Part 2
Άκουσε λοιπόν όταν έλθη ο γεωργός διά να σε ζεύξη εις το αλέτρι, εσύ εναντιώσου· δείξε τον θυμόν σου· όρμησε διά να τον κτυπήσης με τα κέρατα, κτύπα τα ποδάρια εις την γην και φόβισέ τον με το φοβερόν σου μούγκρισμα· και τα άχυρα που σου δίδει διά να φάγης μύρισέ τα, και άφησέ τα· και τότε θέλεις ιδεί πώς σε αφίνει εις ανάπαυσιν.
Απεκρίθη το βόιδι· καλά μου λέγεις, φίλε, σε ευχαριστώ· θέλω βάλει εις πράξιν την συμβουλήν σου, και ελπίζω να λάβη καλόν τέλος. Ύστερα από ταύτην την ομιλίαν εσιώπησαν· και ο πραγματευτής που ήτο παρών ήκουσεν όλην την συνομιλίαν τούτων των ζώων. Την ερχομένην αυγήν επήγεν ο γεωργός διά να πάρη το βόιδι να το ζεύξη εις το χωράφι, και το ευρίσκει εξαπλωμένον οπού ελαχομανούσε, και τα άχυρα σχεδόν άγγιχτα εις το παχνί· το σηκώνει, και πάσχει διά να το ζεύξη εις το αμάξι, και δεν ήτον τρόπος· εναντιώνεται το βόιδι, μουγκρίζει, κτυπά τα ποδάρια εις την γην, και χύνεται με τα κέρατα να κτυπήση τον γεωργόν. Βλέποντας έτσι ο γεωργός, και λογιάζοντας να είναι άρρωστον, το άφησεν εις το παχνί του, και επήγε να δώση την είδησιν του αυθέντου του του πραγματευτή, ότι το βόιδι είνε άρρωστον, και μου έκαμε τούτο και τούτο. Ο πραγματευτής, που ήξευρε κάλλιστα την συμβουλήν του γαϊδάρου, εκατάλαβεν, ότι το βόιδι ηθέλησε να την βάλη εις πράξιν και λέγει του γεωργού· πάρε τον γάιδαρον, και ζεύξε τον εις το αμάξι και εις το αλέτρι διά να οργώση όλην την ημέραν, και ο γεωργός έκαμε κατά την προσταγήν του αυθέντου του· αναγκάσθηκε λοιπόν ο γάιδαρος να σύρη εκείνην την ημέρα το αλέτρι στο χωράφι, κουρασθείς πολύ πειο περισσότερον από κάθε άλλη μέρα, επειδή δεν ήτο συνηθισμένος σε τέτοια δουλειά· και περιπλέον εξυλοκοπήθη τόσον από τον γεωργόν, οπού το βράδυ ο δυστυχής δεν ημπορούσε να σταθή εις τους πόδας του· τότε έλεγεν εις τον εαυτόν του· το πταίσιμον είνε ιδικόν μου, η αγνωσία μου με έφερεν εις ταύτην την δυστυχίαν, και αν δεν εύρω καμμίαν μαργιολιάν διά να ελευθερωθώ, βέβαιος είναι ο αφανισμός μου· εγώ διά να ελευθερώσω το βόιδι, παθαίνω τα χειρότερα.
Τέτοια λέγοντας ο βεζύρης, εστράφηκε προς την θυγατέρα του και της λέγει· εσύ από την αγνωσίαν σου κάμνεις, καθώς έκαμεν ο γάιδαρος, διά να ελευθερώσης τις άλλες κορασίδες, εμβαίνεις εις κίνδυνον να χάσης την ζωήν σου· Λέγει του η Χαλιμά, το παράδειγμα που μου διηγήθης δεν είναι αρκετόν να μου γυρίση την γνώμην εγώ δεν θέλω παύσει, ω πάτερ μου, να σε ενοχλώ, έως που να με παραστήσης εις τον βασιλέα. Βλέποντας ο βεζύρης ότι η θυγατέρα του πάντοτε στέκει εις το πείσμα της, της λέγει· η αγνωσία σου με παρακεινεί να σε μεταχειρισθώ καθώς έκαμε την γυναίκα του αυτός ο πραγματευτής, που σου διηγήθηκα· και άκουσε πώς.
Μαθαίνοντας αυτός ο πραγματευτής την δυστυχίαν του γαϊδάρου από τον γεωργόν, το βράδυ αφού αποδείπνησεν, εβγήκεν έξω το φεγγάρι με τα παιδιά του και με την γυναίκα του, σιμά οπού ήτον το παχνί του γαϊδάρου, και του βοϊδιού, διά να ακούση τι θέλει ειπεί ο γάιδαρος του βοϊδιού δι' όσα έπαθε· τότε ακούει τον γάιδαρον και λέγει· τι σου φαίνεται, φίλε; πώς περνάς; Απεκρίθη το βόιδι· σε ευχαριστώ, αγαπητέ μου φίλε, διά την συμβουλήν που μου έδωκες· αφού έφυγες εσύ εγώ έφαγα όσα άχυρα ηύρα, και αναπαύθηκα έως το βράδυ, και τώρα είμαι ευχαριστημένος. Απεκρίθη ο γάιδαρος· αλλ' αύριον, ειπέ μου, όταν ο γεωργός ήθελε σου φέρει διά να φάγης, τι έχεις να κάμης; Του λέγει το βόιδι· θέλω ακολουθήσει τα ίδια κατά την συμβουλήν σου, δεν θέλω φάγει έμπροσθέν του, θέλω του γυρίσει τα κέρατα εις σχήμα να τον κτυπήσω, θέλω καμωθή πώς είμαι άρρωστος και θέλω εξαπλωθή εις την γην ωσάν μισοπεθαμμένος.
Απεκρίθη ο γάιδαρος· φίλε, στοχάσου καλά, διότι έτσι μ' αυτόν τον τρόπο θα αφανισθής· διότι απόψε όταν ερχόμουν εδώ, ήκουσα ένα λόγον από τον αυθέντην, που μου έκαμε και ετρόμαξα πολύ διά την αγάπην που σου έχω. Λέγει το βόιδι· ειπέ μου, να ζης, τι ήκουσες; ήξευρε ότι ο αυθέντης μας είπε του γεωργού αυτά τα θλιβερά λόγια, ήγουν, επειδή και το βόιδι δεν τρώγει, ούτε ημπορεί να σταθή εις τα ποδάρια του, αύριον να κράξης τον μακελλάρην να το σφάξη, και το μεν κρέας το αλατίζομεν, το δε δέρμα του το δίδομεν να το αργάσουν, διότι θέλει μας χρειασθή.
Αυτά είναι τα λόγια που ήκουσα, και έχω χρέος ως φίλος να σε συμβουλεύσω διά καλόν σου· όθεν αύριον ευθύς οπού σου φέρουν τα άχυρα, να σηκωθής και να αρχίσης να τρώγης με όρεξιν και ο αυθέντης από τούτο θα συμπεράνη ότι ιατρεύθης, και μεταβάλλει την απόφασιν ειδεμή και κάμης αλλέως, θα είναι κακόν και ολέθριον δι' εσένα. Αυτή η ομιλία του γαϊδάρου έφερε τέτοιο αποτέλεσμα οπού το βόιδι ακούοντας αυτήν την νέαν συμβουλήν του γαϊδάρου, έμεινε συγχυσμένον, και εμούγκριζε με μίαν φοβεράν φωνήν. Ο πραγματευτής ακούοντας και των δύο την ομιλίαν άρχισε να γελά εις τρόπον, οπού δεν ηδύνατο να σταματήση από τα γέλια. Η γυναίκα του, που ήτον παρούσα, έμεινεν εκστατική, και λέγει του ανδρός της· ειπέ μοι διατί γελάς τόσον διά να γελάσω και εγώ; Αυτός της απεκρίθη· φθάνει σου τόσον, το να με ακούης να γελώ. Εκείνη του είπεν· όχι, θέλω να μάθω και την αφορμήν. Λέγει της ο άνδρας· δεν ημπορώ να σε ευχαριστήσω· ήξευρε μόνον ότι γελώ δι' εκείνα που ο γάιδαρος είπε του βοϊδιού, αλλά το επίλοιπον δεν ημπορώ να το ειπώ, διότι είναι κρυφόν. Λέγει του η γυναίκα· και ποίος σε εμποδίζει να μου φανερώσης ένα τέτοιον κρυφόν; Της απεκρίθη ο άνδρας· γνώριζε, ότι κινδυνεύει η ζωή μου. Τότε θυμωμένη η γυναίκα του λέγει· εσύ γελάς με μένα, και με περιπαίζεις, αλλά γνώριζε, μα τον μέγαν μας Προφήτην, αν δεν μου ειπής τι είπεν ο γάιδαρος του βοϊδιού δεν έρχομαι απόψε να κοιμηθώ μαζί σου· και με τούτα τα λόγια εμβήκαν εις το σπίτι, και έκλαιεν οληνύκτα και ο άνδρας της εκοιμήθη μοναχός, και ήτον πολύ λυπημένος διότι την αγαπούσε. Την αυγήν πάλιν την παρακαλεί να παύση, και αυτή του λέγει, ότι, αν δεν μου ειπής το τι είπεν ο γάιδαρος, εγώ δεν θέλω παύσει να κλαίω. Της αποκρίνεται ο άνδρας, ότι, αν σου το ειπώ, κινδυνεύει η ζωή μου. Και αυτή λέγει του, ας γίνη ότι γίνη, θέλω να το μάθω, ειδεμή από την λύπην μου και από το κλαύσιμον αρρωστώ και αποθνήσκω. Εις τέτοιον πείσμα και ισχυρογνωμίαν της γυναικός ο δυστυχής άνδρας της ευρίσκετο εις μεγάλην στενοχωρίαν, λύπην και αδημονίαν, και μη ηξεύροντας τι να αποφασίση εκάθητο λυπημένος έξω εις το προαύλιον, και στοχαζόμενος αν πρέπει να της φανερώση το μυστήριον και να θυσιάση την ζωήν του, ή να αφήση την γυναίκα του να αποθάνη την οποίαν αγαπούσε καθ' υπερβολήν.
Ακολουθώντας την ομιλίαν ο βεζύρης, άκουσε, αγαπητή μου Χαλιμά, της λέγει· αυτός ο πραγματευτής είχε πενήντα όρνιθες και ένα πετεινόν, και εις φύλαξιν αυτών ένα σκύλλον· τότε βλέπει ο πραγματευτής τον σκύλλον, και τρέχει κυνηγώντας τον πετεινόν, και του λέγει ο σκύλλος· ξεδιάντροπε πετεινέ, δεν βλέπεις ότι ο αυθέντης μας είναι εις μεγάλην λύπην και κινδυνεύει να χάση την ζωήν του, διά την γυναίκα του την κυράν μας, οπού του ζητεί να της φανερώση ένα μυστικόν τέτοιον, οπού κινδυνεύει η ζωή του, και όλοι οι δούλοι του σπιτιού είμεθα εις μεγάλην λύπην, ότι ο θάνατος του αυθέντου μας είναι η δυστυχία μας, και συ χωρίς να στοχασθής τίποτε χαίρεσαι και καβαλικεύεις τις όρνιθές σου με τόσην αδιαντροπιάν; Απεκρίθη ο πετεινός εις τους ονειδισμούς του σκύλλου, και λέγει του· να σου ειπώ, ο αυθέντης μας, ως φαίνεται, έχει ολίγην γνώσιν να λυπήται τόσον, και να μην ημπορή να κρατή εις την υποταγήν του μίαν γυναίκα· και εγώ που έχω πενήντα, όλες τις κρατώ εις τέτοιαν υποταγήν, οπού ό,τι να τους ειπώ ευθύς με υπακούουν, και κάνουν το θέλημά μου· και αυτός έχει μίαν, και δεν ηξεύρει να την σωφρονίση; Λέγει ο σκύλλος· και τι θέλεις να της κάμη διά να σιωπήση; Άκουσε, φίλε σκύλλε, λέγει ο πετεινός· Έπρεπεν ο αυθέντης να κλεισθή μαζί της εις το ίδιον σπίτι, ύστερα να πιάση ένα ξύλον να της δώση ένα καλόν ράβδισμα και τότε θέλεις ιδεί πώς του υποτάσσεται.
Ο πραγματευτής, που εκαταλάμβανε την ομιλίαν των ζώων και ήκουσε τα όσα είπεν ο πετεινός του σκύλλου, χωρίς αργοπορίαν έβαλεν εις πράξιν όλην την συμβουλήν του πετεινού· και έτσι η γυναίκα του έπαυσεν από το ζήτημά της, το οποίον έβανεν εις κίνδυνον την ζωήν του ανδρός της.
Τότε ο βεζύρης λέγει· τι σου φαίνεται, Χαλιμά; εσύ έχεις την ιδίαν γνώμην με την γυναίκα εκείνου του πραματευτού· όθεν σου τυχαίνει να πάθης τα ίδια· απεκρίθη η Χαλιμά· παρακαλώ σε, κύριε μου αγαπητέ, να μη σου βαρυφανή αν στέκω εις αυτήν μου την γνώμην· η ιστορία εκείνης της γυναικός δεν δύναται να αλλάξη την απόφασίν μου· εγώ ημπορώ να σου διηγηθώ παρόμοιες ιστορίες πολλές, που να σε καταπείσουν εις την γνώμην μου· όθεν ματαίως κοπιάζεις, και ως είπα, αν δεν με παρουσιάσης εις τον βασιλέα, εγώ λαμβάνω το θάρρος μόνη μου να παρουσιασθώ. Βλέποντας ο βεζύρης ότι δεν κατορθώνει τίποτε, επήγεν εις τον βασιλέα να του δώση την είδησιν, ότι την ερχομένην βραδιάν μέλλει να του φέρη την Χαλιμάν εις το κρεββάτι. Ακούοντάς το ο βασιλεύς εθαύμασε διά την θυσίαν, που του επρόσφερεν ο βεζύρης και του λέγει· πόθεν εκινήθης εις τούτο; Απεκρίθη ο βεζύρης· εξ ιδίας της θελήσεως, ω βασιλεύ, αυτή μου εζήτησε ταύτην την χάριν και επροτίμησε να γίνη μίαν νύκτα νύμφη του βασιλέως παρά να ζήση· η δυστυχισμένη της τύχη εις τούτο την κατήντησε. Λέγει του ο βασιλεύς· φυλάξου να μη με απατήσης· θέλω αύριον, όταν σου την παραδώσω, να την θανατώσης, διότι, αν κάμης κανένα δόλον, ήξευρε βέβαια ότι θα θανατώσω εσένα· Λέγει ο βεζύρης· υπόσχομαι της βασιλείας σου να τελειώνω πιστώς την προσταγήν σου.
Ο βεζύρης επήγε να δώση είδησιν της Χαλιμάς, πως την έταξε του βασιλέως· η Χαλιμά εδέχθη τούτο το χαροποιόν μήνυμα με μεγάλην αγαλλίασιν, και ευχαρίστησε τον πατέρα της πολύ· αλλά βλέποντάς τον πολύ λυπημένον του λέγει, διά να χαρή, και να μη λυπάται διότι την υπάνδρευσε με τον βασιλέα, ούτε θέλει μεταννοήσει εις τούτο, μάλιστα να είνε βέβαιος, ότι θέλει χαρή εις το επίλοιπον της ζωής του.
Η Χαλιμά τότε χαρούμενη άρχισε να στολίζεται και να ετοιμάζεται διά να παρουσιασθή εις τον βασιλέα· και προτού να φύγη έκραξε την αδελφήν της Μεδινά κρυφά και της λέγει· αγαπημένη μου αδελφή, εγώ έχω χρείαν μεγάλην από εσέ και σε παρακαλώ να μη μου ειπής όχι· ήξευρε ότι ο πατέρας μας έχει να με προσφέρη εις τον βασιλέα διά να γίνω νύμφη του και μη φοβήσαι τίποτε διά τούτο· μόνον άκουσέ με ευθύς που θα υπάγω έμπροσθεν εις τον βασιλέα, θέλω τον παρακαλέσει να έλθης και συ να κοιμηθής εκεί εις τον ίδιον νυμφικόν θάλαμον, διά να λάβω την ευχαρίστησιν να χαρώ ακόμη εκείνην την νύκτα την συντροφιά σου· και αν λάβω αυτήν την χάριν, καθώς ελπίζω, ενθυμήσου με προσοχήν να με ξυπνήσης την αυγήν μίαν ώραν προτού να εξημερώση και να μου ειπής ταύτα τα λόγια· «Αγαπημένη μου αδελφή, προτού να ξημερώση, που σχεδόν λείπει ολίγον, να μου διηγηθής μίαν μυθολογίαν από εκείνες τις εύμορφες παραβολές που ηξεύρεις»· και εγώ ευθύς θέλω σου διηγηθή μίαν και ελπίζω με τούτο το μέσον να ελευθερώσωμεν τον λαόν από ένα τέτοιου είδους άδικον θάνατον. Η Μεδινά της απεκρίθη, ότι είνε έτοιμη να κάμη όσα της παρήγγειλεν.
Φθάνοντας τέλος πάντων η ώρα διά να υπάγουν εις το κρεββάτι, ο βεζύρης έφερε την Χαλιμάν εις το παλάτι και παρουσιάζοντάς την του βασιλέως εις τον θάλαμον ανεχώρησεν. Ο βασιλεύς την επρόσταξε να ξεσκεπάση το πρόσωπόν της και βλέποντας την έτσι ευμορφοτάτην έμεινεν εκστατικός, την θεωρεί όμως οπού κλαίει και θλίβεται απαρηγόρητα και την ερώτησε την αφορμήν. Η Χαλιμά του απεκρίθη· κραταιότατε βασιλεύ, έχω μίαν αδελφήν πολύ αγαπημένην και επιθυμούσα να κοιμηθή και αυτή εδώ εις ένα μέρος ταύτην την νύκτα, διά να λάβω ακόμη αυτήν την παρηγορίαν και ευχαρίστησιν να την αποχαιρετήσω· όθεν παρακαλώ την βασιλείαν σου, να μη μου αρνηθή ταύτην την χάριν· Ο βασιλεύς απεκρίθη· μετά χαράς σου· και ευθύς επρόσταξε να έλθη η Μεδινά και να της ετοιμάσουν το κρεββάτι από το μέρος της αδελφής της ολίγον ξέμακρα. Και ιδού έφθασεν η Μεδινά. Τότε ο βασιλεύς επλάγιασεν εις το βασιλικόν ολόχρυσον κρεββάτι με την Χαλιμάν και η Μεδινά εις άλλο ετοιμασμένον δι' αυτήν. Προτού λοιπόν να ξημερώση, εξύπνησεν η Μεδινά και κράζει την Χαλιμάν· αγαπητή μου αδελφή, αν δεν κοιμάσαι, σε παρακαλώ, προτού να ξημερώση, οπού ολίγον ακόμη λείπει, να μου διηγηθής μίαν από εκείνες τις εύμορφες μυθολογίες, που ηξεύρεις· αλλοίμονον, ίσως αυτή είνε η υστερινή φορά, που λαμβάνω μίαν τέτοιαν ευχαρίστησιν. Η Χαλιμά, αντί να αποκριθή της αδελφής της, γυρίζει προς τον βασιλέα και του λέγει· παρακαλώ την βασιλείαν σου, αν ορίζη να μου χαρίση ταύτην την παρηγορίαν, διά να ευχαριστήσω την αδελφήν μου. Λέγει ο βασιλεύς· ας γίνη το θέλημά σου· και αφού συνωμίλησεν ερωτικά με τον βασιλέα, λέγει του βασιλέως και της αδελφής της· άκουσε, αγαπημένη μου Μεδινά· και ήρχισεν κατά τον ακόλουθον τρόπον.
&Ιστορία του πραγματευτού και Τελωνίου.&
Γαληνότατε βασιλεύ, ήτο μίαν φοράν ένας πραγματευτής πλουσιώτατος, είχε πολλά υπάρχοντα κινητά και ακίνητα και εις διαφόρους τόπους, είχε πραγματείες συντροφικώς με πολλούς· και εσυνήθιζε κατά τις χρείες του να πηγαίνη ν' ανταμώνη τους συντρόφους του εις κάποιες μακρυνές πολιτείες. Μίαν φοράν γυρίζοντας από ένα τέτοιόν του ταξείδι και ευρισκόμενος εις ένα τόπον έρημον και άνυδρον εβιάσθη από την καύσιν του ηλίου, από την δίψαν, και από την οδοιπορίαν να παραστρατήση, διά να εύρη κανένα δένδρον και νερόν διά να αναπαυθή εις τον ίσκιον. Όθεν έφθασεν εις κάποια δένδρα, όπου ήτον και βρύσι· και εκεί εξεπέζευσεν εις τον ίσκιον· και ύστερα έβγαλεν από το δισάκκιόν του ολίγον παξιμάδι και μερικούς χουρμάδες, και τρώγοντας έρριχνε τα κόκκαλα των χουρμάδων προς το ένα και άλλο μέρος· και όταν ετελείωσε το γεύμα του, ως καλός Τούρκος που ήτον, εσηκώθη και επήρεν ασβέστι και εγονάτισε να προσκυνήση, και προτού να τελειώση το προσκύνημά του, όντας γονατισμένος, βλέπει έξαφνα και του παρουσιάζεται ένα φοβερόν Τελώνιον, μαλλιαρόν ωσάν ένας Σάτυρος, και εκρατούσεν ένα φοβερόν σπαθί εις το χέρι του, φοβερίζοντάς τον να τον θανατώση.
Ο δυστυχισμένος πραγματευτής έμεινε μισαποθαμμένος από την τρομάραν του, έπεσεν εις τα πόδια του Τελωνίου, και το παρακαλεί μετά δακρύων να τον αφήση, διότι δεν έκαμε κακόν κανένα, και δεν έχει κανένα πταίσιμον. Απεκρίθη το Τελώνιον καθώς εσύ εσκότωσες τον υιόν μου, έτσι τυχαίνει να σε σκοτώσω και εγώ. Λέγει ο πραγματευτής· αυθέντη μου, σου ζητώ έλεος, διότι εγώ ούτε τον ηξεύρω, αλλ' ούτε είδα τον υιόν σου, και πώς είνε δυνατόν να τον εσκότωσα; Λέγει το Τελώνιον· όταν έτρωγες τους χουρμάδες, δεν ήσουν εσύ που έρριχνες τα κόκκαλα εδώ και εκεί; Ναι, απεκρίθη ο πραγματευτής· τότε επερνούσεν, είπε το Τελώνιον, ο υιός μου και τον εκτύπησες με ένα κόκκαλον εις το μάτι και τον εθανάτωσες· όθεν όποιος σκοτώνει, πρέπει να τον αποκεφαλίσουν· βέβαια, λέγει ο πραγματευτής, όμως εγώ δεν έχω πταίσιμον, διότι ούτε τον είδα ούτε θεληματικώς το έκαμα. Του λέγει το Τελώνιον, δεν είναι πρόφασις αυτή και τον αρπάζει από το χέρι, τον ρίχνει εις την γην και σηκώνει το σπαθί να τον αποκεφαλίση. Ο κακότυχος πραγματευτής κλαίοντας με πικρά δάκρυα εφώναζε ότι δεν έχει πταίσιμον και ότι δεν του εσκότωσε τον υιόν, και έκραζε ότι είναι αθώος και εθρηνούσε την γυναίκα του και τα παιδιά του, λέγοντας τα πλέον θλιβερά και παραπονετικά λόγια, οπού ημπορεί να ειπή όποιος ευρίσκεται εις τέτοιαν δυστυχισμένην περίστασιν.
Το Τελώνιον κρατώντας πάντοτε το σπαθί γυμνόν έλαβεν ολίγην υπομονήν έως που ο δυστυχής πραγματευτής να τελειώση τους θρήνους του, και λέγει του· όλα αυτά τα θλιβερά λόγια σου δεν αξίζουν τίποτε, εσύ εσκότωσες τον υιόν μου, πρέπει εγώ να σε σκοτώσω, έτσι απεφάσισα... Τελειώνοντας τούτους τους λόγους η Χαλιμά και ηξεύροντας ότι ο βασιλεύς συνηθίζει να σηκώνεται ενωρίς να προσκυνήση και ύστερα να υπάγη εις το συμβούλιόν του εσιώπησε. Τότε λέγει της η Μεδινά· ω τι θαυμαστή διήγησις, αδελφή μου. Απεκρίθη η Χαλιμά· ήξευρε ότι η ακόλουθος διήγησις είνε πολύ θαυμασιωτέρα· και αν ο βασιλεύς με αφήση να ζήσω ακόμη σήμερον, την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή και το επίλοιπον με το θέλημά του. Ο βασιλεύς που την είχεν ακούσει με όρεξιν, είπεν εις τον εαυτόν του· την αφίνω ακόμη σήμερον να ζήση έως αύριον και όταν ακούσω το τέλος του μύθου, τότε την αποφασίζω εις θάνατον χωρίς άλλο· η διήγησίς της όμως και η ωραιότης της μου αρέσουν υπερβολικά.
Αποφασίζοντας λοιπόν ο βασιλεύς να μη την θανατώση εσηκώθη από την κλίνην διά να κάμη το προσκύνημά του και να υπάγη εις το συμβούλιον διά τας υποθέσεις της βασιλείας του· Εκείνην την νύκτα ο βεζύρης επέρασε με μεγάλην αδημονίαν και θλίψιν, θρηνώντας την κακήν τύχην της θυγατρός του· και μάλιστα οπού αυτός ο ίδιος έμελλε να την αποκεφαλίση· και την αυγήν, όταν επρόσμενε τον βασιλέα διά να του δώση την θλιβεράν απόφασιν του θανάτου της θηγατρός του, βλέποντάς τον να πηγαίνη εις τον συμβούλιον χωρίς να του δώση καμμίαν προσταγήν, έμεινε θαυμασμένος με κάποιαν ελπίδα και χαράν.
Την ερχομένην νύκτα επήγεν ο βασιλεύς εις το κρεββάτι του μαζί με την Χαλιμάν. Την αυγήν προς το ξημέρωμα η Μεδινά λέγει της Χαλιμάς· αγαπητή μου αδελφή, σε παρακαλώ να ακολουθήσης την χθεσινήν διήγησιν. Τότε ο βασιλεύς χωρίς να καρτερήση να του ζητήση άδειαν, λέγει της Χαλιμάς· εξηκολούθει την διήγησιν σου την χθεσινήν, διότι είμαι περίεργος να ακούσω το τέλος· και έτσι ήρχισεν η Χαλιμά κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Όταν ο δυστυχής πραγματευτής είδεν ότι το Τελώνιον χωρίς άλλο έπρεπε να τον αποκεφαλίση, άρχισε να θρηνή μεγαλοφώνως, και λέγει του· σε παρακαλώ, άκουσε ακόμη ένα λόγον, λάβε ταύτην την καλωσύνην να περιμένης ολίγον καιρόν, διά να υπάγω να αποχαιρετήσω την γυναίκα μου και τα παιδιά μου, και τακτοποιήσω τα υπάρχοντά μου κάμνοντας διαθήκην διά να μη γεννηθούν σκάνδαλα, κρίσεις και διχόνοιαι αναμεταξύ εις τους υιούς μου μετά τον θάνατόν μου, και έπειτα θέλω έλθει εδώ εις τον ίδιον τόπον διά να με αποκεφαλίσης. Λέγει του το Τελώνιον αν εγώ σου δώσω την άδειαν αυτήν, εσύ δεν γυρίζεις πλέον και πώς έχω να βεβαιωθώ; Λέγει ο Πραγματευτής εγώ σου κάμνω όρκον εις τον μέγαν Προφήτην, ότι θα γυρίσω χωρίς καμμίαν πρόφασιν. Τότε λέγει το Τελώνιον· πόσον καιρόν θέλεις να σου χαρίσω; Απεκρίθη ο πραγματευτής· ένα μόνον χρόνον, διά να ημπορέσω να ετοιμασθώ και να τακτοποιήσω τας υποθέσεις του σπιτιού μου, και από δω και ένα χρόνον έρχομαι να σε εύρω εδώ. Λέγει το Τελώνιον ορκίζεσαι εις τον Προφήτην να σταθής εις τον λόγον σου; ναίσκε, λέγει ο Πραγματευτής. Τον δέχεσαι διά μάρτυρα και εγγυητήν; Λέγει το Τελώνιον. Τον δέχομαι, λέγει ο Πραγματευτής, και να είσαι βέβαιος ότι θέλω φυλάξει την υπόσχεση μου. Μετά ταύτα τα λόγια τον αφήκε το Τελώνιον σιμά εις την βρύσιν και έγινεν άφαντον.
Αφού συνήλθεν ο Πραγματευτής από τον φόβον του εκαβαλίκευσε το άλογον του και φεύγοντας από εκείνον τον τόπον ηκολούθησε την στράταν του· αλλ' εάν έπρεπε να χαρή διά τον κίνδυνον που απέφυγεν, ελυπείτο υπερβολικά διά τον όρκον που έκαμε. Και φθάνοντας εις το σπίτι του τον εδέχθησαν τα παιδιά του και η γυναίκα του μετά χαράς μεγάλης· αλλά βλέποντάς τον έτσι λυπημένον συνεπέραναν ότι θα του συνέβη κάτι εις το ταξείδι του· και όταν έμαθον παρά του ιδίου τα όσα του συνέβησαν με το Τελώνιον έπεσαν όλοι εις μεγάλην λύπην και θρήνον απαρηγόρητον, και μάλιστα διά τον όρκον, που ήτο αδύνατον να τον παραβή, όθεν και το συμβάν εφαίνετο αθεράπευτον.
Ο Πραγματευτής λοιπόν άρχισε να διατάξη τα υπάρχοντά του με την διαθήκην του, να τα μοιράση εις τους υιούς του, να αφήση επιτρόπους εις τα ανήλικα παιδιά, να διορίση τον μερίδιον της γυναικός του, και άλλα παρόμοια· έπειτα ελευθέρωσεν όλους τους σκλάβους και σκλάβες του, διεμοίρασεν ελεημοσύνας εις τους πτωχούς· και τέλος πάντων εφιλοδώρησε τους φίλους του και τους απεχαιρέτησεν. Ως τόσον έφθασε και ο διωρισμένος καιρός να πληρώση τον όρκον του· όθεν αποχαιρετώντας τους συγγενείς και οικιακούς του εν μέσω κλαυθμών και οδυρμών ανεχώρησε διά το θανατηφόρον ταξείδι. Όταν έφθασεν εις τον διωρισμένον τόπον, εκάθισε σιμά εις την βρύσιν με λύπην μεγάλην και αναστεναγμόν θανάτου, προσμένων το Τελώνιον.
Εις τούτο το αναμεταξύ, ιδού βλέπει και διαβαίνει απεκεί ένας σεβάσμιος γέρων, με μίαν έλαφον σύροντάς την· πλησιάζει εις αυτόν και τον ερωτά ο γέρων την αιτίαν πως ήλθεν εις ένα τέτοιον έρημον τόπον, όπου κατοικούν τα εναέρια και πονηρά Τελώνια. Ο Πραγματευτής του διηγήθη όλον το αξιοθρήνητον συμβάν. Τότε ο γέρων του λέγει· θέλω να προσμένω και εγώ εδώ διά να ιδώ το Τελώνιον και να γίνω μάρτυς εις τέτοιον συμβάν, και εκάθισε σιμά του συνομιλώντας παρόμοια. Και μετ' ολίγον ιδού έρχεται ένας άλλος γέρων με δυο σκυλλιά μαύρα συντροφεμένος, επλησίασεν αυτούς, τους εχαιρέτησε και τους ηρώτησε πώς ευρέθησαν εις ένα τέτοιον έρημον τόπον. Τότε ο γέρων που είχε την έλαφον, τον επληροφόρησε δι' όσα συνέβησαν μεταξύ του Πραγματευτού και του Τελωνίου. Απεκρίθη εκείνος· είμαι περίεργος να προσμείνω διά να ιδώ το αποβησόμενον· και εκάθισε σιμά εις τους άλλους. Και εν τω αναμεταξύ που συνωμιλούσαν οι τρεις, ιδού φθάνει ένας τρίτος γέρων, και αυτός πλησιάζοντας τους ηρώτησε διατί ο πραγματευτής ήτο έτσι λυπημένος και αδημονών. Και αυτοί τον επληροφόρησαν δι' όσα του συνέβησαν και ότι επρόσμεναν το Τελώνιον. Τότε και ο τρίτος γέρων με την γνώμην των άλλων έμεινε να ιδή το αποβησόμενον. Και μετ' ολίγην ώραν παρετήρησαν μακράν και είδον εις εκείνες τις πεδιάδες ωσάν ένα σκοτεινόν καπνόν, ήγουν ωσάν ένα σύγνεφον από κονιορτόν που το σηκώνει ο άνεμος και όταν επλησίασεν εις αυτούς με μεγάλην βοήν και ταραχήν, άνοιξε το σύγνεφον και βγήκε το Τελώνιον και τρέχοντας αρπάζει τον Πραγματευτήν από το χέρι με το σπαθί ξεγυμνωμένον και του λέγει· σηκώσου· θέλω να σε αποκεφαλίσω καθώς εσύ εσκότωσες τον υιόν μου. Ο δυστυχής Πραγματευτής ομού και οι τρεις γέροντες έμειναν τρέμοντες και κλαίοντες· έλαβεν όμως ολίγον θάρρος ο πρώτος γέρων και πίπτοντας εις τους πόδας του Τελωνίου και καταφιλώντάς τους έλεγεν· Ω ηγεμών και αρχηγέ των Τελωνίων, σε παρακαλώ να λάβης ολίγην υπομονήν, κάμνοντάς μου την χάριν να ακούσης την ιστορίαν μου και αυτής της ελάφου· και αν μεν την εύρης πλέον αξιάκουστον και θαυμαστήν από το συμβάν τούτου του πραγματευτού, ημπορώ να επιτύχω παρά σου ταύτην την χάριν, να συγχωρήσης ένα τρίτον από το έγκλημα του Πραγματευτού. Το Τελώνιον εστάθη ολίγον, ωσάν να εστοχάζετο τι έχει να αποφασίση· έπειτα λέγει· ας γίνη το ζήτημά σου ως είπες.
&Ιστορία του πρώτου γέροντος και της ελάφου.&
Αυτή η έλαφος που βλέπετε, λέγει ο γέρων, ήτον εξαδέλφη μου και την εστεφανώθηκα ως γυναίκα μου όντας 12 χρόνων και έζησα μαζί της τριάντα χρόνους χωρίς να αποκτήσωμεν κανένα τέκνον. Αλλ' εγώ έχοντας επιθυμίαν διά τέκνα αγόρασα μίαν σκλάβαν με την οποίαν απέκτησα υιόν, τον οποίον αγαπούσα ολοψύχως· και όταν ο υιός μου έφθασεν εις χρόνους δώδεκα της ηλικίας του, εγώ διά κάποιες μου αναγκαίας υποθέσεις μέλλοντας να αναχωρήσω εις ένα ταξείδι μακρινόν, άφησα τον υιόν μου και την μητέρα του εις την επίβλεψιν ταύτης της γυναικός μου, συσταίνοντάς τους εις την αγάπην της και εις την περιποίησίν της, έως που να επιστρέψω από το ταξείδι· αλλ' η γυναίκα μου που είχε λάβει φθόνον, μίσος και ζήλειαν εναντίον του υιού μου και της μητρός του, μετά την αναχώρησίν μου αυτή εύρε τον τρόπον να εκπληρώσει την επιθυμίαν της. Επεδόθη εις την μαγικήν τέχνην και εις ολίγον καιρόν την έμαθεν, εις τόσον που με αυτήν την μαγείαν μετεμόρφωσε, τον μεν υιόν μου εις μοσχάρι, την δε μητέρα του εις αγελάδαν· έπειτα κράζει τον ζευγίτην και του λέγει· ιδού σου παραδίδω ταύτην την αγελάδαν με το μοσχάρι της, διά να τα φυλάξης έξω εις το χωρίον διά χρείαν του σπιτιού, κατά την παραγγελίαν του αυθέντου μου.