Part 11
Εις το εξής εγώ εσύχναζα εις τας συναναστροφάς των εκεί πραγματευτών και μάλιστα των ξένων, όχι διά να μάθω καμμίαν είδησιν περί της Βαβυλώνας, όσον δια να εύρω κανένα με τον οποίον ήθελα ημπορέση να ξαναγυρίσω εις την πατρίδα μου· επειδή και η βασιλική καθέδρα εκείνη του βασιλέως Μιράγη (ούτως ωνομάζετο εκείνος ο βασιλεύς) ήτον μία μεγάλη πόλις παραθαλάσσιος, είχε και περίφημον εμπόριον εκείνου του βασιλείου· ώστε από κάθε μέρος της οικουμένης ήρχοντο καράβια με διάφορα είδη πράγματειών, πουλώντας τα εκεί, ή αλλάζοντάς τα με άλλας πολυτίμους πραγματείας του τόπου.
Είχα όμως και ώρας ωρισμένας που επήγαινα εις τον βασιλέα καθημέρα, και εκεί συναναστρεφόμουν με τους πρώτους άρχοντας του παλατίου, οι οποίοι έδειχναν μεγάλην αγάπην προς με· και διά την περιέργειαν που είχον συχνάκις με ερωτούσαν διά να τους πληροφωρήσω περί της Βαβυλώνος, διά τά ήθη, διά τους νόμους και, διά τα στρατεύματα και εισοδήματα του βασιλέως της, ομοίως και εγώ είχον τοιαύτην περιέργειαν διά να πληροφορηθώ παρ' αυτών διά όσα αυτοί εζητούσαν παρ' εμού.
Όθεν αυτοί με μίαν καθολικήν εξήγησιν, με επληροφόρησαν διά τους πολιτικούς νόμους των, διά την διοίκησιν του βασιλέως, διά τα στρατεύματά του και εισοδήματά του, διά τούς μεγάλους, και αναριθμήτους θησαυρούς του, και διά τά ήθη της πολιτείας, κάμνοντές μου μίαν λεπτομερή περιγραφήν όλων των επαρχιών και νησίων που εξουσίαζε.
Λοιπόν η καθημερνή μου συναναστροφή με τους μεγιστάνας ήτον περί τοιούτων πραγμάτων· εις την περιγραφήν των νησίων μου εδιηγήθησαν ένα φαινόμενον, που εκεί εις ένα νησί ονομαζόμενον Κασσήλ, μακράν από εκεί έως εκατόν μίλια, ακούονται κάθε νύκτα να λαλούν τύμπανα και άλλα μουσικά όργανα, συντροφιασμένα με κρότους και αλαλαγμούς ωσάν εις τα στρατεύματα, το οποίον έδωσεν αφορμήν εις τους ναύτας, που πλέοντας εκείθεν τα ήκουσαν, διά να πιστεύσουν πως εκεί κατοικεί ο Δεγιάλ, ήγουν ο βασιλεύς της αδικίας, κατά την ιδέαν των Αράβων, ο οποίος εις το τέλος του κόσμου μέλλει να εξουσιάση όλα τα βασίλεια της οικουμένης, πλην της Μέκκας και Μεδίνης. Εγώ έλαβα περιέργειαν διά να υπάγω να ακούσω το τοιούτον φαινόμενον, και εζήτησα την άδειαν του βασιλέως και αυτός δε μου διώρισεν ένα πλοιάριον με διαφόρους ναύτας, διά να με φυλάξουν εις το ταξείδι εκείνο από τον κίνδυνον που δύνανται να προξενήσουν εκεί τα κήτη της θαλάσσης.
Και αφού ανεχωρήσαμεν συναπαντήσαμεν πολλά φοβερά κήτη εις την επιφάνειαν της θαλάσσης, το μάκρος έως διακόσες πήχεις, αλλ' οι εδικοί μου ναύται ευθύς που τα έβλεπον είχον ετοιμασμένα σακκιά γεμάτα πέτρες, και τα έρριχναν εις την θάλασσαν, και τα φοβερά εκείνα κήτη νομίζοντας διά κυνήγι τα σακκιά, έτρεχον εις τα βάθη της θαλάσσης κυνηγώντας τες πέτρες και εν τω μεταξύ ημείς διεφεύγαμεν τον κίνδυνον· με τοιαύτην εφεύρεσιν, και φθάνοντες εις το νησί Κασσήλ, εκείνην την νύκτα ηκούσαμεν τύμπανα, όργανα, και άλλους κρότους και αλαλαγμούς, που μας εφόβισαν καταπολύ.
Αλλά την αυγήν όταν έπαυσαν, εμείς ανέβημεν εις το νησί εκείνο το ακατοίκητον και δεν είδαμεν άλλο εκεί παρά σπήλαια μεγάλα και φοβερά εις την θεωρίαν και πλησιάσαντες εις την θύραν ενός σπηλαίου, ηκούσαμεν μέσα μίαν βοήν, και ηχολογήν φοβερά, ώστε μας εβίασεν ο φόβος να φύγωμεν ογλήγορα· και αναχωρούντες απ' εκείνο το νησί, εις την αναμεταξύ οδοιπορίαν παρετηρήσαμεν ένα παράδοξον συμβάν· ήγουν αρμενίζοντας ημείς εις τα πέλαγος είδαμεν μακρόθεν ένα μεγαλώτατον κήτος και εκατάπινεν ένα πλοιάριον από το μέρος της πρώρας· τα κουπιά όμως το κατάρτι και τα σχοινιά του επεριπλέχθησαν εις το στόμα και τα δόντια του κήτους και δεν ημπορούσε να το καταπίη ολόκληρον· ως τόσον οι άνθρωποι από τον φόβον τους άρχισαν να φωνάζουν προς ημάς· «βοήθεια, αδελφοί, σπεύσατε διά να μας ελευθερώσητε».
Ημείς ακούοντες τας φωνάς εκείνων των ταλαιπώρων ετρέξαμεν εις βοήθειάν των, και ένας από τους ιδικούς μας, ο πλέον τολμηρός και πρακτικός, με οξύ και κοπτερόν κοντάρι εκτύπησε το κήτος πρώτον εις την καρδίαν, έπειτα εις τον μυελόν της κεφαλής και όταν το κήτος αγροίκησε τας θανατηφόρους πληγάς· εν τω άμα εξέρασε το πλοιάριον, όμως σχεδόν συντριμμένον και ακατάλληλον διά να αρμενίση.
Αλλ' ημείς ελάβαμεν τους ανθρώπους όλους εις το ιδικόν μας και όταν απεκρύνθημεν ολίγον, είδαμεν το κήτος και αναποδογύρισε με την κοιλίαν επάνω εις το νερόν· τότε εσυμπεράναμεν ότι εψόφησε και εφαίνετο εις την επιφάνειαν της θαλάσσης ωσάν ένα μεγάλον βουνόν, μακρύ έως διακόσιες οργυιές και πλατύ έως εκατόν· το στόμα του ήτον έως είκοσι οργυιές το πλάτος· και όταν εφθάσαμεν εις την πολιτείαν, διηγήθημεν το τοιούτον κατόρθωμα, έχοντες μάρτυρας τους ναύτας, που έτυχον εις τον κίνδυνον και εθαύμασεν όλη η πόλις.
Αλλά την ερχομένην νύκτα εσηκώθη ένας άνεμος τόσον σφοδρός, που τα κύματα της θαλάσσης έρριξαν έξω εις το περιγιάλι σιμά εις την πόλιν εκείνο το φοβερόν κήτος· και έτρεξεν όλη η πόλις να ιδή ένα τοιούτον μέγεθος υπέρμετρον, και τότε μάλιστα εβεβαιώθησαν όταν είδον το κοντάρι εις την κεφαλής του κήτους εμπηγμένον καθώς το είχαμεν διηγηθή.
Ο βασιλεύς εφιλοδώρησεν όλους ημάς πλουσιοπάροχα, μάλιστα τον στρατιώτην που κατώρθωσε το ανδραγάθημα, τον οποίον και ετίμησε με αξίωμα στρατιωτικόν. Εγώ μετά ταύτα εσύχναζα εις την συναναστροφήν των πραγματευτών· όταν μίαν ημέραν περπατώντας εις τον λιμένα με άλλους πραγματευτάς, είδαμεν και άρραξεν ένα καράβι ξένον, και άρχισε μετέπειτα να ξεφορτώνη τας πραγματείας που έφερεν.
Όταν εβγήκεν έξω ο καραβοκύρης τον ερώτησαν οι πραγματευταί πόθεν ήρχετο· αυτός τους διηγήθη, ότι ήρχετο από τα παραθαλάσσια της Βαβυλώνος και εις το αναμεταξύ του ταξειδιού του εσυναπάντησαν ένα νησί, εις το οποίον εβγήκαν οι περισσότεροι πραγματευταί και ναύτες διά να περιηγηθούν· και άναψαν και φωτιάν διά να μαγειρεύσουν· εκείνο το νησί ήτον μία μεγάλη χελώνη, που εκοιμάτο εις την επιφάνειαν της θαλάσσης· και όταν αγροίκησε την φωτιάν, εσείσθη και εβυθίσθη εις την θάλασσαν, και όσοι επρόφθασαν να έμβουν εις το καΐκι εσώθησαν.
Σιμά όμως εις τους άλλους επνίγη και ένας πραγματευτής νέος από την Βαβυλώνα, ονομαζόμενος Σεβάχ ο θαλάσσιος, του οποίου έχω και διαφόρους πραγματείας, ιδού παρούσας με το όνομά του σημειωμένας και έχω σκοπόν να τας πουλήσω και όσα μετρητά πιάσω, γυρίζοντας εις την Βαβυλώνα, θέλω τα εγχειρίσει εις τους συγγενείς του. Οι πραγματευταί, που ήσαν πληροφορημένοι από εμέ διά το τοιούτον συμβάν, λέγουσι του καραβοκύρη ότι ο Σεβάχ ο θαλάσσιος ελευθερώθη και ευρίσκεται εδώ σώος και υγιής· και ιδού που έρχεται συντροφιασμένος με άλλους πραγματευτάς, δείχνοντάς με με το δάκτυλον.
Τότε έδραμεν ο καραβοκύρης και οι άλλοι συντρόφοι του και πραγματευταί, οι οποίοι με αγκάλιασαν, με εφίλησαν και με εσυγχάρηκαν βλέποντές με υγιή· και λαμβάνοντας τες πραγματείες μου, εδιάλεξα τα πλέον εκλεκτά πράγματα της Βαβυλώνος και τα επρόσφερα δώρον εις τον βασιλέα Μιράγη διά τες περιποιήσεις που έλαβα παρ' αυτού· αυτός τα εδέχθη με μεγάλην ευχαρίστησιν και με αντήμειψε με άλλα δώρα ασυγκρίτως πλέον πολύτιμα.
Και αφού επούλησα όλας μου τας πραγματείας με αρκετόν κέρδος, που εκέρδισα δεκαπλάσια από όσα είχα και εψώνισα πάλιν άλλας από εκεί εις καλήν τιμήν και απεχαιρέτησα όλους μου τους φίλους, ανεχώρησα με το ίδιον πλεούμενον και εφθάσαμεν με επιτήδειον καιρόν εις δύο μήνας εις τον λιμένα της πόλεως Βαλσύρης, όπου είνε το παραθαλάσσιον εμπόριον της Βαβυλώνος· και εκεί επούλησα το περισσότερον μέρος των πραγματειών με πολλαπλάσιον κέρδος, το δε επίλοιπον το έφερον εις την Βαβυλώνα. Και ευθύς οι εκεί πραγματευταί με τα μετρητά επί χείρας μού το επλήρωσαν με μεγάλην διαφοράν, εις βαθμόν που το κεφάλαιον και το κέρδος ομού εσυμποσούντο εις εκατόν χιλιάδας φλωριά της Βαβυλώνος. Οι συγγενείς μου με εδέχθησαν με υπερβολικήν χαράν. Τότε εγώ αποφασίζοντας να ησυχάσω εις την πατρίδα μου χωρίς να ταξειδεύσω πλέον και να λησμονήσω όλα τα φοβερά συμβάντα που μου ηκολούθησαν, ευθύς έκτισα ένα ευμορφότατον παλάτι, αγόρασα υποστατικά, αγόρασα σκλάβους και σκλάβες διά να περάσω την ζωήν μου με τρυφάς.
Τελειώνοντας έως εδώ την διήγησιν του ταξειδιού του ο Σεβάχ θαλασσινός, ομιλώντας πάντοτε προς τους καλεσμένους εις το συμπόσιον, επρόσταξεν έπειτα και εκρότησαν εναρμόνιον λάλημα με τα πλέον μελωδικά μουσικά όργανα, και μετά ταύτα ετελείωσε το συμπόσιον. Τότε ο Σεβάχ θαλασσινός εχάρισεν εκατόν φλωριά εις χρυσόν μανδύλι του βαστάζου, λέγοντάς του· λάβε ταύτα και αύριον πάλιν σε έχω καλεσμένον εις το συμπόσιόν μου διά να ακούσης και άλλα συμβεβηκότα, που μου ηκολούθησαν εις το δεύτερον ταξείδιον· ομοίως εκάλεσε και τους άλλους εις αυριανόν συμπόσιον. Ο βαστάζος, που δεν είχεν ιδεί ποτέ του τόσην ποσότητα χρημάτων, έμεινε συγχυσμένος από την χαράν του και φιλήσας το ρούχον του Σεβάχ και αποχαιρετήσας ευχαριστώντας τον καταπολλά, ανεχώρησεν εις το σπήτι του, και τον εδέχθη όλη η φαμήλια του μετά χαράς μεγάλης, και ευχαριστούσαν τον μέγαν Προφήτην διά την χάριν που τους επρόβλεψε. Την αυγήν ο βαστάζος όλος πρόθυμος, χαρούμενος και ενδυμένος εορτιάτικα επήγεν εις τον Σεβάχ Θαλασσινόν, ο οποίος τον εδέχθη με κάθε τιμήν και περιποίησιν. Και όταν εσυνάχθη ο διωρισμένος αριθμός των καλεσμένων, εκάθησαν εις το τραπέζι και εχάρησαν, ξεφαντώνοντες εις ένα παρόμοιον συμπόσιον με το χθεσινόν.
Όταν αρκετά συνευφράνθησαν, λέγει ο Σεβάχ Θαλασσινός προς τους καλεσμένους φίλους· σας παρακαλώ να δώσητε ολίγην ακρόασιν διά να σας διηγηθώ τα όσα μου εσυνέβησαν εις το δεύτερον ταξείδι και θέλετε ακούσει συμβάντα τα πλέον παράδοξα, και φοβερά. Και άρχισε κατά τον ακόλουθον τρόπον.
&Διήγησις του β'. ταξειδιού του Σεβάχ θαλασσινού.&
Ομιλώντας προς τους καλεσμένους φίλους ο Σεβάχ Θαλασσινός, λέγει· είχα αποφασίσει οριστικώς να καθήσω ήσυχος εις την Βαβυλώνα, καθώς σας διηγήθην χθες, χωρίς να επιχειρήσω άλλα ταξείδια, όμως αφού επέρασεν ολίγος καιρός, όντας νέος και επειδή εσυνήθισα να βλέπω νέους κόσμους, να μανθάνω νέα ήθη, δεν εδυνήθην πλέον να υποφέρω τοιαύτην ζωήν οκνηράν και άπρακτον και μου εφαίνετο ότι ευρισκόμουν εις φυλακήν.
Όθεν απεφάσισα να ταξειδεύσω πάλιν, και συμφωνήσας με άλλους πραγματευτάς εψώνισα τας χρειαζομένας πραγματείας διά το ταξείδιόν μου· και όταν ετοιμάσαμεν όλα μας τα χρειαζόμενα ανεχωρήσαμεν με καλόν καράβι προς τα νησιά της Ινδίας· και μετά ένα μήνα είδαμεν ένα νησί, εις το οποίον αράξαμεν, και εβγήκαμεν έξω οι περισσότεροι από τους συντρόφους μας. Εύρομεν ακατοίκητον το νησί, στολισμένον όμως με διάφορα είδη χόρτων και με πολυποίκιλα καρποφόρα δένδρα και με διάφορα νερά αναβρυστικά, που επότιζαν όλα εκείνα, τα χόρτα και δένδρα· επεριδιαβάζαμεν εδώ και εκεί εις τες πρασινάδες και εις τα εύμορφα άνθη.
Εις εκείνο το αναμεταξύ, που οι σύντροφοι μου κατεγίνοντο να συνάζουν άνθη και οπωρικά, εγώ ως φιλοξεφαντωτής έχοντας μαζί μου φαγητά και πιοτά όσα εχρειάζοντο και ευρίσκοντας ένα τρεχούμενο νερό υποκάτω εις παχύν ίσκιον ανθισμένων δένδρων, ανάμεσα εις τας πρασινάδας, εκάθησα εκεί με το τραπέζι μου και αφού έφαγα καλά και έπια καλλίτερα, αποκοιμήθην εις εκείνον τον ίσκιον, επειδή ήμουν κοπιασμένος από το ταξείδιον της θαλάσσης, και εκοιμήθηκα τόσον, που όταν εξύπνησα, δεν είδα πλέον ούτε τους συντρόφους, ούτε το καράβι.
Και τρέχοντας εδώ και εκεί, ανέβηκα επάνω εις ένα δένδρον υψηλόν και αγναντεύοντας εις την θάλασσαν δεν είδα άλλο παρά θάλασσαν και τον ουρανόν που την επεριτριγύριζεν· αλλ' όταν με το μανδύλι μου εσφόγγισα τα δάκρυα, που έτρεχον ποταμηδόν από την λύπην μου, διά να διακρίνω καθαρώτερα, είδα μόνον τα κατάρτια του καραβιού τόσον μακράν, που μετ' ολίγον εχάθησαν και δεν τα είδα πλέον.
Στοχασθήτε εις ποίαν κατάστασιν ευρισκόμουν εγώ τότε αξιοθρήνητον που από την λύπην μου έπεσα κατά γης θρηνώντας και κλαίοντας απαρηγόρητα και μετενόησα ανώφελα, μεμφόμενος τον εαυτόν μου που τα συμβάντα του πρώτου ταξειδιού δεν με εσωφρόνισαν να μείνω ήσυχος εις την πατρίδα μου· αλλ' όλα ταύτα τότε ήσαν ανωφελή. Όθεν αφιέρωσα όλας μου τας ελπίδας εις τον μέγαν Προφήτην διά να με παρηγορήση και ανέβηκα εις υψηλόν δένδρον μήπως και διακρίνω κανένα πράγμα που να μου δώση καμμίαν ελπίδα.
Και θεωρώντας προς την θάλασσαν δεν είδα παρά νερό και ουρανόν· έπειτα γυρίζοντας τα μάτια προς την στερεάν γην του νησιού, είδα πολλύ μακράν ένα πράγμα λευκότατον και στρογγυλόν, αλλά διά το μάκρος του διαστήματος δεν εδυνήθην να διακρίνω τι ήτον, όθεν κατεβαίνοντας από το δένδρον, έτρεξα προς εκείνο το μέρος και πλησιάζοντας εκεί είδα μίαν σφαίραν άσπρην και μεγαλωτάτην εις σχήμα αυγού και ο μεν γύρος της ήτον έως δώδεκα οργυιές, το δε μάκρος έως δεκαπέντε. Την περιτριγύρισα από κάθε μέρος διά να εύρω καμμίαν χασματιάν ή σκάλαν να ανέβω επάνω, αλλά ματαίως εκοπίασα, και μου εφαίνετο αδύνατον να αναβώ, τόσον ήτο λεία και παρωμοίαζεν η επιφάνειά της ωσάν την του αυγού.
Τότε ο ήλιος επλησίαζε διά να βασιλεύση, όταν εξαίφνης εσκοτίσθη όλος ο αέρας, ωσάν να τον είχε πλακώσει ένα μεγάλο και σκοτεινό σύγνεφον. Εις τούτο το φαινόμενον εγώ φοβηθείς έμεινα εκστατικός, τόσον μάλιστα που εκατάλαβα πώς εκείνο το σκότος επροξένησεν ένα μέγιστον όρνεον, το οποίον πετώντας εις τον αέρα επλησίαζε προς εμένα. Τότε ενθυμήθηκα δι' ένα όρνεον ονομαζόμενον Ροκ, περί του οποίου ήκουσα πολλάκις τους ναύτας να ομιλούσι (2) και εκατάλαβα ότι η μεγάλη εκείνη, αυγοειδής σφαίρα ήτο το αυγό εκείνου του Ροκ, το οποίον εχαμήλωσε τόσον που εκάθησε σκεπάζοντας το αυγόν ωσάν να το κλωσήση, και εσκέπασε με τα πτερά του και εμένα που ήμουν περισυμμαζεμένος κάτω εις το αυγόν.
Ως τόσον το ποδάρι του ήλθεν έμπροσθέν μου, το οποίον ήτο τόσον χοντρόν, που μόλις το αγκάλιαζεν ένας άνδρας· εγώ τότε εδέθηκα καλά από το ποδάρι του Ροκ με το ζωνάρι και με το σαρίκι μου, με τον σκοπόν, ότι αύριον μέλλοντας να πετάξη εκείθεν το όρνεον εκείνο, ήθελε με βγάλει από εκείνο το νησί, και ήθελε με φέρει εις άλλον τόπον, καθώς και εσυνέβη.
Και την αυγήν, ευθύς που εξημέρωσε, το όρνεον επέταξε και με εσήκωσε μαζί του έως τα σύγνεφα του ουρανού, τόσον που δεν έβλεπα πλέον την γην και πάλιν εκατέβη με τόσην ταχύτητα που δεν αγροίκησα ποσώς. Όταν εκάθησεν εις την γην, εγώ ευθύς έλυσα το ζωνάρι μου από τον πόδα του και έμεινα λυτός. Τότε το όρνεον άρπαξε με την μύτη του έναν μεγαλώτατον όφιν δράκοντα και επέταξεν.
Ο τόπος που με άφησεν ήτο ένας λάκκος βαθύτατος, περικυκλωμένος από παντού με υψηλότατα βουνά όλα γεμάτα βράχους ώστε από κανένα μέρος δεν εδύνατο να έβγη κανείς από εκεί· και αυτή η μετατόπισίς μου υπήρξε δι' εμέ χειροτέρα και δυστυχεστέρα· και συγκρίνοντας το νησί (από το οποίον εβιάσθηκα να φύγω) με τον λάκκον εις τον οποίον κατήντησα, ήτο διαφορά όπως από την κοιλάδα του κλαυθμώνος εις την γην της επαγγελίας.
Περιπατώντας εις εκείνον τον βαθύτατον λάκκον, τον εύρον όλον στρωμένον με πολύτιμα πετράδια, χυμένα δηλαδή και διεσπαρμένα ωσάν ο άμμος εις το περιγιάλι της θαλάσσης, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνοντο μερικά τόσον μεγάλα και λαμπρά, που σχεδόν ήτον ατίμητα εάν ευρίσκοντο εις την Βαβυλώνα, ή εις άλλας βασιλευούσας πόλεις. Περιδιαβάζοντας λοιπόν εκεί, και περιπατώντας επάνω εις τοιούτους πολυτίμους λίθους, τρόπον τινά θεωρώντας τους και πιάνοντάς τους εις τα χέρια με εχαροποιούσαν, όταν αιφνηδίως η αυτή μου ολίγη χαρά μετεβλήθη εις μεγάλην λύπην και φόβον.
Επειδή εις εκείνον τον λάκκον ευρίσκοντο όφεις τόσον μεγάλοι και φοβεροί ωσάν μεγαλώτατοι δράκοντες, που ένας μόνον εδύνατο να καταπιή ολόκληρον ελέφαντα· την ημέραν όμως αυτοί οι δράκοντες εκρύβοντο εις τα σπήλαια διά τον φόβον του ορνέου Ροκ, το οποίον ήτον εχθρός των θανάσιμος, και την νύκτα έβγαιναν και επεριπατούσαν εις εκείνον τον λάκκον. Επέρασα το επίλοιπον εκείνης της ημέρας περιπατώντας ένθεν κακείθεν, μήπως και εύρω καμμίαν στράταν να έβγω έξω, αλλά ματαίως· την ερχομένην νύκτα, διά να φυλαχθώ από τους δράκοντας, εμβήκα εις μικρόν σπήλαιον, που μόλις με εχωρούσε και με μεγάλες πέτρες έκλεισα την θύραν του σπηλαίου διά προφύλαξίν μου.
Όταν ενύκτωσεν, άρχισαν να βγαίνουν έξω και να περιπατούν εκείνοι οι φοβεροί δράκοντες και τα συρίσματά τους και η φοβερά βοή με έβαλον εις μεγάλον φόβον και τρόμον όλην εκείνην την νύκτα, τόσον που έμεινα ημιθανής και απηλπισμένος από την ζωήν μου χωρίς να αποκοιμηθώ παντελώς. Όταν λοιπόν εξημέρωσε και ανέτειλεν ο ήλιος, εκρύφθησαν όλοι οι δράκοντες· τότεν εγώ έλαβα θάρρος και εβγήκα από το σπήλαιον, αλλ' όλος φοβισμένος και επατούσα επάνω εις τα πολύτιμα πετράδια χωρίς να έχω καμμίαν όρεξιν δι' αυτά, αλλ' επειδή εκακονύκτησα άυπνος αποκοιμήθηκα καθήμενος εις τον ίσκιον μιας πέτρας· και αφού αποκοιμήθηκα ολίγον, εις τον ύπνον μου ήκουσα ότι έπεσε κάποιο πράγμα σιμά μου με μεγάλον κρότον και ξυπνώντας βλέπω εκεί ένα μεγάλο κομμάτι κρέας νωπόν και έμεινα εκστατικός διά το αιφνίδιον φαινόμενον και θεωρώντας ως τόσο εκείνο βλέπω να πέφτουν και άλλα κομμάτια κρέας παρόμοια με μεγάλην ορμήν από την κορυφήν εκείνων των βράχων εις διάφορα μέρη. Τότε έλαβον κάποιαν ελπίδα πως εκεί θα ευρίσκωνται άνθρωποι και ίσως να ελευθερωθώ.
Ακούοντας εγώ πολλάκις τους ναύτας να διηγούνται διά τον λάκκον, που είνε γεμάτος πετράδια και το τέχνασμα που μεταχειρίζονται οι πραγματευταί Αρμένιοι διά να τα βγάλουν, ενόμιζα αυτήν την ιστορίαν ως ένα γελοιώδη μύθον· αλλ' έμαθα με την πράξιν ότι ήτον αληθής.
Οι κυνηγοί Αρμένιοι, διά να βγάλουν τα πετράδια από εκείνον τον λάκκον, μεταχειρίζονται τοιούτον τρόπον· ήγουν τον καιρόν που οι αετοί εκείνου του τόπου, (οι οποίοι είνε μεγαλώτατοι,) έχουν εις τας φωλεάς τα νεογνά των υψηλά εις εκείνους τους βράχους, οι κυνηγοί με μίαν μηχανήν ξύλινην ρίχνουν εις τον λάκκον εκείνον μεγάλα κομμάτια κρέας, εις το οποίον κρέας κολλούν τα πετράδια οι αετοί πετώντες κατεβαίνουν εκεί και αρπάζοντες τα κομμάτια το κρέας, (εις τα οποία ευρίσκονται κολλημένα διάφορα πετράδια), τα φέρουσιν εις τας φωλεάς των διά τροφήν των πουλιών των· οι κυνηγοί τρέχουσιν εις τας φωλεάς και με τας φωνάς διώχνουσι τους αετούς και συνάζουσι τα πετράδια και μεταχειρίζονται αυτήν την μηχανήν επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος να τα βγάλουν από εκείνο το βάθος.
Εγώ ευθύς που είδα τα κομμάτια το κρέας να πέφτουν εις εκείνα τα πετράδια επάνω, όντας μόνος εξουσιαστής εις όλους εκείνους τους πολυτίμους θησαυρούς, εσύναξα τα πλέον μεγαλύτερα και λαμπρότερα διαμάντια και εγέμισα τες τσέπες και τους κόλπους μου και εις όποιο άλλο μέρος των φορεμάτων μου εδυνήθην να βάλλω, των οποίων η τιμή ήτον αναρίθμητος και ανεκτίμητος· έπειτα με το ζωνάρι μου έδεσα επάνω εις τες πλάτες μου ένα μεγάλο κομμάτι κρέας καλά και σφιγκτά και έπεσα ταπίστομα κατά γης χωρίς να κινηθώ παντελώς και εστοχαζόμουν ότι εκείνος ήτον ο καταλληλότερος τρόπος διά να έβγω από εκείνην την άβυσσον, που έως τότε την θεωρούσα διά σκοτεινόν μου τάφον.
Εις εκείνο το αναμεταξύ έφθασαν οι αετοί εις τον λάκκον, και καθένας έλαβεν ένα κομμάτι κρέας από όσα ήσαν εκεί και ένας από τους μεγαλυτέρους με εσήκωσε μαζί με το κομμάτι το κρέας και με έφερεν εις την φωλεάν του. Οι κυνηγοί εκείνοι έδραμον και με τας φωνάς των εφόβισαν τους αετούς, και έφυγαν.
Τότε ένας από τους κυνηγούς πλησιάζοντας εις εμέ και βλέποντάς με, πρώτον εφοβήθη και έμεινεν εκστατικός να ιδή τοιούτον άνθρωπον εις τοιαύτην κατάστασιν φορτωμένον δηλαδή με το κρέας εις την φωλεάν του αετού, και λαμβάνοντας ύστερα θάρρος, αντί να μ' ερωτήση τις ήμουν, ή πώς ευρέθην εκεί, άρχισε με φωνές υβριστικές και φοβερισμούς να μου λέγη, τι γυρεύεις εδώ; ήλθες να μου κλέψης το κυνήγι. Εγώ του είπον· αν ήξευρες την αιτίαν, ήθελες μου ομιλήσει με πλέον ημερότητα, και αντί να με υβρίζης έπρεπε να χαρής περισσότερον· διότι εγώ έχω συναγμένα τόσα πετράδια και δι' εμένα και δι' εσένα, που εις όλην σας την ζωήν όλοι εμού οι σύντροφοι δεν ηθέλατε συνάξη, και εκείνα που συνάζετε σεις είνε κατά τύχην.
Εγώ ο ίδιος εις το βάθος του λάκκου εδιάλεξα τα πλέον μεγαλύτερα και τα εκλεκτότερα, που ευρίσκονται εκεί μέσα· και ιδού που είμαι φορτωμένος και έχω γεμάτους κόρφους και τσέπες, και του τα έδειξα. Εις τούτο το αναμεταξύ εσυνάχθησαν εκεί και οι άλλοι κυνηγοί θαυμάζοντες το τοιούτον συμβάν και μάλιστα έμειναν εκστατικοί όταν τους διηγήθην όλην την ιστορίαν μου, και πώς κατήντησα εκεί· τότε μου είπον, βέβαια το τέχνασμά σου να έβγης απεκεί είνε θαυμάσιον, αλλά είνε αξιοθαυμασιοτέρα η τόλμη σου να γίνης ούτω ριψοκίνδυνος της ζωής σου. Εκείνοι οι κυνηγοί πραγματευταί με έλαβον εις την συνοδείαν που εκατοικούσαν όλοι μαζί, και μου έκαμαν μεγάλας περιποιήσεις. Εγώ εκεί έχυσα όλα μου τα πετράδια έμπροσθεν εις εκείνους, και τους επαρακάλεσα, να λάβη καθένας όποια και όσα του αρέσουν. Αυτοί όντες δέκα τον αριθμόν, ο καθένας επήρεν από ένα, ευχαριστώντάς με, και λέγοντάς μου ότι η τιμή του ενός εις καθένα ήτο αρκετή διά να τους κάμη υπέρπλουτους και αυτούς και τους κληρονόμους των.
Εγώ τους επαρακάλεσα να λάβουν και άλλα και θα μου έκαμναν μάλιστα χάριν βεβαιώνοντάς τους πως δεν μου βαρυφαίνεται· αυτοί, πολλαπλασιάζοντες τας ευχαριστήσεις, με εβεβαίωσαν ότι εις καθένα, ό,τι έλαβεν ήτο αρκετόν να τον ελευθερώση από τον κόπον, διά να μην έλθη πλέον εις εκείνον τον τόπον διά τοιούτον κυνήγι εις το εξής.
Επεράσαμεν εκείνην την νύκτα συνευφραινόμενοι όλοι μαζί· εγώ ευρισκόμουν εις υπερβολικήν και άμετρον χαράν, και όταν εστοχαζόμουν τον κίνδυνον που διέφυγον μου εφαίνετο ότι ήμουν ωσάν εις ενύπνιον. Αλλ' οι κυνηγοί εκείνοι ηθέλησαν να ακούσουν εκ δευτέρου την ιστορίαν μου, και τους την εδιηγήθην καταλεπτώς· Τότε όλοι ομοφώνως μου είπον ότι ποτέ τους δεν είχον ακούσει τέτοια παράδοξα συμβεβηκότα και κινδύνους, θαυμάζοντες διά την υπομονήν και την ανδρείαν μου.
Μάλιστα με εβεβαίωσαν διά τα πετράδιά μου ότι παρόμοια δεν ευρίσκοντο εις καμμίαν βασιλεύουσαν πόλιν, εις όσας αυτοί εστάθησαν· αλλ' ούτε είδον ποτέ τόσα μεγάλα, λαμπρά και ωραία εις όσους χρόνους μετεχειρίζοντο αυτήν την τέχνην, επειδή και τα μεγαλύτερά μου διαμάντια ήσαν ωσάν αυγά στρουθοκαμήλου, άλλα ωσάν αυγά χήνας, και τα επίλοιπα ωσάν αυγά όρνιθος και περιστεριών· τα όσα έλαβον οι κυνηγοί εκείνοι ήσαν ωσάν αυγά χήνας εις το μέγεθος και ακτινοβολούσαν.
Και επειδή οι κυνηγοί έκαμαν αρκετόν κυνήγι κατά τον σκοπόν τους, την ερχομένην αυγήν ανεχωρήσαμεν απ' εκεί και περάσαμε διάφορα δάση και βουνά και συναπαντήσαμεν όφεις και δράκοντας μεγάλους, άλλους με μίαν κεφαλήν και δύο κέρατα και τέσσαρα πόδια, άλλους με δύο κεφάλια και με δύο πτερά και ένα με τέσσαρα κεφάλα, τετράποδον, ο οποίος επάλευε με λεοντάρι και άλλον είδαμεν με δύο κεφάλια, που επάλευε με μία τίγριν.
Περνώντας υψηλά εις ένα βουνόν, είδαμεν κάτω εις τας πεδιάδας δράκοντα, μεγάλον έως σαράντα οργυιές, και επάλευε με ελέφαντα· ο όφις ήτον δικέφαλος, είχε δύο κέρατα, δύο πόδια, και δύο πτερά· ο Ελέφαντας υπερασπίζετο πάντοτε ισχυρά με την προβοσκίδα, ήγουν με την μύτην του και με τα δόντια του· αλλά μετά δύο ωρών μάχην ο Ελέφαντας εσκότωσε το ένα κεφάλι του δράκοντος, και με το άλλο κέρατον ο δράκων επλήγωσε τον Ελέφαντα υποκάτω εις την κοιλίαν, και πίπτοντας ο Ελέφας επλάκωσε και την άλλην κεφαλήν του δράκοντος, και το πλήθος του αίματος που έτρεχεν από την πληγήν του Ελέφαντος έπνιξε τον δράκοντα που ήτον υποκάτω. Και μετ' ολίγον βλέπομεν το όρνεον Ροκ, και κατεβαίνοντας εκεί άρπαξε και τα δύο εκείνα θηρία εις τα νύχια του και σηκώνοντάς τα υψηλά, τα έφερεν ίσως, εις την φωλεάν του.
Και έως που να περάσωμεν όλα εκείνα τα δάση, είδαμεν πολλά, φοβερά και ανεκδιήγητα είδη όφεων και άλλων θηρίων, όμως δεν εφοβήθημεν, επειδή εκείνοι οι κυνηγοί είχον κάποιο λάδι, που είχε μίαν δριμυτάτην μυρωδιάν και έφθανε μακράν έως ένα μίλιον, με το οποίον λάδι οι κυνηγοί έλειφον τα υποδήματά των και τα άρματα αυτών όθεν τα θηρία εκείνα και οι όφεις ευθύς που από ένα μίλιον μακράν ησθάνοντο την μυρωδιάν του λαδιού, έφευγον με μεγάλην ορμήν και φόβον· από το οποίον λάδι μου εχάρισαν αρκετόν εκείνοι, διά να το φυλάττω και το έχω έως την σήμερον.
Περνώντας λοιπόν όλα τα δάση, εφθάσαμεν τέλος πάντων εις το παραθαλάσιον, εις λιμένα, και εκείθεν εμβάντες εις πλοίον, εφθάσαμεν εις ένα νησί λεγόμενον Ραϊχά, του οποίου η καθέδρα είχε περίφημον εμπόριον εις διάφορα είδη πραγματειών. Εις εκείνο το νησί φυτρώνει ένα δένδρον χονδρόν έως δύο οργυιές, πράσινον και φουντωτόν, από του οποίου το δάκρυον γίνεται η κάμφορα· τούτο το δένδρον φυτρώνει την άνοιξιν εις τα τέλη του Μαρτίου και όλον τον Απρίλιον αυξάνει.