Part 8
Εγώ τότε έμεινα εκεί με άκραν μου λύπην εις μορφήν τοιούτου ζώου, εις τόπον άγνωστον, μην ηξεύροντας εις ποίον μέρος του κόσμου ευρισκόμουν, σιμά ή μακράν από το βασίλειον του πατρός μου. Κατέβην το βουνόν εις ένα κάμπον ευρυχωρότατον, και περιεπάτησα ένα μήνα έως να φθάσω εις το περιγιάλι· κατά τύχην έως τρία μίλια μακράν είδα ένα πλοίον το οποίον επειδή ήτον γαλήνη έπλεεν αργά· εγώ διά να μη χάσω μίαν τοιαύτην ευκαιρίαν, έσυρα ένα ξύλον από τον αιγιαλόν εις την θάλασσαν, και αναβαίνοντας εις αυτό και μεταχειριζόμενος διά κουπιά τα χέρια και τους πόδας μου, έφθασα το καράβι, και πλησιάσας επιάσθηκα από ένα σχοινί, και με ευκολίαν ανέβηκα επάνω και με σχήματα και νεύματα που έκαμα δακρυρροώντας εκίνησα τον καραβοκύρην εις έλεος, και με έλαβεν εις την προστασίαν του, μολονότι οι άλλοι πραγματευταί και ναύται δεισιδαίμονες ήθελαν να με φονεύσουν· αυτός όμως λαμβάνοντάς με εις την προστασίαν του, παρήγγειλεν εις όλους να μην αποτολμήση κανείς να με ενοχλήση, ή να με δείρη· και αυτός με εχάιδευε και με περιεποιείτο. Όθεν και εγώ, εάν δεν ηδυνάμην να ομιλήσω, όμως με τα κινήματα έδειχνα την ευγνωμοσύνην μου προς τον ευεργέτην μου· και αφού εμβήκα μέσα εκείνο το πλοίον έλαβε τοιούτον επιτήδειον και ευτυχή άνεμον ώστε εις πενήντα ημέρας εφθάσαμεν εις ένα λιμένα μιας μεγαλοπρεπούς και ωραιοτάτης πόλεως, βασιλικής καθέδρας ενός κραταιοτάτου βασιλέως που ήτο το πλουσιώτατον εμπόριον όλου του βασιλείου. Την ερχομένην ημέραν έπεμψεν εκείνος ο βασιλεύς διαφόρους άρχοντας αξιωματικούς, διά να συγχαρούν και τον καραβοκύρην και τους πραγματευτάς διά το καλό ταξείδι εκ μέρους του και να παρακαλέσουν διά να γράψη καθένας από ένα στίχον ιδιοχείρως του κατά τον χαρακτήρα και την καλλιγραφίαν που έκαστος ηξεύρει, λέγοντές του· επειδή ο βασιλεύς είχεν ένα βεζύρην πολύ επιτήδειον και καλλιγράφον, ο οποίος απέθανε προ ολίγου καιρού και έως τώρα εις όλον του το βασίλειον δεν ευρέθη παρόμοιος, ο σκοπός του είνε, όταν εύρη ένα επιτήδειον και παρόμοιον καλλιγράφον, να τον υψώση εις το αξίωμα του Βεζύρη.
Αφού έγραψαν όλοι οι πραγματευταί όσον ηδύναντο καλύτερον διά να επιτύχουν τοιούτον βαθμόν αξίας, επλησίασα και εγώ και έλαβα το χαρτί διά να γράψω· αυτοί εφοβήθησαν μήπως θέλω να το σχίσω, ή να το ρίξω εις την θάλασσαν και εβόησαν όλοι ομοφώνως· αλλ' όταν είδαν πώς με πολλήν επιτηδειότητα εκρατούσα, το χαρτί και το κονδύλι, κάμνοντας σχήμα πώς θέλω να γράψω έμειναν εκστατικοί.
Αλλά καθώς δεν είχαν ιδεί ποτέ μαϊμού να ηξεύρη να γράφη και ούτε επίστευον τοιούτον πράγμα να δοθή, ήθελον σατανικώς να μου βγάλουν το χαρτί από τα χέρια· ο καραβοκύρης όμως με επροστάτευσε, λέγοντάς τους· αφήσατέ την να γράψη και αν μεν λερώση το χαρτί σας υπόσχομαι να την παιδεύσω, αν δε εξεναντίας γράφη καλά, θέλομεν ιδεί ένα θαύμα, ως δεν αμφιβάλλω, διότι εξυπνοτέραν και επιτηδειοτέραν μαϊμού εις την ζωήν μου δεν είδα.
Τότε εγώ λαμβάνοντας άδειαν έγραψα έξ λογιών χαρακτήρας κατά την πλέον εκλεκτήν καλλιγραφίαν των Αράβων, και εις κάθε χαρακτήρα εσύνθεσα εκ του προχείρου ένα έμμετρον τετράστιχον ιαμβικόν, περιέχον φήμην και εγκωμιαστικόν του αυτού βασιλέως· ο χαρακτήρας της καλλιγραφίας μου όχι μόνον υπερέβαινεν όλας των πραγματευτών, αλλά τολμώ να είπω ότι εις εκείνον τον τόπον δεν εφάνη παρόμοιος έως τότε· και όταν ετελείωσα, οι αξιωματικοί έλαβον εκείνο το γραμμένον χαρτί και το παρουσίασαν εις τον βασιλέα.
Και λαμβάνοντας το χαρτί δεν εκύτταξε παντελώς τους άλλους χαρακτήρας, μόνον τον ιδικόν μου με μεγάλην προσοχήν και του ήρεσε τόσον, ώστε επρόσταξε τους αξιωματικούς του, λέγων λάβετε το καλύτερον βασιλικόν άλογον στολισμένον με μεγαλοπρέπειαν, και ένα φόρεμα βασιλικόν διά να ενδύσετε εκείνο το υποκείμενον, που έγραψε τούτους τους έξ ειδών χαρακτήρας, και παρουσιάσατέ το έμπροσθέν μου. Εις ταύτην την προσταγήν εγέλασαν οι αξιωματικοί. Ο βασιλεύς θυμωθείς διά την αυθάδειάν τους, ήτο έτοιμος να τους παιδεύση, αλλ' επρόλαβαν ευθύς· κραταιότατε βασιλεύ, παρακαλούμεν την βασιλείαν σου να μας συμπαθήσης. Αυτοί οι χαρακτήρες δεν είναι ανθρώπου, αλλά τους έγραψε μία μαϊμού· και πώς συμβαίνει τούτο; Λέγει ο βασιλεύς· πράγμα ανήκουστον λέγουν του οι αξιωματικοί· ας βεβαιωθή η βασιλεία σου, ότι ημείς είμεθα αυτόπται μάρτυρες που τους έγραψεν η μαϊμού. Τότε ο βασιλεύς στοχαζόμενος το πράγμα αξιοθαύμαστον και περίεργος διά να ιδή ένα τέρας, λέγει· κάμετε γρήγορα καθώς σας επρόσταξα· και παρουσιάσατέ μου εδώ την μαϊμούν την τόσον εξαίρετον. Οι βασιλικοί υπηρέται λοιπόν κατά προσταγήν του βασιλέως ήλθον εις το καράβι και εφανέρωσαν την γνώμην του βασιλέως εις τον καραβοκύρην, ο οποίος απεκρίθη, ότι είνε έτοιμος να υπακούση εις την βασιλικήν προσταγήν.
Τότε ευθύς με ένδυσαν με τα βασιλικά φορέματα, με έβαλαν επάνω εις βασιλικόν άλογον και από τον λιμένα άρχισεν η παράταξις, όταν έτρεξε πλήθος λαού κάθε ηλικίας και τάξεως διά να ιδούν μίαν μαϊμούν, που ο βασιλεύς εξέλεξε διά βεζύρην του· και αφού έδωσα εις τον λαόν ένα θέαμα παράδοξον και ανήκουστον, έφθασα εις το βασιλικόν παλάτι, και ευρίσκω τον βασιλέα επί θρόνου καθήμενον εις το μέσον των μεγιστάνων και αρχόντων του παλατίου· τον επροσκύνησα τρεις φορές έως την γην, έπειτα εκάθισα εις σχήμα μαϊμούς εις την θέσιν του βεζύρη.
Όλη η σύγκλητος με μεγάλον θαυμασμόν με εθεωρούσε μην ημπορούντες να καταλάβουν πώς είνε δυνατόν μία μαϊμού να ηξεύρη με τόσην ευταξίαν να προσφέρη την προσκύνησιν που αρμόζει εις τον βασιλέα και τον χαιρετισμόν προς τους περιεστώτας με σχήματα τόσον αρμόδια που μόλις δύναται να τα κάμη ένας πρακτικός άνθρωπος του παλατίου· μάλιστα ο βασιλεύς με εθεωρούσε με μεγάλην απορίαν, λέγοντας αν μαζί με τα σχήματα και κινήματα είχα και τον λόγον, θα ήμουν το παραδοξότερον ον του κόσμου.
Και αφού ελύθη η σύναξις και ανεχώρησαν οι συγκλητικοί έμεινεν ο βασιλεύς με τον αρχιευνούχον του και με ένα νέον σκλαβόπουλον και επρόσταξε να ετοιμάσουν την τράπεζαν του γεύματος και μου έκαμε νεύμα να καθίσω μαζί του εις την τράπεζαν· εγώ διά να δείξω υποταγήν εφίλησα την γην, έπειτα εκάθισα εις την τράπεζαν, και έφαγα με πολλήν ευταξίαν και σεμνότητα και προτού να σηκώσουν την τράπεζαν είδα ένα καλαμάρι και έκαμα νεύμα να μου το δώσουν και λαμβάνοντάς το έγραψα επάνω εις ένα ροδάκινον εις στίχους πολιτικούς την ευχαρίστησίν μου προς τον βασιλέα διά τις τόσες περιποιήσεις και του το ενεχείρισα· και αναγινώσκοντάς τους αύξησεν ο θαυμασμός του.
Και όταν εσήκωσαν την τράπεζαν έφερον του βασιλέως ένα εξαίρετον πιοτόν από το οποίον μου έδωσεν ένα ποτήρι και αφού το έπια έγραψα και άλλους στίχους, εις τους οποίους εφανέρωνα την κατάστασίν μου συνωδευμένην με τόσες ταλαιπωρίας και κακοπαθείας· ανέγνωσε και εκείνους ο βασιλεύς και είπεν· εάν ένας άνθρωπος ήτον αρκετός να γράφη με τοιούτον στοχασμόν και τελειότητα, θα ήτον ο σοφώτερος όλων των σοφών.
Επρόσταξεν ύστερα και του έφεραν το σανρτάτζιον διά να παίξη κάμνοντάς μου νόημα αν ηξεύρω να παίξω· και εγώ εφίλησα την γην, έβαλα το χέρι μου επάνω εις την κεφαλήν μου διά να δείξω πώς δέχομαι την τιμήν να παίξω μαζί του· και μου εκέρδισεν αυτός το πρώτον παιγνίδι· του εκέρδισα και εγώ το δεύτερον και τρίτον και καταλαμβάνοντας εγώ ότι τούτο του έδιδε κάποιαν ενόχλησιν εσύνθεσα ευθύς ένα τετράστιχον και του το παρουσίασα εις το οποίον έδειχνα ότι δύο δυνατά στρατεύματα την ημέραν επολεμούσαν με μεγάλον θυμόν και την νύκτα επερνούσαν με αγάπην και ησυχίαν αναμεταξύ των· ο βασιλεύς απορούσεν εις τόσα τεράστια που έβλεπεν εις μίαν μαϊμούν.
Έπεμψε να κράξη και την θυγατέρα του, διά να ιδή μίαν φιλόσοφον μαϊμού, επειδή και αυτή είχεν αρκετήν σπουδήν εις πολλάς επιστήμας· και όταν ήλθεν έμπροσθέν μας εσκέπασε το πρόσωπόν της, λέγει της ο βασιλεύς· διατί σκεπάζεσαι; εδώ δεν είνε κανείς άνδρας να σε ιδή· απεκρίθη η βασιλοπούλα· εδώ εις την μορφήν της μαϊμούς είνε ένας υιός μεγάλου βασιλέως, τον οποίον ένα πονηρόν Τελώνιον τον μετεμόρφωσεν εις τέτοιον σχήμα.
Ο βασιλεύς θαυμάσας εις το φαινόμενον εγύρισε προς εμένα, και χωρίς να μου ομιλήση, με νεύματα με ερώτησεν αν είνε αληθές εκείνο που λέγει η βασιλοπούλα· εγώ μην ημπορώντας να ομιλήσω, έβαλα το χέρι μου επάνω εις την κεφαλήν διά να βεβαιώσω τον λόγον της βασιλοπούλας· τότε λέγει της ο βασιλεύς· και πόθεν γνωρίζεις, ότι ήτον υιός βασιλέως και το Τελώνιον τον μετεμόρφωσεν εις τούτο το είδος; Του απεκρίθη εκείνη· η βασιλεία σου ηξεύρει, ότι εγώ έλαβα διά διδάσκαλον μίαν γραίαν, η οποία ήτο μία επιτηδειοτάτη μάγισσα, και με εδίδαξεν εβδομήντα κανόνας εις την μαγικήν τέχνην, με το μέσον των οποίων εγώ δύναμαι εις μίαν στιγμήν να μετατοπίσω ταύτην την πολιτείαν εις την μέσην του Ωκεανού· και με την αυτήν τέχνην ευθύς γνωρίζω ένα μεταμορφωμένον από την μαγείαν, και διά ποίαν αφορμήν. Εάν δύνασαι της λέγει ο βασιλεύς να τον λύσης από την μαγείαν, και να τον μεταβάλης εις την πρώτην του μορφήν, θέλεις μου προξενήσει την μεγαλυτέραν ευχαρίστησίν· ευθύς θέλω τον εκλέξει διά Βεζύρην μου, και θέλω σε στεφανώσει με αυτόν.
Η βασιλοπούλα υπακούοντας εις την προσταγήν του πατρός της υπεσχέθη να με επιστρέψη εις την μορφήν μου· και ευθύς έδραμε, και έφερεν ένα βιβλίον με ένα μαχαίρι, και μας έφερεν εις μίαν κρυφήν αυλήν του παλατίου· και εκεί εσχημάτισε με το μαχαίρι ένα κύκλον εις την γην, και έγραψε μέσα εις τον κύκλον γράμματα Αραβικά με χαρακτήρας της Κλεοπάτρας· και διαβάζοντας κάποιους εξορκισμούς από το βιβλίον αιφνιδίως εσκοτίσθη ο αέρας, ωσάν να ήτον νύκτα.
Ημείς εφοβήθημεν τόσον ώστε εμείναμεν άφωνοι, και μάλιστα όταν έξαφνα παρουσιάσθη το Τελώνιον με σχήμα ενός φοβερωτάτου λιονταρίου· αλλ' η βασιλοπούλα άφοβη του λέγει· πονηρέ σκύλλε, τι θαρείς ότι με αυτό το σχήμα θα με φοβίσης; ευθύς ελάκτισε το λεοντάρι προς αυτήν και αυτή έτοιμη με το μαχαίρι το εχώρισεν εις δύο κομμάτια, τα οποία αφανίσθησαν και έμεινε μόνον η κεφαλή, η οποία μετεβλήθη εις σκορπίον, και η βασιλοπούλα μετέβαλε το μαχαίρι της εις ένα όφιν πτερωτόν, και έκαμε μέγαν πόλεμον με τον σκορπίον· ο σκορπίος έρριξεν ένα κεντρί από την ουράν του, και κτυπώντας με εις το δεξιόν μάτι με ετύφλωσε. Τότε ο όφις μετεβλήθη εις δράκοντα, που έβγαζε φλόγας από το στόμα· και κυνηγώντας τον κατέκαυσεν, αφού μετεμορφώθη εις διάφορα είδη· και ύστερα ηκούσθη μια φωνή να λέγη· ενίκησα· και η βασιλοπούλα έπιασε τον δράκοντα από την ουράν, ο οποίος ξερνώντας μίαν ύλην έγινε μαχαίρι· η δε ύλη έβγαλε μίαν δυσωδίαν ανυπόφορον· έπειτα η βασιλοπούλα με ερράντισε με ένα νερόν εις το οποίον έβαλε μέσα το μαχαίρι λέγοντας κάποια λόγια, και ευθύς έλαβα την πρώτην μου μορφήν, έμεινα όμως μονόφθαλμος.
Λέγει ύστερα η βασιλοπούλα προς τον πατέρα της· ιδού εξεπλήρωσα την προσταγήν σου, όμως μετά δύο ή τρεις μήνας μέλλω να αποθάνω· διότι όταν ο σκορπίος επολεμούσε με τον δράκοντα, έχυσε το φαρμάκι του εις τον αέρα πλησίον μου, και επειδή εγώ ήμουν ιδρωμένη, εφαρμακώθη όλον μου το σώμα, και δεν έχω ελπίδα θεραπείας· ο βασιλεύς σχεδόν ημιθανής από τον φόβον του, ακούοντας και τα λόγια της θυγατρός του, έγινεν άλλος εξ άλλου, και λέγει μου· φθάνει σου αυτή η ευεργεσία· γρήγορα να φύγης από το βασίλειόν μου, διότι είσαι ο αίτιος του θανάτου μου και της θυγατρός μου.
Εγώ χωρίς απόκρισιν ευθύς εβγήκα από το παλάτι· και ξυραφίζοντας τα γένεια και φρύδια, ενδύθηκα τούτο το φόρεμα, και εβγήκα τέλος πάντων από την πόλιν εκείνην, διωγμένος ωσάν κατάδικος, έρημος, στερημένος από όλα, εκείνος οπού προ ολίγων ημερών εις το σχήμα και την μορφήν μαϊμούς ήμουν περίφημος, και δοξασμένος από όλους, και επιθυμούσα κάλλιον να ευρισκόμουν εις την μορφήν της μαϊμούς, παρά άνθρωπος τοιούτος καταφρονεμένος.
Τέλος πάντων αφού επέρασα αγνώριστος διαφόρους τόπους, απεφάσισα να έλθω εις την Βαβυλώνα με ελπίδα διά να προσπέσω εις τον εύσπλαγχνον τούτον βασιλέα, και ίσως με την διήγησιν της ιστορίας των παραδόξων συμβάντων και δυστυχιών μου θέλει κινηθή εις έλεος προς εμέ· και έφθασα σήμερον εις ταύτην την πόλιν, και πρώτος που συνήντησα, είνε ο συνάδελφός μου Δερβίσης, ο οποίος διηγήθη την ιστορίαν του προ εμού. Αυτή λοιπόν, ω κυρία, είνε η ιστορία μου, έως που έφθασα εδώ. Τότε η Ζωηδία του έδωσε την ελευθερίαν διά να υπάγη· αλλ' αυτός την παρεκάλεσε να μείνη διά να ακούση και τας ιστορίας των άλλων· και λαμβάνοντας την άδειαν εκάθησε πλησίον του πρώτου. Και έπειτα άρχισεν ο τρίτος την ιστορίαν του κατά τον ακόλουθον τρόπον... Τελειώνοντας την διήγησιν και του δευτέρου Δερβίση η Χαλιμά ηρώτησε τον βασιλέα Αϊδήν, εάν του άρεσε· και αυτός διά να δείξη την ευχαρίστησιν που έλαβε της εχάρισεν ένα πολύτιμον δακτυλίδι βεβαιώνοντας την αγάπην του και την παρεκίνησε να εξακολουθήση τας τοιαύτας διηγήσεις. Η δε Χαλιμά άρχισε την ιστορίαν και του τρίτου Δερβίση, ο οποίος διηγήθη την ιστορίαν του κατά την ακόλουθον τάξιν.
&Ιστορία του τρίτου Δερβίση, υιού βασιλέως.&
Μετά τον θάνατον του πατρός μου βασιλέως, ο οποίος ωνομάζετο Κασσίπης, έγινα ο διάδοχος της βασιλείας του, εις ένα πλουσιώτατον και πολυανθρωπότατον βασίλειον. Η πρωτεύουσα πόλις ήτο εις μίαν τοποθεσίαν ωραιοτάτην παραθαλάσσιον, με ένα θαυμάσιον λιμένα, επειδή ήτο το κέντρον όλου του βασιλείου· είχεν ένα μεγάλον ταρσανάν με πολλά καράβια της αρμάδας. Όταν έλαβα τα σκήπτρα της βασιλείας, επρόσταξα να ετοιμασθή μία αρμάδα αποτελουμένη από πενήντα καράβια, διά να υπάγω εις περιήγησιν εις όλα τα νησιά του βασιλείου μου, διά να τα στερεώσω εις την υποταγήν και με την παρουσίαν μου να τα βεβαιώσω διά το ενδιαφέρον μου.
Αφού λοιπόν ετελείωσα την περιήγησιν των νησίων, όντας με την αρμάδαν αραγμένην εις το πλέον μακρύτερον νησί, απεφάσισα με όλα μου τα καράβια να κάμω ένα ταξείδι προς τα μεσημβρινά μέρη του Ωκεανού, διά να ανακαλύψω και άλλα νησιά ή τόπους αγνώστους· την ερχομένην ημέραν εκάλεσα τον ναύαρχον, ήγουν τον επιστάτην της αρμάδας, και του έδωσα τοιαύτην προσταγήν, διά να ετοιμασθούν όλα τα καράβια να αναχωρήσωμεν· κατά την προσταγήν μου λοιπόν ευθύς ανεχωρήσαμεν.
Και μετά δύο μηνών πλουν είδαμεν μακράν εις την θάλασσαν ένα μικρότατον νησί· πρώτον μεν εχάρημεν διότι ανεκαλύψαμεν νέον τόπον, αλλ' όσον επλησιάζαμεν και το εβλέπαμεν μεγαλύτερον τόσον τα καράβια μας και χωρίς άνεμον έτρεχον προς αυτό. Τούτο το φαινόμενον μας εφόβισεν· όθεν έπεμψα τον καραβοκύρην υψηλά εις το κατάρτι με το τηλεσκόπιον διά να ανακαλύψη ποίον είνε αυτό το νησί· και μετ' ολίγον καταβαίνει θρηνώντας και κλαίοντας, λέγοντάς μου· Εχάθημεν, βασιλέα μου· διότι εκείνο είνε το βουνόν του Μαγνήτου, που τραβά τα καράβια έως εκεί από τα περόνια και όταν πλησιάσουν εις ωρισμένην απόστασιν ξεκαρφώνονται όλα τα καρφιά και σίδερα των καραβιών και με μεγάλην ορμήν κολλώνται εις τον μαγνήτην του βουνού, τα δε καράβια καταβυθίζονται.
Εις ταύτα τα λόγια του καραβοκύρη άρχισεν ένας κλαυθμός και οδυρμός όλου του στρατεύματος και των ναυτών, και δεν ηκούετο άλλο παρά ένας θρήνος· αλλ' όταν επλησιάσαμεν καλά και είδαμεν εκείνο το φοβερόν βουνόν, ηκούετο μία φοβερά ηχολογή και άρχισαν να τρίζουν τα καράβια και εφαίνοντο τα περόνια και τα σίδερα να ξεκαρφώνονται από τα καράβια και με μεγάλην ορμήν τρέχοντας εκολλούσαν εις το βουνόν του Μαγνήτου από του οποίου την σφοδράν ελκυστικήν δύναμιν τα καράβια ευθύς εσχίσθησαν εις κομμάτια και κατεβυθίσθησαν ομού και όλοι μου οι άνθρωποι επνίγησαν πλην εμού και μόνου, που κατά τύχην ενώ έπλεα επάνω εις ένα ξύλον, ο άνεμος με έβγαλεν εις ένα μέρος εκείνου του βουνού, που ήτο μία στενή στράτα με σκαλίδια, που ανέβαινον έως εις την κορυφήν, ώστε επιάσθηκα με φόβον από τα σκαλίδια εκείνης της δυσβάτου στράτας και με κόπον ανέβηκα εις την κορυφήν.
Εκεί ήτον ένας ναός ονομαζόμενος Πάνθεον· επάνω εις το πάνθεον έστεκεν ένα άγαλμα μπρούντζινον επάνω εις ένα άλογον από το αυτό μέταλλον. Εμβαίνοντας λοιπόν μέσα εις τον ναόν ευχαρίστησα την τύχην μου, που με εφύλαξεν έως τόσον ζωντανόν· εξενύκτησα μέσα εις τον ναόν εκείνην την νύκτα και εις το όνειρον μου εφάνη ένας σεβάσμιος, γηραλέος την μορφήν και λέγει· εάν σκάψης υποκάτω όπου κοιμάσαι, θέλεις εύρει ένα δοξάρι με σαΐτες μολυβένιες, κατασκευασμένες υποκάτω εις κάποιον αγαθοποιόν πλανήτην, διά να ελευθερωθή το ανθρώπινον γένος από πολλά κακά που του επανίστανται· έπειτα να ρίψης τες σαΐτες εις το άγαλμα και ευθύς θέλει πέσει, το μεν άγαλμα εις την θάλασσαν το δε άλογον προς το μέρος σου· τότε θέλει φουσκώσει η θάλασσα έως την κορυφήν και εκεί θέλει ευρεθή ένα καΐκι με ένα άνθρωπον μπρούντζινον που να κουπίζη και θέλεις εμβή εις το πλοιάριον εκείνο και εις δέκα ημέρας θέλει σε βγάλει κατευόδιον εις την πατρίδα σου· όμως πρόσεχε να μην αναφέρης το όνομα του μεγάλου Προφήτου παντελώς εις το ταξείδιόν σου, διά να μη σου συμβή κανένα ατύχημα.
Τότε από την χαράν μου εξύπνησα και ευθύς έσκαψα και εύρον τις σαΐτες και το δοξάρι, τας οποίας έρριψα εις το άγαλμα· και με την τρίτην το εγκρέμνισα εις την θάλασσαν, το δε άλογον έπεσε προς το μέρος μου. Τότε εφούσκωσεν η θάλασσα και εσκέπασε το βουνόν έως εις τα θεμέλια του ναού· και ιδού είδα το πλοιάριον με έναν άνθρωπον που εκούπιζε και ήρχετο προς εμέ και εγώ ευθύς εμβήκα εις το πλοιάριον και ο άνθρωπος εκείνος ο μπρούντζινος εγύρισεν οπίσω και εκούπιζε με βίαν και χωρίς να ομιλήσω παντελώς εχαιρόμουν, που το όνειρον αλήθευσεν εις όλα. Και αφού επέρασαν εννέα ημέραι του ταξειδίου μας, είδα μακρόθεν κάποια νησιά· τότε από την χαράν μου μεγαλοφώνως ευχαρίστησα το όνομα του μεγάλου Προφήτου, χωρίς να στοχασθώ την παραγγελίαν του γέροντος, που με ημπόδισε να αναφέρω το όνομα του Προφήτου· και μόλις ετελείωσα ταύτα τα λόγια ιδού το πλοιάριον ομού με τον άνθρωπον εβυθίσθη εις το πέλαγος.
Εγώ έμεινα επάνω εις το νερόν κολυμβώντας όσον ηδυνάμην κατά το επίλοιπον της ημέρας· έφθασεν όμως μία νύκτα σκοτεινή με άνεμον σφοδρόν και άρχισε να βοά η θάλασσα από τα κύματα και εγώ σχεδόν έχασα τας δυνάμεις μου, όταν αιφνιδίως ένα κύμα σφοδρόν με έφερεν εις το περιγιάλι του νησιού και με έρριξεν έξω, επάνω εις την άμμον και όταν επάτησα στερεάν γην, με γρηγορότητα έτρεξα διά να μην έλθη άλλο κύμα και με σύρη μέσα· ως τόσον εβγήκα υγιής εις το νησί· και την αυγήν όταν εξημέρωσεν, περιτριγύρισα όλο εκείνο το νησί και αγκαλά το εύρον έρημον, και ακατοίκητον και μακράν από την στερεάν έως ογδοήντα μίλια, το οποίον με ελύπησεν αρκετά, ήτον όμως γεμάτο από διάφορα χόρτα και δένδρα καρποφόρα· όθεν παρηγόρησα ολίγον την πεινασμένην και ταλαιπωρημένην κοιλίαν μου με τα οπωρικά που εύρον.
Και περιδιαβάζοντας εκεί μόνος, είδα μακρόθεν προς το μέρος της στερεάς ένα πλοιάριον με τα πανιά ανοικτά, που ήρχετο κατ' ευθείαν προς εκείνο το νησί· ως δε βεβαιώθην ότι ήρχετο να αράξη εκεί, έκρινα εύλογον να μη φανερωθώ ευθύς εις εκείνους τους ανθρώπους, μην ηξεύροντας αν ήσαν φίλοι ή εχθροί, και έτσι, εκρύφθηκα υψηλά εις ένα δένδρον φουντωτόν, εις τόσον που εγώ να ημπορώ να τους βλέπω χωρίς να φαίνωμαι.
Έφθασε λοιπόν το πλοιάριον και μόλις άραξεν ολίγον ξέμακρα από το δένδρον μου, ιδού και βλέπω να βγαίνουν έξω δέκα σκλάβοι, ένας γηραλέος, που εφαίνετο ο αυθέντης αυτών και ένας νέος έως χρονών δέκα πέντε· οι σκλάβοι έφερναν διάφορα αγγεία με φαγητά και πιοτά ως εφαίνετο και ένας εβαστούσεν ένα τσαπί και φτυάρι· επροχώρησαν προς το εσωτερικόν του νησιού και όταν έφθασαν εις μίαν πεδιάδα, είδα που ένας έσκαψεν ολίγον και άλλος έβγαζε το χώμα με το φτυάρι· έπειτα εσήκωσαν ωσάν μίαν σχάραν και εμβήκαν όλοι μέσα· τότε εσυμπέρανα ότι εκεί ήτον κανένα υπόγειον.
Και αφού επέρασεν αρκετή ώρα, είδα και εβγήκεν ο γέρων και οι σκλάβοι· και αφού εσκέπασαν την θύραν του υπογείου με την σχάραν και αφού έρριξαν απ' επάνω χώμα, ανεχώρησαν εις το πλοίον τους· και μη βλέποντας τον νέον να έβγη μαζί τους εσυμπέρανα ότι τον άφισαν εκεί μέσα· και αφού το πλοιάριον έκαμε πανιά και απεμακρύνθη αρκετά, εγώ περίεργος να ιδώ τι ήτον εκείνο το φαινόμενον, κατέβην από τα δένδρον, επήγα εις εκείνο το μέρος έβγαλα το χώμα, άνοιξα μίαν σιδηράν θύραν και βλέποντας μίαν σκάλαν έως είκοσι σκαλίδια, κατέβην έως κάτω και εκεί βλέπω ένα υπόγειον εύμορφα κατασκευασμένον με θόλον και καμάρες, φωτισμένον με διαφόρους λύχνους και λαμπάδας, στρωμένον με ωραίους τάπητας και μαξιλάρια και τον νέον εκείνον καθήμενον με ένα βιβλίον εις τας χείρας ο οποίος ως με είδεν εφοβήθη.
Αλλ' εγώ προλαμβάνοντάς τον με γλυκά και παρηγορητικά λόγια του έδωκα θάρρος και τον διεβεβαίωσα ότι θέλω να τον υπερασπισθώ και να του φυλάξω την ζωήν από κάθε κίνδυνον και πλησιάζοντας, τον εχαιρέτησα και τον ερώτησα ποία είναι η αιτία που ευρίσκεται εκεί εις την υπόγειον φυλακήν. Αυτός λαμβάνοντας θάρρος με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει να καθίσω πλησίον του· έπειτα άρχισε την ιστορίαν του και μου λέγει. Ο πατήρ μου είνε ένας πλουσιώτατος πραγματευτής και εις το γήρας απόκτησεν εμένα τον μονογενή του υιόν, είδεν όμως ένα όνειρον, ότι η ζωή μου μέλλει να είναι ολίγη· αυτό τον ελύπησε αρκετά· και διά τούτο εσυμβουλεύθη τους Αστρολόγους, διά να θεωρήσουν το γεννεθλιακόν μου θέμα των πλανητών και του απεκρίθησαν ότι ο υιός σου μέχρι του δεκάτου πέμπτου έτους της ηλικίας του θέλει ζήση άφοβα και ασφαλώς. Αλλ' όταν ο βασιλεύς Αγήβ, υιός του βασιλέως Κασσίπη εις εκείνον τον καιρόν θέλει γκρεμνίσει εις την θάλασσαν το μπρούτζινον άγαλμα, που στέκει στην κορυφήν του βουνού του Μαγνήτου, τότε ο υιός σου θα κινδυνεύει να θανατωθή από τον αυτόν βασιλέα εις διάστημα πενήντα ημερών μετά το κρήμνισμα του αγάλματος· και εάν αγαθή τύχη εις αυτό το διάστημα φυλαχθή, θέλει γίνει πολυχρόνιος η ζωή του· όθεν ο πατήρ μου επρόβλεψε προ καιρού να κατασκευάση τούτο το υπόγειον εις τούτο το ξερονήσι· και χθες ηκούσθη, ότι εκρημνίσθη το ρηθέν άγαλμα από τον αυτόν βασιλέα, που είνε δέκα μέρες· διά τούτο ευθύς έδραμεν ο πατήρ μου να με φέρη εδώ, ελπίζοντας βεβαίως ότι εκείνος ο βασιλεύς δεν θέλει έλθει εις τοιούτον ξερονήσι να με ζητήση, μάλιστα εις το υπόγειον και μετά σαράντα ημέρας θέλει έλθει να με παραλάβη απ' εδώ.
Εγώ ακούοντας αυτήν την ιστορίαν εγέλασα εις τον εαυτόν μου με τους ματαιόφρονας και απατεώνας Αστρολόγους και εφρόντισα με κάθε τρόπον να κρύψω το όνομά μου από εκείνον τον νέον διά να μη του προξενήσω φόβον θανάτου· προσεπάθησα μάλιστα να βγάλω ψεύστας τους Αστρολόγους, οι οποίοι επρόλεγαν ένα τοιούτον μάταιον πράγμα, που εγώ ούτε το εφανταζόμουν, μάλιστα ήμουν εντελώς ξένος από ταύτην την γνώμην και πώς ήτο δυνατόν να κάμω εγώ ένα τέτοιο παράνομον έργον;
Αφού δε ο νέος ετελείωσε την ιστορίαν του εγώ του έδωκα καλάς ελπίδας, τάζοντάς του, ότι εις τας τεσσαράκοντα αυτάς ημέρας θέλω μείνη πάντοτε μαζί του και θέλω βάλει την ζωήν μου δι' αυτόν· επρόσθεσα μάλιστα ότι επειδή και εγώ εναυάγησα εις τούτο το νησί και ήμουν εντελώς έρημος και αβοήθητος, θέλω λάβει την καλήν τύχην να έλθω εις το πλοίον του πατρός του μαζί του, διά να περάσω εις την πατρίδα μου· και διά τούτο θέλω του είμαι πολύ υπόχρεως. Ως τόσον κατ' εκείνας τας τριάκοντα εννέα ημέρας επεράσαμεν εις ξεφάντωσιν και συναναστροφήν με κάθε χαράν και αγαλλίασιν.
Την τριακοστήν ενάτην ημέραν, ο νέος εκείνος, αφού ελούσθη εις το λουτρόν, επλάγιασεν εις το κρεββάτι του· και μου ζητεί να χωρίσω ένα χειμωνικόν να του δώσω να φάγη με ζάχαριν διά δροσιστικόν. Ευθύς εγώ έλαβα το χειμωνικόν και ζητούσα το μαχαίρι αλλά δεν το εύρισκα· μου λέγει αυτός, ότι είνε εδώ ψηλά εις το προσκέφαλόν μου επάνω· εγώ άπλωσα και επήρα το μαχαίρι και αιφνηδίως εμποδίσθηκα και έπεσα επάνω εις τον νέον· ω του θαύματος! και το μαχαίρι εκαρφώθη εις την καρδίαν του νέου και τον επλήγωσε θανατηφόρα και αμέσως εξεψύχησεν και εγώ βλέποντας ένα τέτοιο παράδοξον συμβάν, έμεινα όλος εκστατικός, θρηνώντας απαρηγόρητα και μεμφόμενος την κακήν μου τύχην, που με ρίχνει από δυστυχίας εις δυστυχίαν διότι ήλπιζον με το μέσον εκείνου του νέου να αναχωρήσω απ' εκείνο το ξερονήσι και βγαίνοντας εις την στερεάν να υπάγω εις την πατρίδα μου.
Και αφού έκλαυσα αρκετά, εστοχαζόμουν ότι όσα προείπον οι Αστρολόγοι, αλήθευσαν· και εθαύμαζα διά τοιαύτα παράδοξα συμβάντα· αλλ' όταν ενεθυμήθην, ότι επλησίασε η ημέρα που έμελλε να έλθη ο πατήρ του νέου, διά να τον σηκώση απεκεί, εστοχάσθην ότι εάν μείνω εδώ εις το υπόγειον και με εύρουν μαζί με τον φονευμένον νέον, βέβαια ο πατήρ του θέλει οργισθή εναντίον μου, ότι εγώ τον εθανάτωσα· και ούτε θα έχει ισχύν η δικαιολογία μου ότι συνέβη εξ απροσεξίας ο θάνατος του υιού του και θέλει προστάξει τους δούλους του να με θανατώσουν· όθεν ευθύς έδραμα έξω και σφαλίσας την θύραν ως ήτον πρότερον ανεχώρησα και εκρύβην επάνω εις ένα δένδρον.