Παραμύθια της Χαλιμάς Τόμος 1 Ήτοι Διηγήσεις και Συβεβηκότα λίαν περίεργα και ωραία Συνταχθέντα εις την Αραβικήν υπό του πολυμαθούς Δερβίς Αμπου Mπεκήρ Κατά την έκδοσιν της Βενετίας

Part 15

Chapter 152 wordsPublic domain

Και αφού ο βασιλεύς εκείνος με εσύστησεν εις τον καραβοκύρην και εις τους πραγματευτάς του καραβιού, εις το οποίον έβαλα όλα τα δώρα και την ωραίαν κορασίδα, εμισεύσαμεν, και με επιτήδειον καιρόν εφθάσαμεν εις ολίγας ημέρας εις Βαλσύραν, και από εκεί ευθύς εμίσευσα διά την Βαβυλώνα. Και εν τω άμα, κατά την παραγγελίαν εκείνου του βασιλέως, επλήρωσα την πρεσβείαν, παρασταθείς εις τον βασιλέα Καλίφην με την ωραιοτάτην κόρην και με την επιστολήν, συντροφιασμένος με πολλούς από τους συγγενείς μου, που εβαστούσαν τα άλλα πολύτιμα δώρα.

Και αφού ανέγνωσε την επιστολήν, με ερώτησεν, εάν αληθώς εκείνος ο βασιλεύς ήτο τοσούτον πλούσιος και ισχυρός, ως το φανερώνει εις την επιστολήν του· εγώ προσκυνήσας έως εις την γην, του απεκρίθην· ημπορώ να βεβαιώσω την βασιλείαν σου, ότι εκείνος ο βασιλεύς δεν συνηθίζει να γράφη με υπερβολήν, διά επίδειξιν· εγώ είμαι μάρτυρας αυτόπτης εις τα πλούτη και την μεγαλοπρέπειαν που έχει· μόνον το παλάτιόν του είνε αξιοθαύμαστον εις την αρχιτεκτονικήν της οικοδομής, εις την μεγαλειότητα, και εις το πολυέξοδον.

Όταν εκείνος ο βασιλεύς υπάγη εις περιδιάβασιν κάθεται επάνω εις θρόνον υψηλόν και μεγαλοπρεπή, κατασκευασμένον επάνω εις Ελέφαντα· εις το έμπροσθεν μέρος του θρόνου στέκει ένας αρχιστράτηγος ενδεδυμένος στρατιωτικά χρυσά με χρυσούν σκήπτρον, ομοίως και από το όπισθεν ένας άλλος παρόμοιος, κρατώντας χρυσούν κοντάριον, συντροφιασμένος με όλην την παράταξιν των μεγιστάνων και αρχόντων του παλατίου, προπορευομένων των σωματοφυλάκων έως δέκα χιλιάδες τον αριθμόν· τότε ο έμπροσθεν αρχιστράτηγος μεγαλοφώνως λέγει·

«Τούτος είνε ο μέγας μονάρχης, ο ισχυρός και φοβερός Αυτοκράτωρ της Ινδίας· του οποίου το παλάτιον είναι σκεπασμένο με εκατό χιλιάδες ρουμπίνια, και έχει εις την εξουσίαν του είκοσι χιλιάδας χρυσάς κορώνας με πολύτιμα πετράδια· τούτος είνε ο πλέον πλούσιος και θαυμαστός Μονάρχης υπέρ πάντας τους βασιλείς της οικουμένης, απόγονος του Δαβίδ και του Σολομώντος».

Έπειτα αποκρίνεται τα ίδια μεγαλοφώνως και ο άλλος, ο όπισθεν αρχιστράτηγος· και όταν τελειώση ο ένας, άρχεται ο άλλος, έως που τελειώνει η παράταξις και περιήγησις του βασιλέως.

Τούτος ο βασιλεύς είνε δικαιότατος, ομοίως και ο λαός της βασιλείας του φυλάττει με τόσην ακρίβειαν την δικαιοσύνην και τους νόμους απαρασάλευτα, ώστε ούτε εις την βασιλεύουσαν πόλιν, ούτε εις τας άλλας πολιτείας, δεν είνε ούτε κριτήρια ούτε κριτής· επειδή και είνε ανωφελή τα κριτήρια εκεί που όλοι κοινώς φυλάττουν τους νόμους της δικαιοσύνης απαρασάλευτα.

Ο βασιλεύς Χαρούμ Καλίφης έλαβε μεγάλην ευχαρίστησιν εις ταύτην μου την διήγησιν, όθεν μου είπεν· η φρόνησις εκείνου του βασιλέως φαίνεται εις την επιστολήν του· διά τούτο άξιος είνε να έχη τοσαύτην μεγαλοπρέπειαν και τέτοιον λαόν, και ο λαός πάλιν άξιος να έχη τοιούτον βασιλέα· και μετά ταύτα αποχαιρετήσας με ο Καλίφης, με έστειλεν εις τον οίκον μου με ένα πλουσιώτατον δώρον.

Με τούτον λοιπόν τον τρόπον ετελείωσεν ο Σεβάχ Θαλασσινός την διήγησιν του έκτου ταξειδιού του· και οι καλεσμένοι ανεχώρησαν, ομοίως και ο βαστάζος πάλιν με εκατόν φλωριά. Οι αυτοί καλεσμένοι κατά την συνήθειαν, την ερχομένην ημέραν εσυνάχθησαν εις το παλάτι του Σεβάχ, ο οποίος άρχισε την διήγησιν του εβδόμου και τελευταίου ταξειδιού του με τον ακόλουθον τρόπον.

&Ιστορία του εβδόμου και τελευταίου ταξειδιού του Σεβάχ Θαλασσινού.&

Μετά το έκτον μου ταξείδι, αφού επέστρεψα εις την πατρίδα με μεγάλους θησαυρούς, ως άνωθεν ηκούσατε, απεφάσισα να μη ταξειδεύσω πλέον διά τε τον φόβον των κινδύνων, και μάλιστα διά το της ηλικίας προβεβηκός τρόπον τινά· ώστε δεν εστοχάζομουν άλλο, πάρεξ το να διάγω εις το εξής μίαν ζωήν ήσυχον με ευθυμίας και περιδιαβάσεις· αλλ' όντας μίαν ημέραν εις μίαν χαροποιάν ξεφάντωσιν με την συνοδείαν διαφόρων φίλων και συγγενών μου, έστειλεν ο Βασιλεύς Καλίφης έναν από τους αξιωματικούς του παλατίου του εις αναζήτησίν μου· ο οποίος είχε προσταγήν παρά του βασιλέως διά να παρασταθώ εις τον βασιλέα.

Εγώ ακούοντας τοιαύτην προσταγήν, ευθύς επαραστάθην εις τον βασιλέα και με εδαφιαίαν προσκύνησιν εζήτησα τας προσταγάς του. Τότε ο βασιλεύς μου λέγει· Σεβάχ, έχω χρείαν παρά σου· πρέπει να κάμης μίαν πρεσβείαν διά χάριν μου προς τον βασιλέα της Σηριμβίας, ήγουν να του προσφέρης παρ' εμού την πρέπουσαν απάντησιν εις την αυτού προς με επιστολήν, και τα προσήκοντα και αμοιβαία δώρα, ως το ζητεί η ευγένεια και η βασιλική μεγαλοπρέπεια.

Η προσταγή του βασιλέως μου επλήγωσε βαθειά την καρδίαν και του είπα· Κραταιότατε βασιλεύ, είμαι έτοιμος ψυχή τε και σώματι να υπακούσω εις τας προσταγάς σου, αλλά παρακαλώ την βασιλείαν σου, να στοχασθή την τε ηλικίαν μου, και τους πολλαπλασίους κινδύνους που υπέμενα, εις τρόπον που είμαι κοπιασμένος και κουρασμένος, όθεν και εξωρκίσθην μεθ' όρκου διά να μην έβγω πλέον από την Βαβυλώνα· εντεύθεν λαμβάνοντας αφορμήν του επεριέγραψα εν συντομία πάντα τα κινδυνώδη μου συμβάντα εις τα προηγούμενα ταξείδια.

Ευθύς που ετελείωσα ταύτην την διήγησιν, την οποίαν ήκουσε με προσοχήν και θαυμασμόν, μου είπεν· όντως συμβάντα τερατώδη και παράδοξα· αλλά διά τούτο δεν πρέπει να μου αρνηθής μίαν τοιαύτην χάριν, από την οποίαν εξαρτάται η τιμή, η φήμη, και, η ελευθεριότης της βασιλείας μου· διότι η μεγαλοπρέπεια του βασιλικού αξιώματος ζητεί ανάλογα και τα δώρα σιμά εις άλλους βασιλείς, μάλιστα ως είνε εκείνος της Ινδίας.

Ως είδον λοιπόν που ο βασιλεύς εζητούσε ταύτην την πρεσβείαν παρ' εμού καθ' όλους τους τρόπους, του υπεσχέθην προθύμως να υπακούσω εις την προσταγήν του, και ήμουν έτοιμος να την ενεργήσω χωρίς αναβολήν καιρού. Ο βασιλεύς διά την υποταγήν και προθυμίαν μου, πεπληρωμένος όλος χαράς, επρόσταξεν εν τω άμα τον θησαυροφύλακά του να μου μετρήοη τρεις χιλιάδες χρυσά φλωρία διά τα έξοδα του ταξειδιού.

Εις ολίγας ημέρας ετοιμάσθην διά το ταξείδιον της πρεσβείας, και εγχειρίζοντάς μου ο βασιλεύς τα δώρα και μίαν ιδιόχειρόν του επιστολήν, εμίσευσα με όλην μου την παράταξιν προς Βαλσύραν· και εκείθεν εμβαίνοντας εις ένα πλοίον, και με ένα αρμοδιώτατον άνεμον αρμενίζοντας εφθάσαμεν με καλόν κατευόδιον εις το νησί της Σηριμβίας· και όντας εγώ γνωστός εις τους άρχοντας του παλατιού, μάλιστα εις τον μέγαν Καγκελλάριον της συγκλήτου, ο οποίος είχε την επιστασίαν να δέχεται τους πρέσβεις των άλλων βασιλέων και να συναναστρέφεται με αυτούς, ανέφερον εις αυτόν την επιστασίαν και πρεσβείαν, που είχον παρά του βασιλέως Καλίφη. Ο μέγας Καγκελλάριος ανήγγειλεν εις τον βασιλέα του την πρεσβείαν μου, και την ερχομένην ημέραν επαραστάθην εις τον βασιλέα, και προσκυνήσας κατά τον συνηθισμένον τρόπον, του ενεχείρισα την επιστολήν και τα δώρα τα παρά του βασιλέως Καλίφη. Μεγάλην χαράν, ευφροσύνην, και ευχαρίστησιν επέδειξεν εκείνος ο βασιλεύς βλέποντάς με εις χαρακτήρα πρέσβεως· όθεν αυτός και οι άρχοντές του μου έκαμαν τας μεγαλυτέρας τιμάς, που ηδύναντο διά να δείξουν την μεγαλοπρέπειάν τους.

Το δώρον συνίστατο εις τα ακόλουθα· του έστελνε δηλαδή ο Καλίφης ένα πολυτελές κρεββάτι, του οποίου τα στρώματα και σκεπάσματα ήσαν χρυσοΰφάντα· εξήντα φορέματα χρυσοΰφαντα μεταξωτά· άλλα εξήντα από τα πλέον εκλεκτά σάλια και σόφια της Περσίας και Κίνας· διάφορα ευωδέστατα αρωματικά της Περσίας, τα οποία εις την ευωδίαν υπερέχουσι κάθε άλλο αρωματικόν της οικουμένης· προς τούτοις του έστελνε δέκα λεοντάρια, και δέκα τίγρεις, ήγουν παρδάλεις, τέσσαρα άλογα, τα πλέον εκλεκτά άτια της Αιγύπτου, τέλος πάντων έναν ανθρωπίσκον, ήτοι Νάνον, τζουντζέ, αστείον, μέτωρον και γελωτοποιόν, που ήτον το τέρας της φύσεως εις την θεωρίαν του, εις τα σχήματα και κινήματά του, έχοντας το Μυτιλήνικόν του άλογον παρομοίως μικρότατον· εις τρόπον ώστε ο μεν τζουντζές εις την θεωρίαν του και μικρότητα του σώματος ήτον παρόμοιος με μιαν μαϊμού, το δε άλογόν του δεν ήτον διαφορετικώτερον εις το μέγεθος από μικρό τραγί.

Όθεν ο βασιλεύς έλαβε μεγαλωτάτην ευχαρίστησιν εις τα τοιαύτα δώρα· εις βαθμόν που έβαλε διαλαλητάς εις όλον του το βασίλειον, διά να συντρέξη όλος ο λαός να ιδούν τοιαύτα τερατώδη και παράδοξα ζώα της φύσεως, που εις εκείνον τον τόπον ποτέ δεν εφάνησαν· και διά τούτο εδιώρισεν ο βασιλεύς εκείνος να γίνεται εις την πρώτην εκάστου μηνός μία πάνδημος πανήγυρις, που να συνάζεται ο κόσμος από όλον του το βασίλειον διά να θεωρούσι, τόσον το πάλαιμα των λεονταριών με τας παρδάλεις και άλλα ζώα, όσον τα παιγνίδια του Τζουντζέ με το άλογόν του, που ήτον το πλέον χαροποιότερον θέαμα του τόπου.

Η επιστολή περιείχε το ακόλουθον νόημα.

«Υγείαν από το όνομα του Υψίστου, οδηγού της ορθής οδού, προς τον ισχυρόν και ευτυχή βασιλέα της Σηριμβίας, από μέρους του Χαρούμ Καλίφη, βασιλέως της Βαβυλώνος, τον οποίον ο μέγας Προφήτης έθεσε διάδοχον της βασιλείας των προπατόρων του εις τον υψηλόν και περιβόητον θρόνον.

«Εδέχθημεν την επιστολήν σου με μεγάλην χαράν και αγαλλίασιν και ιδού που σας στέλλομεν την παρούσαν, προερχομένην από το υψηλόν συμβουλευτήριον της βασιλείας μας, που είνε ο λειμώνας των υψηλοτάτων πνευμάτων της αγχινοίας· ημείς ηξεύρομεν καλώτατα, ότι με πρώτην σας θεωρίαν θέλετε καταλάβει τον καλόν μας σκοπόν, και θέλετε λάβει ευχαρίστησιν». Έρρωσθε.

Αφού λοιπόν ετελείωσα την επιστασίαν της πρεσβείας μου, και έλαβα μεγάλας περιποιήσεις και πλουσιώτατα και πολύτιμα δώρα παρά του βασιλέως εκείνου, έλαβα και το θέλημα διά να μισεύσω. Όθεν την διωρισμένην ημέραν όλοι οι άρχοντες του παλατίου με εσυντρόφευσαν με μεγάλην προπομπήν έως εις το πλοίον και, εκεί αποχαιρετηθέντες, εμισεύσαμεν την ερχομένην ημέραν με επιτηδειότατον αέρα, και με σκοπόν να γυρίσω αγλήγωρα και ασφαλώς εις Βαβυλώνα. Αλλά μετά πέντε ημέρας εσυναπαντήσαμεν ένα πλοίον πειρατικόν, ήγουν κουρσάρικον, το οποίον όρμησεν εναντίον μας, και πλησιάζοντας εκυρίευσε το πλοίον μας.

Και εμβάντες όλοι οι κουρσάροι μέσα με γυμνά σπαθιά εις τα χέρια, αποκεφάλισαν όσους από τους ιδικούς μας τους εναντιώθησαν· αλλ' εμένα και τους επιλοίπους μας έκαμαν αιχμαλώτους, ήγουν σκλάβους· και μας επήραν όλην μας την περιουσίαν, και τα πολύτιμα δώρα του βασιλέως· και εκδύσαντές μας τα φορέματά μας, μας ένδυσαν με πενιχρά και ξεσχισμένα ιμάτια, ίδια των σκλάβων.

Μετά ταύτα μας έφερον εις ένα μακρυνόν νησί και εκεί μας έβγαλαν εις την αγοράν διά να μας πουλήσουν. Εκεί ελθόντες οι αγορασταί, με αγόρασεν ένας πλούσιος πραγματευτής, ο οποίος με ωδήγησεν εις το σπήτι του και μετά ημέρας τινάς με ηρώτησεν, αν ειξεύρω καμμίαν τέχνην· εγώ του απεκρίθην, ότι άλλην τέχνην δεν εξεύρω· ήμουν πραγματευτής και οι κουρσάροι, αφού με εγύμνωσαν από όλην μου την περιουσίαν, με επούλησαν τέλος πάντων διά σκλάβον. Έπειτα μου λέγει· ηξεύρεις να σύρης την σαΐταν με το δοξάριον; εις τούτο του απεκρίθην, ότι εκ νεότητός μου εγυμνάσθην αρκετά εις το τοιούτον έργον.

Τότε ο αυθέντης μου μανθάνοντας την τοιαύτην μου επιτηδειότητα, μου έδοσεν ένα δοξάριον και σαΐτας, και με επρόσταξε να καβαλλικεύσω εις τα οπίσθια του Ελέφαντος, εις τον οποίον ήτον αυτός καβαλλάρης· και με έφερεν εις ένα δάσος δέκα μίλια μακράν της πόλεως, το οποίον δάσος ήτο βαθύτατον και μεγαλώτατον, και μέσα εις αυτό ευρίσκοντο πλήθος ελέφαντες άγριοι. Εκεί με εξεπέζευσεν από του Ελέφαντος και δείχνοντάς μου ένα υψηλόν δένδρον, μου είπεν· ανάβα εις αυτό το δένδρον υψηλά, και φύλαξε αυτού έως που να περάσουν οι Ελέφαντες, και ρίξον τότε με το δοξάριον σου, και αν σκοτώσης κανένα, δράμε ογλήγορα εις την πολιτείαν να μου δώσης την είδησιν.

Μετά ταύτα τα λόγια εγώ ανέβην εις εκείνο το δένδρον, με μερικά φαγητά διά την χρείαν μου, και ο αυθέντης μου εγύρισεν οπίσω εις την πολιτείαν· εξενύχτισα επάνω εις το δένδρον χωρίς να ιδώ κανέναν ελέφαντα, αλλά την αυγήν όταν ανέτειλεν ο ήλιος βλέπω να περνά μία μεγάλη αγέλη ελεφάντων· εγώ εν τω άμα έρριψα τόσες σαΐτες με το δοξάριον, που τέλος πάντων είδα να πέση ένας Ελέφαντας σκοτωμένος· και οι άλλοι ανεχώρησαν.

Τότε εκατέβηκα δρομαίος, και δραμών εις την πολιτείαν, ανήγγειλα εις τον αυθέντην μου το κυνήγιον· εκείνος εις ανταμοιβήν με εφιλοδώρησε με ένα καλόν και πλουσιοπάροχον πρόγευμα και γεύμα παρόμοιον. Έπειτα οι δύο ομού υπήγαμεν εις το ρηθέν δάσος, και ευρόντες τον σκοτωμένον Ελέφαντα, τον εθάψαμεν εις ένα τάφον επί το αυτό σκαμμένον με τον σκοπόν, όταν σαπή και αναλύση το κρέας του, να τον εξαναχώσωμεν, διά να μεταχειρισθή τα δόντια και κόκκαλά του ο αυθέντης μου εις πραγματείαν, που ήτον το επάγγελμά του.

Ακολούθησα τούτο το κυνήγιον έως δύο μήνας κατά συνέχειαν και σχεδόν καθ' ημέραν εσκότωνα από ένα Ελέφαντα με τον ίδιον τρόπον. Αλλά μίαν ημέραν έξω του συνηθισμένου, βλέπω ένα πλήθος Ελέφαντας ερχομένους τα ίσια προς το δένδρον που εγώ ήμουν υψηλά, με τοιαύτην βοήν και ταραχήν και κρότον των ποδών τους, που σχεδόν έτρεμεν η γη υποκάτω εις το δένδρον· εσήκωσαν όλοι τας κεφαλάς των και με εθεωρούσαν με φοβερόν βλέμμα και μουγκρίσματα που ηχολογούσεν όλον το δάσος· ώστε από τον φόβον μου έπεσαν από τας χείρας και δοξάρι και σαΐτες·

Τότε το μεγαλύτερον Φίλι, ήγουν Ελέφαντας, με την προβοσκίδα του, ήγουν με την μακράν του μύτην, αγκάλιασε το δένδρον, εις το οποίον ήμουν υψηλά, και σείοντάς το ισχυρά το εξερίζωσε και έπεσε το δένδρον, ομού και εγώ κατά γης ημιθανής· το ζώον εκείνο αντί να με θανατώση ως έτρεμα, με εσήκωσε με την προβοσκίδα του και ρίχνοντάς με εις τες πλάτες του ημιθανή, εκίνησεν έμπροσθεν των άλλων εις το δάσος, και προχωρώντας έως που έφθασεν εις ένα λόφον υψηλόν, εκεί με άφησε, και ανεχώρησεν εκείνο με όλην του την αγέλην που το ακολουθούσεν.

Εγώ μετέπειτα μείνας εκεί σαν νεκρός και ακίνητος αρκετήν ώραν εσυνήλθα τέλος πάντων εις τον εαυτόν μου· και μη βλέποντας πλέον κανένα Ελέφαντα, εσηκώθην, και εθεώρησα πανταχόθεν και βλέπω πως ήμουν εις μίαν πεδιάδα ευρύχωρον, περικυκλωμένην από έν δάσος, η οποία πεδιάδα ήτον γεμάτη από δόντια και κόκκαλα ελεφάντων. Σας βεβαιώνω ότι τούτο το φαινόμενον με έφερεν εις διαφόρους στοχασμούς· εθαύμασα την φυσικήν πρόνοιαν του ζώου εκείνου, το οποίον με έφερεν εις εκείνον τον τόπον, που ήτον το κοινόν κοιμητήριον των Ελεφάντων, διά να μου δείξη τα τε δόντια και κόκκαλα έτοιμα εκεί, διά να παύσω εις το εξής να τους καταδιώκω, και να τους επιβουλεύωμαι την ζωήν επειδή και διά τούτο το τέλος τους εσκότωνα· προνοητικόν ίδιον τινών ζώων, ως των Καστορχίων, τα οποία διά να αποφύγωσι τον θάνατον ρίχνουσι τα γεννητικά των μόρια εις τους κυνηγούς, διότι ηξεύρουσιν, ότι διά τούτο το τέλος τα κυνηγούν.

Όθεν, χωρίς αναβολήν καιρού, εκίνησα προς την πολιτείαν και εμβαίνοντας εις την κατ' ευθείαν οδόν επεριπάτησα μίαν ημέραν και μίαν νύκτα έως να φθάσω εις την πόλιν· και όταν με είδεν ο αυθέντης μου εχάρη καθ' υπερβολήν, λέγοντάς μου· ταλαίπωρε Σεβάχ, ήξευρε ότι είχα μεγάλην θλίψιν διά εσένα, διότι εστοχαζόμουν εις τόσας ημέρας έξω του συνηθισμένου που δεν εφάνης, πως να σε εθανάτωσαν οι Ελέφαντες, καθώς το έπαθαν πολλότατοί μου σκλάβοι· μάλιστα πηγαινάμενος εις τον διωρισμένον τόπον, είδα το δένδρον ξεριζωμένον κατά γης, και το δοξάριόν σου με τες σαΐτες διασκορπισμένες ένθεν κακείθεν· διά τούτο διηγήσου μου το συμβάν που σου έτυχεν.

Εγώ τότε του εδιηγήθην καταλεπτώς όλον μου το συμβεβηκός, και το κοιμητήριον των Ελεφάντων. Εκείνος έμεινεν εκστατικός να ακούση τοιούτον παράδοξον φαινόμενον, και διά να βεβαιωθή, την ερχομένην ημέραν καβαλλικεύσαντες και οι δύο εις τον Ελέφαντα, εφθάσαμεν εις τον ρηθέντα λόφον και είδεν οφθαλμοφανώς γεμάτην όλην την πεδιάδα δόντια και κόκκαλα Ελεφάντων με μεγάλην του χαράν και ευχαρίστησιν, από τα οποία τότε εφορτώσαμεν τον ελέφαντα όσα εδύνατο να σηκώση και εγυρίσαμεν εις την πολιτείαν· μετά ταύτα εις τριών μηνών διάστημα κατά συνέχεια εσυχνάζαμεν εις εκείνον τον λόφον, μεταφέροντες ένα πλήθος δόντια των Ελεφάντων εις την πόλιν, εις βαθμόν που εγεμίσαμεν πέντε μεγαλώτατα μαγαζεία.

Έπειτα μου λέγει εκείνος ο αυθέντης μου· Σεβάχ εις το εξής έχε την ελευθερίαν σου· ήξευρε πως σε έχω διά ίδιον μου υιόν διότι είσαι πρόξενος της τοσαύτης μου ευτυχίας, ότι εις το εξής και εγώ και οι κληρονόμοι και διάδοχοί μου, χωρίς κίνδυνον θέλουν κερδίσει μεγάλους θησαυρούς από τα δόντια των Ελεφάντων, ευρίσκοντές τα έτοιμα εις εκείνο το κοιμητήριον, που έως τώρα με κίνδυνον της ζωής μας και αφανισμόν των σκλάβων μας εσυνάζαμεν το εκατοστόν μέρος από όσα εύρομεν τώρα· όθεν είνε πράγμα δίκαιον να λάβης το ήμισυ μερίδιον από τα όσα μας δώσει η τούτων πώλησις, που μετ' ολίγας ημέρας θέλουν έλθει τα καράβια με τους πραγματευτάς, που τα αγοράζουσιν όλα κάθε χρόνον.

Απεκεί λοιπόν και εις το εξής με είχεν εις άκραν αγάπην ωσάν ίδιόν του υιόν, και με εκήρυξε διά υιόν και κληρονόμον του. Εις εκείνο το αναμεταξύ έφθασαν τα καράβια με τους πραγματευτάς, που ήρχοντο επί τούτο διά την πραγματείαν των Ελεφαντοδοντιών· εις τους οποίους πωλήσαντες όλα όσα είχομεν συνάξει, εβγάλαμεν ένα θησαυρόν αναρίθμητον. Τότε ο θετός μου πατήρ με εψήφισε θησαυροφύλακα εις όλην του την περιουσίαν επειδή και δεν είχεν άλλους υιούς και επερνούσαμεν μίαν ζωήν ήσυχον, ξεφαντωτικήν και γλυκείαν και όταν εστοχάζετο να με υπανδρεύση με μίαν ανεψιάν του, αιφνηδίως του εσυνέβη ο θάνατος, και έμεινα εγώ πληρεξούσιος κληρονόμος εις όλην την πολλαπλάσιον εκείνην περιουσίαν. Τότε άρχισα να στοχάζωμαι διά να γυρίσω εις την πατρίδα μου, και μετ' ολίγον έβαλον τον στοχασμόν εις έργον.

Αφού εσύναξα και ετοίμασα όλα μου τα αναγκαία διά τον μισευμόν, εναύλωσα ένα πλοίον, και το εφόρτωσα όλην την πλουσίαν κληρονομίαν μου, και εμίσευσα διά την πατρίδα· και μετά πολλούς κινδύνους και κόπους έφθασα τέλος πάντων εις την Βαβυλώνα, και ευθύς επαραστάθην εις τον βασιλέα Καλίφην, διά να του δώσω λογαριασμόν διά την επιστασίαν της πρεσβείας που με είχε στείλει. Ο βασιλεύς αυτός με εδέχθη με μεγάλην του χαράν και ευχαρίστησιν, λέγοντάς μου, ότι η μακρά και πολυχρόνιος αργοπορία μου του επροξενούσε μεγάλην αδημονίαν.

Αλλ' όταν του εφανέρωσα τα παράδοξα συμβάντα που μου ηκολούθησαν και εις εκείνο το ταξείδι έμεινεν εκστατικός και επρόσταξε να γραφούν τα τόσα μου συμβεβηκότα. Προσκυνήσας δε τον βασιλέα ανεχώρησα εις τον οίκον μου χαρούμενος, και πολλά ευχαριστημένος διά την τιμήν και τα δώρα, που με εφιλοδώρησε διά τον κόπον μου και ούτως έμεινα εδώ εις την πατρίδα ευεργετώντας συγγενείς και φίλους, αποκτώντας υποστατικά και κτίζοντας διάφορα παλάτια, ως το βλέπετε, και άλλα παρόμοια κτίρια έως την σήμερον, συνευφραινόμενος με τους συγγενείς και φίλους μου.

Εις τούτον τον τρόπον ετελείωσεν ο Σεβάχ θαλασσινός την διήγησιν του εβδόμου και τελευταίου ταξειδιού του· έπειτα, επιστραφείς, προς τους περιεστώτας φίλους, τους λέγει· τι σας φαίνεται; ηκούσατε ποτέ συμβεβηκότα παρόμοια; ταξείδια πλέον παράδοξα; περιστάσεις τόσον φοβεράς, εις τρόπον που εκπλήττουσι κάθε άνθρωπον, κινδύνους και διά ξηράς και διά θαλάσσης, ώστε που μένει εκστατική η γλώσσα να τα διηγηθή, και ακοή να τα ακούση; όθεν μετά τοσαύτα παράδοξα συμβάντα, δεν είνε δίκαιον να αναπαύωμαι εις το εξής, να ξεφαντώνω, να ευθυμώ, και να ευφραίνομαι; Τότε απεκρίθησαν πάντες ομοφώνως· όντως ηρωικά σου τα έργα, γενναία τα κατορθώματα, ανεκδιήγητος η υπομονή, και ασύγκριτός σου η μεγαλοψυχία. Έπειτα επρόσταξεν ο Σεβάχ Θαλασσινός τους υπηρέτας του να φιλοδωρήσουν τον βαστάζον άλλα εκατόν φλωριά συναριθμώντάς τον εις τον κατάλογον των φίλων του, και παραγγέλοντάς του εις το εξής να αφήση την τέχνην του την τόσον κοπιαστικήν, και να συχνάζη καθ' ημέραν να γεύεται εις την τράπεζάν του. Ούτως ο βαστάζος ευχαριστήσας εξ όλης ψυχής και καρδίας τον μεγαλόδωρον Σεβάχ ανεχώρησεν εις τον οίκον του, όλος χαρά και αγαλλίασις.

Τελειώνοντας έως εδώ τοιουτοτρόπως η Χαλιμά την διήγησιν των αξιακούστων και αξιοθαυμάστων ταξειδιών του Σεβάχ Θαλασσινού, ομιλώντας πάντοτε προς τον βασιλέα Αϊδήν, τον ερώτησε τέλος πάντων εάν έμεινεν ευχαριστημένος εις τας τοιαύτας ιστορίας. Αυτός της απεκρίθη, ενίκησάς με Χαλιμά, με την ωραιότητα του προσώπου σου, με το κάλλος του σώματός σου, και με την ευγλωσσίαν και πολυμάθειαν των περιέργων και αξιακούστων ιστοριών σου· όθεν σε παρακαλώ και εις το εξής να μου διηγήσαι όσας ηξεύρεις παρομοίας ιστορίας εις τας διωρισμένας ώρας που έχω να απολαμβάνω την συναναστροφήν σου και συνομιλίαν σου, η οποία είνε η μόνη μου ξεφάντωσις, ηδονή, ευθυμία και αγαλλίασις. Μετά ταύτα τα λόγια ο βασιλεύς Αϊδήν την εβεβαίωσεν εις την χάριν και αγάπην του, και εις σημείον τούτων την εφιλοδώρησε και με άλλα πολύτιμα και βασιλικά χαρίσματα, επιθυμώντας να ακούση και άλλας περιέργους διηγήσεις και ιστορίας παρ' αυτής. Τότε η Χαλιμά πεπληρωμένη όλη χαράς και αγαλλιάσεως διά το να επέτυχε τον σκοπόν της με το μέσον των ιστοριών, λέγει προς τον βασιλέα Αϊδήν επειδή και η βασιλεία σου έχει τόσην προθυμίαν και έφεσιν διά να ακούη τας ιστορίας μου, θέλω σε ευχαριστήσει μετά πάσης χαράς· διότι εάν ήσαν θαυμαστές, περίεργες, και αξιάκουστες η διήγησες, που έως του νυν σας εδιηγήθην, εκείνες που έχω να σας διηγηθώ είνε οι πλέον θαυμασιώτερες, αξιακουστότερες, και περιεργότερες ιστορίες, καθώς η ακόλουθος διήγησις αυτών, θέλει σας βεβαιώσει εμπράκτως. Και ούτως άρχισεν η Χαλιμά και άλλας νέας ιστορίας αι οποίαι περιέχονται εις τον ακόλουθον Δεύτερον Τόμον.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ

1) Φύλακας των αλόγων.

2) Οι Ιστορικοί και περιηγηταί της Κίνας διηγούνται διά τούτο το όρνεον, ότι είνε τόσον μεγάλον και δυνατόν, ώστε που σηκώνει εις τον αέρα ένα Ελέφαντα και ένα Ρινόκερον.