Παραμύθια της Χαλιμάς Τόμος 1 Ήτοι Διηγήσεις και Συβεβηκότα λίαν περίεργα και ωραία Συνταχθέντα εις την Αραβικήν υπό του πολυμαθούς Δερβίς Αμπου Mπεκήρ Κατά την έκδοσιν της Βενετίας

Part 5

Chapter 50 wordsPublic domain

Όθεν ενδύθη στρατιωτικά και έλαβεν άρματα ικανά προς προφύλαξίν του, εάν κατά τύχην συναπαντήση εχθρόν και όταν απεκοιμήθησαν όλοι του οι άνθρωποι, αυτός μόνος κρυφίως ανεχώρησε, και περιπατώντας όλην την νύκτα με το φως της σελήνης δεν εύρε κανένα πράγμα. Την αυγήν, όταν ανέτειλεν ο ήλιος, βλέπει μίαν μεγάλην οικοδομήν ολίγον διάστημα ξέμακρα, και πλησιάζοντας εκεί είδεν ένα μεγαλοπρεπέστατον παλάτι, το οποίον ήτον οικοδομημένον από μάρμαρον διαφανές, σκεπασμένον όλον με κρυστάλλιον, οπού όλον εφαίνετο ένας καθρέπτης· και αφού το εθεώρησεν αρκετά έξωθεν, επλησίασεν εις την θύραν, την οποίαν, αν και ήτον ανοικτή, αυτός ενόμισεν εύλογον να κτυπήση· και αν και την εκτύπησε μίαν και δύο και τρεις φοράς και πολλάκις, ούτε φωνή ούτε ακρόασις.

Έμεινεν έκπληκτος μη βλέποντας κανένα, και έλεγε καθ' εαυτόν· ένα τέτοιον ωραιότατον παλάτι πώς είναι δυνατόν να το άφησαν έρημον; και αν μεν δεν είναι κανείς, δεν πρέπει να φοβηθώ, αν δε πάλιν συναπαντήσω κανένα, έχω τον τρόπον να προφυλαχθώ, Και εμβαίνοντας έσωθεν της θύρας εις την αυλήν λέγει μεγαλοφώνως· δεν είναι κανείς εδώ να δεχθή έναν οδοιπόρον, που έχει χρείαν να αναπαυθή ολίγον; Και αν και επανέλαβε δις και τρις τον αυτόν λόγον, δεν εφάνη κανένας· και τούτο τον έκαμε να εκπλαγή περισσότερον.

Τότε ο βασιλεύς εκείνος επροχώρησε μέσα εις τους θαλάμους του παλατίου, οι οποίοι ήσαν στρωμένοι με τάπητας μεταξωτούς και ολόγυρα με στρώματα και προσκέφαλα χρυσοΰφαντα της Ινδίας· επέρασεν έπειτα εις ανώγειον μεγαλοπρεπές, εις την μέσην του οποίου ήτον μία χρυσή τετράγωνος λεκάνη, και εις κάθε γωνίαν είχεν ένα λεοντάρι χρυσούν. Αυτά τα τέσσαρα λεοντάρια έχυναν από το στόμα των ένα κρυσταλλένιον νερόν, το όποιον πίπτοντας εσχηματίζετο εις ωραιότατα πετράδια και μαργαριτάρια, οπού έπλεον εις εκείνο το ανώγειον. Τούτο το Παλάτι ήτο περικυκλωμένον από τα τρία του μέρη από ένα τερπνότατον περιβόλι, του οποίου το έδαφος ήτο στολισμένον με πολυποίκιλες πρασινάδες, με διάφορα νερά, που εσχημάτιζον διάφορα παιγνίδια, με δάση πολυειδών δένδρων και ανθέων, και το πλέον ωραιότερον του περιβολίου ήσαν τα πολυάριθμα διαφόρων ειδών πουλιά, τα οποία με το εναρμόνιόν τους λάλημα εσχημάτιζον ένα επίγειον παράδεισον. Ο βασιλεύς ήτον όλος εκστατικός θεωρών τοιαύτα αξιοθαύμαστα της φύσεως και της τέχνης, ότε αιφνιδίως ακούει μίαν φωνήν θρηνητικήν συνοδευομένην με θλιβερά λόγια. Τότε εστάθη με προσοχήν και ήκουσε καθαρά ταύτα τα λόγια:

«Ω σκληρά και ανελεήμων τύχη, που δεν με άφησες να χαρώ καν μίαν ώραν εις ευτυχίαν, και με κατήντησες εις την πλέον εσχάτην δυστυχίαν, αθλιέστερον από όλον το ανθρώπινον γένος, παύσε μίαν φοράν να με καταδιώκης, και δώσε μου ένα γρήγορον θάνατον διά να ελευθερωθώ από τόσους πόνους. Αλλοίμονον εις εμένα πως ευρίσκομαι ζωντανός, αφού υπέμεινα τόσας βασάνους και τυραννίας».

Ο βασιλεύς ακούοντας τους τοιούτους θρήνους, κινηθείς εις ευσπλαγχνίαν, επροχώρησε προς εκείνο το μέρος όπου ηκούετο η θρηνητική φωνή· και όταν επρόβαλεν εις την θύραν ενός μεγαλοπρεπούς θαλάμου είδεν έναν νέον επί θρόνου καθήμενον, ενδεδυμένον πολυτελώς, ευγενικόν εις την θεωρίαν, αλλ' είχε ζωγραφισμένην την λύπην εις το πρόσωπον με πολλήν σκυθρωπότητα. Πλησιάζοντας ο βασιλεύς τον εχαιρέτησεν, ομοίως και ο αγνώριστος νέος του ανταπεκρίθη εις τον χαιρετισμόν με ταπεινόν προσκύνημα της κεφαλής, και λέγει προς τον βασιλέα· Κύριε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης που δεν εσηκώθηκα διά να σε υποδεχθώ και να σε περιποιηθώ κατά την τάξιν της φιλοξενίας, και μάλιστα καθώς υποθέτω να είσαι υποκείμενον μεγάλου αξιώματος· και όταν μάθης την αιτίαν που με εμποδίζει, θέλεις λάβει ευσπλαγχνίαν δι' εμέ.

Λέγει του ο βασιλεύς· εγώ είμαι υπόχρεος εις την αγαθήν σου γνώμην και εις τους φιλικούς σου ασπασμούς και είμαι έτοιμος να σε βοηθήσω και να σε ελαφρώσω από τους θρήνους και την λύπην σου, όσον μου είναι δυνατόν, όταν μου διηγηθής την αιτίαν πώς ευρίσκεσαι εδώ μοναχός, και διατί είσαι κυριευμένος από τόσην θλίψιν και αδημονίαν, και κοντολογής την ιστορίαν της δυστυχίας σου· αλλά πρώτον σε παρακαλώ να μου φανερώσης το φαινόμενον της λίμνης, οπού είναι εδώ πλησίον, και τι σημαίνουν τα ψάρια της, που έχουν τέσσαρων λογιών χρώματα, και τι δηλοί τούτο το μεγαλοπρεπές παλάτιον.

Εκείνος ο αγνώριστος νέος, αντί να αποκριθή εις τα ζητήματα του βασιλέως, άρχισε να θρηνή απαρηγόρητα, με τόσα θλιβερά παράπονα, όστε εκίνησε τον βασιλέα εις λύπην και συμπάθειαν, και λέγει του ο βασιλεύς· ειπέ μου σε παρακαλώ την αιτίαν της τοιαύτης σου μεγάλης θλίψεως. Τότε εκείνος ο νέος σηκώνωντας τα ρούχα του έδειξεν εις τον βασιλέα ότι από τον ομφαλόν και άνω ήτον άνθρωπος, το δε λοιπόν ήτο μάρμαρον μαύρον· και εις τούτο ο βασιλεύς έμεινεν εκστατικός. Ο νέος του λέγει· ιδού άκουσε την ιστορίαν μου. Η ιστορία αύτη άρεσε καθ' υπερβολήν του βασιλέως Αϊδήν, όθεν είπεν εις την Χαλιμάν· εξακολούθει την διήγησίν σου, διότι είμαι περίεργος να μάθω το τέλος, λέγοντας καθ' εαυτόν, θέλω της χαρίσει την ζωήν, αφού μου διηγείται τοιαύτας ιστορίας.

&Ιστορία του νέου βασιλέως των Μελανών Νησίων.&

Άρχισε δε ο νέος βασιλεύς την ιστορίαν του με τον ακόλουθον τρόπον λέγοντας: Ο πατήρ μου που εξουσίαζεν εις τούτο το βασίλειον ωνωμάζετο Ισμαήλ και τούτο το νησίον λέγεται των Μελανών Νησίων, και έλαβε την ονομασίαν από τους τέσσαρας λόφους που το περικυκλώνουν· η βασιλική καθέδρα του πατρός μου, ήγουν η πρωτεύουσα, ήτον εις την τοποθεσίαν οπού τώρα βλέπεις αυτήν την λίμνην και η συνέχεια της ιστορίας θέλει σου φανερώσει την ελεεινήν μεταμόρφωσιν του βασιλείου μου.

Και άρχισε να λέγη· μετά τον θάνατον του πατρός μου κατά κληρονομίαν του διαδόχου, λαμβάνοντας τα σκήπτρα του βασιλείου και αναβαίνοντας εις τον πατρικόν θρόνον έκλεξα διά νύμφην και σύζυγόν μου μίαν μου εξαδέλφην, την οποίαν στεφανωθείς εκήρυξα νόμιμόν μου γυναίκα και βασίλισσαν, και εφυλάττετο μεταξύ μας άκρα αγάπη, ομόνοια και αμοιβαία ηδονή και ξεφάντωσις εις διάστημα σχεδόν πέντε χρόνων.

Μίαν ημέραν, ενώ η βασίλισσα ήτον εις το λουτρόν, εγώ επήγα να αναπαυθώ ολίγον, και δύο σκλάβες αράπισσες με τα αεριστήρια έδιωχναν τις μύγες διά να μη μου ενοχλήσουν τον ύπνον. Αυτές οι σκλάβες νομίζοντας ότι κοιμούμαι και δεν καταλαμβάνω την αράπικην γλώσσαν, έλεγον αναμεταξύ των αράπικα σιγανά, ότι η γυναίκα μου η βασίλισσα μού έκαμε μέγα άδικον να μη με αγαπά και να έχει άλλον αγαπητικόν· και κάθε νύκτα με αποκοιμούσεν εις ένα βαθύτατον ύπνον, διότι μου έβαζε το υπνοβότανον εις το αυτί· όταν της εφαίνετο πως εκοιμώμουν, εσηκώνετο από το κρεββάτι και επήγαινεν εις τον αγαπητικόν της, και προς την αυγήν πάλιν εγύριζε· και τότε βγάζοντάς μου το υπνοβότανον μου έβαζεν ένα βότανον μυριστικόν εις την μύτην και με την μυρωδιάν εκείνου με ξυπνούσεν.

Εγώ που εκαμώνουμουν πως εκοιμώμουν, και εκαταλάμβανα πολύ καλά την γλώσσαν τους, αφού ήκουσα όλην την ομιλίαν τους, επροσποιήθηκα πως τότε ξυπνώ, χωρίς να δείξω σημείον ότι ήκουσα την ομιλίαν τους· όμως μέσα μου έβαλε την καρδίαν εις ανησυχίαν. Την ερχομένην βραδιάν όταν επλαγιάσαμεν εις την κλίνην ομού, εγώ εκαμώθηκα πως αποκοιμήθηκα και ευθύς τότε νοιώθω να μου αποθέτη εις το αυτί ένα κάποιον τι, το οποίον εκατάλαβα ότι ήτο το υπνοβότανον· όμως αυτό επειδή ήμουν έξυπνος δεν έκαμε καμμίαν ενέργειαν τότε.

Η γυναίκα μου, βεβαιωμένη από την καθημερινήν συνήθειαν ότι εμπράκτως εγώ είμαι εις βαθύτατον ύπνον, εσηκώθη ευθύς χωρίς καμμίαν υποψίαν από το κρεββάτι, λέγοντάς μου· κοιμήσου και ποτέ να μην εξυπνήσης· και ευθύς ενδύθη και εβγήκεν έξω από τον θάλαμον. Τότε εγώ με ταχύτητα εσηκώθηκα, και αρματώθηκα με άρματα που είχα έτοιμα, και έτρεξα οπίσω της μακρόθεν. Αυτή καθώς επλησίαζεν εις τις θύρες που ήσαν κλεισμένες, έκαμνεν ένα σημείον, και άνοιγαν ευθύς, και εγώ την ακολουθούσα. Και αφού επέρασεν έξ θύρας του παλατίου, έφθασεν εις την θύραν του περιβολίου· ομοίως ανοίχθη και εκείνη, και αυτή εμβήκε μέσα. Ακολουθώντας την και εγώ από μακρόθεν εκρύφθηκα όπισθεν εις κάποια δενδράκια· και αυτή εκεί ευρίσκουσα τον αγαπητικόν της, άρχισε να συνομιλή με αυτόν και να λέγουν αναμεταξύ των τόσα ερωτικά λόγια, σεργιανίζοντες, ώστε άναψεν ο θυμός μου, διά να κάμω την εκδίκησιν εναντίον του παρανόμου εκείνου μοιχού, ότε ακούω την βασίλισσαν να του λέγη· δεν πρέπει να με ονειδίζης διότι αργοπόρησα, δεν προέρχεται από μέρους μου, ηξεύρεις το εμπόδιον που έχω δι' αφορμήν του ανδρός μου του βασιλέως, και αν δεν είσαι βεβαιωμένος διά την καθαράν αγάπην και τον έρωτα που έχω προς σε, καθώς εμπράκτως σου δείχνω, ηξεύρεις πόσον δύναμαι να κατορθώσω, φθάνει μόνον να προστάξης, εγώ είμαι έτοιμη να κάμω τέρατα και σημεία διά την αγάπην σου, και να μεταβάλω την φύσιν των πραγμάτων, και τούτο το ωραιότατον παλάτι και την μεγάλην ταύτην πόλιν να μεταμορφώσω εις τόσους βράχους ακατοικήτους, και τους λίθους και τα θεμέλια να τα ρίξω εκείθεν από το όρος Καύκασον, φθάνει να ειπής λόγον, και όλα ευθύς γίνονται.

Λέγοντας η βασίλισσα αυτά τα λόγια επέρασεν έμπροσθέν μου, όπου ήμουν κρυμμένος εις τον ίσκιον των πυκνών δένδρων· και ενώ ο αγαπητικός της ήτο προς το μέρος μου, του έδωσα μίαν σπαθιάν εις τον λαιμόν με όλον μου τον θυμόν, και τον επλήγωσα θανατηφόρα· αλλ' αυτήν την ελυπήθην, διότι ήτον εξαδέλφη μου· και όταν έπεσεν ο μοιχός κατακέφαλα ενόμισα ότι τον εφόνευσα ολοτελώς· και ευθύς χωρίς να με γνωρίση η βασίλισσα έφυγα με μεγάλην ορμήν.

Όταν απεμακρύνθην ολίγον μέσα εις τα δένδρα του περιβολίου, ήκουσα την βασίλισσαν να θλίβεται και να θρηνή απαρηγόρητα· η λαβωματιά που έδωκα του αγαπητικού της ήτον θανατηφόρος, όμως αυτή με τας μαγείας της του εφύλαξε την ζωήν, αλλά με όλον τούτο έμενε σημειωμένος ωσάν ένα τερατώδες ζώον άλογον και ανενέργητον· εγώ ως τόσον εγύρισα εις την κλίνην μου, και αναπαύθηκα ευχαριστημένος, και προς το ξημέρωμα ιδού έρχεται και αυτή, και πλαγιάζει σιμά μου, αναστενάζουσα· και την αυγήν εγώ εσηκώθηκα από το κρεββάτι χωρίς να της ομιλήσω παντελώς, νομίζοντας ότι κοιμάται· και αφού εθεώρησα διαφόρους υποθέσεις της βασιλείας μου, γυρίζοντας εις τον θάλαμόν μου την ευρίσκω ενδυμένην πένθιμα με τα μαλλιά ξέπλεχα, και προσποιούμενος ότι έχω είδησιν του συμβάντος, την ερώτησα την αιτίαν της τοιαύτης λύπης, και μου απεκρίθη, ότι τρεις θλιβεράς ειδήσεις έλαβεν εις τον αυτόν καιρόν, τον θάνατον δηλαδή του πατρός της, της μητρός της και του αδελφού της. Εθαύμασα την πανουργίαν της γυναικός, και της λέγω· έχεις εύλογον αφορμήν να λυπήσαι και να θρηνής, επειδή μεγαλυτέραν θλίψιν ποτέ σου δεν εδοκίμασες, αλλ' έχε υπομονήν, και ο καιρός θέλει σε παρηγορήσει. Και αφού επέρασεν ένας χρόνος, που αυτή εζούσεν εις καθημερινήν θλίψιν και ακατάπαυστα δάκρυα, μου εζήτησεν άδειαν διά να οικοδομήση τον τάφον της, και να κλεισθή εκεί το επίλοιπον της ζωής της· εγώ της έδωσα την άδειαν, και αυτή ευθύς διώρισε και της οικοδόμησαν ένα μεγαλοπρεπές παλάτι με ένα μόνον θόλον, και το ωνόμασε το παλάτι των δακρύων· και ευθύς που ετελείωσεν έφερε μέσα τον αγαπητικόν της, τον οποίον εφύλαττεν ακόμη ζωντανόν με κάποια πιοτά μαγικά, αλλά με όλας της τας μαγείας δεν ηδυνήθη να τον θεραπεύση τελείως.

Εκείνος δεν είχεν άλλο σημείον ζωής εκτός της οράσεως και της αναπνοής· και μολονότι η βασίλισσα δεν ημπορούσε να έχη απ' αυτόν καμμίαν ευχαρίστησιν, ο υπερβολικός όμως και άλογος έρως δεν την άφινε να ησυχάση, εάν δεν επήγαινε καθημέραν να τον θρηνήση και να του λέγη όσα ερωτικά λόγια της ανέφερεν εις τον νουν ο Έρως και η Αφροδίτη· εγώ δε ήμουν πληροφορημένος πολύ καλά διά όλα αυτά.

Όθεν μίαν ημέραν μη υπομένοντας πλέον την αυθάδειαν και αδιαντροπίαν της γυναικός επήγα εις το παλάτι των δακρύων, διά να ιδώ τι κάμνει εκεί η αδιάντροπη γυναίκα· και από μέρος που δεν με έβλεπεν ακούω και λέγει εις τον αγαπητικόν της· αλλοίμονον εις εμέ, εγώ ευρίσκομαι εις την εσχάτην απελπισίαν ω ψυχή μου αγαπημένη, καθημέραν σου ομιλώ, και δεν μου αποκρίνεσαι ένα λόγον; έως πότε αυτή η σιωπή; δεν ακούεις τους στεναγμούς μου; δεν ακούεις τους θρήνους μου; πώς δεν μου λέγεις ένα μόνον λόγον; πόθεν προέρχεται τούτο; από αδυναμίαν σου, ή από καταφρόνησιν προς με; βλέπεις ότι εγώ προτιμώ να συμμερίζωμαι τους πόνους σου και να ζω συχνάκις μαζί σου, παρά να απολαμβάνω τας ξεφαντώσεις και ηδονάς, που δύναται να μου δώση η βασιλική εξουσία.

Εγώ τέλος πάντων μη υποφέροντας αυτά τα λόγια ώρμησα θυμωμένος εμπρός της, λέγοντας· ω τάφε, διατί δεν καταπίνεις τούτο το άλαλον και βρωμερόν ζώον που κείτεται εδώ, ή, διά να ειπώ καλύτερα, ω ουρανέ, διατί με ένα αστροπελέκι δεν κατακαίεις εδώ μέσα και αγαπητικόν και αγαπητικήν;

Τότε εσηκώθηκεν αυτή, που εκάθητο σιμά εις εκείνον τον βδελυρόν και μαύρον αράπην αγαπητικόν της, ωσάν μία λάμια θυμωμένη εναντίον μου, και λέγει μου· αχ σκληροκάρδιε και απάνθρωπε· εσύ είσαι εκείνος που μου επροξένησας τόσας λύπας και αναστεναγμούς; εκαμώθηκα έως τώρα ότι δεν ηξεύρω· το σκληρόν και απάνθρωπόν σου χέρι είνε εκείνο, που κατήντησε το υποκείμενον της αγάπης μου εις τοιαύτην ελεεινήν κατάστασιν και τώρα λαμβάνεις τόσην αυθάδειαν να έλθης και εδώ να με ενοχλήσης και να με φέρης εις τελείαν απελπισίαν; Εγώ θυμωμένος της απεκρίθηκα· εγώ είμαι βέβαια που ετιμώρησα αυτόν τον βρωμερόν αράπην ως του ήρμοζεν αλλ' έπρεπε με τον ίδιον τρόπον να τιμωρήσω και εσένα· δεν δύναμαι πλέον να υπομείνω την αυθάδειαν και αδιαντροπίαν σου, και εσήκωσα το σπαθί διά να την αποκεφαλίσω.

Αλλ' αυτή κυττάζοντάς με με χαρωπόν πρόσωπον μου λέγει με ένα πλαστόν χαμόγελο· παύσε τον θυμόν σου· και ευθύς είπε κάποια λόγια που εγώ δεν τα εκατάλαβα· ύστερα λέγει μεγαλοφώνως· διά μέσου της μαγικής μου ενεργείας, σε προστάζω ευθύς να γίνης ο μισός μάρμαρον και ο μισός να μείνης άνθρωπος, και ευθύς έγινα ως με βλέπεις, και ευρίσκομαι τώρα νεκρός εις τους ζωντανούς και ζων εις τους νεκρούς· και αφού με μετεμόρφωσεν εις την τέτοιαν αξιοθρήνητον κατάστασιν η θηριώδης μάγισσα, με άλλην ενέργειαν της μαγείας της με μετετόπισεν εδώ.

Και μετά ταύτα αφάνισεν ολόκληρον την βασιλικήν μου πόλιν, τα παλάτια, τα σπίτια, τους πύργους, τας πλατείας, και όλον τον πολυάριθμον λαόν κατεβύθισεν εις αυτήν την λίμνην που βλέπεις. Τα ψάρια, που είναι τεσσάρων λογιών χρώματα, είναι τα τέσσαρα γένη που κατοικούσαν εις αυτήν την πολιτείαν και είχαν τέσσαρας θρησκείας διαφορετικάς, ήγουν τα μεν άσπρα φανερώνουν τους Τούρκους, τα κόκκινα τους Πέρσας, που επροσκυνούσαν την φωτιάν, τα γαλάζια τους Χριστιανούς, και τα κίτρινα τους Εβραίους.

Οι τέσσαρες λόφοι είναι τα τέσσαρα νησιά που δίδουν την ονομασίαν εις τούτο το βασίλειον. Έμαθα όλα αυτά από την ιδίαν αυτήν μάγισσαν, η οποία, διά να μου αυξήση τους πόνους πολλαπλασίως, μου εφανέρωσε τα αποτελέσματα του θυμού της· ούτε έπαυσεν έως εδώ τον θυμόν της, αλλ' εξέρχεται καθημέραν και μου δίδει εκατόν ραβδιές εις τις πλάτες γυμνές με ένα βοϊδοτσούλιον, έως που τρέχουν τα αίματα· έπειτα με ενδύει με ένα σακκί τρίχινον κατάσαρκα· και επάνω με ενδύει με τούτο το χρυσοΰφαντον, όχι διά να με τιμήση, αλλά διά να με περιπαίζη. Ύστερα από αυτήν την διήγησιν άρχισε να κλαίη απαρηγόρητα και υψώνοντας τα μάτια εις τον ουρανόν έλεγε· Παντοδύναμε ποιητά του παντός, εγώ αφίεμαι εις την απόφασιν της δικαιοσύνης σου και εις την θέλησιν της προνοίας και υποφέρω όλα με υπομονήν έως ότου γίνη το θέλημά σου.

Ακούοντας μίαν τέτοιαν θλιβεράν διήγησιν ο βασιλεύς εκείνος και βλέποντας εις τοιαύτην αξιοδάκρυτον κατάστασιν τον άθλιον νέον βασιλέα, εκινήθη εις έλεος και ευσπλαγχνίαν και εις εκδίκησιν εναντίον εκείνης της θηριώδους γυναικός, και λέγει του νέου βασιλέως· φανέρωσέ μου πού ευρίσκεται εκείνη η μάγισσα, και πού είναι το βδέλυγμα ο αγαπητικός της. Απεκρίθη ο νέος βασιλεύς· Κύριε, καθώς σου διηγήθην, ο αγαπητικός της κείτεται εις το παλάτι των δακρύων, εις ένα τάφον κατασκευασμένον εις σχήμα καμάρας και το παλάτι αυτό από το μέρος της θύρας συνέχεται με τούτο το παλάτι· αυτή δε η μάγισσα δεν ηξεύρω πού διατρίβει· όμως κάθε αυγήν έρχεται εις εμένα και μου κάμνει εκείνον τον αιματώδη δαρμόν, ως σου τον περιέγραψα, και έπειτα πηγαίνει προς τον βρωμερόν αγαπητικόν της και του φέρει ένα πιοτόν με το οποίον του φυλάττει την ζωήν έως την σήμερον, και δεν παύει να τον ονειδίζη διά την σιωπήν του, που δεν της ωμίλησε παντελώς, αφού εγώ τον επλήγωσα, και τούτο είναι το μεγαλύτερόν της παράπονον.

Ως τόσον εκείνος ο βασιλεύς επαρηγόρησε τον νέον βασιλέα και του υπεσχέθη να κάμη την εκδίκησιν εναντίον εκείνης της σατανικής μαγίσσης· του εκοινολόγησε προσέτι και την αφορμήν που τον είχε παρακινήση διά να υπάγη εις εκείνα τα μέρη, και τον τρόπον που εστοχάσθη διά να τιμωρήση εκείνην την αχρείαν γυναίκα.

Αλλ' επειδή επέρασεν αρκετή ώρα της νυκτός ανέβαλε την εκτέλεσιν διά την αύριον, και αποχαιρετήσας ως τόσον τον νέον βασιλέα ανεχώρησε να αναπαυθή ολίγον εις άλλον θάλαμον εκείνου του παλατίου. Την αυγήν καθώς εξύπνησεν ενωρίς έτρεξεν εις το παλάτι των δακρύων, και εμβαίνοντας μέσα το εύρεν όλον φωτισμένον από μίαν ωραιοτάτην φωτοχυσίαν, και ευωδίαζεν από κάθε μέρος από αρωματική, που είχεν εκείνη η μάγισσα διά παρηγορίαν του δυστυχούς αγαπητικού της, τον οποίον ευρίσκοντας ο βασιλεύς νεκρόν και ακίνητον, κατάκοιτον εις το κρεββάτι μέσα εις ένα είδος τάφου κατασκευασμένον ωσάν μία κάμαρα, και σύρνοντας τον έξω από το κρεββάτι του τον εθανάτωσε με το σπαθί του και τον έρριξεν εις ένα πηγάδι, εις την αυλήν του παλατίου· έπειτα επλάγιασεν αυτός ο ίδιος εις το κρεββάτι του αγαπητικού της μάγισσας, και εσκεπάσθη ως εύρε τον αράπην παρομοίως, έχων αποκάτω εις τα παπλώματα ομού και το σπαθί του, και επρόσμενεν εκεί διά να τελειώση τον σκοπόν του.

Μετ' ολίγον έφθασεν η μάγισσα και έτρεξε πρώτον εις τον άνδρα της τον νέον βασιλέα των Μελανών Νησίων, και άρχισε να τον δέρνη, κατά την συνήθειάν της τόσον σκληρά, ώστε αι θλιβεραί φωναί οπού έβγαζεν ο δυστυχής εκινούσαν εις έλεος και τα άψυχα κτίσματα, και την καλούσε να κάμη έλεος εις αυτόν και αυτή του έλεγε· συ δεν έλαβες ευσπλαγχνίαν διά τον ιδικόν μου αγαπητικόν, ούτε εγώ δεν θέλω ποτέ λάβει συμπάθειαν διά σε . . .

Εις τούτο το αναμεταξύ βλέποντας η Χαλιμά να πλησιάση η ώρα που ο βασιλεύς έμελλε να υπάγη εις το προσκύνημα, διέκοψε την διήγησιν της ιστορίας. Τότε η Μεδινά η αδελφή της λέγει· αγαπητή μου αδελφή, σε παρακαλώ να μη με υστερήσης το επίλοιπον της ιστορίας την ερχομένην αυγήν, διά να ιδώ πώς ετιμώρησεν εκείνος ο βασιλεύς την μάγισσαν, και τι τέλος έλαβε. Λέγει της η Χαλιμά· τούτο στέκει εις την θέλησιν του βασιλέως, και εγώ πάντοτε είμαι έτοιμη. Ο βασιλεύς Αϊδήν, έχοντας μέγαν πόθον να ακούση την επίλοιπον συνέχειαν της ιστορίας, έλεγεν εις τον εαυτόν του, ότι, εάν η ιστορία ακολουθήση και δύο μήνας, μολοντούτο θέλω της αφήσει την ζωήν, έως που να ακούσω το αποβησόμενον μιας τοιαύτης παραδόξου διηγήσεως. Την ερχομένην αυγήν η Μεδινά εξύπνησε την Χαλιμάν πλέον ενωρίτερα και άρχισε την συνέχειαν της ιστορίας κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Αφού η μάγεισσα έδειρεν εκείνον τον ταλαίπωρον νέον, διά να ευχαριστήση τον θυμόν της, έτρεξε με προθυμίαν εις το παλάτι των δακρύων της, όπου είχε τον αγαπητικόν της, και πλησιάζοντας εις το κρεββάτι, εκεί που ενόμιζε ότι είναι ο αγαπητικός της, εγονάτισεν από το όπισθεν μέρος, και άρχισε να αναστενάζη και με δάκρυα να λέγη· πού είσαι, φως μου; πού είσαι, ζωή μου; έως πότε σιωπάς; αποφάσισες να με αφήσης να αποθάνω από την θλίψιν χωρίς να μου ειπής ακόμη μίαν φοράν ότι με αγαπάς; αχ ψυχή μου, ειπέ μου καν ένα μόνον λόγον, σε εξορκίζω εις την αγάπην μας, διά να με παρηγορήσης.

Τότε ο βασιλεύς, που ήτον εκεί σκεπασμένος, με μίαν επιτηδείαν υπόκρισιν εσχημάτισε την φωνήν του αράπη, και της λέγει· «Δεν ευρίσκεται δύναμις και εξουσία, παρά εις τον ουρανόν». Εις τοιούτους λόγους η μάγισσα μη όντας συνηθισμένη, εφώναξε μεγαλοφώνως από την χαράν της, και λέγει του· είσαι συ, ω φως μου και παρηγορία μου, που μου ομιλείς, ή με απατά η ακοή μου; Λέγει της ο βασιλεύς με την ιδίαν πλαστήν φωνήν· συ δεν είσαι αξία διά να σου ομιλήσω, διότι από ιδικήν σου αιτίαν εγώ ευρίσκομαι αθεράπευτος τόσον καιρόν, εάν δεν ετυραννούσες τόσον τον άνδρα σου, που από τας θλιβεράς του φωνάς δεν δύναμαι να κοιμηθώ ούτε ημέραν ούτε νύκτα· και αν συ τον ελευθέρωνες από την μαγικήν ενέργειαν, που τον εμεταμόρφωσες εις μάρμαρον, εγώ έως τώρα είχα θεραπευθή και είχα αναλάβει την ομιλίαν μου.

Απεκρίθη η μάγισσα· εγώ είμαι έτοιμη να τον μεταμορφώσω εις την πρώτην του μορφήν, φθάνει να με προστάξης, και ο λόγος σου γίνεται έργον. Λέγει της ο βασιλεύς· τρέξε γρήγορα ελευθέρωσέ τον, διά να ελαφρωθώ και εγώ από το πάθος μου. Ευθύς η μάγισσα εβγήκεν από το παλάτι των δακρύων, και λαμβάνοντας ένα ποτήριον νερόν ανακάτωσε μέσα μίαν σκόνην, λέγοντας κάποια λόγια ως που έβρασε το νερόν, και πλησιάζοντας εις τον νέον βασιλέα τον άνδρα της τον ερράντισε με τούτο το νερόν, και του λέγει· Σε προστάζω και σε εξορκίζω εις την δύναμιν του μεγάλου και φρικτού δράκοντος και εις την ενέργειαν των επτά πλανητών να αναλάβης την πρώτην σου μορφήν. Ευθύς που αυτή επρόφερε τα τοιαύτα λόγια εσηκώθη ο νέος βασιλεύς σώος και αβλαβής ως ήτο πρότερον.

Τότε του λέγει η μάγισσα· φεύγε μακράν απ' εδώ και μη γυρίσης πλέον, διότι είναι ο θάνατός σου. Και αυτός εξ ανάγκης ανεχώρησεν εις τόπον παράμερον, όπου επρόσμενε το αποβησόμενον με το μέσον του βασιλέως. Ως τόσον η μάγισσα εγύρισε πάλιν εις το παλάτι των δακρύων, και εμβαίνοντας μέσα, επλησίασε τον αγαπητικόν της τον αράπην και του λέγει· έκαμα τα όσα μου παρήγγειλες· σήκω τώρα λοιπόν διά να εκπληρώσης την επιθυμίαν μου και να μου δώσης εκείνην την ευχαρίστησιν, που τόσον καιρό είμαι στερημένη. Της απεκρίθη ο βασιλεύς· με την ιδίαν πλαστήν φωνήν του αράπη, όμως με θυμόν, λέγοντάς της· όσον ενήργησες, δεν είναι αρκετόν διά να με θεραπεύση ολόκληρον, πρέπει να ξεριζώσης την αιτίαν και όλην την ρίζαν του πάθους μου.

Λέγει του η μάγισσα· ω ψυχή μου, αγαπητέ μου, φανέρωσέ μου καθαρά ποία είναι η ρίζα, που μου λέγεις; Της απεκρίθη ο βασιλεύς· ω αστόχαστη και κακόγνωμη γυναίκα, δεν καταλαμβάνεις διά ποίαν αιτίαν λέγω; είναι αυτή η πολιτεία, οι κάτοικοί της και τα τέσσαρα νησία της, τα οποία όλα εσύ με τας μαγείας σου αφάνισες από το πρόσωπον της γης· κάθε μεσονύκτιον τα ψάρια αυτής της λίμνης σηκώνουν τα κεφάλια τους εις την επιφάνειαν της λίμνης, και φωνάζουν εκδίκησιν εναντίον μου και εναντίον σου· ύπαγε γρήγορα να τα μεταμορφώσης όλα εις την πρώτην των κατάστασιν, και γυρίζοντας σου δίδω το χέρι μου διά να με βοηθήσης να σηκωθώ, και τότε θέλω σε ευχαριστήσει εις όλα σου τα θελήματα.

Από ταύτα τα λόγια η μάγισσα πληρωθείσα από χαράν και καλάς ελπίδας, διά να ιδή τον αγαπητικόν της ολοκλήρως θεραπευμένον, εφώναξε μετά χαράς μεγάλης· ω ψυχή μου, ω φως μου, ω παρηγορία μου· ιδού τρέχοντας με κάθε σπουδήν και επιμέλειαν πηγαίνω να μεταμορφώσω όλα εις την πρώτην των φυσικήν κατάστασιν.

Και ευθύς αυτή έτρεξεν εις την λίμνην, και λαμβάνοντας με τα χέρια της απ' εκείνο το νερόν, αφού είπε κάποια λόγια, ερράντισε με εκείνο την λίμνην και τα ψάρια· και ω του θαύματος! εις την αυτήν στιγμήν μετεμορφώθη η λίμνη εις μίαν μεγάλην πόλιν· τα ψάρια όλα έλαβαν την πρώτην τους μορφήν, και τινά μεν έγιναν άνδρες, τινά δε γυναίκες ή παιδία, και άλλα πάλιν έγιναν Τούρκοι, άλλα Χριστιανοί, άλλα Πέρσαι και άλλα Εβραίοι, και άλλοι ελεύθεροι, άλλοι δε σκλάβοι, και καθένας έλαβε την φυσικήν του μορφήν· τα παλάτια, τα σπίτια και τα εργαστήρια ευρέθησαν γεμάτα από τους οικοκυραίους των, και κοντολογής κάθε πράγμα ευρέθη εις την πρώτην του στάσιν και τάξιν.

Η πολυάριθμος παράταξις του βασιλέως που ήτον κονευμένη σιμά εις την λίμνην, όταν ευρέθη εις την μεγαλυτέραν πλατείαν, έμειναν όλοι εκστατικοί να ιδούν εις μίαν στιγμήν μίαν πόλιν τόσον ωραίαν, τόσον μεγαλοπρεπή και τόσον πολυάνθρωπον.

Η μάγισσα, αφού ενήργησε ταύτην την τερατώδη μεταμόρφωσιν, εγύρισε τρέχουσα εις το παλάτι των δακρύων, διά να απολαύση τον καρπόν και μισθόν των κόπων της, και εμβαίνοντας μέσα λέγει ωσάν να ωμιλούσε με τον αγαπητικόν της· ιδού ετελείωσα όλα όσα με επρόσταξες· σήκω τώρα, διά να σε ιδώ υγιή και να εκπληρώσης την επιθυμίαν μου, που είμαι τόσον καιρόν στερημένη.

Της απεκρίθη ο βασιλεύς με την συνηθισμένην πλαστήν φωνήν του αράπη, λέγοντάς της· πλησίασε σιμά μου, δος μου το χέρι σου. Και ενώ επλησίαζεν αυτή σιμά του και άπλωνεν εις αυτόν το χέρι της, αυτός ευθύς επήδησεν από το κρεββάτι ως θυμωμένον λεοντάρι και με μίαν σπαθιάν της εχώρισε το σώμα εις δύο κομμάτια, και έπεσε νεκρά και ακίνητος εις την γην.