανένα απόκρυφον της φύσεως ή της μαγείας έργον.
Αλλ' ωσάν που η θύρα εκείνου του ευκτηρίου οίκου ήτον μισοκλεισμένη, εγώ την άνοιξα, και μεγαλοφώνως είπον «Ας είναι δοξασμένον το όνομα του μεγάλου Προφήτου, ο οποίος μας έδωσε την χάριν διά να φθάσωμεν εδώ εις καλόν κατευόδιον· έτσι τον παρακαλώ να μας έχη εις την προστασίαν του, έως που να φθάσωμεν και εις την πατρίδα μας· δέομαί σου, προφήτα, εισάκουσόν μου την δέησιν.»
Εκείνος ο νέος τότε, θεωρώντας με εις τοιούτον σχήμα ανδρικόν, μου λέγει· πιστέ φίλε του μεγάλου Προφήτου, ειπέ μοι ποίος είσαι, και πώς ήλθες εις τούτην την ερημωμένην πόλιν· ομοίως έπειτα και εγώ θέλω σου φανερώσει, τις είμαι, τι μου συνέβη και διά ποίαν αιτίαν οι κάτοικοι της πόλεως μετεμορφώθησαν εις λίθους, και εγώ μόνος έμεινα υγιής. Τότε εγώ του διηγήθηκα όλην μου την ιστορίαν καταλεπτώς· και αυτός ομοίως διά να μου ευχαριστήση την περιέργειαν, μου λέγει·
Ο βασιλεύς ο πατήρ μου, η μητέρα μου η βασίλισσα, όλοι οι κάτοικοι της πόλεως και όλος ο λαός του βασιλείου ήσαν ειδωλολάτραι και μάγοι και εγώ αν και που εγεννήθην από γονείς ειδωλολάτρας έλαβα όμως καλήν τύχην, διότι όντας νέον παιδίον, ο πατήρ μου διώρισεν μίαν δούλην γραίαν διά να με κυβερνά και να με ανατρέφη· αυτή ήτο καλή Μουσουλμάνα και με εδίδαξε κρυφίως όλο το βιβλίον του προφήτου, πώς να διαβάζω και πώς να προσεύχωμαι· και μετά τον θάνατόν της εγώ εφύλαξα ότι με εδίδαξεν απαράλλακτα.
Είναι σχεδόν τρεις χρόνοι που ηκούσθη μία φωνή αιφνηδίως και αοράτως να λέγη· «Κάτοικοι, αφήσατε την ειδωλολατρείαν και την μαγείαν»· και η αυτή φωνή ηκούετο εις διάστημα τριών χρόνων· αλλά κανείς δεν μεταννόησεν· την τελευταίαν ημέραν του τρίτου χρόνου, κατά την τετάρτην ώραν της ημέρας αιφνηδίως όλοι οι κάτοικοι της πόλεως μετεμορφώθησαν εις λίθους καθένας εις εκείνο το σχήμα και την στάσιν που ευρίσκετο· εδοκίμασε την αυτήν δυστυχίαν και ο πατήρ μου και η μήτηρ μου και έμεινα εγώ μόνος που με εφύλαξεν ο μέγας Προφήτης και είμαι βέβαιος, ότι αυτός σας εξαπέστειλεν εδώ διά παρηγορίαν μου.
Εις το αναμεταξύ που μου εδιηγείτο ο νέος την ιστορίαν του, εγώ τον εθεωρούσα με προσοχήν ώστε με εφάνη τόσον ωραίος, τόσον χαριτωμένος, που τον ηγάπησεν η ψυχή μου και μου εκίνησεν εις τοιούτον έρωτα, που ποτέ δεν εδοκίμασα παρόμοιον και μη ημπορώντας να υπομείνω από τον έρωτα, του εφανέρωσα την γνώμην μου, και του είπον ότι εις το εξής είσαι αυθέντης και εις εμένα και εις το καράβι μου και να έλθης μαζί μου εις την Βαβυλώνα, που διοικεί ένας ευσπλαγχνικώτατος Βασιλεύς, και θέλει σε τιμήσει κατά την αξίαν σου διά να αποφύγης τούτον τον φοβερόν τόπον.
Ο νέος βασιλεύς εδέχθη μετά πάσης χαράς το ζήτημα και περάσαμεν το επίλοιπον της νυκτός εις μίαν ξεφάντωσιν που εις τοιαύτην περίστασιν δύναται να στοχασθή κανείς. Την αυγήν οι δύο μας συντροφιασμένοι κατέβημεν εις τον λιμένα και εδιηγήθην εις τας αδελφάς μου όλην την ιστορίαν του νέου και όσα είδα. Έπειτα εις μερικάς ημέρας οι ναύται εξεφόρτωσαν τα μετάξια όλα και εφορτώσαμεν το καράβι από τους πολυτίμους θησαυρούς εκείνου του βασιλείου, ήγουν πολύν χρυσόν, πολυτίμους λίθους από πολυποίκιλα πετράδια και μαργαριτάρια και άλλα σκεύη χρυσά και αργυρά, όσα δηλαδή ηδύνατο να σηκώση το καράβι, τα δε επίλοιπα τα αφήσαμε διότι εάν ηθέλαμε να σηκώσωμε όλα τα πλούτη εκείνα, δεν έφθανον ούτε εκατόν καράβια.