Παραμύθια της Χαλιμάς Τόμος 1 Ήτοι Διηγήσεις και Συβεβηκότα λίαν περίεργα και ωραία Συνταχθέντα εις την Αραβικήν υπό του πολυμαθούς Δερβίς Αμπου Mπεκήρ Κατά την έκδοσιν της Βενετίας

Part 4

Chapter 40 wordsPublic domain

Τότε ο βασιλεύς επρόσταξε να γίνουν όλες οι ετοιμασίες κατά την διάταξιν του ιατρού· επήγεν εις το ιπποδρόμιον, εγυμνάσθη έως που ίδρωσε, και τότε εκατάλαβεν ότι το ιατρικόν άρχισε και ενεργούσε εις το σώμα του και έτσι ιδρωμένος εμβαίνει εις το λουτρόν και λουσθείς αμέσως έπεσεν όλον εκείνο το λεπρώδες δέρμα και έμεινε το σώμα του λευκόν και τρυφερόν ωσάν να ανεγεννήθη εκ δευτέρου. Ύστερον ενεδύθη άλλα φορέματα και προς το εσπέρας της ημέρας μετά το δείπνον ανεπαύθη εις την κλίνην ήσυχος όλην την νύκτα· την δε αυγήν στοχαζόμενος τον εαυτόν του υγιή έκραξε τους άρχοντας του παλατίου του, και εις όλους έδειξε την θαυμασίαν ιατρείαν που έλαβεν, οι οποίοι με μεγάλην αγαλλίασιν τον εσυγχάρηκαν, και επαίνεσαν όλοι κοινώς την εμπειρότητα του ιατρού. Και ιδού έρχεται και ο ιατρός εμπρός εις τον βασιλέα· ευθύς ο βασιλεύς τον αγκαλιάζει, τον φιλεί και τον καθίζει εις τα δεξιά του, και του έκαμεν όλους τους επαίνους εκείνους των οποίων είναι άξιος ένας τέτοιος ιατρός, εμπρός εις τον βεζύρην του και εις τους μεγιστάνας· διώρισεν να τον ενδύσωσι με καυτάνι βασιλικόν και άλλα φορέματα παρόμοια· την ώραν δε του γεύματος τον εκάθισεν εις την βασιλικήν τράπεζαν να γευθή μαζί του, και όλοι οι μεγιστάνες έστεκαν ορθοί με τα χέρια σταυρωμένα· έπειτα του έκαμε μεγάλα και πολύτιμα χαρίσματα, και μεγάλας τιμάς, και καθ' ημέραν σχεδόν τον είχεν εις την συναναστροφήν του.

Ούτος ο βασιλεύς είχε ένα βεζύρην, φθονερόν, φιλάργυρον και φυσικά πονηρόν να πράξη κάθε παρανομίαν· ούτος φθονόντας την ευτυχίαν και την τιμήν του ιατρού επροσπάθησε να του σηκώση την υπόληψιν σιμά εις τον βασιλέα. Όθεν μίαν ημέραν παρουσιάσθη εις τον βασιλέα, προφασιζόμενος ότι θέλει να του ξεμυστηριευθή μίαν υπόθεσιν πολύ αναγκαίαν προς φύλαξιν της ζωής του, που ευρίσκετο εις κίνδυνον. Ο βασιλεύς ακούοντας τοιαύτα λόγια εφοβήθη τρόπον τινά, διότι είχεν ολίγον πνεύμα και με ευκολίαν δεν εκαταλάμβανε τας πανουργίας των πονηρών, ως απλούς και απαίδευτος. Τότε ο βεζύρης του λέγει, ισχυρότατε βασιλεύ, όταν η ζωή της βασιλείας σου είναι ποθητή εις τους υπηκόους σου, και μάλιστα εις εμένα τον δούλον σου, που έχω χρέος να αγρυπνώ προς φύλαξιν της βασιλείας σου, τόσον κατά το παρόν υπόκειται εις ένα κίνδυνον πολύ φοβερόν, και είναι η συναναστροφή του ιατρού Δαβάν· διότι, ως είμαι καλά πληροφορημένος, αυτός είναι ένας πλάνος, μάγος, προδότης και επίβουλος της βασιλείας σου· όθεν παρακαλώ την βασιλείαν σου να ακούσης την συμβουλήν του δούλου σου, και το ταχύτερον να ελευθερωθής από μίαν επιβουλήν τόσον κινδυνώδη, διά να μη συμβή καμμία αξιοθρήνητος τραγωδία· και όταν θα θέλης δεν θα είναι πλέον καιρός θεραπείας.

Ο βασιλεύς ακούοντας τοιούτον μήνυμα φοβερού κινδύνου έμεινεν εκστατικός και εις απορίαν, μη ηξεύροντας τι να αποφασίση, και λέγει του βεζύρη· πώς είναι δυνατόν να μου επιβουλευθή την ζωήν εκείνος που με εθεράπευσε και μου εχάρισε την ζωήν; Εάν είχεν τέτοιαν γνώμην, αυτός δεν θα με ιάτρευε· όχι, όχι, μη γένοιτο, δεν πείθομαι εις τους λόγους σου· όλα είναι συκοφαντίαι και φθόνος εναντίον ενός αναιτίου και αθώου ανθρώπου· όθεν εγώ δεν ημπορώ να αποφασίσω εις θάνατον ένα δίκαιον και μάλιστα ευεργέτην μου. Απεκρίθη ο βεζύρης, και λέγει· λοιπόν η βασιλεία σου προτιμά καλύτερον την ζωήν ενός επιβούλου παρά την ιδίαν της; Παρακαλώ την βασιλείαν σου να με ακούση χωρίς αγανάκτησιν· δεν είναι φθόνος βασιλέα μου, που με κινεί να σου προβάλω τέτοιαν υπόθεσιν, αλλά ο ζήλος και το χρέος που έχω προς φύλαξιν της ζωής σου· επειδή και μικρά υποψία διά την ζωήν του βασιλέως γίνεται μεγάλη υπόθεσις· και οι πολιτικοί νόμοι διορίζουν εις τέτοιαν υποψίαν της ζωής του βασιλέως να θυσιάζεται καλύτερον ο άπταιστος, παρά με την πρότασιν της αθωότητος να φυλαχθή ο επίβουλος και πταίστης ατιμώρητος, και ας βεβαιωθή εις τους λόγους μου η βασιλεία σου, ότι δεν είναι υποψία, αλλ' επιβουλή κατασκευασμένη και προμελετημένη διά να σου σηκώση την ζωήν· όθεν πρέπει χωρίς αναβολήν να τον αποφασίσης εις θάνατον, διότι δεν ηξεύρομεν τι τέξεται η επιούσα, προτού δηλαδή να βάλη εις έργον αυτός την επιβουλήν του· και υπόσχομαι την ζωήν μου, αν αυτοί οι λόγοι μου είναι ψευδείς.

Και αν τυχόν δεν φυλαχθής, ω βασιλεύ, το θάρρος που δίδεις του αυτού ιατρού τέλος πάντων θέλει σου γίνει θρήνος αξιοδάκρυτος, ίσως η ιατρεία που φαίνεται να σου έκαμε, να είναι κατά φαντασίαν και κατ' επιφάνειαν, και όχι βεβαία, και ενδέχεται εις το μέλλον να σου προξενήση κανένα θανατηφόρον αποτέλεσμα.

Ο βασιλεύς, που φυσικά είχεν ολίγον πνεύμα, και δεν εκαταταλάμβανε την κακότροπον πανουργίαν του βεζύρη, επίστευσεν εις τα λόγια του· και λέγει του· έχεις όλον το δίκαιον διότι αυτός δύναται να μου σηκώση την ζωήν με μόνην την μυρωδιάν κανενός βοτάνου θανατηφόρου· όθεν στοχάσου τι πρέπει να ενεργήσωμεν εις τέτοιαν περίστασιν. Λέγει του ο βεζύρης· να στείλης βασιλεύ, ευθύς να τον αποκεφαλίσης. Ο βασιλεύς κράζει ευθύς ένα του στρατιώτην, και τον προστάζει ευθύς να υπάγη να εύρη τον ιατρόν και να τον παρουσιάση έμπροσθέν του. Ο στρατιώτης κατά την βασιλικήν προσταγήν ευθύς επαρουσίασε τον ιατρόν έμπροσθεν εις τον βασιλέα ως κατάδικον.

Ο βασιλεύς με θυμωμένον βλέμμα λέγει προς τον ιατρόν· επληροφορήθην αρκετά, ότι συ είσαι ένας προδότης και επίβουλος της βασιλείας μου και της ζωής μου, και διά τούτο είσαι ένοχος θανάτου, και πρέπει να πεθάνης αποκεφαλιζόμενος από τον δήμιόν μου.

Ο δυστυχής ιατρός, ακούοντας τέτοιαν άδικον και παράνομον απόφασιν, από τον φόβον του και δειλίαν έμεινεν ημιθανής και άρχισε να θρηνή απαρηγόρητα και να παρακαλά τον βασιλέα να τον ευσπλαχνισθή δείχνοντας πως είναι αθώος, και πως δεν έχει κανένα πταίσιμον άξιον θανάτου, λέγοντάς του· ότι αυτή είναι η ανταμοιβή που του δίδει διά την θεραπείαν της λέπρας του; αλλ' ο βασιλεύς ισχυρογνώμων εις την απόφασίν του και αμετάβλητος προστάζει τον διωρισμένον στρατιώτην να τον αποκεφαλίση. Τότε οι μεγιστάνες του βασιλέως που ευρίσκοντο παρόντες ηξεύροντες τον ιατρόν αθώον, μη ηξεύροντες όμως την συκοφαντίαν του βεζύρη, εμεσίτευσαν εις τον βασιλέα διά να μη τον αποκεφαλίση αδίκως, λέγοντες ότι δεν έπταιε και ότι ήτον δίκαιος και καλός· αλλ' ο βασιλεύς σταθερός εις την απόφασίν του προστάζει και δεύτερον διά να τον αποκεφαλίσουν.

Ο πανάθλιος ιατρός, βλέποντας ότι δεν ήτον δυνατόν να αποφύγη τον θάνατον, προσπίπτει εις τους πόδας του βασιλέως και τον παρακαλεί να του χαρίση τρεις ώρες καιρόν, λέγοντας προς τον βασιλέα· επειδή η απόφασις της βασιλείας σου είναι αμετάθετος διά να με αποκεφαλίση, σε παρακαλώ δι' όνομα του μεγάλου Προφήτου να μου χαρίσης ολίγον καιρόν, έως που να υπάγω εις το σπίτι μου, να διατάξω τα υπάρχοντά μου, να αποχαιρετήσω τα παιδιά μου και να αφήσω τα βιβλία μου εις υποκείμενα άξια να επωφεληθούν από αυτά· μάλιστα σιμά εις τα άλλα έχω ένα βιβλίον πολύτιμον, το οποίον περιέχει πολλά αξιόλογα και θαυμάσια πράγματα, και αυτό θέλω να χαρίσω εις την βασιλείαν σου, και να το φυλάξης εις το θησαυροφυλάκιόν σου, ως πολύτιμον λίθον.

Του λέγει ο βασιλεύς· και τι αξιοθαύμαστον πράγμα ημπορεί να περιέχη ένα βιβλίον; Απεκρίθη ο ιατρός· το εξαιρετώτερον που περιέχει είναι τούτο, ότι, όταν με αποκεφαλίσουν, αν τυχόν η βασιλεία σου ανοίξης το βιβλίον εις το έκτον φύλλον και αναγνώσης τον τρίτον στίχον εις το αριστερόν μέρος, το νεκρόν κεφάλι μου θέλει σου αποκριθή εις όσας ερωτήσεις του προβάλλης. Ο βασιλεύς, περίεργος να ίδη ένα τέτοιον περίεργον πράγμα του έδωσε καιρόν έως εις την ερχομένην ημέραν, και τον έστειλεν εις το σπίτι του με αρκετήν φύλαξιν στρατιωτών.

Εις εκείνο το αναμεταξύ του καιρού, ο ιατρός ετακτοποίησε τας υποθέσεις του. Ως τόσον εφημίσθη εις όλην την πολιτείαν, ότι μετά τον θάνατον του ιατρού μέλλει να ακολουθήση ένα θαύμα ανήκουστον· όθεν την ερχομένην ημέραν εσυνάχθησαν όλοι οι άρχοντες του παλατίου και πολύ πλήθος λαού διά να ιδούν το αποβησόμενον· και ιδού έρχεται ο ιατρός με το βιβλίον εις τας χείρας και εσίμωσε έως εις τον θρόνον του βασιλέως· και εζήτησε να του φέρουν ένα δίσκον, εις τον οποίον άπλωσε το μανδήλι με το οποίον εκρατούσε το βιβλίον τυλιγμένον, και απλώνοντας το βιβλίον εις τας χείρας του βασιλέως του λέγει· ευθύς οπού κοπή η κεφαλή μου, να την θέσουν επάνω εις τούτο το μανδήλι εις τον δίσκον, και θέλει σταματήσει ευθύς το αίμα, και ύστερα θέλεις ανοίξει το βιβλίον, και το κεφάλι θέλει αποκριθή εις όλα τα ερωτήματά σου.

Αλλ' ω κραταιότατε βασιλεύ, παρακαλώ σε να με σπλαγχνισθής διότι είμαι αθώος, και μη με θανατώσης άδικα. Λέγει του ο βασιλεύς· αι παρακλήσεις σου είνε ανωφελείς, πρέπει να αποθάνης, μάλιστα διά να ιδώ πώς θα ομιλήση η κεφαλή σου ύστερα· και λαμβάνοντας το βιβλίον από τας χείρας του ιατρού επρόστασε τον δήμιον ευθύς να τον αποκεφαλίση.

Τότε ο δήμιος με επιδεξιότητα απεκεφάλισε τον ιατρόν, και έθεσε την κεφαλήν του επάνω εις τον δίσκον, και ευθύς εσταμάτησε το αίμα και έμειναν εκστατικοί, ό,τε βασιλεύς και οι παρεστώτες, βλέποντες την κεφαλήν ν' ανοίγη τα μάτια, και αρχίζοντας να ομιλήση είπε· βασιλεύ άνοιξε το βιβλίον. Και ο βασιλεύς το άνοιξε και ευρίσκοντας το πρώτον φύλλον με το δεύτερον κολλημένον έβρεξε το δάκτυλόν του εις το στόμα του διά να το γυρίση με ευκολίαν, έκαμε το ίδιον έως εις το έκτον φύλλον, και πάντοτε έβρεχε το δάκτυλον εις το στόμα διά να γυρίζη τα φύλλα, αλλά γράμματα δεν έβλεπε, και λέγει εις την κεφαλήν· εγώ δεν βλέπω γράμματα διατί; Του απεκρίθη η κεφαλή γύρισε ακόμη μερικά φύλλα.

Ο βασιλεύς εξηκολούθησε να γυρίζη φύλλα, βρέχοντας πάντοτε το δάκτυλον εις το στόμα του, έως που άρχισε το φαρμάκι ολίγον κατ' ολίγον να κάμνη την ενέργειάν του εις το στόμα· αιφνιδίως ο βασιλεύς άρχισε να τρέμη και να παραλαλή ως σεληνιασμένος· του εσκοτίσθησαν τα μάτια, και τέλος πάντων εκρημνίσθη από τον θρόνον εις την γην. Όταν ο ιατρός Δαβέν, ή να είπω καλύτερα η κεφαλή του Δαβάν, είδεν ότι το φάρμακον έκαμε την τελείαν ενέργειαν, και η ζωή του βασιλέως ήτον εις τα λοίσθια και μετ' ολίγας στιγμάς έπρεπεν εξ ανάγκης να δώση το έσχατον τέλος, εβόησεν η κεφαλή· ω τύραννε, άφρον, ιδού το ελεεινόν τέλος εκείνων, οι οποίοι κακώς μεταχειριζόμενοι την εξουσίαν που έχουν εις τους λοιπούς ανθρώπους, ασπλάγχνως θανατώνουν τους αθώους και δικαίους, και το αίμα των δικαίων βοά προς τον ουρανόν και ζητεί εκδίκησιν· όθεν η θεία δίκη, ή γρήγορα ή αργά τιμωρεί δικαίως την παρανομίαν και σκληροκαρδίαν των τοιούτων.

Μόλις η κεφαλή ετελείωσε ταύτα τα λόγια, έδωκε το έσχατον τέλος της ζωής του ο βασιλεύς· και επομένως ενεκρώθη και η κεφαλή . . . Τοιαύτη είναι η ιστορία του βασιλέως των Ελλήνων και του ιατρού Δαβάν (λέγει η Χαλιμά προς τον Αϊδήν βασιλέα της Ινδίας όντας μαζί του εις το κρεββάτι) και έπρεπε να ακολουθήση την συνέχειαν της ιστορίας του ψαρά και του εναερίου Τελωνίου· αλλ' επειδή είδεν ότι επλησίασεν η διωρισμένη ώρα, όπου ο βασιλεύς εσυνήθιζε να πηγαίνη εις το προσκύνημα και έπειτα εις το συμβούλιον, λέγει εάν η βασιλεία σου, κατά την συνηθισμένην σου συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν, θέλει μου χαρίσει την ζωήν έως την αύριον, θέλω σου διηγηθή και το ακόλουθον της ιστορίας. Τότε ο βασιλεύς παρήγγειλε εις της Χαλιμάς την ερχομένην ημέραν να του διηγηθή το επίλοιπον της ιστορίας του ψαρά, διότι είχε μέγαν πόθον και περιέργειαν να ακούση το τέλος.

Η Μεδινά παρακαλεί την επομένην την Χαλιμάν να εξακολουθήση την διήγησιν του ψαρά· η δε Χαλιμά λαμβάνοντας άδειαν από τον βασιλέα άρχισεν εις τον ακόλουθον τρόπον. Όταν ο ψαράς ετελείωσε την ιστορίαν του βασιλέως των Ελλήνων και του ιατρού Δαβάν, ομιλώντας πάντοτε με το Τελώνιον, που εκρατούσε κλεισμένον μέσα εις το χάλκινον αγγείον, του λέγει· εάν εκείνος ο βασιλεύς ελάμβανεν ευσπλαγχνίαν προς τον ιατρόν και δεν τον εθανάτωνεν αδίκως, ούτε αυτός θα ελάμβανεν εκείνο το κακόν τέλος της ζωής του με το φαρμάκι, μάλιστα διά την αχαριστίαν που έδειξε προς τον ιατρόν, αφού τον ελευθέρωσεν από το πάθος της λέπρας· παρομοίως και συ, ω Τελώνιον, ήθελες να με θανατώσης ασπλάγχνως, εις καιρόν που σε ηλευθέρωσα από μίαν παντοτεινήν σου φυλακήν, χωρίς να σου κάμω κανένα κακόν, και μάλιστα σε παρεκάλεσα τόσον διά να μου αφήσης την ζωήν, αλλά συ πάντοτε ισχυρογνώμων και ανελεήμων ήθελες να με θανατώσης, τώρα και εγώ γίνομαι ανελεήμων προς εσένα· θέλω σε αφήσει κλεισμένον εις τούτο το αγγείον έως εις το τέλος των αιώνων, να μη έχης ποτέ σου ελευθερίαν· αυτή η εκδίκησις σου γίνεται από την κακήν σου γνώμην.

Απεκρίθη το Τελώνιον σε παρακαλώ, αγαπητέ μου φίλε, και σε εξορκίζω εις τον μέγαν Προφήτην να μη πράξης ένα έργον τόσον σκληρόν· δεν είναι ίδιον των καλών ανθρώπων να ανταποδίδουν κακόν αντί κακού, και απεναντίας είναι άξιος πολλών επαίνων οποίος αποδίδει καλόν αντί κακού· εγώ σου είπα ότι δεν είχα σκοπόν να σε θανατώσω· όθεν τώρα σε παρακαλώ να με ελευθερώσης, και σου υπόσχομαι μεθ' όρκου όχι μόνον να μη σου κάνω κανένα κακόν, αλλά μάλιστα να σε ευεργετήσω και να σου δείξω τον τρόπον να γίνης πλουσιώτατος.

Ο ψαράς ακούοντας ότι θα πλουτίση διά να ελαφρωθή από το βάρος της φτώχιας με αυτήν την ελπίδα άρχισε να κλίνη εις τας παρακλήσεις του Τελωνίου, και λέγει του· πώς ημπορώ να βεβαιωθώ εις την υπόσχεσίν σου; φοβούμαι να μη με γελάσης· κάμε όρκον πρώτον εις το όνομα του μεγάλου Προφήτου, ότι θα φυλάξης όσα μου έταξες, και εγώ είμαι έτοιμος να ανοίξω το αγγείον, και στοχάσου καλά να μην αυθαδιάσης και παραβής ένα τέτοιον όρκον, διότι η παράβασίς σου θέλει σε παιδεύσει χειρότερα.

Τότε το Τελώνιον έκαμεν όρκον εις τον μέγαν Προφήτην να φυλάξη τα όσα έταξε του ψαρά· και αυτός ευθύς άνοιξε το αγγείον, και εβγήκε καπνός ως και πρώτον, και έλαβε το Τελώνιον την μορφήν και το είδος του ως πρότερον και ύστερα εκτύπησε το αγγείον με το ποδάρι του, και το έρριψεν εις την θάλασσαν. Βλέποντας τούτο ο ψαράς εφοβήθη, και του λέγει· διατί έτσι; δεν φυλάττεις πλέον τον όρκον σου; Το Τελώνιον βλέποντας τον ψαράν φοβισμένον εγέλασε και του λέγει· ας είσαι βέβαιος ότι φυλάττω την υπόσχεση μου, και έρριξα το αγγείον διά να ιδώ, αν συ φοβείσαι· και ιδού ο καιρός να σε ευεργετήσω· λάβε τα δίκτυα σου, και ακολούθει με.

Λέγοντας αυτά τα λόγια εκίνησεν εμπρός το Τελώνιον και ο ψαράς ακολουθούσε κατόπιν, και περιπατώντες έφθασαν επάνω εις ένα λόφον ολίγον διάστημα μακράν από την πολιτείαν και καταβαίνοντες από την ράχην εις μίαν ευρύχωρον παιδιάδα έφθασαν τέλος πάντων εις μίαν μεγάλην λίμνην, περικυκλωμένην από τέσσαρας λόφους. Και λέγει το Τελώνιον προς τον ψαράν· ρίξε τα δίκτυά σου και πιάσε τέσσαρα ψάρια από αυτά. Ο ψαράς ευθύς βλέποντας τόσον πλήθος ψάρια έρριξε τα δίκτυά του, και έβγαλε μόνον τέσσαρα· και όταν τα είδεν, εθαύμασεν διά τέτοιον παράδοξον φαινόμενον, ότι ήσαν δηλαδή τεσσάρων λογιών χρώματα τα ψάρια, ήγουν άσπρα, κόκκινα, γαλάζια και κίτρινα και τα τέσσαρα που έπιασαν ήτον το καθένα από αυτά τα χρώματα· και καθώς αυτός δεν είχεν ιδεί ποτέ παρόμοια ψάρια, όσον τα εστοχάζετο τόσον και ελάμβανε καλάς ελπίδας να κερδίση αρκετήν ποσότητα από αυτά. Τότε γυρίζει το Τελώνιον και του λέγει· πήγαινε και πρόσφερε αυτά τα τέσσαρα ψάρια εις τον βασιλέα σου ως δώρον και θέλει σου χαρίσει τόσα άσπρα, όσα δεν είδες ποτέ εις την ζωήν σου, και ημπορείς εις το εξής να έρχεσαι καθ' ημέραν να ψαρεύης εδώ εις αυτήν την λίμνην όμως σου παραγγέλλω μίαν και μόνην φοράν την ημέραν να ρίχνης τα δίκτυά σου, και όχι περισσότερον, διατί ημπορεί να σου συμβή κανένα μεγάλον κακόν, και φύλαξε με μεγάλην προσοχήν όσα σου παραγγέλλω, και θέλεις εύρει το κέρδος σου και την ευτυχίαν σου. Και λέγοντας αυτά το Τελώνιον ευθύς έγινεν άφαντον.

Ο ψαράς απεφάσισε να φυλλάξη την παραγγελίαν του Τελωνίου απαράλλακτα· και κινώντας προς την πολιτείαν έκαμε διαφόρους στοχασμούς εις όσα του συνέβησαν και φθάνοντας εις την πόλιν επήγε κατ' ευθείαν εις το παλάτι το βασιλικόν, διά να προσφέρη εις τον βασιλέα ως δώρον τα ψάρια του νέου κυνηγίου του. Όταν εκείνος ο βασιλεύς είδε τέτοια ψάρια, εθαύμασεν διά τα ωραία χρώματά των. Και αφού τα εκύτταξεν αρκετά, επρόσταξε τον βεζύρην του διά να τα δώση εις τον αρχιμάγειρόν του να τα μαγειρεύση.

Ο βεζύρης ευθύς έβαλε την προσταγήν του εις έργον, και επήγεν ο ίδιος εις τον αρχιμάγειρον· έπειτα εγύρισεν εις τον βασιλέα, ο οποίος του λέγει να φιλοδωρήση τον ψαράν πλουσιοπάροχα. Τότε ο βεζύρης κράζει τον ψαράν κατά μέρος, και του εμέτρησε πεντακόσια χρυσά φλωρία. Εις τον ψαράν, που ποτέ του δεν είχεν ιδεί τόσην ποσότητα εις την εξουσίαν του, το πράγμα εφαίνετο όνειρον αλλ' εβεβαιώθη μετέπειτα, όταν εξωδίαζε με ελευθερίαν διά τας ανάγκας της φαμελιάς του. Αφίνοντας εδώ τον ψαράν θέλω αφηγηθή το τι συνέβη εις τον αρχιμάγειρον εκείνου του βασιλέως. Αυτός ως έλαβε τα ψάρια κατά την παραγγελίαν του βεζύρη, τα επάστρεψε καλά διά να τα τηγανίση και τα έβαλεν εις το τηγάνι επάνω εις την φωτιάν.

Όταν εστοχάζετο ότι εψήθησαν από το ένα μέρος, ηθέλησε να τα γυρίση και από το άλλο, και ευθύς που τα εγύρισεν αιφνηδίως έγινε μία ταραχή μεγάλη και, ω τέρας αξιοθαύμαστον! άνοιξεν ο τοίχος του μαγειρείου, και εβγήκεν έξω μία κόρη θαυμαστή εις την ωραιότητα και εις το κάλλος, ενδεδυμένη με χρυσά και πολύτιμα φορέματα· εκρατούσεν εις το χέρι της μίαν βέργαν από μύρτον, και πλησιάζοντας εις το τηγάνι εκτύπησεν ένα από τα ψάρια με την βέργαν, και λέγει· «ω ψάρι, ψάρι, κάμνεις εσύ το χρέος σου ως σου τυχαίνει;» και επειδή το ψάρι δεν απεκρίνετο αυτή πάλιν είπε τα ίδια λόγια· τότε και τα τέσσαρα ψάρια ομού σηκώνοντας τα κεφάλια των απεκρίθησαν μεγαλοφώνως ταύτα τα λόγια·

«Ναίσκε, ναίσκε, εάν εσύ μετράς, και ημείς μετρούμεν· εάν εσύ πληρώνεις τα χρέη σου, και ημείς πληρώνομεν τα δικά μας· εάν εσύ φεύγης, ημείς νικώμεν, και είμεθα ευχαριστημένοι».

Ενώ ετελείωναν αυτά τα λόγια, η κόρη εκείνη αναποδογυρίζοντας το τηγάνι εμβήκε πάλιν εις το άνοιγμα του τοίχου και έκλεισεν ο τοίχος ευθύς ως ήτον και πρώτερον. Ο αρχιμάγειρος από τον φόβον του έμεινεν εκστατικός και άφωνος· και όταν συνήλθεν εις τον εαυτόν του επλησίασε διά να σηκώση τα ψάρια που είχαν πέσει εις την στάκτην, και τα ευρίσκει μαύρα ωσάν κάρβουνα, οπού δεν εχρησίμευον πλέον δια την τράπεζαν του βασιλέως.

Τότε ο ταλαίπωρος μάγειρος άρχισε να θρηνή και να μαγουλοδένεται απαρηγόρητα, λέγοντας· αλλοίμονον εις εμένα· όταν διηγηθώ το τερατώδες συμβάν του βασιλέως είμαι βέβαιος ότι δεν θέλει με πιστεύσει και θέλει οργισθή εναντίον μου. Εις εκείνο το αναμεταξύ που αυτός εθλίβετο εις τέτοιον τρόπον, ιδού έρχεται ο βεζύρης προς αυτόν και τον ερωτά αν τα ψάρια είναι έτοιμα και αυτός του διηγήθη όλον εκείνο που του συνέβη με τα ψάρια.

Το τοιούτον συμβεβηκός έβαλεν εις έκστασιν και θαυμασμόν τρόπον τινά και τον βεζύρην και γυρίζοντας πάλιν ο βεζύρης προς τον βασιλέα εύρε κάποιαν πρόφασιν, και τον ανάπαυσε χωρίς να του διηγηθή το τι συνέβη· και από το άλλο μέρος έστειλε κρυφίως διά να εύρη τον ψαράν· και όταν ήλθεν ο ψαράς του λέγει· θέλω να μου φέρης ευθύς άλλα τέσσαρα ψάρια παρόμοια ωσάν τα πρώτα· επειδή εκείνα διά κάποιον περιστατικόν που συνέβη δεν χρησιμεύουν πλέον διά την τράπεζαν του βασιλέως.

Ο ψαράς χωρίς να του είπη ότι εκείνην την ημέραν δεν δύναται να ψαρεύση δύο φορές, του επροφασίσθη το μάκρος της στράτας, όμως διά την αύριον χωρίς αμφιβολίαν την αυγήν θέλει του τα φέρει παρόμοια. Και ευθύς ο ψαράς εκείνην την νύκτα επήγεν εις την λίμνην εκείνην με τα δίκτυά του, και εψάρευσε τέσσαρα παρόμοια ψάρια, και την αυγήν ενωρίς τα έφερεν εις τον βεζύρην κατά την υπόσχεση του· και ο βεζύρης λαμβάνοντας τα ψάρια επήγε μόνος του εις τον αρχιμάγειρον, και εκλείσθησαν οι δύο μόνοι εις το μαγειρείον. Τότε ο μάγειρος παστρεύοντάς τα τά έβαλεν εις το τηγάνι ωσάν τα πρώτα, και όταν τα εγύρισεν από το άλλο μέρος, ιδού ακούεται μία βροντή εις τον τοίχον, ανοίγει ο τοίχος και βγαίνει εκείνη η ίδια ωραιοτάτη κόρη παρομοίως στολισμένη, και με την βέργαν εις το χέρι της εκτύπησεν ένα με την βέργαν, και είπε τα ίδια λόγια που είπε πρωτύτερα, ομοίως και τα ψάρια απεκρίθησαν τα ίδια· έπειτα με την βέργαν της αναποδογύρισε το τηγάνι, και έπεσαν τα ψάρια εις την χόβολην και αυτή εγύρισεν εις τον ίδιον τόπον από όπου βγήκεν.

Ο βεζύρης εθαύμασε το φαινόμενον, και λέγει· τούτο βέβαια είναι πράγμα μυστηριώδες, και πρέπει να το φανερώσω καταλεπτώς εις τον βασιλέα· και ευθύς επρόσδραμεν εις τον βασιλέα και του διηγήθη όλον το τερατώδες φαινόμενον καταλεπτώς. Ο βασιλεύς, ακούοντας τοιαύτην παράδοξον διήγησιν, έλαβεν μεγάλην περιέργειαν να ιδή οφθαλμοφανώς το συμβεβηκός, και παρευθύς έπεμψεν εις αναζήτησιν του ψαρά· και όταν επαρουσιάσθη έμπροσθέν του λέγει του· ημπορείς να μου φέρης άλλα τέσσαρα ψάρια παρόμοια με τα πρώτα; και θέλω σε φιλοδωρήσει αρκετά· απεκρίθη ο ψαράς είμαι έτοιμος εις τας προσταγάς της βασιλείας σου· όμως πρέπει να μου δώσης τρεις ημέρας διορίαν· και λαμβάνοντας άδειαν επήρε τα δίκτυά του, και ανεχώρησε διά νυκτός προς την λίμνην και ψαρεύοντας παρομοίως ως και πρότερον εγύρισεν ευθύς με τα ψάρια προς τον βασιλέα.

Βλέποντάς τα ο βασιλεύς έλαβε πολλήν χαράν, εις τόσον ώστε διώρισεν ευθύς να τον φιλοδωρήσουν τετρακόσια φλωρία χρυσά, και επρόσταξε τον βεζύρην του να φέρη όλα τα χρειαζόμενα διά να μαγειρεύσουν τα ψάρια εις τον ίδιον του θάλαμον, και εκλείσθησαν ομού με τον βεζύρην και αρχιμάγειρον. Τότε ο αρχιμάγειρος ετοίμασε τα ψάρια και τα έβαλεν εις το τηγάνι, και όταν εψήθησαν από το ένα μέρος, τα εγύρισε και από το άλλο παρόντος του βασιλέως και του βεζύρη και αιφνιδίως άνοιξεν ο τοίχος του βασιλικού ταμείου, και εβγήκεν ένας αράπης μεγαλόσωμος και γιγαντιαίος, αντί της ωραιοτάτης γυναικός, όπου πρωτύτερα εφάνη εις το μαγειρείον· αυτός ο αράπης ήτον ενδεδυμένος παρόμοια ως ένας σκλάβος, και εκρατούσεν εις το χέρι του ένα ραβδί πράσινον, και πλησιάζοντας εις το τηγάνι, άγγιξε τα ψάρια με το ραβδί, και είπε τα ίδια λόγια, που είχεν ειπή πρωτύτερα και εκείνη η γυναίκα· και τα ψάρια πάλιν σηκώνοντάς τα κεφάλια τους απεκρίθησαν τα ίδια λόγια ως άνωθεν και μόλις τα ψάρια ετελείωσαν τα λόγια τους, ο αράπης αναποδογύρισε το τηγάνι, και έρριξε τα ψάρια εις την μέσην του θαλάμου, και έγιναν μαύρα ως τα κάρβουνα.

Τούτου γενομένου ο αράπης με άγριον βλέμμα κυττάζοντας τους παρεστώτας ανεχώρησε, και εμβήκεν εις τον ίδιον τοίχον, και έκλεισεν ο τοίχος ως και πρότερον. Μετά ταύτα λέγει ο βασιλεύς προς τον βεζύρην· βέβαια αυτά τα ψάρια, κατά το φαινόμενον, κάποιο σημειώνουν μυστηριώδες απόκρυφον, και είμαι περίεργος να μάθω τούτο το σημείον όθεν γρήγορα φέρετέ μου εδώ τον ψαράν· και όταν παρουσιάσθη, τον ερώτησε· πού τα εψάρευσες αυτά τα ψάρια; Λέγει ο ψαράς· γαληνότατε βασιλεύ, τα εψάρευσα εις μίαν λίμνην, που είναι αναμεταξύ εις τέσσαρας λόφους, από το βουνόν οπού φαίνεται αντίκρυ. Ο βασιλεύς ερωτά τον βεζύρην αν ηξεύρει αυτήν την λίμνην και ο βεζύρης του είπεν, ότι δεν άκουσε ποτέ να υπάρχη λίμνη εκεί, μάλιστα εις διάστημα πενήντα και εξήντα χρόνων κατά συνέχειαν πηγαίνω εις το κυνήγι προς εκείνο το μέρος, αλλά λίμνην ποτέ δεν είδα.

Έπειτα λέγει εις τον ψαράν· ως πόσον διάστημα είναι από τούτο το παλάτι έως την λίμνην; Και ο ψαράς του είπεν· έως τρεις ώρες δρόμος. Και ευθύς επρόσταξεν ο βασιλεύς να ετοιμάσουν τα άλογα και εκαβαλλίκευσε με αρκετήν παράταξιν, έχοντας οδηγόν τον ψαράν και φθάνοντες εις το αντίκρυ βουνόν, από το όπισθεν μέρος είδον μίαν ευρυχωροτάτην πεδιάδα, και εθαύμασαν διότι δεν την είχεν ιδεί ποτέ κανένας· και τέλος πάντων έφθασαν εις την λίμνην της οποίας το νερόν ήτο καθαρώτατον τόσον, ώστε τα ψάρια όλα που εφαίνοντο μέσα ήσαν παρόμοια με εκείνα τα οποία ο ψαράς είχε προσφέρει του βασιλέως.

Αφού ο βασιλεύς με θαυμασμόν εθεώρησεν εκείνα τα ψάρια αρκετήν ώραν, στρέφεται προς τους μεγιστάνας του, και τους λέγει· αν είναι δυνατόν να μην ήξευραν αυτοί εκείνην την λίμνην τόσον πλησίον της πολιτείας· και όλοι απεκρίθησαν ομοφώνος ότι ούτε ήκουσαν ποτέ τέτοιον πράγμα. Τότε διώρισεν ο βασιλεύς να ξεπεζεύσουν εκεί, και να στήσουν τας σκηνάς σιμά εις την λίμνην λέγοντας ότι δεν θέλω γυρίσει εις το παλάτι μου, έως που να πληροφορηθώ πώς ευρέθη εδώ αυτή η λίμνη, και διατί τα ψάρια της έχουν τέσσαρα διάφορα χρώματα.

Εκείνην δε την νύκτα ο βασιλεύς κράζει τον βεζύρην εις την σκηνήν του και του παραγγέλλει μυστικά να προσμείνη εκεί με όλην την παράταξιν, έως που να γυρίση αυτός οπίσω· διότι δεν ησυχάζει το πνεύμα μου, έως που να μάθω την αιτίαν του φαινομένου· έτσι λέγει του βεζύρη.