Part 12
Τον Μάιον οι εντόπιοι το χαράζουν εις δύο μέρη και από εκεί αναβρύει όλον το ζουμί εις δάκρυον όλον τον Μάιον και έπειτα ξεραίνεται και τον ερχόμενον χρόνον από την ιδίαν ρίζαν φυτρώνει άλλο και εκείνο ομοίως, αφού εβγή όλος του ο χυμός εις δάκρυον ξηραίνεται και πάντοτε ούτω συμβαίνει· το δάκρυον εκείνο το συνάζουν εις αγγεία και πήζει και αυτό είνε η κάμφορα. Και διά να μη σας ενοχλήσω, παραλείπω πολλά άλλα εξαίρετα πράγματα, που είδα εις εκείνο το νησί, σας διηγούμαι μόνον τον πόλεμον που κάμνει ο Ρινόκερως με τον Ελέφαντα, τα οποία θηρία μάχονται ως εχθροί θανάσιμοι· ο Ρινόκερως είναι ζώον διπλασίως μεγαλύτερον από ένα βουβάλι, με ένα κέρατον επάνω εις την μύτην του σουβλερόν, μακρύ έως μίαν πήχην· όταν παλεύη με τον Ελέφαντα, πάσχει να χώση την μύτην του υποκάτω εις την κοιλίαν του Ελέφαντος, και με το κέρατον τρυπώντας την κοιλίαν του Ελέφαντος τον θανατώνει, τον σηκώνει, και τον βαστά επάνω εις το κεφάλι του· αλλά το αίμα που τρέχει από την πληγήν του Ελέφαντος τυφλώνει τον Ρινόκερων και πίπτει κατά γης και το θαυμαστότερον είνε ότι έρχεται το όρνεον Ροκ και σηκώνει τα δύο με τα νύχια του εις τον αέρα και τα φέρει εις την φωλεάν του.
Εις τούτο το νησί επώλησα μερικά από τα πετράδιά μου και άλλα πάλιν τα άλλαξα με άλλα εμπορεύματα. Αποκεί περνώντας διάφορα νησιά και εμπόρια, επώλησα και άλλα εις μεγάλην τιμήν και τέλος πάντων από πολιτείαν εις πολιτείαν, εφθάσαμεν εις Βαλσύραν, παραθαλάσσιον εμπόριον της Βαβυλώνος και εκείθεν ήλθον εις Βαβυλώνα, προς μεγάλην χαράν των συγγενών μου.
Επρόσφερα του βασιλέως Καλίφη δύο από τα μεγαλύτερά μου πετράδια ως δώρον, ο οποίος τα εδέχθη με μεγάλην χαράν και τα έθεσεν εις το θησαυροφυλάκιόν του, διά πλέον εξαίρετα πράγματα. Διεμοίρασα πολλάς ελεημοσύνας εις τους πτωχούς, από τα πλούτη που εσύναξα και απόκτησα με τόσους κόπους, εξεφάντωσα και εχάρηκα με τους φίλους μου ανεψήφιστα. Αύτη λοιπόν είνε η διήγησις του δευτέρου μου ταξειδιού.
Και τελειώνοντας αυτήν την διήγησιν επρόσταξε να μετρήσουν του βαστάζου άλλα εκατόν φλωριά και τον εκάλεσε μαζί με τους άλλους φίλους να έλθουν και αύριον εις το συμπόσιόν του, διά να ακούσουν την διήγησιν και του τρίτου ταξειδιού του. Την ερχομένην λοιπόν ημέραν ήλθον όλοι οι καλεσμένοι κατά την διωρισμένην ώραν και εκάθησαν εις την τράπεζαν του ετοιμασμένου συμποσίου, ομού και ο βαστάζος, ο οποίος ελησμόνησε πλέον την περασμένην του δυστυχίαν· αφού λοιπόν εξεφάντωσαν αρκετά κατά την συνήθειαν, άρχισεν ο Σεβάχ Θαλασσινός την ιστορίαν του τρίτου ταξειδίου με τον ακόλουθον τρόπον.
&Ταξείδιον τρίτον του Σεβάχ Θαλασσινού.&
Αι τρυφαί και ξεφαντώσεις εις ολίγον καιρόν με έκαμαν να λησμονήσω παντελώς τες κακουχίες που υπέφερα εις τα προηγούμενά μου ταξείδια· μάλιστα η ξεφαντωτική ζωή άρχισε να μου προξενή αηδίαν· ομοίως και η νεότης της ηλικίας και η υγιής κράσις μού εκίνησαν την όρεξι να ταξειδεύσω πάλιν διά να ιδώ νέους τόπους, πολιτείας, και άλλα ήθη· και κάμνοντας κάθε ετοιμασίαν ταξειδιού εις διάφορα είδη πραγματείας, και συμφωνήσας με άλλους πραγματευτάς, εμισεύσαμεν με ένα πλοίον, διά τα νησιά της εσωτερικής Ινδίας.
Και μετά τριάκοντα ημερών αρμένισμα αράξαμε εις κάποια νησιά, εις τα οποία επουλήσαμεν μέρος από τες πραγματείες, και μέρος εκάμαμεν αλλαξά· και όταν εμισεύσαμεν εκείθεν μετά πέντε ημέρες μας έτυχε μία φουρτούνα τόσον φοβερά και ισχυρά, που μας έρριξεν εις άλλα νερά και εχάσαμεν τον δρόμον μας· η αυτή φουρτούνα μας κατήντησε πλησίον εις ένα νησί, εις το οποίον αράξαμεν προς τα χαράγματα της αυγής διά την κακοκαιρίαν που μας εβίασε.
Την αυγήν ο καραβοκύρης όταν εγνώρισε τα νησιά εκείνα μας λέγει· ηξεύρετε ότι εδώ κατοικούν άνθρωποι άγριοι, μαλλιαροί και πυγμαίοι εις το μέγεθος, ήγουν μίαν πήχυν το ύψος, και να μην αποτολμήσετε να βλάψετε ή να κτυπήσετε κανένα, διότι εν τω άμα μας θανατώνουν όλους. Μόλις ο καραβοκύρης ετελείωσε ταύτα τα λόγια, και ιδού βλέπομεν πλήθος από εκείνα τα ανθρωπόμορφα άγρια ζώα που τρέχουν κολυμβώντας, και περικυκλώνοντας το καράβι εκόλλησαν και ανέβησαν επάνω με τόσην ευκολίαν, ωσάν οι μαϊμούδες· μας ωμίλησαν βλέποντάς μας, αλλ' ημείς δεν εκαταλάβαμε την γλώσσαν και ομιλίαν των· εν τω άμα έκοψαν τα σχοινία του καραβιού, που το είχαμε δεμένον από την άγκυραν, και πλησιάζοντας το καράβι εις την ξηράν μας έβγαλαν έξω.
Ημείς δεν αποτολμούσαμεν να διαφεντευθώμεν διά τον φόβον να μη μας θανατώσουν όλους. Αφού λοιπόν μας έρριψαν εις το νησί εκείνοι οι αγριάνθρωποι, άνοιξαν τα πανιά του καραβιού, και το έφεραν εις άλλο νησί ολίγον ξέμακρα, από το οποίον είχαν έλθει· διότι εκεί ως φαίνεται, είχον τες κατοικίες των. Όλα τα καράβια που εταξείδευαν προς εκείνα τα μέρη, απέφευγον εκείνα τα κινδυνώδη νησιά, αλλ' ημείς εβιάσθημεν από τον άνεμον και η κακή μας τύχη μας έρριξεν εκεί χωρίς να καταλάβωμεν τον κίνδυνον πρωτύτερα· πλην ύστερον εξ ανάγκης έπρεπε να τον υποφέρωμεν.
Ημείς ως τόσον εξεμακρύναμεν από τον αιγιαλόν, και επροχωρέσαμεν εις τα μέσα του νησιού· εκεί εύρομεν διαφόρους καρπούς δένδρων, οπωρικά και χόρτα, από τα οποία εφάγαμεν διά να φυλάξωμεν όσον εδυνάμεθα την ζωήν μας, μήπως εις εκείνο το αναμεταξύ του καιρού η τύχη ήθελε μας προβλέψει κανένα τρόπον σωτηρίας, ει δε μη όλοι ομού έπρεπε να καρτερήσωμεν τον θάνατον.
Προχωρώντας μέσα εις το νησί είδαμεν ξέμακρα μίαν μεγάλην οικοδομήν ωσάν παλάτιον, και όταν εφθάσαμεν εκεί το είδαμεν να είνε τω όντι εύμορφον οικοδομημένον παλάτιον του οποίου αι θύρες ήσαν μεγαλώτατες από πυξάριον σκαλιστές· όμως δεν εφαίνετο κανείς άνθρωπος εκεί· και εμβαίνοντας μέσα είδαμεν μίαν αυλήν ευρυχωροτάτην, και μίαν σκάλαν που ανέβαινεν εις τα ανώγεα του παλατίου, και περιτριγυρίζοντες εκείνην την αυλήν είδαμεν εις ένα μέρος ένα σωρόν κόκκαλα ανθρωπινά, και σουβλιά διά ψήσιμον· τότε εκαταλάβαμεν ότι η κακή μας τύχη μας ωδηγούσεν εκεί διά να εύρωμεν τον τελευταίον μας κίνδυνον, και βλέποντες αυτά εφοβήθημεν όλοι, μέχρι θανάτου·
Αλλά μη βλέποντες άνθρωπόν τινα, και όντες κουρασμένοι κατά πολλά, επειδή ο ήλιος εβασίλευε και επλησίαζεν η νύκτα, τρέμοντες από τον φόβον, και στοχαζόμενοι πού να φύγωμεν, ιδού βλέπομεν εξαίφνης και ανοίγει μία θύρα από ένα κατώγεον, και εβγαίνει έξω ένας γίγαντας μαύρος και φοβερός, όστις είχεν ένα μάτι μόνον στρογγυλόν εις το μέτωπον τόσον κόκκινον, που εφαίνετο ωσάν πέταλον καμμένον εις το καμίνι· τα εμπροσθινά του δόντια ήσαν έως μίαν πιθαμήν μεγάλα και σουβλερά, και έβγαιναν έξω από το στόμα, το οποίον στόμα του ήτον ωσάν το του αλόγου· το κάτω του χείλι εκρέματο έως εις το στήθος· τα αυτιά του ήσαν μεγάλα έως μίαν πήχυν, πλατιά και μαλλιαρά ωσάν του Ελέφαντος και του εσκέπαζαν τες πλάτες· τα νύχια του ήτο ωσάν του αετού και λεονταριού. Και όλον το σώμα του ήτο μαλλιαρόν και μαύρον ωσάν ήτο ένας κύκλωπας ή σάτυρος (που φαίνονται ζωγραφισμένοι), τόσον φοβερός και τερατώδης, ώστε από τον φόβον μας εμείναμεν αναίσθητοι και ημιθανείς.
Εσίμωσεν εις ημάς, και αφού μας εκύτταξεν ολίγον, άπλωσε το χέρι του εις εμένα πρώτον και πιάνοντάς με από τον λαιμόν, με εκλωθογύρισεν ωσάν ο μακελλάρης όταν πιάνη το πρόβατον από τον λαιμόν, και το δοκιμάζει αν είναι παχύ διά να τα σφάξη, έτσι μ' εκλοθωγύρισε στο δάκτυλό του και βλέποντάς με λιγνόν, και αχαμνόν, με άφησε, και έπιασεν ένα προς ένα και τους άλλους, και τους έκαμε τα ίδια.
Τέλος πάντων ευρίσκοντας παχύτερον από όλους τον καραβοκύρην μας, τον άρπαξεν από τον λαιμόν με το ένα χέρι, και με το άλλο τον εσούβλισεν εις ένα από εκείνα τα σουλβιά που ήσαν στο παρόν, ωσάν ήτον ένα περιστέρι εις τα χέρια ενός μακελλάρη· έπειτα άναψε μίαν μεγάλην φωτιάν, και τον έψησεν εις ολίγον διάστημα, και ύστερα τον έφαγεν όλον έμπροσθέν μας.
Και τελειώνοντας τούτο το θηριώδες δείπνον, ανεχώρησεν υποκάτω εις μίαν καμάραν, και εκεί επλάγιασε διά να κοιμηθή· και όταν απεκοιμήθη ερόγχιζε τόσον δυνατά, που εφαίνετο ωσάν βροντές το ρόγχισμά του, και σχεδόν ηκούετο έως πενήντα μίλια δρόμον και εκοιμήθη έως την αυγήν έτσι ρογχίζοντας τόσον που αχολογούσαν όλα τα βουνά ολόγυρα.
Στοχασθήτε εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμασθε ημείς οι δυστυχείς, βλέποντες ένα τοιούτον ανθρωποφάγον θηρίον να φάγη τον σύντροφόν μας έτσι ελεεινά· όθεν όλην εκείνην την νύκτα επεράσαμε με μεγάλην θλίψιν και αδημονίαν. Την αυγήν εκείνος ο θηριώδης γίγαντας όταν εξύπνησεν, εσηκώθη και εβγήκεν έξω από το παλάτι, και ημάς μας άφησεν εκεί, αλλ' όταν εκαταλάβαμεν πως αυτός εξεμάκρυνεν απ' εκεί, τότε όλοι ομού με μίαν φωνήν αρχίσαμεν να κλαίωμεν και να θρηνούμεν τόσον απαρηγόρητα που ηχολογούσεν από τις φωνές εκείνο το θανατηφόρον δι' ημάς παλάτι, και με όλον ότι ημείς είμεθα πολλοί εις τον αριθμόν και ο εχθρός που άρχισε να μας καταφάγη ήτον ένας, δεν εσυμβουλεύθημεν με τον θάνατόν του να ελευθερωθώμεν, αλλ' εστοχαζόμασθε άλλους τρόπους, όμως όλοι τέλος πάντων εφάνησαν ανωφελείς.
Επεράσαμεν όλην εκείνην την ημέραν περιπατώντες εις το νησί και τρεφόμενοι από καρπούς και χόρτα, γυρεύοντες και κανένα τόπον αρμόδιον διά να ξενυκτήσωμεν. Εγώ εις τούτο το αναμεταξύ εστοχάσθηκα μίαν μηχανήν διά να ελευθερωθώμεν από τον θηριώδη και ανθρωποφάγον γίγαντα, ήγουν να κατασκευάσωμεν από ξύλα και σανίδια, (που ευρίσκοντο εις τον αιγιαλόν πολλά,) μερικές σάνιες πλεκτές, δηλαδή ωσάν καλαμωτές πλατειές και μεγάλες που να βαστούν μερικούς από ημάς, ρίχνοντάς τας εις την θάλασσαν εις καιρόν χρείας· και η γνώμη μου άρεσεν εις όλους.
Και ευθύς αρχίσαμεν και εκατασκευάσαμεν μερικές καλαμωτές καλά δεμένες και πλεγμένες με βέργες, τες οποίες αφίνοντάς τες εις το περιγιάλι εμισεύσαμεν προς το βασίλευμα του ηλίου διά να υπάγωμεν εις το παλάτιον του θηριώδους Κύκλωπος με σκοπόν τοιούτον ότι την νύκτα όταν αυτός κοιμάται και ρογχίζει, με ένα από τα δικά του σουβλιά να του βγάλωμεν το μάτι, έπειτα να τον θανατώσωμεν, αν δυνηθώμεν, ει δε μη μένοντας τυφλός δεν ηδύνατο να μας βλάψη με το να μη μας έβλεπε, και εάν ήτο μοναχός ημπορούσαμεν να ζήσωμεν εις το νησί μετά τον θάνατόν του· ειδεμή και είχε και άλλους συντρόφους και δεν ηθέλαμεν κατορθώσει τον θάνατόν του, αυτός όντας τυφλός ήθελε τους κράξει με την φοβεράν του και βροντώδη φωνήν εις βοήθειαν του, ημείς τότε έχοντας έτοιμες τες καλαμωτές εις το περιγιάλι ευθύς τρέχοντες τες ρίχνομεν εις την θάλασσαν και εμβαίνοντες μέσα με τα κουπία θέλομεν φύγει την θηριώδη ορμήν εκείνων και κάλλιον να ενταφιασθώμεν εις τα κύματα της θαλάσσης παρά εις το θηριώδες στομάχι του αγρίου γίγαντος. Όλοι σύμφωνοι εις αυτήν την γνώμην εφθάσαμεν εις το παλάτι σχεδόν εις μίαν ώραν της νυκτός, και εκρύφθημεν εις μίαν σκοτεινήν αγκωνήν, και εστέκαμεν με προσοχήν να ακούσωμεν το ρόγχισμά του.
Μετ' ολίγον ακούομεν μίαν ορμήν και ταραχήν και ήτο που εβρυχήθη, ωσάν ταύρος αγριωμένος ο θηριώδης Κύκλωπας, καταβαίνοντας εις την αυλήν άναψε μίαν μεγάλην φωτιάν και έστρεψεν εις κάθε μέρος γυρεύοντας μας· ημείς από τον φόβον μας πάλιν εμείναμεν ημιθανείς και αναίσθητοι· αυτός ως μας είδεν ώρμησε και άρπαξε τον πλέον παχύτερον από τους συντρόφους και ευθύς τον εσούβλησε, τον έψησε και τον έφαγεν· έπειτα επήγεν εις την ιδίαν καμάραν υποκάτω και πίπτοντας τανάσκελα απεκοιμήθη· και άρχισε να ρογχίζη τόσον δυνατά, που ηχολογούσεν όλο το παλάτι.
Τότε ημείς πλέον θυμωμένοι παρά φοβισμένοι διά να εκδικηθούμεν τον θάνατον των συντρόφων μας με τον θάνατον εκείνου του αγρίου και ανημέρου θηρίου, εννέα από τους πλέον τολμηρούς μου συντρόφους και εγώ μαζί, καθένας επήραμεν ένα σουβλί, τα εκαύσαμεν εις την φωτιάν, έως που εκοκκίνισαν· έπειτα ευθύς του τα εχώσαμεν εις το μάτι, και τον ετυφλώσαμεν.
Ο πόνος που αγροίκησεν ο άγριος Κύκλωπας, τον έκαμε να βρυχάζη τόσον φοβερά, που εφόβιζε και τα αναίσθητα κτίσματα· εσηκώθη με μεγάλην ορμήν και θυμόν, άπλωσε τα χέριά του εις ένα μέρος και άλλο μήπως και πιάση κανέναν από ημάς, διά να τον σχίση από τον θυμόν του· αλλ' ημείς με ογληγορότητα αναμερίσαμεν εις τόπους, που δεν ημπορούσε να μας εύρη ούτε με τα χέρια, ούτε τα ποδάρια· αφού εγύρευσε ματαίως και δεν μας εύρε, ψηλαφώντας εύρε την θύραν και εβγήκεν έξω βρυχάζοντας και ουρλίζοντας φοβερά.
Ημείς καθώς εκαταλάβαμε από τες φωνές του που εξεμάκρυνεν εβγήκαμε ογλήγορα από εκείνο το θηριώδες παλάτι, και εφθάσαμεν εις το περιγιάλι, εκεί που είχαμε κατασκευασμένες τες καλαμωτές, και ευθύς τες ερρίξαμεν εις την θάλασσαν και επροσμείναμεν όλην την νύκτα έως να ξημερώση, διά να ανέβωμεν εις αυτές και εκείθεν να πλεύσωμεν εις την θάλασσαν, εάν ηθέλαμεν ιδεί τον τυφλόν Κύκλωπα να έλθη εναντίον μας με άλλους συντρόφους του ή ομογενείς κύκλωπας· εστοχαζόμασθε όμως ότι την αυγήν, όταν ήθελεν ανατείλει ο ήλιος και δεν ήθελαν ακουστή πλέον η φωνές του και τα ουρλίσματά του, ήτον σημείον πως εψόφησε και τότε ημπορούσαμεν να γυρίσωμεν οπίσω εις το νησί, να κατοικήσωμεν εις εκείνο το παλάτι, και να τρεφώμεθα από τους καρπούς και τα χόρτα του νησιού, έως που η τύχη ήθελε μας προμηθεύσει κανένα τρόπον ελευθερίας.
Αλλ' ευθύς που εξημέρωσεν, είδαμεν τον άγριον Κύκλωπα τυφλόν, με άλλους δύο ομοίους του, που τον εκρατούσαν φέροντές τον προς το περιγιάλι, συντροφιασμένους από ένα πλήθος παρομοίων κυκλώπων αρσενικών και θηλυκών, καθώς εδιακρίνοντο από το σχήμα και από τα σημεία, οι οποίοι όλοι έτρεχον με μεγάλην ορμήν, άλλοι έμπροσθεν και άλλοι όπισθεν.
Ημείς ευθύς που τους είδαμεν, εν τω άμα εμβήκαμεν εις τας καλαμωτές μας και με τα κουπιά εξεμακρύναμεν από το περιγιάλι. Εκείνοι άρπαξαν μεγαλώτατες πέτρες και έρριχναν εναντίον μας με τόσην δύναμιν και ορμήν, που έφθαναν η πέτρες έως ημάς, και εκαταβύθισαν όλες τες άλλες καλαμωτές, έξω από την ιδικήν μας και όσοι ήσαν επάνω εις εκείνας επνίγησαν. Εγώ και οι δύο συντρόφοι μου, που είμεθα εις μίαν καλαμωτήν ξεμακρύναντες μέσα εις την θάλασσαν, ελευθερώθημεν από τους πετροβολισμούς των κυκλώπων, εγίναμεν όμως το παίγνιον των κυμάτων της θαλάσσης όλην εκείνην την ημέραν, και την ερχομένην νύκτα επαλεύσαμεν με τα κύματα και με τους ανέμους· την δε αυγήν προς το ξημέρωμα μας κατήντησε το κύμα εις ένα νησί, και ελευθερώθημεν από τον θάνατον. Εις εκείνο το νησί εύρωμεν χόρτα, καρπούς και οπωρικά διάφορα, με τα οποία επαρηγορήσαμεν την κοιλίαν μας από την πείναν, και την ακόλουθον νύκτα απεκοιμήθημεν σιμά εις το περιγιάλι.
Αλλ' εξυπνήσαμεν από το φοβερόν σύρισμα ενός μεγάλου όφεως ο οποίος ευρέθη τόσον πλησίον μας που εκατάπιεν ένα από τους συντρόφους μου σύσσωμον, με όλες τες φωνές και εναντιότητες που έκαμνεν ο δυστυχής. Εγώ και ο άλλος σύντροφός μου ευθύς εβάλθημεν εις φυγήν με μεγάλον φόβον και τρόμον, λέγοντες μεταξύ μας· αλλοίμονον εις ημάς, εχθές είχαμεν μεγάλην χαράν που ελευθερώθημεν από τα άγρια θηρία, τους κύκλωπας και από τα κύματα της θαλάσσης και επέσαμεν τέλος πάντων εδώ εις μεγαλύτερον κίνδυνον.
Την αυγήν ξεμακρύναντες από το περιγιάλι εύρομεν ένα μεγαλότατον και υψηλότατον δένδρον, εις το οποίον επάνω εκρίναμεν εύλογον να ξενυκτίσωμεν την ερχομένην νύκτα προς φύλαξιν της ζωής μας. Λοιπόν προς το βράδυ, αφού εφάγαμεν αρκετά οπωρικά διά την πείναν, ανέβημεν εις το δένδρον υψηλά και μετ’ ολίγην ώραν της νυκτός ιδού και ακούομεν το σύρισμα του όφεως υποκάτω εις εκείνο το δένδρον.
Και άρχισε να κολνά και ανεβαίνη εις το δένδρον και φθάνοντας τον σύντροφόν μου που ήτον παρακάτω, τον εκατάπιε και ανεχώρησεν. Εγώ έμεινα εις το δένδρον έως την αυγήν και τότε κατέβην ημιθανής από τον φόβον μου και στοχαζόμενος την δυστυχίαν των συντρόφων μου, εις την οποίαν εκινδύνευε και η ιδική μου ζωή, ήλθον εις απελπισίαν διά να ρίψω τον εαυτόν μου εις την θάλασσαν, να ενταφιασθώ καλύτερον εις τα κύματα, παρά εις τα θηριώδη εντόσθια του όφεως.
Αλλ' επειδή και η ζωή είναι γλυκεία, και ο άνθρωπος πάντοτε στοχάζεται κάθε τρόπον διά να την φυλάξη, εγώ εκείνην την ημέραν εσύναξα πάρα πολλά παλιούρια και άλλα αγκαθερά ξύλα και τα έκαμα διάφορα δεμάτια και τα έδεσα ολόγυρα εις το δένδρον από κάθε μέρος ανάμεσα εις τα κλωνάρια του· όταν ενύκτωσεν, εμβήκα μέσα εις εκείνο το παλιουρωτόν και αγκαθωτόν κλουβί από μίαν τρύπαν, που άφησα επιταυτού, την οποίαν έπειτα έφραξα με ένα δεμάτι παρόμοιον αγκαθωτόν· αυτό το κλουβί το εκατασκεύασα τόσον επιτήδειον και πυκνόν με τα αγκάθια από κάθε μέρος, που εγώ εις την μέσην με επιτήδειον τρόπον αναπαυόμουν, ώστε ήμουν ωσάν ένας σκαντζόχοιρος πάντοθεν περικυκλωμένος με τα κεντριά και ήτον σχεδόν αδύνατον να το τρυπήση ένα κοντάρι.
Προς τας δύο ώρας της νυκτός ήκουσα το σύριγμα του φοβερού εκείνου όφεως και με όλον που ήμουν τόσον καλά περιτειχισμένος εφοβήθην αρκετά. Επλησίασεν ο όφις εκεί, και εκόλλησεν εις το δένδρον εκεί που αγροικούσε την οσμήν επάσχισεν από κάθε μέρος να χωθή μέσα εις τα αγκάθια, αλλά ματαίως εκοπίασεν όλην την νύκτα φυλάγοντάς με ωσάν η γάτα, που φυλάγει να πιάση τον ποντικόν· τέλος πάντων όταν εξημέρωσεν ανεχώρησεν από εκεί επειδή τα φίδια και εις εκείνο τον νησί, την ημέραν κρύπτονται εις σπήλαια διά τον φόβον που έχουν από κάποια μεγάλα όρνεα, τα οποία είνε εχθροί των θανάσιμοι και τα κυνηγούσι διά να τα φάγουν.
Το λοιπόν όταν ανέτειλεν ο ήλιος εβγήκα από το κλουβίον μου, όμως πολλά αδύνατος και ασθενημένος από το φαρμακερόν φύσημα του όφεως που με θυμόν εφυσούσεν ολόγυρα· αλλ' όταν έφαγα κάποια χόρτα αντιφάρμακα και έπια νερόν κρύον και δροσερόν, εθεραπεύθηκα εν τω άμα και εκίνησα προς τον αιγιαλόν και φθάνοντας εκεί βλέπω ξέμακρα ένα καράβι· τότε άρχισα να φωνάζω, εξαπλώνοντας εις τον αέρα ένα άσπρο μανδύλι που είχα διά σαρίκι και όταν με ήκουσαν και με είδαν οι ναύται, ο καραβοκύρης ευθύς έστειλε το καΐκι έξω, και με επήρε μέσα εις το καράβι.
Τότε ο καραβοκύρης μαζί με τους πραγματευτάς με ηρώτησαν τα αίτια διά τα οποία ευρισκόμουν εις εκείνο το ξερονήσι. Εγώ τους εδιηγήθην και όσα μου εσυνέβησαν εις το νησί των πυγμαίων αγριανθρώπων και όσα με τους κύκλωπας και τέλος πάντων όσα με τον θηριώδη όφιν. Τότε όλοι του καραβιού με εβεβαίωσαν ότι έλαβον άκραν χαράν διά την ελευθερίαν μου· ευθύς μου έδωσαν και έφαγα αρκετά· έπειτα ο καραβοκύρης με ένδυσε με μίαν φορεσιάν ρούχα, βλέποντας τα δικά μου όλα ξεσχισμένα και μετά δύο ημερών αρμένισμα αράξαμεν εις ένα νησί, ονομαζόμενον Σενταχί, εκεί που βγαίνει το ξύλον Σαντάλιον, τόσον χρήσιμον εις την ιατρικήν. Η καθέδρα εκείνου του βασιλείου είνε ένα περίφημον εμπόριον εις κάθε είδος πραγματείας. Τότε οι πραγματευταί του καραβιού άρχισαν να ξεφορτώνουν τας πραγματείας των διά να τας πουλήσουν.
Εγώ συνομιλώντας με τον καραβοκύρην, και διηγούμενος εις αυτόν το δεύτερόν μου ταξείδιον, όταν έφθασα εις εκείνο το μέρος της διηγήσεως, που εγώ αποκοιμήθηκα εις το νησί και το καράβιον εμίσευσε, και όταν εξύπνησα, ευρέθην μοναχός, και βλέπω και ευθύς ο καραβοκύρης με αγκάλιασε καταφιλώντάς με, και λέγοντάς μου· αδελφέ Σεβάχ είμαι ο καραβοκύρης, που τότε εξ απροσεξίας σε ελησμονήσαμεν εις το νησί. Ήξευρε ότι ύστερα από τέσσαρες ώρες εκαταλάβαμεν πως λείπεις, αλλ' ο καιρός μας εμπόδισε διά να γυρίσωμεν να σε σηκώσωμεν, και ελυπήθημεν όλοι καθ' υπερβολήν και σε ενομίζαμεν διά αποθαμμένον· ιδού και οι πραγματείες σου, που ακόμη τες φυλάττω, και είχα σκοπόν εις ταύτην την πολιτείαν να τας πουλήσω, και να στείλω τα μετρητά εις τους συγγενείς κληρονόμους σου.
Τότε όλοι του καραβιού ήλθον και με εφίλησαν, συγχαίροντές με ομοίως και εγώ τους ευχαρίστησα· και εκείνην την ημέραν εκάμαμεν ένα κοινόν συμπόσιον με θυσίας, διά την ανέλπιστόν μου εύρεσιν και αναγνώρισιν. Έλαβα έπειτα τας πραγματείας μου, τας επούλησα εις καλήν τιμήν και πάλιν εψώνησα άλλας εκείθεν. Και μισεύοντες από εκεί αράξαμεν και εις άλλα διάφορα νησιά, πωλούντες και αγοράζοντες με μεγάλον κέρδος.
Τέλος πάντων εφθάσαμεν εις Βαλσύραν, έπειτα εις Βαβυλώνα και εκέρδισα τόσα, που δεν ήξευρα τον αριθμόν τους· από τα οποία εμοίρασα πολλά εις ελεημοσύνας, και ανεπαύθηκα συγχαιρόμενος με τους φίλους μου. Με τούτον τον τρόπον ο Σεβάχ Θαλασσινός ετελείωσε την διήγησιν του τρίτου αυτού ταξειδίου· έπειτα επρόσταξε τον θησαυροφύλακά του να μετρήση άλλα εκατόν φλωριά του βαστάζου, και τον εκάλεσεν εις το συμπόσιον μαζί με τους άλλους διά αύριον, διά να τους διηγηθή την ιστορίαν και του τετάρτου του ταξειδίου.
Την ερχομένην ημέραν ετοίμασε το συνηθισμένον συμπόσιον και ήλθον όλοι οι καλεσμένοι και, αφού εξεφάντωσαν εις συμφωνίας και εναρμόνιον λάλημα μουσικών οργάνων, άρχισεν ο πλούσιος Σεβάχ την διήγησιν με τον ακόλουθον τρόπον.
&Διήγημα του Δ' ταξειδίου του Σεβάχ Θαλασσινού.&
Οι ξεφάντωσες και τρυφές που έκαμα μετά το τρίτον μου ταξείδιον, δεν είχαν την δύναμιν να με εμποδίσουν από του να ταξειδεύσω πάλιν· μάλιστα το ταξειδεύειν έγεινεν έξις τόσον που δεν εδυνόμουν να ησυχάσω, εάν δεν εταξείδευα, και το περισσότερον ότι τα πολλαπλάσια πλούτη που εκέρδισα εις τα περασμένα μου ταξείδια, με όλον που υπέφερα τόσους κυνδύνους, με έκαμαν τολμηρόν και εις άλλα.
Όθεν μη ησυχάζοντας απεφάσισα να ταξειδεύσω και τέταρτον· και αφού ετοίμασα όλα τα χρειαζόμενα του ταξειδιού, και επρομηθεύθηκα τα κατάλληλα εμπορεύματα διά τα μέρη της Ευδαίμονος Αραβίας και Περσίας, εμίσευσα με ένα πλοίον με συντροφιά πολλών πραγματευτών διά εκείνα τα μέρη, και έχοντας επιτήδειον αέρα εις είκοσι ημέρας εφθάσαμεν εις κάποια νησιά αρμόδια διά τας πραγματείας που εφέρομεν, και τας οποίας επουλήσαμεν μέρος, και μέρος αλλάξαμεν με άλλας του τόπου πραγματείας, με σκοπόν να τας φέρωμεν εις άλλα νησιά, και ετοιμαζόμαστε διά να μισεύσωμεν οι εναντίοι μας όμως καιροί μας εμπόδιζον.
Εις εκείνο το αναμεταξύ, έγινεν εις εκείνην την βασιλεύουσαν πόλιν επανάστασις διά να αλλάξουν τον βασιλέα, όντας αρχηγός της επαναστάσεως ο ίδιος ο υιός του βασιλέως, ζητώντας να εξώση τον πατέρα του διά να λάβη αυτός τα σκήπτρα της βασιλείας, καθώς και εσυνέβη εις όλον το ύστερον με την δυναστικήν παραίτησιν του πατρός του.
Τούτος ο νέος βασιλεύς άρχισε να κακοποιή τους πραγματευτάς και μάλιστα τους ξένους· ημείς δε βλέποντες τοιαύτην ακαταστασίαν και ευρόντες ευκαιρίαν διά νυκτός εβγήκαμεν από τον λιμένα χωρίς εμπόδιον, και αρμενίζοντας εις το πέλαγος μας έφθασεν ένας ενάντιος ισχυρός άνεμος που μας επαραστράτισεν από την ευθείαν μας οδοιπορίαν και χάνοντες τα μέτρα της ναυτικής δεν ηξεύραμεν πού ο άνεμος μας υπάγει.
Τέλος πάντων μετά δύο ημέρας προς το μεσονύκτιον μη δυνάμενον πλέον το καράβι να υποφέρη την φουρτούναν της θαλάσσης, ένα αιφνήδιον κύμα το εκτύπησεν εις κάποιους βράχους εις ρηχά νερά και το εσύντριψε τόσον, που εχάθησαν όλες αι πραγματείες και επνίγησαν πολλοί από τους ναύτας και πραγματευτάς.
Εγώ κατά τύχην αγαθήν μαζί με μερικούς πραγματευτάς και διαφόρους ναύτας, κρατούμενος από ένα κατάρτι, εκαταντήσαμεν να μας ρίξη το κύμα την ερχομένην ημέραν προς την αυγήν εις ένα νησί, που έτυχεν εκεί έως πενήντα μίλια ξέμακρα από το ναυάγιον του καραβιού.
Εκείνην την ημέραν όντες βρεμμένοι, και ταλαιπωρημένοι από την κακοπάθειαν της θαλάσσης, εμείναμεν εις τα περιγιάλια τρεφόμενοι από καρπούς και χόρτα, που εύρομεν εκεί αρκετά· το νησί μας εφαίνετο να είνε κατοικημένον από πολλά σημεία που είδαμεν· όθεν ξενυχτήσαντες εκείνην την νύκτα εις το περιγιάλι, την ερχομένην ημέραν επροχωρέσαμεν προς τα εσωτερικά μέρη του νησιού, ευρόντες πλήθος φοινίκων, ήτοι χουρμάδες και κουκουνάρια, ετρώγαμεν, περιπατώντες ένθεν κακείθεν εις κρύα νερά και πρασινάδες.
Αλλ' όταν ανέβημεν εις ένα λόφον, είδαμεν ξέμακρα ωσάν κάποιας κατοικίας ή καλύβας, και διευθύναμεν την οδοιπορίαν μας προς εκείνας· και πλησιάζοντες εκεί, ιδού βλέπομεν και ήσαν πλήθος Αράπηδες μαύροι και γυμνοί, οι οποίοι ήλθον και μας περιεκύκλωσαν, και λαμβάνοντές μας εις την εξουσίαν τους μας έφερον εις τας κατοικίας των εμένα και πέντε συντρόφους μου· μας έμπασαν εις τας κατοικίας των, αι οποίαι ήσαν κάποιαι καλύβαι σκεπασμέναι με τα φύλλα των φοινίκων· τους άλλους συντρόφους μας τους επήραν άλλοι εις άλλας καλύβας, που δεν τους είδομεν πλέον τι τέλος έλαβον.
Όσον δι' εμένα και τους πέντε συντρόφους μου, όταν μας έφερον μέσα, ήλθον οι γυναίκες και τα παιδία εκείνων, και μας περιεκύκλωσαν όλοι γυμνοί και μας ωμιλούσαν με μίαν διάλεκτον, που ημείς δεν εκαταλάβαμεν παντελώς· μας έβαλαν και εκαθίσαμεν, έπειτα μας έφερον κάποια χόρτα, κάμνοντές μας νεύμα διά να φάγωμεν.
Οι σύντροφοι μου, χωρίς να στοχασθούν ότι εκείνοι που μας έδιδαν τα χόρτα και μας επαρακινούσαν να φάγωμεν δεν έτρωγαν, χωρίς καμμίαν εξέτασιν άρχισαν και έτρωγαν· εγώ δε προβλέποντας κάποιον συμβεβηκός, δεν ηθέλησα να φάγω· και μετ' ολίγον είδα εμπράκτως το αποτέλεσμα των χόρτων, ήγουν οι σύντροφοί μου, αφού έφαγαν εκείνα τα χόρτα εμέθυσαν τοιαύτης λογής που έχασαν τας αισθήσεις των, επαραλαλούσαν, έγιναν τελείως έξω φρενών.