Παραμύθια της Χαλιμάς Τόμος 1 Ήτοι Διηγήσεις και Συβεβηκότα λίαν περίεργα και ωραία Συνταχθέντα εις την Αραβικήν υπό του πολυμαθούς Δερβίς Αμπου Mπεκήρ Κατά την έκδοσιν της Βενετίας

Part 6

Chapter 61 wordsPublic domain

Και αφίνοντας εκεί το νεκρόν σώμα της μάγισσας ο βασιλεύς έτρεξε γρήγορα να εύρη τον νέον βασιλέα των Μελανών Νησίων, ο οποίος τον επρόσμενε με μεγάλην προθυμίαν και ευρίσκοντάς τον τόν αγκαλιάζει, τον φιλεί και του λέγει· χαίρε και ευφραίνου, περιπόθητέ μου αδελφέ· ετιμώρησα την κακότροπον και σκληράν μάγισσαν την ποτέ γυναίκα σου, και την αντάμειψα με τον πρεπούμενόν της θάνατον· όθεν εις το εξής αναπαύου χωρίς να έχης φόβον από κανένα.

Τότε ο νέος εκείνος βασιλεύς ευχαρίστησε τον ευεργέτην του βασιλέα και εθεώρει τον εαυτόν του υπόχρεον εφ' όρου ζωής εις τον σωτήρα του ευχόμενος εξ όλης καρδίας μακροημέρευσιν και ευδαιμονίαν δι' αυτόν. Λέγει του έπειτα ο βασιλεύς· ιδού λοιπόν τώρα το βασίλειόν σου και η πόλις σου ευρίσκονται ήσυχα και ατάραχα· θέλεις βασιλεύσει εις το εξής αναπαυμένος εις όλας σου τας ευτυχίας· και αν μεν ευχαριστήσαι να έλθης εις την ιδικήν μου πολιτείαν, όπου είσαι τόσον πλησίον, εγώ θέλω σε δεχθή ωσάν ίδιον μου υιόν με όλας τας περιποιήσεις και τιμάς, ωσάν να ήσουν εις την ιδίαν σου πολιτείαν.

Απεκρίθη ο νέος βασιλεύς· κραταιότατε μονάρχα, νομίζει η μεγαλειότης σου ότι είναι τόσον πλησίον η βασιλική σου καθέδρα από εδώ; όχι· αλλ' είναι ενός χρόνου δρόμος το ολιγώτερον. Απεκρίθη ο βασιλεύς· και πώς ημείς ήλθαμεν εις τέσσερες ή πέντε ώρες; Επανέλαβεν ο νέος βασιλεύς· το πιστεύω να ήλθετε εις τόσον ολίγον διάστημα· αλλά τότε τούτο το βασίλειον ήτο μετατοπισμένον διά της μαγείας της κακοτρόπου γυναικός μου· τώρα δε που ανέλαβαν την φυσικήν τους μορφήν όλα, έλαβον και την πρώτην τους τοποθεσίαν.

Τούτο όμως δεν θέλει με εμποδίσει να συνοδεύσω τον ευεργέτην μου, αν παραστή ανάγκη και έως εις τα πέρατα της οικουμένης. Ακούοντας ο βασιλεύς τα τοιαύτα λόγια του νέου βασιλέως εκστατικός, το να ευρίσκεται τόσον μακράν από το βασίλειόν του, αλλ' η δοκιμή μετέπειτα τον εβεβαίωσεν· όθεν άρχισαν να ετοιμασθούν διά να αναχωρήσουν ομού με τον νέον βασιλέα εκείνου του τόπου· ο οποίος κάμνοντας όλας τας ετοιμασίας διά τα αναγκαία μιας τόσον μακράς οδοιπορίας εφόρτωσεν εκατόν καμήλους από τους πολυτίμους του θησαυρούς, από τους οποίους εφιλοδώρησε με πολύτιμα δώρα όλην την ακολουθίαν του βασιλέως του ευεργέτου, και άφησε διάδοχον εις το βασίλειόν του ένα του συγγενή.

Και αναχωρούντες οι δύο βασιλείς συντροφιασμένοι με πολυάνθρωπον και μεγαλοπρεπή ακολουθίαν, και περνώντες ευτυχισμένην όλην την μακράν οδοιπορίαν, επλησίασαν τέλος πάντων εις την βασιλεύουσαν πόλιν και μαθαίνοντάς το οι μεγιστάνες και άρχοντες του παλατίου εβγήκαν εις προϋπάντησιν του βασιλέως των, και ο λαός του τον υπεδέχθη με χαράν μεγάλην και με αλαλαγμούς.

Και αφού ανεπαύθησαν από την οδοιπορίαν συνευφραινόμενοι, ο βασιλεύς την ερχομένην ημέραν εκάλεσεν άπαντας τους μεγιστάνας και άρχοντας της συγκλήτου, και τους εφανέρωσε την αιτίαν του μεγάλου ταξειδίου και όλα τα συμβάντα που είδεν εις την λίμνην και εις το βασίλειόν του νέου βασιλέως των Μελανών Νησίων· έπειτα εκήρυξεν ως ίδιόν του υιόν θετόν και επομένως διάδοχον της βασιλείας του τον νέον εκείνον βασιλέα. Όθεν όλη η σύγκλητος και γερουσία των μεγιστάνων τον επροσκύνησαν και τον εγνώρισαν ως βασιλέα τους. Όσον διά τον ψαράν, ο οποίος έγινεν η αιτία της σωτηρίας και ελευθερίας του νέου βασιλέως, τον εφιλοδώρησεν ο βασιλεύς με πολύτιμα δώρα, ώστε και αυτός και οι μεταγενέστεροι του έγιναν πλουσιώτατοι εφ' όρου ζωής των.

Με τέτοιον τρόπον λοιπόν η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν του ψαρά και του Τελωνείου. Τότε ο βασιλεύς Αϊδήν εφανέρωσεν ότι έλαβε μεγάλην ευχαρίστησιν από εκείνην την διήγησιν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά. Λέγει τους η Χαλιμά ότι ηξεύρει μίαν άλλην πολύ ωραιοτέραν από την του ψαρά, και την ερχομένην αυγήν θέλει τους την διηγηθή με όλας τας περιστάσεις διά να τους ευχαριστήση την περιέργειαν. Ο βασιλεύς μάλιστα την επαρακίνησεν, έχοντας μεγάλην επιθυμίαν εις τοιαύτας περιέργους ιστορίας, δείχνοντας υπερβολικήν ευχαρίστησιν εις όσα του διηγείτο, διότι είχε μίαν φυσικήν χάριν η Χαλιμά να τα διηγήται με γλαφυρότητα και έμφασιν· όθεν εχαροποιούσαν πολύ τον βασιλέα και τα λόγια της και η ευμορφιά της μάλιστα. Και άρχισεν ούτω.

&Ιστορία των τριών δερβισάδων και των πέντε κυράδων της Βαβυλώνος·&

Η Μεδινά, κατά την συνήθειάν της, εις την διωρισμένην ώραν εξύπνησε την βασίλισσαν Χαλιμά αδελφήν της, και της λέγει να ενθυμηθή την υπόσχεσιν που χθες έδωκε του βασιλέως διά να του διηγηθή μίαν ιστορίαν ωραιοτέραν από την προτερινήν. Όθεν η Χαλιμά άρχισε την διήγησιν κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Εις την Βαβυλώνα όταν εβασίλευεν ο Χαρούμ Καλίφης όντας ένας βαστάζος την αυγήν εις την αγοράν και προσμένοντας διά να τον προσλάβη κανείς εις υπηρεσίαν, είδε μίαν νέαν κυράν σκεπασμένην με ένα πολύτιμον μαχραμάν, και του λέγει· λάβε το ζεμπίλι σου και ακολούθει με. Ο βαστάζος, μολονότι το έργον του ήτο ποταπόν, αυτός ήτο φυσικά έξυπνος και αστείος, και ακολουθώντας εκείνην την νέαν κυράν έλεγεν ω τι ευτυχισμένη ημέρα! ω τι καλή συναπάντησις! Η νέα εκείνη εσταμάτησεν εις μίαν θύραν κλεισμένην, και κτυπώντας την εβγήκεν ένας Χριστιανός γηραλέος και σεβάσμιος· αυτή του έδωσε μίαν μονέδαν εις το χέρι, χωρίς να του ειπή τι· αυτός που ήξευρε τον σκοπόν της ευθύς της έφερε τρεις καράφες γεμάτες εξαίρετον κρασί. Ο βαστάζος τις έβαλε μέσα εις το ζεμπίλι, και ηκολούθει την νέαν γυναίκα.

Έπειτα επήγεν εις ένα κατάστημα και εψώνισε τα πλέον εξαίρετα οπωρικά και τα ευωδέστερα άνθη και ρόδα, τα οποία όλα εβάσταζεν εις το ζεμπίλι του ο βαστάζος· και ύστερα πηγαίνοντας και εις άλλα διάφορα καταστήματα εψώνισε τα εκλεκτά πλέον πράγματα,

[οι κάτωθι σελίδες από 65-80 έχουν μεταφραστεί από αγγλικό κείμενο]

[μέχρι που στο τέλος ο βαστάζος φώναξε με απελπισία, «Καλή μου κυρά, αν μου είχες πει ότι θα αγοράσουμε πράγματα να ταΐσουμε μια πόλη, θα είχα φέρει ένα άλογο, ή μάλλον μια καμήλα.» Η κυρά γέλασε, και του είπε πως δεν είχε τελειώσει ακόμα, αλλά αφού διάλεξε διάφορα μυρωδικά και μπαχαρικά από ένα μαγαζί, σταμάτησε μπροστά σε ένα θαυμάσιο παλάτι και κτύπησε απαλά την πόρτα του. Η κοπέλα που άνοιξε ήταν τέτοιας καλλονής, που θάμπωσαν τα μάτια του βαστάζου και ξαφνιάστηκε ακόμα πιο πολύ γιατί ήταν ξεκάθαρο πως δεν ήταν σκλάβα. Η κυρά που τον οδήγησε μέχρι εκεί, τον κοίταζε διασκεδάζοντας μ' αυτόν, μέχρι που η άλλη φώναξε, «Γιατί δεν μπαίνεις αδελφή; Ο καημένος ο άνθρωπος είναι τόσο φορτωμένος που θα σωριαστεί.

Όταν μπήκαν μέσα και κλειδώθηκε η πόρτα, πήγαν και οι τρεις τους σε μια μεγάλη αυλή, περιτριγυρισμένη από κιγκλιδωτό. Στην μια γωνιά της αυλής ήταν μια πλατφόρμα, όπου υπήρχε ένας κεχριμπαρένιος θρόνος υποστηριζόμενος από τέσσερις εβένινες κολόνες, στολισμένες με μαργαριτάρια και διαμάντια. Στην μέση της αυλής έστεκε μια μαρμάρινη γούρνα που γέμιζε με νερό από το στόμα ενός χρυσού λιονταριού.

Ο βαστάζος κοίταξε γύρω του, θαυμάζοντας τα πάντα· αλλά ιδίως κοίταζε μια τρίτη κυρά που καθόταν στον θρόνο και ήταν ακόμα πιο όμορφη από τις άλλες. Κατάλαβε, από τον σεβασμό που της έδειξαν οι άλλες, ότι ήταν η μεγαλύτερη. Το όνομά της ήταν Ζωηδία, αυτής που άνοιξε την πόρτα ήταν Σεραφεία και της ψωνίστρας Αμινά. Η Ζωηδία πρόσταξε και πήραν το ζεμπίλι του βαστάζου που χάρηκε πολύ όταν ξελάφρωσε από το βάρος και τον πλήρωσαν ικανοποιητικότατα. Αλλά ο βαστάζος δεν έφευγε και η Ζωηδία τον ρώτησε αν ήταν δυσαρεστημένος από την πληρωμή. «Κυρά μου» απάντησε «ήδη μου δώσατε πολλά και φοβάμαι ότι το παρατραβώ που δεν φεύγω αμέσως. Αλλά συγχωρήστε με, τα έχασα που τόσο όμορφες γυναίκες ζουν μόνες τους. Μια συντροφιά μόνων γυναικών είναι τόσο βαρετή, όσο και μια συντροφιά μόνων ανδρών. Και αφού τους διηγήθηκε ιστορίες για να υποστηρίξει την θέση του, τις παρακάλεσε να τον αφήσουν να μείνει τέταρτος στο δείπνο τους.

Οι γυναίκες μάλλον διασκέδασαν με τις διαβεβαιώσεις του και μετά από λίγη συζήτηση συμφώνησαν να μείνει, μια και ανάμεναν ότι η συντροφιά του θα ήταν ευχάριστη. «Μα, άκου φίλε μου» είπε η Ζωηδία. Θα ικανοποιήσουμε την επιθυμία σου μόνο αν είσαι απόλυτα ευγενικός και αν διαφυλάξεις το μυστικό μας που έμαθες τυχαία. Μετά κάθισαν στο τραπέζι, που η Αμινά είχε καλύψει με τα πιάτα που ψώνισε.

Μετά από τις πρώτες μπουκιές, η Αμινά έχυσε κρασί σε χρυσό κύπελλο. Πρώτα ήπιε αυτή, σύμφωνα με το Αραβικό έθιμο, και έπειτα το γέμισε για τις αδελφές της. Όταν ήρθε η σειρά του βαστάζου, φίλησε το χέρι της Αμινάς και μετά τραγούδησε ένα τραγούδι που αυτοσχεδίασε για να επαινέσει το κρασί. Οι τρεις κυράδες ευχαριστήθηκαν το τραγούδι και μετά τραγούδησαν και αυτές, ώστε το φαγητό τους ήταν γεμάτο ευθυμία και κράτησε πολύ περισσότερο από συνήθως.

Στο τέλος, βλέποντας ότι ο ήλιος πήγαινε προς την Δύση, η Σεραφεία είπε στον βαστάζο, «Σήκω και φύγε· είναι ώρα πια να χωρίσουμε».

Ω κυρά μου, είπε εκείνος, «πώς θες να σας αφήσω στην κατάσταση που βρίσκομαι; Τι με το κρασί που ήπια και με την ευχαρίστηση του να σας βλέπω, δεν θα βρω τον δρόμο για το σπίτι μου. Άστε με να μείνω εδώ μέχρι το πρωί, και όταν ξανάρθω στα καλά μου, θα φύγω όποτε θέλετε.»

Άσε τον να μείνει είπε η Αμινά, που και πριν του είχε φερθεί φιλικά. Είναι δίκαιο, μια που μας διασκέδασε τόσο πολύ.

Αν το θες, αδελφή μου, είπε η Ζωηδία· «αλλά αν μείνει, θα πρέπει να βάλω νέο όρο. Βαστάζε», συνέχισε γυρνώντας προς αυτόν, «αν μείνεις, πρέπει να υποσχεθείς να μην ρωτήσεις τίποτα για οτιδήποτε δεις. Αν το κάνεις, ίσως ακούσεις κάτι που δεν θα σου αρέσει.»

Αφού διευθετήθηκε και αυτό, η Αμινά έφερε το δείπνο και φώτισε την αίθουσα με ευωδιαστά κεριά. Μετά κάθισαν ξανά στο τραπέζι και άρχισαν με νέα όρεξη να τρώνε, να πίνουν, να τραγουδούν και να απαγγέλουν στίχους. Διασκέδαζαν έτσι με την ψυχή τους, όταν άκουσαν ένα κτύπο στην εξωτερική πόρτα και η Σεραφεία σηκώθηκε να ανοίξει. Αμέσως γύρισε, λέγοντας ότι τρεις δερβισάδες, μονόφθαλμοι από το δεξί μάτι, και με ξυρισμένο το κεφάλι, το πρόσωπο και τα φρύδιά τους παρακαλούν να τους δεχθούν, μια και είναι νεοφερμένοι στην Βαγδάτη, και είχε πέσει η νύχτα. «Δείχνουν να έχουν καλούς τρόπους» πρόσθεσε, «αλλά δεν μπορείτε να φανταστείτε τι παράξενη όψη που έχουν. Σίγουρα η παρέα τους θα μας κάνει να ξεσκάσουμε».

Η Ζωηδία και η Αμινά δίστασαν να δεχτούν τους νέους επισκέπτες, και η Σεραφεία ήξερε τον λόγο. Αλλά παρακάλεσε τόσο θερμά, που η Ζωηδία στο τέλος συμφώνησε «Φέρε τους λοιπόν», είπε, «αλλά κάνε τους να καταλάβουν ότι δεν θα πρέπει να σχολιάζουν ότι δεν τους αφορά και κάνε τους να διαβάσουν την επιγραφή πάνω από την πόρτα.» Γιατί πάνω από την πόρτα ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα. «Όποιος ανακατεύεται σε δουλειές που δεν τον αφορούν, θα ακούσει αλήθειες που δεν θα του αρέσουν.»

Με το που μπήκαν οι τρεις δερβισάδες υποκλίθηκαν βαθιά και ευχαρίστησαν τις κυράδες για την καλοσύνη και φιλοξενία τους. Οι κυράδες αποκρίθηκαν καλωσορίζοντας τους· ήταν έτοιμοι να καθίσουν, όταν η ματιά τους έπεσε στον βαστάζο, που τα ρούχα του δεν διέφεραν πολύ από τα δικά τους, αν και είχε ακόμα τα μαλλιά που η φύση του είχε δώσει. «Αυτός προφανώς» είπε ένας από αυτούς, «είναι ένας από τους Άραβες αδελφούς μας, που επαναστάτησε εναντίον του μονάρχη μας».

Ο βαστάζος αν και μισοκοιμισμένος από το κρασί που είχε πιεί, άκουσε τα λόγια, και χωρίς να κινηθεί, φώναξε θυμωμένα στον Δερβίση, «Κάτσε κάτω και κοίτα την δουλειά σου. Δεν διάβασες την επιγραφή πάνω από την πόρτα; Δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να ζουν με τον ίδιο τρόπο».

«Μην θυμώνεις καλέ μου άνθρωπε», απάντησε ο Δερβίσης· «Με τίποτα δεν θα θέλαμε να σε δυσαρεστήσουμε»· έτσι ο καυγάς αποσοβήθηκε και το γεύμα ξεκίνησε για τα καλά. Όταν οι Δερβισάδες ικανοποίησαν την πείνα τους, προσφέρθηκαν στις οικοδέσποινες να παίξουν κάτι, αν υπήρχαν όργανα στο σπίτι. Οι κυράδες ενθουσιάστηκαν με την ιδέα, και η Σεραφεία πήγε να δει τι θα βρει, γυρίζοντας σε λίγο φορτωμένη με δυο διαφορετικά είδη φλάουτων και με ένα ταμπουρίνο. Ο κάθε Δερβίσης πήρε το όργανο που προτιμούσε, και άρχισαν να παίζουν μια γνωστή μελωδία, ενώ οι κυράδες τραγούδησαν τα λόγια του τραγουδιού. Τα λόγια ήταν πολύ χαρωπά και ζωηρά, και κάθε τόσο οι τραγουδίστριες σταματούσαν για να ξεσπάσουν στα γέλια που τις έπνιγαν. Μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο, ακούστηκε ένα κτύπημα στην πόρτα.

Νωρίτερα το ίδιο απόγευμα ο Καλίφης είχε φύγει κρυφά από το παλάτι, με συντροφιά το Βεζίρη του Γαφέρ και τον αρχιευνούχο του Μεσρούρ, όλοι τους ντυμένοι με φορεσιές πραματευτάδων. Περνώντας από τον δρόμο, ο Καλίφης άκουσε την μουσική των οργάνων και τα γέλια, και διέταξε τον Βεζίρη να πάει να κτυπήσει την πόρτα του σπιτιού, μια και ήθελε να μπει. Ο Βεζίρης απάντησε ότι φαίνεται ότι οι κυράδες που ζούσαν εκεί διασκέδαζαν με τους φίλους τους και θα ήταν καλύτερα ο Κύριός του να μην επιβάλλει την παρουσία του· όμως στον Καλίφης είχε σφηνωθεί η ιδέα να δει τι συμβαίνει και επέμενε να εισακουστεί η διαταγή του.

Η πόρτα άνοιξε από την Σεραφεία με ένα κερί στο χέρι της και ο Βεζίρης ξαφνιασμένος από την ομορφιά της, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά της και της είπε με σεβασμό. «Κυρία μου, είμαστε τρεις πραματευτάδες που μόλις έφθασαν από το Μουσούλ και από μια κακοτυχιά που μας έλαχε αυτήν την νύκτα, φτάσαμε στο χάνι μας και βρήκαμε την πόρτα του κλειστή μέχρι αύριο το πρωί. Μην ξέροντας τι να κάνουμε, περιπλανηθήκαμε στους δρόμους και έτυχε να περάσουμε από το σπίτι σας, όταν, βλέποντας φώτα και ακούοντας φωνές, αποφασίσαμε να σας ζητήσουμε να μας δώσετε καταφύγιο μέχρι την αυγή. Αν μας κάνετε αυτή την χάρη, τότε με την άδειά σας θα προσπαθήσουμε να κάνουμε τα αδύνατα δυνατά να σας βοηθήσουμε να περάσετε ευχάριστα την ώρα σας».

Η Σεραφεία απάντησε στον πραγματευτή ότι πρώτα πρέπει να συμβουλευτεί τις αδελφές της· αφού το συζήτησε, γύρισε και του απάντησε ότι αυτός και οι δυο φίλοι του είναι καλοδεχούμενοι. Αυτοί μπήκαν μέσα και υποκλίθηκαν ευγενικά στις κυράδες και στους καλεσμένους τους. Μετά η Ζωηδία τους είπε σοβαρά. «Καλώς ήλθατε, αλλά πρέπει να σας παρακαλέσω για κάτι — έχετε όσα μάτια θέλετε, αλλά μην έχετε γλώσσες· μην ρωτήσετε τίποτα για όσα θα δείτε, όσο παράξενο και αν σας φανεί.»

Κυρία μου, απάντησε ο Βεζίρης, «θα σας υπακούσουμε. Υπάρχουν πολλά εδώ να μας ευχαριστήσουν και να μας κρατήσουν το ενδιαφέρον, χωρίς να απασχοληθούμε με ότι δεν μας αφορά.» Τότε κάθισαν όλοι και ήπιαν στην υγειά των νεοαφιχθέντων.

Ενώ ο Βεζίρης Γαφέρ μιλούσε με τις κυράδες, ο Καλίφης αναρωτιόταν ποιοι είναι όλοι αυτοί και γιατί οι τρεις Δερβισάδες ήταν όλοι τους χωρίς δεξί μάτι. Καιγόταν να ρωτήσει τον λόγο, μα η απαίτηση της Ζωηδίας τον έκανε να σιωπήσει· έτσι, προσπάθησε να λάβει μέρος στην ζωηρή συζήτηση, που είχε σαν θέμα τις διαφορετικού είδους απολαύσεις που υπάρχουν στον κόσμο. Μετά λίγη ώρα, οι δερβισάδες σηκώθηκαν και χόρεψαν μερικούς παράξενους χορούς, που ευχαρίστησαν πολύ την υπόλοιπη παρέα.

Όταν τέλειωσαν, η Ζωηδία σηκώθηκε και παίρνοντας την Αμινά από το χέρι, της είπε, «αδελφή μου, οι φίλοι μας θα μας συγχωρήσουν αν ξεχάσουμε την παρουσία τους και εκτελέσουμε το νυκτερινό μας καθήκον». Η Αμινά κατάλαβε το νόημα των λόγων της αδελφής της, και μάζεψε πιάτα, ποτήρια και μουσικά όργανα, ενώ η Σεραφεία σκούπισε την αίθουσα και τακτοποίησε. Μόλις τέλειωσε, παρακάλεσε τους δερβισάδες να κάτσουν σε ένα σοφά στην μια άκρη του δωματίου και τον Καλίφη και τους φίλους τους να κάτσουν από την άλλη. Όσο για τον βαστάζο, του ζήτησε να έρθει και να βοηθήσει αυτήν και την αδελφή της.

Λίγο μετά μπήκε η Αμινά κουβαλώντας ένα κάθισμα που το τοποθέτησε στο μέσο του άδειου χώρου. Κατόπιν πήγε στην πόρτα ενός ντουλαπιού και έκανε νόημα στον βαστάζο να την ακολουθήσει. Αυτός το έκανε, και μετά ξαναεμφανίστηκε τραβώντας δυο μαύρα σκυλιά από μια αλυσίδα, και τα έφερε στο κέντρο της αίθουσας, Η Ζωηδία τότε σηκώθηκε από την θέση της μεταξύ των δερβισάδων και του Καλίφη και περπάτησε σιγά προς το μέρος του βαστάζου με τα σκυλιά. «Πρέπει να κάνουμε το καθήκον μας», είπε με ένα βαθύ αναστεναγμό, σηκώνοντας τα μανίκια της και παίρνοντας ένα μαστίγιο από την Σεραφεία είπε στον άντρα, «Πάρε το ένα σκυλί από την αδελφή μου Αμινά και δώσε μου το άλλο».

Ο βαστάζος έκανε όπως τον διέταξε, αλλά όπως οδηγούσε το σκυλί προς την Ζωηδία αυτό έβγαλε διαπεραστικά ουρλιάσματα και την κοίταζε ικετευτικά. Όμως η Ζωηδία δεν του έδωσε καμία σημασία και μαστίγωσε το σκυλί, μέχρι που έμεινε ξέπνοη. Μετά πήρε την αλυσίδα από τον βαστάζο και σηκώνοντας το σκυλί στα πίσω του πόδια κοιτάχτηκαν στα μάτια με λύπη, ενώ δάκρυα άρχισαν να πέφτουν και από τους δυο. Η Ζωηδία πήρε το μαντήλι της και σκούπισε τα μάτια του σκυλιού με τρυφερότητα και μετά το φίλησε και βάζοντας την αλυσίδα στο χέρι του βαστάζου, είπε, «Πάρε το πίσω στην ντουλάπα και φέρε μου το άλλο.

Η ίδια τελετή έγινε και για το δεύτερο σκυλί, κάτω από τα έκπληκτα μάτια της συντροφιάς. Ιδιαίτερα ο Καλίφης μετά δυσκολίας κρατιόταν, και έκανε νοήματα στον Βεζίρη να ρωτήσει τι ήταν όλα αυτά. Όμως ο Βεζίρης έκανε ότι δεν έβλεπε, και γύρισε το κεφάλι του από την άλλη μεριά.

Η Ζωηδία έμεινε για αρκετή ώρα στο μέσο της αίθουσας, μέχρι που τελικά η Σεραφεία πήγε κοντά της και την παρακάλεσε να καθίσει, μια που και αυτή έπρεπε να παίξει τον ρόλο της. Σ' αυτά τα λόγια η Αμινά πήρε ένα φλάουτο από μια θήκη με κίτρινο σατέν και την έδωσε στην Σεραφεία, που τραγούδησε αρκετά τραγούδια με την συνοδεία του. Όταν κουράστηκε είπε στην Αμινά. «Αδελφή μου, δεν μπορώ πια· σε παρακαλώ έλα και πάρε την θέση μου.»

Η Αμινά έπαιξε μερικές συγχορδίες και μετά ξεκίνησε ένα τραγούδι, που το τραγούδησε με τόση ζέση που καταβλήθηκε, και σωριάστηκε προσπαθώντας να αναπνεύσει σε ένα σωρό από μαξιλάρια, και άνοιξε το φόρεμα της για να πάρει λίγο αέρα. Με έκπληξη όλοι είδαν ότι ο λαιμός της αντί να είναι λείος και άσπρος όπως το πρόσωπό της, ήταν γεμάτος ουλές.

Οι δερβισάδες και ο Καλίφης αλληλοκοιταχτήκανε και άρχισαν τα ψιθυρίσματα, χωρίς να τους ακούν οι Ζωηδία και η Σεραφεία που περιποιόντουσαν την αδελφή τους που ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει.

«Τι σημαίνουν όλα αυτά;» Ρώτησε ο Καλίφης. «ούτε εμείς γνωρίζουμε», απάντησε ο δερβίσης στον οποίο είχε απευθύνει τον λόγο. «Τι! Μα δεν είσαστε του σπιτιού;»

Αφέντη μου, απάντησαν όλοι οι δερβισάδες μαζί, «ήρθαμε εδώ για πρώτη φορά μια ώρα πριν από σας.»

Τότε γύρισαν στον βαστάζο να δουν αν μπορούσε αυτός να εξηγήσει το μυστήριο, αλλά και αυτός δεν ήξερε τίποτα. Στο τέλος ο Καλίφης δεν μπορούσε να βαστάξει την περιέργειά του, και ανακοίνωσε ότι θα υποχρέωνε τις κυρίες να τους εξηγήσουν την παράξενη συμπεριφορά τους. Ο Βεζίρης, προβλέποντας τι θα συνέβαινε, τον εκλιπάρησε να θυμηθεί τον όρο που είχαν βάλει οι οικοδέσποινες και πρόσθεσε ψιθυρίζοντας ότι αν η Υψηλότητά του περίμενε μέχρι το πρωί, θα μπορούσε ως Καλίφης να καλέσει τις κυράδες μπροστά του. Όμως ο Καλίφης που δεν είχε συνηθίσει να μην του περνάει, απέρριψε την συμβουλή, και μετά από λίγη συζήτηση ακόμα αποφασίστηκε ότι η ερώτηση θα γινόταν από τον βαστάζο. Ξαφνικά η Ζωηδία γύρισε και βλέποντας την αναταραχή ρώτησε, «Τι συμβαίνει — τι συζητάτε με τόση σοβαρότητα;»

Κυρία μου, απάντησε ο πορτιέρης, «οι κύριοι από δω σας εκλιπαρούν να τους εξηγείστε γιατί πρώτα μαστιγώνετε τα σκυλιά και μετά κλαίτε για αυτό, και επίσης πώς συμβαίνει και η κυρία που λιποθύμησε είναι γεμάτη ουλές. Μου ζήτησαν κυρία μου, να μιλήσω για αυτούς».

Είναι αλήθεια κύριοι, είπε η Ζωηδία ορθώνοντας το ανάστημά της, « ότι αναθέσατε σε αυτόν τον άνθρωπο να μου κάνει αυτήν την ερώτηση;»

Είναι, απάντησαν όλοι εκτός από τον Γαφέρ που παρέμεινε σιωπηλός.

Είναι αυτή, συνέχισε η Ζωηδία, θυμώνοντας όλο και περισσότερο, «η ανταμοιβή μας για την φιλοξενία που σας δείξαμε; Ξεχάσατε τον ένα όρο που σας θέσαμε για να σας επιτρέψουμε να μπείτε στο σπίτι; Ελάτε γρήγορα,» πρόσθεσε, χτυπώντας τα χέρια της τρεις φορές, και αμέσως όρμησαν μέσα επτά μαύροι σκλάβοι, ο καθένας οπλισμένος με μια σπάθα, και στάθηκαν πάνω από τους επτά άνδρες, ρίχνοντας τους στο έδαφος και έτοιμοι σε ένα νεύμα από την κυρία τους να τους κόψουν τα κεφάλια.

Οι επτά ένοχοι ήταν πεπεισμένοι ότι ήρθαν τα τελευταία τους και ο Καλίφης μετάνιωσε πικρά που δεν άκουσε την συμβουλή του Βεζίρη. Αλλά αποφάσισαν να πεθάνουν γενναία, όλοι εκτός από τον βαστάζο, που με δυνατή φωνή ρώτησε την Ζωηδία γατί θα έπρεπε να τιμωρηθεί για τα λάθη των άλλων, και ανακοίνωσε ότι αυτές οι κακοτυχιές δεν θα είχαν συμβεί αν δεν είχαν έρθει οι δερβισάδες που πάντα φέρνουν κακή τύχη. Τέλειωσε παρακαλώντας την Ζωηδία να μην μπερδεύει τους αθώους με τους φταίχτες και να του χαρίσει την ζωή.

Παρά τον θυμό της, τα βογγητά του βαστάζου ήταν τόσο κωμικά που η Ζωηδία δεν μπόρεσε να κρατηθεί και να μην γελάσει. Αλλά, βάζοντάς τον κατά μέρος, απευθύνθηκε στους άλλους ξανά, λέγοντας, «Απαντήστε μου· ποιοι είστε; Αν δεν που απαντήσετε ειλικρινά, δεν θα ζήστε ούτε λεπτό παραπάνω. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχετε κάποια κοινωνική θέση, από οποιαδήποτε χώρα και αν είστε. Αν είχατε, θα μας δείχνατε μεγαλύτερη αβρότητα.

Ο Καλίφης, που από φυσικού του ήταν πολύ νευρικός, υπέφερε πολύ περισσότερο από τους άλλους, αισθανόμενος ότι η ζωή του ήταν στο έλεος μιας δίκαια προσβεβλημένης κυρίας, αλλά όταν άκουσε την ερώτησή της, άρχισε να αναπνέει πιο ελεύθερα, γιατί πίστευε ότι μόλις αυτή μάθαινε το όνομά του και τον βαθμό του, θα πέρναγε ο κίνδυνος. Έτσι με βιασύνη ψιθύρισε στον Βεζίρη που ήταν δίπλα του, να φανερώσει το μυστικό τους. Όμως ο Βεζίρης, σοφότερος από το αφεντικό του, ήθελε να προφυλαχτεί από μια δημόσια αποκάλυψη της προσβολής που δέχθηκαν, και απλά απάντησε, «Στο κάτω κάτω, παθαίνουμε ότι μας αξίζει.

Στο μεταξύ η Ζωηδία γύρισε προς τους τρεις δερβισάδες και τους ρώτησε εάν, αφού όλοι ήταν τυφλοί, ήταν αδελφοί.

Όχι κυρία μου, απάντησε ένας από αυτούς, «δεν είμαστε συγγενείς εξ αίματος, μόνο αδελφοί λόγω του τρόπου ζωής μας.»

Και συ, ρώτησε αυτή γυρνώντας προς ένα άλλο, «γεννήθηκες τυφλός από το ένα μάτι;»

Όχι κυρία μου, απάντησε αυτός, «Τυφλώθηκα από μια εκπληκτική περιπέτεια, τέτοια που μάλλον δεν έχει συμβεί σε κανένα άλλο. Μετά από αυτήν ξύρισα το κεφάλι μου και τα φρύδια μου και έβαλα το ένδυμα που βλέπετε να φορώ τώρα.

Η Ζωηδία έκανε την ίδια ερώτηση και στους άλλους δύο, και έλαβε την ίδια απάντηση.

Αλλά, πρόσθεσε ο τρίτος, «ίσως σας φανεί ενδιαφέρον κυρία μου, ότι δεν είμαστε από χαμηλή κάστα, αλλά είμαστε και οι τρεις γιοί βασιλιάδων, και μάλιστα βασιλιάδων που ο κόσμος σέβεται πολύ.»

Ακούοντας αυτά τα λόγια, ο θυμός της Ζωηδίας ελαττώθηκε, και γύρισε στους σκλάβους της και είπε, «Μπορείτε να τους δώσετε λίγο περισσότερη ελευθερία, αλλά μην βγείτε από την αίθουσα. Σ' αυτούς που θα μας πουν την ιστορία τους και το γιατί είναι εδώ, θα τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πάθουν τίποτε· αυτοί που θα αρνηθούν — » Και έκανε παύση. Αμέσως ο βαστάζος που κατάλαβε ότι αρκούσε μόνο να πει την ιστορία του για να ελευθερωθεί από τον φοβερό κίνδυνο, την διέκοψε,

Κυρία μου, ξέρεις ήδη γιατί είμαι εδώ, και αμέσως θα διηγηθώ ότι έχω να πω. Η αδελφή σου με βρήκε σήμερα το πρωί στο μέρος όπου στέκομαι πάντα, περιμένοντας να με προσλάβουν. Με διέταξε να την ακολουθήσω σε διάφορα μαγαζιά, και όταν το ζεμπίλι μου γέμισε τελείως, γυρίσαμε σε αυτό το σπίτι, όπου είχατε την καλοσύνη να μου επιτρέψετε να παραμείνω, πράγμα για το οποίο θα σας είμαι αιώνια ευγνώμων. Αυτή είναι η ιστορία μου.

Κοίταξε ανήσυχα την Ζωηδία, η οποία κούνησε το κεφάλι της και είπε, «Μπορείς να φύγεις· κοίταξε να μην ξανασυναντηθούμε.»

Ω κυρία μου, φώναξε ο βαστάζος, «άσε με να μείνω λίγο ακόμα. Δεν είναι δίκαιο οι άλλοι να έχουν ακούσει την ιστορία μου και εγώ να μην ακούσω την δική τους», και χωρίς να περιμένει την άδεια, εκάθησε στην άκρη του σοφά όπου καθόντουσαν οι κυράδες, ενώ οι άλλοι εκάθησαν ανακούρκουδα στο χαλί, και οι σκλάβοι στάθηκαν ακουμπώντας τον τοίχο.

Τότε, ένας από τους δερβισάδες, απευθυνόμενος προς την Ζωηδία, ως πρεσβύτερη, άρχισε την ιστορία του.

&Η ιστορία του πρώτου δερβίση, υιού βασιλέως&

Για να σας εξηγήσω κυρία μου πώς βρέθηκα χωρίς το δεξί μου μάτι και με τα ρούχα ενός δερβίση, πρέπει πρώτα να ξέρετε ότι είμαι γιός βασιλέα. Ο μοναδικός αδελφός του πατέρα μου βασίλευε σε μια γειτονική χώρα, και είχε δυο παιδιά, μια κόρη και ένα γιό, ίδια ηλικία με μένα.