Παραμύθια της Χαλιμάς Τόμος 1 Ήτοι Διηγήσεις και Συβεβηκότα λίαν περίεργα και ωραία Συνταχθέντα εις την Αραβικήν υπό του πολυμαθούς Δερβίς Αμπου Mπεκήρ Κατά την έκδοσιν της Βενετίας

Part 13

Chapter 130 wordsPublic domain

Έπειτα μας έδωσαν ρύζι μαγειρευμένον και αρτυμένον με καρύδι της Ινδίας, τα οποία έχουν επιτηδειότητα να παχύνουν εκείνους που τρώγουν συχνάκις με ένα πάχος υπερβολικόν από το οποίον μαγείρευμα έφαγα και εγώ ολίγον αλλ' οι σύντροφοι μου, που είχαν χάσει τα αισθητήριά τους, έτρωγαν ως ζώα αχόρταγα, και εις ολίγας ημέρας επάχυναν υπέρμετρα. Τότε βλέπω τους Αράπηδες, οι οποίοι ήσαν ανθρωποφάγοι, να σφάζουν τον παχύτερον κάθε τόσας ημέρας, και να τον τρώγουν.

Εγώ που φυσικά ήμουν αχαμνός εις την κράσιν, ισχνός, και ξηραγγιανός, τότε μάλιστα που είδα τον αξιοδάκρυτον θάνατον των συντρόφων μου, τόσον εφθειρόμουν, που αντίς να παχύνω, αχάμνυνα περισσότερον, στοχαζόμενος τον κίνδυνον της ζωής μου· τότε εκατάλαβα και την πανουργίαν των ανθρωποφάγων εκείνων με τα χόρτα που έδωσαν των συντρόφων μου και έφαγον, διότι σηκώνοντάς τους την αίσθησιν και την γνώσιν του θανάτου, που έμελλον να λάβουν, επάχυναν, καθώς και εσυνέβη.

Αλλ' εις εμέ όλον το εναντίον, τόσον που η ισχνότητά μου έγινεν αιτία της ελευθερίας μου· επειδή και βλέποντές με οι ανθρωποφάγοι εκείνοι πολύ αχαμνόν και ξηραγγιανόν και σχεδόν ημιθανή, με άφησαν και περιπατούσα ελεύθερα, εις τον καιρόν που όλους τους άλλους συντρόφους μου τους είχαν θυσιάσει.

Μίαν ημέραν από τας πολλάς, περιπατώντας εξεμάκρυνα από τας καλύβας εκείνων, και ένας γέρων από εκείνους, βλέποντάς με εκεί με εφώναξε και με εφοβέρισε διά να γυρίσω. Εγώ προσποιούμενος ότι θα γυρίσω, εκρύφθην εις ένα δάσος, και αποκεί φεύγοντας από δάσος εις δάσος επεριπάτησα δέκα ημέρας χωρίς να ιδώ άνθρωπον, τρεφόμενος εις τα δάση από τους καρπούς των φοινίκων.

Τέλος πάντων την ενδεκάτην ημέραν έφθασα εις ένα περιγιάλι και εκεί αιφνηδίως βλέπω ανθρώπους άσπρους ομοίους, μου που εσύναζον πιπέρι, από το οποίον ευρίσκετο πολύ εις εκείνα τα περιγιάλια, και χωρίς να φοβηθώ, ούτε να αμφιβάλλω, έλαβα θάρρος και επλησίασα εις εκείνους, οι οποίοι βλέποντές με ήλθον εις συναπάντησίν μου, και με εχαιρέτησαν Αραβικά εις την γλώσσαν μου, και με ερώτησαν πώς ευρέθηκα εκεί· εγώ ακούοντας την γλώσσαν μου εχάρην, και τους εδιηγήθην το ναυάγιόν μου, τον αξιοθρήνητον θάνατον των συντρόφων μου από τους ανθρωποφάγους και τον τρόπον με τον οποίον ηλευθερώθην.

Ακούοντας λοιπόν εκείνοι τα συμβάντα, και βλέποντές με εις τοιαύτην ταλαιπωρίαν, έλαβον σπλάγχνα οικτιρμών εις εμένα· με επεριποιήθησαν, μου έδωκαν και έφαγα αρκετά, με ένδυσαν που ήμουν σχεδόν γυμνός, και όταν ετελείωσαν το φόρτωμα του καραβιού, με επήραν εις την συντροφιάν τους, και φθάνοντες εις το νησί που ήτον η πατρίδα αυτών, με επαράστησαν εις τον βασιλέα των· ο οποίος όντας βασιλέας μεγαλοπρεπής, ευγενικός, φιλόδωρος και ευεργετικός, αφού ήκουσε το ναυάγιον μου, και τα επακολουθήσαντά μοι δυστυχή συμβεβηκότα, με επαρηγόρησε, με επεριποήθην και επρόσταξε τους υπηρέτας του να μου δώσωσιν όλα μου τα χρειαζόμενα εις ανάπαυσιν και ζωοτροφίαν μου.

Οι βασιλικοί υπηρέται κατά την προσταγήν που έλαβον χωρίς αργοπορίαν με ένδυσαν με τα πλέον τιμημένα φορέματα, μου ετοίμασαν μίαν εύμορφον κατοικίαν και μου εδιώρισαν τα χρειαζόμενα διά την καθημερινήν μου ζωοτροφίαν. Εγώ τότε λαμβάνοντας τόσας περιποιήσεις, χάριτας και ευεργεσίας, ενομιζόμουν ο πλέον ευτυχισμένος άνθρωπος· και βλέποντάς με οι άρχοντες του παλατίου, και οι άλλοι της πόλεως να συχνάζω εις την συναναστροφήν του βασιλέως, και εις το παλάτι όλοι σχεδόν εφιλιώνοντο μαζί μου, και με ετιμούσαν ως ένα άρχοντα του παλατίου τόσον, που εγώ εκεί επολιτευόμουν ως ένας πολίτης και εντόπιος, και όχι πλέον ως ξένος, όντας ευχαριστημένος εις όλα.

Εστοχάσθην ένα πράγμα εις εκείνο το νησί, το οποίον μου εφαίνετο παράξενον· ότι όλοι οι άρχοντες και ο ίδιος ο βασιλεύς εκαβαλίκευον τα άλογα χωρίς χαλινάρια, χωρίς σέλλαν, και χωρίς σκάλες· όθεν έχοντες παρρησίαν σιμά εις τον βασιλέα, μίαν ημέραν έλαβα το θάρρος διά να τον ερωτήσω, λέγοντάς του· διατί η βασιλεία σου δεν μεταχειρίζεσαι καν τέτοια μέσα πολλά αρμόδια και επιτήδεια εις την καβάλλαν, και εις στολισμόν των αλόγων; μου απεκρίθη ότι αυτά τα εργαλεία της καβάλλας που μου λέγεις, ούτε τα είδα, ούτε τα ηξεύρω ποία είνε, αλλ' ούτε κανείς εις το βασίλειόν μου μεταχειρίζεται, και αγαπούσα, αν ήτον τρόπος, διά να τα ιδώ.

Εγώ εν τω άμα επήγα εις τους τεχνίτας, και κατασκευάζοντας το σχήμα της σέλλας και του χαλινού με κερί, επαραστάθην και τους έδειξα τον τρόπον διά να μου κατασκευάσουν όλα τα χρειαζόμενα της καβάλλας, κατά τον τρόπον που τα μεταχειρίζονται εδώ εις την Βαβυλώνα· και αφού τα ετελείωσα όλα, εσέλλωσα και εστόλισα ένα άλογον από εκείνα του βασιλέως και το επαράστησα εις τον βασιλέα· ο οποίος βλέποντας το άλογον έτσι στολισμένον, το εκαβαλλίκευσε διά να δοκιμάση τον τρόπον και την ευκολίαν, και του άρεσε καθ' υπερβολήν· και έλαβε τόσην ευχαρίστησιν εις το τοιούτον εφεύρεμά μου, που εδιώρισε τεχνίτας να καταγίνωνται εις κατασκευήν τούτων, διά να μάθουν αρκετά την τέχνην και προς εμένα διά να δείξη την ευχάριστόν του γνώμην, με εφιλοδώρησε με πολύτιμα δώρα.

Ο βασιλεύς διά μεγαλυτέραν αμοιβήν διά να με υποχρεώση να μείνω παντοτεινά εις την πολιτείαν του, με επαρακίνησε να υπανδρευθώ, μάλιστα προβάλλοντάς μου μίαν πλουσίαν ωραιοτάτην κόρην, θυγατέρα ενός άρχοντος του παλατίου του, τάζοντάς μου αυτός την χάριν του, την προστασίαν του, και την επίσκεψίν του παντοτινά· έκλινα εις το ζήτημα του βασιλέως, και υπανδρεύθην με αυτήν την κόρην, από την οποίαν ευχαριστούμουν πάρα πολύ διά την άκραν αγάπην, που ανάμεσά μας επολιτεύετο· όμως ο σκοπός μου ήτον διά να γυρίσω εις την πατρίδα μου, και με όλες τες ανάπαυσες που είχα, δεν ησύχαζα.

Εις εκείνο το αναμεταξύ απέθανεν η σύζυγος ενός άκρου φίλου μου· εγώ επήγα διά να τον συλλυπηθώ, και ευχόμουν εις αυτόν μακροχρόνιον ζωήν, και τον επαρακινούσα να μη λυπηθή, λέγοντάς του ότι θέλει υπανδρευθή με άλλην νεωτέραν και ωραιοτέραν και ούτω θέλει αλησμονήση την πρώτην· αυτός αναστενάζοντάς μου λέγει, αλλοίμονον εις εμέ η ζωή μου εις δύο ώρες τελειώνει, και χάνω το φως τούτου του επάνω κόσμου, επειδη και μέλλω να ενταφιασθώ μαζί με την γυναίκα· τέτοιοι είνε οι νόμοι του βασιλείου, και πρέπει να τους φυλάξωμεν απαρασάλευτα, δηλαδή αποθνήσκοντας πρώτον η γυναίκα, ο άνδρας συνταφιάζεται μαζί της ζωντανός ή εξ εναντίας αποθνήσκοντας ο άνδρας πρώτον η γυναίκα συνταφιάζεται μαζί του· κανείς δεν δύναται να αποφύγη αυτόν τον νόμον.

Εις το αναμεταξύ που αυτός μου εδιηγείτο εκείνον τον σκληρόν και απάνθρωπον νόμον, ιδού και ήλθον οι φίλοι, οι συγγενείς και γείτονες διά να συντροφεύσουν το λείψανον και να παρασταθούν εις τον ενταφιασμόν του ανδρογύνου· εστόλισαν την γυναίκα με τα πλέον λαμπρά και χρυσά της φορέματα, με δακτυλίδια και σκουλαρίκια πολυτίμων λίθων και με άλλους στολισμούς από μαργαριτάρια, ομοίως και ο άνδρας εστολίσθη με λαμπρά φορέματα και πολύτιμα δακτυλίδια από πετράδια· έπειτα όλοι ομού οι συγγενείς, φίλοι και γείτονες τους· εσυντρόφευσαν, όντας και εγώ παρών, έως εις τον τάφον.

Και φθάνοντες εκεί έξω από την πολιτείαν επάνω εις ένα λόφον, ο οποίος ήτον μακρύς έως δύο μίλια και έφθανεν έως το παραθαλάσσιον, τότε εσήκωσαν μίαν μεγάλην πέτραν, που εσφάλιζε την θύραν, ή να ειπώ το στόμα του τάφου και εκατέβασαν πρώτον το λείψανον της γυναικός εις το ξυλοκρέββατον μέσα εις εκείνο το βαθύτατον πηγάδι που εσυνέχετο με ένα πλατύτατον υπόγειον, έπειτα ο άνδρας αποχαιρετήσας όλους τους παρεστώτας, θρηνώντας και οδυρόμενος μετά πικρών δακρύων, εμβήκε, μόνος εις το ξυλοκρέββατον εις το οποίον έβαλον και ένα αγγείον με νερόν με επτά μικρά ψωμιά, διά να παρηγορήση την πείναν και δίψαν του εις τας ολίγας ημέρας, που έμελλε να ζήση εις εκείνο το υπόγειον· και ύστερα τον κατέβασαν και αυτόν εις τον τάφον, ή να ειπώ καλύτερα τον εκρέμασαν με το ξυλοκρέββατον έως που έφθασε κάτω και μετά ταύτα εσφάλισαν το στόμα του πηγαδιού εκείνου με ένα μεγαλώτατον λίθον, και ανεχώρησε καθένας εις το σπήτι του.

Εγώ όταν είδα τέτοιαν σκληράν και απάνθρωπον συνήθειαν έπεσα εις άκραν λύπην απαρηγόρητος, στοχαζόμενος να μη μου συμβή το ίδιον, εάν η γυναίκα μου αποθάνη πρότερον απ' εμέ και όντας μίαν ημέραν εις την συναναστροφήν του βασιλέως, δεν ηδυνήθην να υποφέρω διά να μην του προβάλλω, λέγοντας θαυμάζω, ω βασιλεύ και μένω εκστατικός εις την σκληράν συνήθειαν, που φυλάττεται εις το βασίλειόν σου, να ενταφιάζουν τους ζωντανούς ομού με τους νεκρούς· εγώ επεριπάτησα και είδα πολλά βασίλεια και διάφορα ήθη και νόμους, αλλ' εις κανένα μέρος ούτε ήκουσα, ούτε είδα ένα παρόμοιον έργον.

Μου απεκρίθη ο βασιλεύς· ο νόμος είναι αρχαίος και κοινός εδώ και πρέπει να τον φυλάξωμεν· ομοίως και εγώ θέλω ενταφιασθή μαζί με την βασίλισσαν, εάν αυτή αποθάνη πρότερον. Τότε εγώ του είπον· οι ξένοι, κραταιότατε βασιλεύ, έχουν χρέος να φυλάξουν αυτόν τον νόμον; βέβαια, μου απεκρίθη, χαμογελώντας διά την αιτίαν της ερωτήσεώς μου· όταν είνε υπανδρευμένοι εδώ, έχουν χρέος να υπόκεινται εις τους αυτούς νόμους χωρίς εξαίρεσιν κανενός.

Η απόκρισις του βασιλέως μου επροξένησε μεγάλην θλίψιν και ευρισκόμουν εις μεγάλον φόβον και εις κάθε ολίγην ασθένειαν ή μικράν ενόχλησιν της γυναικός μου, έτρεμα από τον φόβον μου. Τέλος πάντων μετ' ολίγον καιρόν εξαίφνης μου εσυνέβη εκείνο που εφοβόμουν· αιφνηδίως αρρώστησεν η γυναίκα μου και μετ' ολίγας ημέρας απέθανε. Στοχασθήτε, φίλοι, την θλίψιν και λύπην εις τοιαύτην περίστασιν να ενταφιασθώ ζωντανός, εάν δεν μου εφαίνετο πλέον αξιοθρήνητον από το να γίνω τροφή και θυσία των ανθρωποφάγων θηρίων και κυκλώπων.

Ο βασιλεύς με όλους τους άρχοντας της συγκλήτου ηθέλησε διά να με τιμήση να με συνοδεύσουν και να παρασταθούν εις τον ενταφιασμόν μας· αφού εστόλισαν το λείψανον της γυναικός μου με όλα τα χρυσά και λαμπρά της φορέματα και τα πολύτιμα δακτυλίδια, σκουλαρίκια, από πετράδια και άλλα πολλά στολίδια τα πλέον εξαίρετα μαργαριτάρια της Ινδίας, το έβαλαν εις το ξυλοκρέββατον και σηκώνοντάς το εκίνησαν προς τον τάφον, ακολουθώντας το εγώ συντροφιασμένος από τον βασιλέα και όλην την σύγκλητον του παλατίου και άλλους φίλους.

Και όταν εφθάσαμε εις τον τάφον, εγώ σχεδόν ημιθανής από την λύπην μου και δακρυρροώντας, επρόσπεσα εις τους πόδας από βασιλέως λέγοντας· στοχασθήτε, κραταιότατε βασιλεύ εγώ είμαι ένας ξένος και δεν έχω χρέος να υπόκειμαι εις τέτοιον νόμον· λάβε έλεος δι' εμέ, διότι έχω και άλλην γυναίκα εις την πατρίδα μου και παιδιά, διά να μη μείνουν ορφανά και έρημα.

Όλες οι παρεκάλεσές μου εστάθησαν ανωφελείς και μάταιες· μάλιστα τότε με κάθε σπουδήν εκατέβασαν το λείψανον της γυναικός μου εις τον τάφον· έπειτα αποχαιρετήσαντές με εκατέβασαν και εμένα εις ένα ξυλοκρέββατον ανοικτό με ένα αγγείον νερόν, και με επτά ψωμιά και μετά ταύτα εσφάλισαν το στόμα του πηγαδιού εκείνου με την μεγαλώτατην πέτραν, με όλους τους θρήνους, κλαυθμούς και οδυρμούς που έκαμνα μεγαλοφώνως.

Καθώς όμως με εκατέβαζαν κάτω από το ολίγον φως, που έμβαινεν από το στόμα του πηγαδιού εκείνου, εθεωρούσα μέσα εκείνο το υπόγειον κοιμητήριον, και είδα ότι ήτο πολύ ευρύχωρον· το δε βάθος του ήτον έως είκοσιν οργιές. Ευθύς που έφθασα εις τον πάτον, εβγήκα από το ξυλοκρέββατον, και το έσυρα εις ένα μέρος, που δεν ήταν νεκρά σώματα· και έπεσα κατά γης θρηνώντας απαρηγόρητα και μεμφόμενος την τύχην μου, που πάντοτε με κατεδίωκε, και κατηγορώντας τον εαυτόν μου διά την αγνωσίαν και φιλαργυρίαν μου, που με τόσους κινδύνους δεν εσωφρονίσθηκα να ησυχάσω εις την πατρίδα μου· και έλεγον οδυρόμενος· ήτον πολύ καλύτερον να ενταφιαζόμουν εις τα κύματα, που τοσάκις εκινδύνευσα, παρά να ενταφιασθώ ζωντανός εις ένα τόπον τόσον φοβερόν και σκοτεινόν και δυσώδη διά τα νεκρά πτώματα· αλλά με όλα ταύτα το πάθος ήτον ανίατον.

Αλλ' έκαμε χρεία τέλος πάντων ν' αφιερωθώ εις την πρόνοιαν του Θεού, που διορίζει τον θάνατον και την ζωήν των ανθρώπων· τέτοιοι ήσαν οι θρήνοι, οι κλαυθμοί και οι έσχατοί μου οδυρμοί, και αντί να επιθυμήσω τον θάνατον, και να τον επικαλεσθώ εις βοήθειάν μου, αισθανόμουν ακόμη αγάπην της ζωής· διότι τόσον είνε γλυκεία αυτή.

Ώστε που μετέπειτα έλαβα ένα από τα ψωμιά μου, και έφαγα και έπια και νερόν, και μετά ταύτα έζησα μερικές ημέρες· και όταν τα έσωσα, εστοχαζόμουν ότι τότε εξ ανάγκης έπρεπε να αποθάνω, και δεν εκαρτερούσα άλλο, παρά τον θάνατον· όταν ακούω και ανοίγουν το στόμιον του κοιμητηρίου, και εκατέβασαν ένα νεκρόν· έπειτα εκατέβασαν και την γυναίκα του ζωντανήν. Εγώ τον καιρόν που την εκατέβαζον, επλησίασα εις εκείνο το μέρος, που απόθεσαν το ξυλοκρέββατον, και εν τω άμα που έκλεισαν την τρύπαν, άρπαξα τα ψωμιά και το νερόν της γυναικός, και της έδωκα ένα ράπισμα· αυτή από τον φόβον της απέθανεν ευθύς, ως τόσον εγώ έζησα και άλλας μερικάς ημέρας.

Και επειδή εις την πολιτείαν εκυρίευεν ένα είδος λοιμικής νόσου απέθνησκον πολλοί· όθεν σχεδόν καθ' ημέραν εκατέβαζον ένα νεκρόν με ένα ομού ζωντανόν, μετά επτά ψωμιά και το νερόν του· εγώ με τον ίδιον τρόπο τους τα άρπαζα, έπειτα με ένα ξύλον τους έδιδα μίαν ή δύο ξυλιές εις το κεφάλι, και εκείνοι από τον φόβον τους απέθνησκον εν τω άμα. Και ούτως απεφάσισα να ζήσω εις εκείνο το υπόγειον με τα φαγητά των καθημερινών νεκρών, που έθαπτον εκεί ζωντανούς, και εγώ τους ετελείωνα.

Όταν αιφνηδίως ήκουσα κάτι τι να συρίζη εκεί μέσα. Τότε έτρεξα προς εκείνο το μέρος που ήκουον το σύρισμα, και καθώς εγώ επλησίαζα έτσι εκείνη η φωνή εμάκραινε· και ακολουθώντας εις τούτον τον τόπον το σύρισμα, είδα ολίγον τι φως ωσάν ένα άστρον· ως τόσον το ζώον που εσύριζεν επήγαινεν εμπρός και εγώ ακολουθούσα εις το σκότος, αλλά βλέποντας πάντοτε το ολίγον εκείνο φως, έως που τέλος πάντων είδα μίαν τρύπαν αρκετήν του σπηλαίου, και εβγαίνοντας έξω ευρέθην εις το παραθαλάσσιον ανάμεσα σε κάποιους βράχους.

Στοχασθήτε, φίλοι, την υπερβολικήν χαράν που έλαβον, να ιδώ πάλιν το φως του ήλιου, και τον κόσμον, και μου εφαίνετο το πράγμα, ωσάν φαντασία και ενύπνιον· αλλ' η πράξις με εβεβαίωσεν ότι ήτον αλήθεια. Τότε εστοχάσθην ότι το ζώον που εσύριζε θέλει ήτον κανένα θαλάσσιον ερπετόν, που έμπαινεν από εκείνην την υπόγειον τρύπαν, και ετρέφετο από τα νεκρά σώματα εκεί μέσα· έπειτα εστοχάσθηκα τους βράχους εκείνους και ήτον ένα βουνόν δύσβατον, και εξαπλώνετο από το περιγιάλι έως εις την πολιτείαν.

Αφού ανεπαύθηκα ολίγον με κάθε αγαλλίασιν ανάμεσα εις τους βράχους, εγύρισα πάλιν πίσω εις το υπόγειον, όμως με τέτοιον τρόπον· έδεσα ένα σχοινίον μακρύ έξω από μίαν πέτραν, το οποίον σχοινίον το είχα μαζί μου από εκείνα που εκατέβαζαν τους νεκρούς εις το υπόγειον, και το είχα δεμένον από το κρεββάτι μου ή ξυλοκρέββατον, όταν ήκουσα το σύρισμα, με σκοπόν ότι εάν χάσω την στράταν εις το σκοτάδι εκείνο, να ημπορώ να γυρίσω πάλιν εις το κρεββάτι μου, εκεί που είχα το φαγητόν μου. Ως τόσον έχοντας το σχοινίον οδηγόν, εγύρισα πίσω μέσα, και επήρα τα ψωμιά και το νερόν, και πάλιν με οδηγόν το σχοινίον εβγήκα έξω, και έφαγα, έπια, και εκοιμήθηκα ανάμεσα εις τους βράχους αναπαυμένος.

Την αυγήν πάλιν εμβήκα μέσα, και εσύναξα όσα εδυνήθην δακτυλίδια, σκουλαρίκια, και μαργαριτάρια από τους νεκρούς, ομοίως και παρά πολλά φορέματα και τα έβγαλα έξω, τα οποία ήταν ένας πολύτιμος θησαυρός· και πάλιν την δευτέραν εμβαίνοντας εις το υπόγειον εύρον μίαν βασιλικήν κορώναν χρυσήν με πολύτιμα και εξαίρετα πετράδια, ομοίως και άλλα φορέματα χρυσά και καινούρια, τα οποία τα εδίπλωσα, και τα έδεσα όλα μαζί ωσάν να ήταν διά πραγματείαν.

Και μετά τρεις ημέρας ιδού βλέπω ξέμακρα ένα καράβι να αρμενίζη· εφώναξα μεγαλοφώνως, απλώνωντας εις τον αέρα ένα άσπρον μανδύλι, καθώς με ήκουσαν, εκατάλαβαν ότι ζητώ βοήθειαν, και έστειλεν ο καραβοκύρης το καΐκι προς εμένα· και όταν ήλθον πλησίον, με ηρώτησαν πώς ευρισκόμουν εκεί, και εγώ τους είπα, ότι εναυάγησα εις εκείνο το μέρος, και κατά τύχην αγαθήν εφυλάχθην υγιής. Αυτοί χωρίς να εξετάσουν άλλο με έφερον εις το καράβι, ομοίως και εκεί τους εδιηγήθηκα τα αυτά· επρόσφερα διά δώρον εις τον καραβοκύρην ένα εύμορφον δακτυλίδι, όμως με ευχαρίστησε χωρίς να το λάβη και μου έδειξαν μεγάλην αγάπην και περιποίησιν όλοι του καραβιού.

Και μετά ολίγας ημέρας με καιρόν αρμόδιον, αράξαμεν εις διάφορα νησιά, εις τα οποία επούλησα όλα εκείνα τα χρυσά φορέματα, ομοίως και πολλά πετράδια και μαργαριτάρια, και άλλα τα άλλαξα με άλλας πραγματείας, εις βαθμόν που όταν μετά τρεις μήνας εφθάσαμεν εις Βαβυλώνα, εγώ είχα κερδίσει ένα μεγάλον θησαυρόν. Τότε αφιέρωσα πολλά εις τους ναούς διά τάγματα που είχα· εμοίρασα και πολλάς ελεημοσύνας εις πτωχούς· τα δε λοιπά τα εχαιρόμουν με τους συγγενείς και φίλους.

Εις τέτοιον τρόπον λοιπόν ετελείωσε την ιστορίαν του τετάρτου ταξειδιού του ο Σεβάχ Θαλάσσιος· έπειτα εφιλοδώρησε τον βαστάζον κατά την συνήθειαν, και τον εκάλεσε διά την αύριον μαζί με τους άλλους φίλους εις το συμπόσιον, διά να ακούσουν και την διήγησιν του πέμπτου ταξειδιού.

Την ερχομένην ημέραν, όταν εσυνάχθησαν όλοι οι καλεσμένοι εις το συνηθισμένον συμπόσιον, αφού εξεφάντωσαν ως και πρότερον, άρχισεν ο Σεβάχ την ιστορίαν του πέμπτου ταξειδιού, με τον ακόλουθον τρόπον.

&Ιστορία του Ε' ταξειδιού του Σεβάχ Θαλασσινού.&

Αι τρυφαί και ξεφαντώσεις εις ολίγον καιρόν εξάλειψαν από την μνήμην μου όλα τα περασμένα συμβάντα και κινδύνους· όθεν επεθύμησα πάλιν νέα ταξείδια διά την αχόρταγον επιθυμίαν του πλούτου. Απεφάσισα λοιπόν να ταξειδεύσω· όθεν ετοίμασα τας χρειαζομένας πραγματείας, ομοίως και τα αναγκαία της οδοιπορίας, και του ταξειδιού αλλά διά να μην είμαι υποκείμενος εις καραβοκύρην, αγόρασα με τα έξοδά μου ένα πλοίον καινούργιον, και πολλά επιτήδειον διά ταξείδια, και έλαβα με τον μισθόν καραβοκύρην και ναύτας αρκετούς· και εφόρτωσα τας πραγματείας μου εγώ τε και άλλοι πραγματευταί, οι οποίοι μου επλήρωναν τον ναύλον, και μετά ταύτα αρμενίσαμεν.

Και μετά είκοσι ημερών αρμένισμα εφθάσαμεν εις ένα νησί, εις το οποίον αράξαμεν διά να αναπαυθώμεν ολίγον, και να φροντίσωμεν διά νερόν και ξύλα τα χρειαζόμενα· και προβαίνοντες εις τα εσωτερικά μέρη του νησιού, το ηύραμεν ακατοίκητον είδομεν όμως μακρόθεν ένα αυγόν του ορνέου ονομαζόμενου Ροκ, εις το μέγεθος παρόμοιον με εκείνο που σας εδιηγήθην εις το δεύτερόν μου ταξείδιον και πλησιάσαντες εκεί βλέπομεν να έχη μέσα ένα μικρόν πουλί του Ροκ, που άρχιζε να φαίνεται ολίγον η μύτη του.

Οι πραγματευταί που ήταν μαζί μου, χωρίς να χάσουν καιρό αλλ' ούτε να με ερωτήσουν, ετσάκισαν το αυγόν με τα τσεκούρια και έβγαλαν το πουλί ζωντανόν· έπειτα το έσφαξαν και μαγειρεύοντές το, το έφαγον και προ τού να τελειώσουν το τοιούτον γεύμα, εφάνησαν μακρόθεν ωσάν δύο σύννεφα μεγάλα, που επέτοντο εις τον αέρα.

Ο καραβοκύρης ηξεύροντας εμπράκτως το φαινόμενον ότι ήσαν το αρσενικόν και το θηλυκόν όρνεον, ήγουν οι γονείς του φονευθέντος Ροκ, που ήρχοντο διά να θρέψουν ή να αποκλωσσήσουν το νεοπούλι τους, μας επαρακίνησεν ευθύς να έμβωμεν εις το πλοίον και να μισεύσωμεν ογρήγορα, διά να αποφύγωμεν τον κίνδυνον, που αυτός επρόβλεπεν. Ημείς εν τω άμα ηκολουθήσαμεν την συμβουλήν του καραβοκύρη και εκάμαμεν πανιά, αρμενίζοντες εις το πέλαγος.

Εις τούτο το αναμεταξύ, επλησίασαν εκείνα τα δύο όρνεα Ροκ, με μεγάλην και φοβεράν κραυγήν εις τον αέρα· αλλ' επολλαπλασίασαν τες φωνές, όταν είδαν το μεν αυγόν εις κομμάτια τσακισμένον, το δε πουλί τους χαμένον και σκοτωμένον, και, με σκοπόν διά να εκδικηθώσιν, εγύρισαν όθεν ήρχοντο και εις ολίγην ώραν έγειναν άφαντα εις μερικόν διάστημα καιρού. Αλλ' όταν ημείς ανοίγοντες όλα τα πανιά, εμέλλαμεν να ξεμακρύνωμεν εκείθεν, ιδού βλέπομεν και γυρίζουν τα δύο όρνεα κρατώντας εις τα νύχιά τους από μίαν μεγαλωτάτην πέτραν, ασυγκρίτως μεγαλυτέραν από το καράβι μας και επλησίαζον προς ημάς.

Και όταν το ένα έφθασεν εις τον αέρα κατ' ευθείαν επάνω εις το καράβι άφησε κάτω εκείνο το μέγα βουνόν της πέτρας, τα ίσια επάνω εις το καράβι. Αλλ' ο καραβοκύρης, που είδε τον κίνδυνον, με επιδεξιότητα του τιμονιού επαραμέρισε το καράβι ογλήγορα, έπεσεν η πέτρα εις την θάλασσαν εκεί πλησίον και από το μέγεθος και την βιαίαν ορμήν άνοιξε την θάλασσαν και έγινεν ένα χάος, που σχεδόν εφάνη το βάθος της θαλάσσης. Αλλά το άλλο όρνεον Ροκ ήλθε τόσον ίσια και κατ' ευθείαν επάνω εις το καράβι, που ρίχνοντας την μεγάλην πέτραν, έπεσε επάνω και εκαταβύθισε το καράβι, συντρίβοντάς το εις χίλια κομμάτια, εις βαθμόν που εκαταβυθίσθησαν όλοι οι σύντροφοι, πραγματευταί και ναύται.

Εγώ αγαθή τύχη με όλον που εβυθίσθην εις το βάθος, όταν η θάλασσα με ανέρριψεν, επιάσθην από ένα ξύλον, που κατά τύχην εύρον από τα συντρίμματα του καραβιού, και βαστώντας καλά το ξύλον, πότε με τα χέρια, και πότε με τα ποδάρια βοηθούμενος ωσάν με κουπιά, ομοίως και το κύμα όντας σφοδρόν από τον άνεμον, κατήντησα τέλος πάντων εις τα περιγιάλια ενός νησιού προς τα τέλη της ημέρας, και εκεί το κύμα με έρριξεν έξω με το ξύλον σχεδόν ημιθανή από την κακοπάθειαν της θαλάσσης.

Αφού έτσι εγλύτωσα εις το νησί έπεσα επάνω εις την άμμον, ωσάν νεκρός ακίνητος και επέρασα όλην την νύκτα εις το περιγιάλι, μέρος κοιμώμενος και μέρος στοχαζόμενος τας νέας μου δυστυχίας που έμελλον να υποφέρω, μην ηξεύροντας ακόμη τι τέλος έχω να λάβω όντας έρημος, γυμνός και εστερημένος από όλα, εις βαθμόν που εστοχαζόμουν εναντίον εις την ζωήν μου, ήγουν να γένω φονεύς του εαυτού μου, διά να ελευθερωθώ από τας τοσαύτας δυστυχίας, που συνεχώς με εκαταδίωκον.

Αλλ' όταν εξημέρωσε και εφάνη το λαμπρόν και ζοωγονητικόν φως του ηλίου, μου ανακαίνισε τας ελπίδας και μου εμετάβαλε την γνώμην. Τότε θεωρώντας εκείνο το νησί, με όλον που ήτον ακατοίκητον, εφαίνετο όμως ένα τερπνότατον περιβόλιον, στολισμένον με πολυποίκιλα δένδρα καρποφόρα, άλλα ανθισμένα, άλλα με τους καρπούς ακόμη πράσινους και άλλα πάλιν φορτωμένα με καρπούς ωρίμους και ωραιοτάτους, και από κάθε μέρος έτρεχον νερά αναβρυστικά και νόστιμα· η θεωρία αυτή του νησιού με παρηγόρησε τρόπον τινά, επειδή ήλπιζον με την τροφήν των οπωρικών και χόρτων να μακρύνω την ζωήν μου, έως που η αγαθή τύχη να οικονομήση κανένα τρόπον σωτηρίας.

Ως τόσον διατρίβοντας εις εκείνο το φυσικόν περιβόλι, ετρεφόμουν από τους καρπούς των δένδρων. Σιμά εις τους άλλους καρπούς ήτον πλήθος σταφύλια γλυκύτατα, από τα οποία στραγγίζοντάς τα εγέμισα ένα κολοκύθι μούστον· από το τοιούτον είδος των κολοκυθιών ευρίσκοντο πολλά εις κάθε μέρος και χλωρά και ξηρά από διαφόρους χρόνους· ένα από τα ξηρά λαμβάνοντας το επάστρεψα, το εκαθάρισα, και έπειτα το εγέμισα από μούστον και το άφησα εις ένα μέρος έως που να καθαρίση, και βράζοντας να νοστιμίση.

Την ερχομένην ημέραν διατρίβοντας ένθεν κακείθεν εις το νησί άφοβα, βλέπω εις την άκραν από ένα ποταμάκι ένα γεροντάκι· επλησίασα προς αυτό, του ωμίλησα και το εχαιρέτησα, αλλά δεν με απεκρίθη, παρά μόνον με την κλίσιν της κεφαλής, και ενόμισα, ότι είχε ναυαγήση ωσάν και εγώ. Έπειτα με κάποια νεύματα, με έκαμε να καταλάβω ότι ήθελε να το απεράσω από εκείνο το ποταμάκι, διά να υπάγη εις το άλλο μέρος να συνάξη καρπούς να φάγη· Εγώ θέλοντας να ενεργήσω ένα έργον ευεργετικόν, έλαβον το γεροντάκι εις τους ώμους μου, που ήτον καθήμενον σιμά εις το ποταμάκι, διά να το περάσω εις το άλλο μέρος· αλλ' εν τω άμα εκείνο το πονηρόν ανθρωπόμορφον ζώον με τα ποδάρια του τα έμπροσθεν εκολλήθη εις τον λαιμόν μου τόσον σφιγκτά, που σχεδόν ήθελε να με πνίξη και έπεσα κατά γης λιποθυμημένος· εκείνο με όλον τούτο έστεκε κολλημένον εις τον λαιμόν μου.

Έπειτα αφού συνήλθον ολίγον από τον φόβον μου, και από την λειποθυμίαν διά το νέον συμβεβηκός, με το να μη με έσφιγγε τόσον με τα ποδάρια του, τα οποία παρωμοίαζον ωσάν της Φώκιας, και αφού εκείνο το αχρείον γεροντάκι εκατάλαβε πως εγώ ανέλαβα τα αισθητήριά μου, με εκτύπησε με το ένα του ποδάρι εις τα πλευρά, και με το άλλο εις το στήθος διά να σηκωθώ· και τότε σηκωθείς με εκείνον κολλημμένον εις τες πλάτες, μου έκαμε νεύμα να περάσω το ποταμάκι· και περνώντας εκείθεν, εστοχάσθην να το φέρω σιμά εις τους καρπούς των δένδρων, μήπως αφού ήθελε χορτάσει τρώγοντας, ήθελε με αφήσει.