Part 10
Μετά ταύτα επρομηθεύθημεν όλα τα αναγκαία διά το ταξείδι μας προς την Βαβυλώνα και ανεχωρήσαμεν με καταλληλότατον αέρα· όθεν το βασιλόπουλον, εγώ και οι αδελφές μου επερνούσαμε με μεγάλην ξεφάντωσιν εις το πλοίον μας, αλλ' ο φθόνος ουκ οίδε προτιμάν το συμφέρον. Η αδελφές μου εφθόνησαν και εζήλευσαν την αγάπην που έδειχνε το βασιλόπουλον προς με και εγώ προς αυτό· και μίαν ημέραν με πονηρίαν με ερώτησαν· όταν φθάσωμεν εις την Βαβυλώνα τι μέλλει γενέσθαι διά τούτο το βασιλόπουλον; Εγώ χαμογελώντας τους απεκρίθηκα ότι, θέλω το λάβει δι' άνδρα μου· και γυρίζοντας προς το βασιλόπουλον του είπα· παρακαλώ την γαληνότητά σου να δεχθής το ζήτημά μου, ευθύς που φθάσωμεν εις Βαβυλώνα έχω σκοπόν να σου προσφέρω τον εαυτόν μου να γίνω σκλάβα και δούλη σου, να σε γνωρίζω δι' αυτεξούσιον αυθέντην εις τα θελήματά σου· και αυτός μου απεκρίθη· εγώ μετά πάσης χαράς δέχομαι το ζήτημά σου ταύτην την ώραν και εδώ έμπροσθεν εις τας αδελφάς σου, ιδού σου δίδω το χέρι μου και λάβε δι' αρραβώνα το χρυσούν αυτό δακτυλίδι και θέλω σε έχει διά νόμιμόν μου γυναίκα εις το εξής.
Η αδελφές μου εις ταύτην την ομιλίαν έδειξαν κάποιαν μεταβολήν εις την όψιν τους και παρετήρησα ότι εις το εξής έθρεφον φθόνον εναντίον μας. Όθεν μίαν νύκτα που εκοιμώμεθα, ευρίσκοντας ευκαιρίαν, μας έρριψαν εις το πέλαγος και το βασιλόπουλο ευθύς επνίγη· εγώ έτυχα κατά τύχην εις ένα σανίδι και έπλεα όλην την νύκτα βοηθουμένη από το σανίδι· προς την αυγήν ο άνεμος με έβγαλεν εις ένα ξερονήσι, είκοσι μίλια μακρύτερα από την στερεάν· εκεί ευρίσκοντας οπωρικά και γλυκό νερό έλαβα ελπίδα διά να ζήσω ολίγον ακόμη καιρόν.
Την ερχομένην ημέραν όταν υποκάτω εις τον ίσκιον ενός δένδρου ανεπαυόμουν, ιδού βλέπω όφιν πτερωτόν και ήρχετο προς με με την γλώσσαν έξω, ωσάν να εζήτει βοήθειαν και με το κεφάλι χαμηλόν και δακρυρροών και βλέπω να τον κρατή από την ουράν ένας άλλος όφις πτερωτός πολύ μεγαλύτερος διά να τον καταφάγη· πρώτον εφοβήθην, αλλ' η ανάγκη με έκαμε να λάβω τόλμην. Και λαμβάνοντας μίαν πέτραν εκτύπησα τον μεγαλύτερον όφιν εις την κεφαλήν και ευθύς τον εσκότωσα και ελευθερώθη ο άλλος που εζήτει βοήθειαν· έπειτα επέταξεν εις τον αέρα και έγινεν άφαντος.
Εγώ ανεχώρησα ολίγον μακράν και εκάθησα εις τον ίσκιον άλλου δένδρου και εκεί απεκοιμήθην.
Όταν εξύπνησα είδα πλησίον μου να κάθηται μία γυναίκα Αράπισσα με δύο σκύλες δεμένες. Η πρώτη τους θεωρία με εφόβισεν, αλλ' ολίγον, επειδή με το να βλέπω συχνάκις φοβερά πράγματα, έγινα τολμηρά· και την ερώτησα ποία είνε και αυτή μου απεκρίθη· εγώ είμαι εκείνος ο όφις που ηλευθέρωσες προ ολίγου από τον κίνδυνον· και επειδή έμαθα την επιβουλήν, που μετεχειρίσθησαν οι αδελφές σου εναντίον σου, διά την αμοιβήν της ευεργεσίας εσύναξα πολλάς αδελφάς μου εξωτικά, ωσάν εμένα και ετρέξαμεν εις εκδίκησιν· και αφού μετεφέραμεν όλους τους θησαυρούς, οπού ήσαν εις το καράβι σου, εις Βαβυλώνα και τους εβάλαμεν εις τα μαγαζιά του σπιτιού σου, εβυθίσαμεν το καράβι σου και τις αδελφές σου διά να τας παιδεύσωμεν καθώς τους πρέπει τας μετεμορφώσαμεν εις ταύτας τας δύο σκύλας που βλέπεις έξω.
Και όταν ετελείωσε ταύτα τα λόγια, με έπιασεν από το δεξιόν χέρι και τες σκύλλες με το άλλο και αμέσως ευρέθημεν εις Βαβυλώνα μέσα, εις το σπήτι μου. Εκεί είδα μέσα εις τα μαγαζιά μου όλα τα πολύτιμα πράγματα που είχα εις το πλοίον και έπειτα μου παρέδωσε τες δύο σκύλες και με παρήγγειλεν, εξορκίζοντάς με εις εκείνον που συγχίζει τας θάλασσας, να δέρνω κάθε νύκτα ανελεήμενα αυτές τες σκύλες και εάν παραβώ αυτήν την εντολήν να είμαι εις κίνδυνον να μεταμορφωθώ και εγώ εις το σχήμα μιας σκύλας· και ούτως ανεχώρησεν.
Όθεν απεκεί και εις το εξής διά τον φόβον της προσταγής κάθε νύκτα μεταχειρίζομαι τες σκύλες εκείνες με τον τρόπον που είδατε οφθαλμοφανώς· και η αδελφική αγάπη που έχω προς αυτάς με παρακινεί εις θρήνον, διά να δείξω εις αυτάς ότι παρά την θέλησιν μου και με λύπην μου τας μεταχειρίζομαι ούτως· όθεν είμαι αξιοσυμπάθητη περισσότερον, παρά αξιοκατηγόρητος· Αυτή λοιπόν είνε η ιστορία μου, κραταιότατε βασιλεύ. Τότε ο βασιλεύς Καλίφης επρόσταξε και την Αμηνάν να του διηγηθή την ιστορίαν της, η οποία άρχισεν κατά τον ακόλουθον τρόπον.
Κραταιότατε βασιλεύ, η βασιλεία σου πρέπει να ηξεύρει, ότι εγώ μετά τον θάνατον του πατρός μας, υπανδρεύθην με έναν από τας πρώτας οικογενείας της Βαβυλώνος διά την πλουσίαν προίκαν μου· αλλά μετά ένα χρόνον εχήρευσα και αποφάσισα να ζήσω ανύπανδρη εις το εξής, επειδή είχα αρκετά πλούτη, έως εννενήντα χιλιάδες φλωριά· και αφού πέρασαν οι έξ μήνες της χηρείας και άφησα τα πένθιμα, έκαμα διάφορα λαμπρά και πολυτελή φορέματα διά να χαρώ την νεότητά μου.
Όταν, μίαν ημέραν ήλθεν εις το σπίτι μου μία γραία, ήτις από τα φορέματα και την ομιλίαν έδειχνεν ότι ήτο ευγενής και με πολλές παρακλήσεις με κατέπεισε να υπάγω εις τους γάμους της θυγατρός της. Εγώ έκλινα εις την παράκλησίν της και αφού εστολίσθηκα με τα πλέον λαμπρά και πολύτιμα φορέματά μου και στολίδια, προς το βράδυ επήρα διάφορες σκλάβες μαζί μου και συντροφιασμένη με την άνωθεν γραίαν εβγήκα από το σπήτι μου και περιπατήσαντες αρκετά, εφθάσαμεν εις μίαν εύμορφην θύραν ενός παλατιού· επάνω εις το ανώφλοιον ήσαν γραμμένα με χρυσά γράμματα αυτά τα λόγια· «Εδώ στέκει παντοτεινά η ξεφάντωσις και η χαρά». Και εμβήκαμεν μέσα.
Τότε ήλθεν εις προϋπάντησίν μου μία ωραιοτάτη κόρη, με έπιασεν από το χέρι, με έφερε μέσα εις ένα ευμορφότατον και στολισμένον χοντζερέ, με εκάθησε σιμά της και μου λέγει· οι γάμοι είνε διαφορετικοί από εκείνους που σε εκάλεσαν· ένας αδελφός μου νέος ευγενής και εύμορφος, ακούοντας για τη περιβόητη ευμορφιά σου σε ερωτεύθηκε και επιθυμεί και σε παρακαλεί αυτός και εγώ, εάν καταδέχεσαι να τον δεχθής διά νόμιμόν σου άνδρα και θέλεις μείνει πολύ ευχαριστημένη καθ' όλους τους τρόπους που ζητεί η νεότης σου.
Εγώ βλέποντας την κόρην τόσον ωραίαν, συνεπέρανα ότι θα είνε και ο αδελφός της παρόμοιος εις την ευμορφιάν, καθώς και ήτο και της έδωσα τον λόγον μου. Τότε αυτή εκτύπησε τα χέρια της και αμέσως ήλθε μέσα ένας νέος πολύ ωραιότερος από όσον μου τον είχε περιγράψει η αδελφή του· αυτός εκάθησε πλησίον μου ομιλώντας μου με τους πλέον ευγενικούς και ερωτικούς λόγους· ώστε με είλκυσεν εις μεγάλον έρωτα προς αυτόν. Η αδελφή του ευθύς έστειλεν εις τον Κατήν δια να κάμη την πράξιν του συνοικεσίου. Με τούτον τον τρόπον λοιπόν εσυμφωνήθη το συνοικέσιον του γάμου· ώστε εγώ έγεινα η νύμφη εις τους γάμους, εκεί που ήμουν μία από τες καλεσμένες. Ένα μήνα ύστερα από τους γάμους έλαβα την άδειαν από τον άνδρα μου να υπάγω μόνη μου εις το Μπεζεστένι να αγοράσω ένα μεταξωτόν της ορέξεώς μου· όθεν πήρα σκλάβες και την άνωθεν γραίαν διά συντροφιάν μου.
Η γραία με ωδήγησεν εις ένα που αυτή εγνώριζε νέον πραγματευτήν, ο οποίος είχεν από κάθε είδος μεταξωτά· εκεί εδιάλεξα ένα που μου άρεσε τόσον, ώστε διά να το πάρω ήθελα δώσει κάθε τιμήν που ήθελε μου ζητήσει. Είπα της γραίας διά να τον ερωτήση την τιμήν του μεταξωτού· εκείνος της απεκρίθη ότι δεν το πουλεί με άσπρα, αλλά μου το εχάριζε μόνον να ευχαριστηθώ να με φιλήση μίαν φοράν εις το μάγουλον.
Εγώ εις ταύτα τα λόγια εθυμώθην αλλ' η γραία με εκαταπράυνε με τα λόγια της και με κατέπεισεν ότι το φιλί δεν είνε κακόν. Τότε εγώ ωσάν απλή, άκακη και χωρίς πονηρίαν έκλεινα εις το ζήτημα και εξεσκέπασα το ένα μάγουλον μόνον μέσα εις το εργαστήριόν του. Εκείνος ο αχρείος αντί να με φιλήση μόνον, με εδάγκασεν τόσον, που εκίνησαν τα αίματα· εγώ από τον πόνον, από τον φόβον και την εντροπήν εδειλίασα και έπεσα εις λιποθυμίαν. Η σκλάβες με εβοήθησαν, μου εσφόγγισαν το αίμα, με εσκέπασαν και η γραία με παρηγόρησεν, ότι έχει ένα βάλσαμον να μου βάλη εις την πληγήν και εις τρεις ημέρας θέλω ιατρευθή χωρίς να φανή κανένα σημείον· εκείνος όμως ο αυθάδης νέος πραγματευτής έφυγεν ευθύς. Και όταν εφθάσαμεν εις το σπήτι η γραία μου έβαλε το άνωθεν βάλσαμον και μου έδεσε την πληγήν· έπειτα επλάγιασα εις το κρεββάτι με το μάγουλον δεμένον. Το βράδυ όταν ήλθεν ο άνδρας μου, βλέποντάς με έτσι με ερώτησε την αιτίαν· εγώ του εύρον διάφορες προφάσεις, διότι μου εφαίνετο απαίσιον να του ειπώ την αλήθειαν· αλλά δεν ηδυνήθην να τον καταπραΰνω με κανένα τρόπον· τόσον ωργίσθη εναντίον μου.
Τότε έκραξε δύο σκλάβους και τους λέγει· πιάσετέ την, βάλλετέ την κατά γης γυμνήν με το υποκάμισον και δώσατέ της εις το στήθος και εις τα μηριά τόσες ραβδιές, έως που να τρέξουν τα αίματα· έπειτα να την αποκεφαλίσατε και να την ρίξητε εις τον Τίγρην ποταμόν. Και όταν οι Αραπάδες άρχισαν να με δέρνουν, εφώναζα έλεος και συμπάθειαν. Τότε έτρεξεν η άνωθεν γραία έπεσε και του εφίλησε τα ποδάρια και τον εξώρκισεν εις το γάλα που τον εβύζαξε, παρακαλώντας τον τουλάχιστον να μη με θανατώση, και αφού με επλήγωσαν από τον δαρμόν με καλάμια σχισμένα, με εχάρισεν εις την γραίαν σχεδόν νεκράν.
Η γραία με έφερεν εις ένα σπήτι και έμεινα εκεί δύο μήνες εις το κρεββάτι έως που να ιατρευθώ, έπειτα εγύρισα εις το σπήτι μου αλλά το εύρον κατηδαφισμένον, που ο άνδρας μου το κατέστησεν από τον θυμόν του. Τότε μη έχουσα άλλον τρόπον να ζήσω, προσέτρεξα εις την αδελφήν μου Ζωηδίαν και της εδιηγήθην τα συμβάντά μου, και με εδέχθη μετά πάσης χαράς.
Μου εδιηγήθη ομοίως και αυτή όσα της συνέβησαν με τες δύο αδελφές της δια τον φθόνον των προς αυτήν και το νέον βασιλόπουλον· κατόπιν με παρουσίασε και την μικροτέραν μου αδελφήν που είχε μαζί της διά παρόμοια συμβάντα· και ούτως απεφασίσαμεν να ζήσωμεν οι τρεις μαζί μας αδελφικά και επεράσαμεν έως την σήμερον ειρηνικά. Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία μου, ω κραταιότατε βασιλεύ, και η αιτία που έχω τα σημεία των πληγών εις το στήθος μου. Τότε ο βασιλεύς ευχαριστήθη πολύ διά την περιέργειαν που είχε να μάθη τοιαύτα παράδοξα φαινόμενα.
Έπειτα ο βασιλεύς λέγει της Ζωηδίας· δεν έχεις είδησιν πού ευρίσκεται εκείνη η Εξωτική που μετεμόρφωσε τες αδελφές σου; λέγει η Ζωηδία· όταν ανεχώρησε μου άφησε μερικάς τρίχας και μου είπεν, ότι εάν λάβω την ανάγκην της να καύσω τρεις τρίχας και ευθύς θέλει παρουσιαστή· και ιδού που τας φυλάττω εις ένα κουτάκι πάντοτε μαζί μου.
Τότε επρόσταξεν ο βασιλεύς και έφεραν φωτιάν και έκαυσε τας τρίχας εκείνας και ευθύς εσείσθη όλον το παλάτι και ιδού παρουσιάσθη μία μεγαλοπρεπής και στολισμένη γυναίκα. Ο βασιλεύς έλαβε θάρρος και την ηρώτησεν εάν αυτή είχε μεταμορφώσει τες αδελφές της Ζωηδίας εις σκύλλας και εκείνη το εβεβαίωσεν· έπειτα την παρεκάλεσεν να τας συμπαθήση διά μεσιτείας του και της Ζωηδίας και να τας μεταμορφώση εις την πρώτην τους μορφήν και να θεραπεύση και την Αμηνάν από εκείνας τας πληγάς·
Η Εξωτική υπήκουσε μάλιστα διά χάριν της Ζωηδίας και λαβούσα με το χέρι της ερράντισε τας δύο σκύλλας και ευθύς μετεμορφώθησαν εις την πρώτην τους μορφήν· ύστερα ερράντισε και το στήθος της Αμηνάς και ιατρεύθη ευθύς. Προσέτι ο βασιλεύς παρεκάλεσε την Εξωτικήν να του φανερώση ποίος ήτον ο άνδρας της Αμηνάς, ο οποίος τόσον απάνθρωπα την επλήγωσε και αυτή του απεκρίθη, ότι ήτον ο πρωτότοκός του υιός ονομαζόμενος Σουλτάν Εμήν. Τελειώνοντας αυτά τα λόγια, έγινεν άφαντος η Εξωτική.
Ο βασιλεύς τότε θαυμάσας διά τόσα θαυμαστά συμβεβηκότα, εκάλεσε τον υιόν του Σουλτάν Εμήν και του λέγει ότι ηξεύρει το κρυφόν του συνοικέσιον· και αυτός ευθύς έδωσε το χέρι του της Αμηνάς και την έλαβε διά γυναίκα του. Και ο ίδιος ο βασιλεύς επρόσφερε τον αρραβώνα του εις την Ζωηδείαν και την έλαβε διά νόμιμόν του γυναίκα· ομοίως και τας άλλας τρεις αδελφάς τας υπάνδρευσε με τους τρεις Δερβισάδες, υιούς βασιλέων· και τους έδωσεν αξιώματα και τιμάς εις το βασίλειόν του, ως εζητούσε το γένος αυτών· και ούτως ο περίφημος εκείνος βασιλεύς προξενώντας την ευτυχίαν εις τόσα υποκείμενα καλά, έχει την φήμην και τον έπαινον παντοτεινά.
Όταν η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν αυτήν ο βασιλεύς Αϊδήν την εφιλοδώρησε και με άλλα πολύτιμα και βασιλικά χαρίζοντας την αγάπην του παντοτεινήν και παρακινώντάς την να του διηγήται πάντοτε τοιαύτας παραδόξους ιστορίας, όταν αυτός στέκει εις συναναστροφήν της· επειδή η μεγαλυτέρα ξεφάντωσις και ευχαρίστησίς του ήτον αυτή· Τότε η Χαλιμά όλη χαρούμενη λέγει του ότι, επειδή και η βασιλεία σου μου έδωσεν αυτήν την τιμήν και την χάριν να ευφραίνεται εις την συνομιλίαν μου θέλω της διηγηθή εις το εξής και άλλα παραδοξότερα και αξιοθαυμαστότερα συμβάντα· καθώς μάλιστα είναι τα επτά ταξείδια του Σεβάχ θαλασσινού. Και ούτως άρχισεν η Χαλιμά την ιστορίαν από το πρώτον ταξείδιον του Σεβάχ, κατά τον ακόλουθον τρόπον.
&Ιστορία του Σεβάχ Θαλασσινού.&
Εις την Βαβυλώνα βασιλεύοντος του Χαρούμ Καλίφη, διά τον οποίον προ ολίγου σας διηγήθην, ευρίσκετο ένας πλουσιώτατος άνθρωπος ονομαζόμενος Σεβάχ θαλασσινός, ο οποίος είχε συνήθειαν επτά ημέρας κατά συνέχειαν εις την πρώτην εβδομάδα του μηνός να κάμνη θυσίας και συμπόσιον πλουσιοπάροχον εις όλους τους φίλους του και γνωστούς, εις ανάμνησιν των επτά ταξειδίων του, εις τα οποία υπέφερε τόσους κινδύνους και εδοκίμασε τόσας δυστυχίας με διάφορα και αναρίθμητα συμβάντα και εις τα οποία είδε τόσα παράδοξα και τερατώδη πράγματα ώστε εξίσταται ο νους του να τα διηγηθή και φρίττει όποιος τα ακούει, καθώς η συνέχεια της ιστορίας θέλει το φανερώσει.
Τούτος ο θαλάσσιος ακούοντας ένα βαστάζον, που συχνάκις επερνούσεν από το σπήτι του να μέμφεται την τύχην του και να λέγη μεγαλοφώνως προς τον μέγαν Προφήτην «τι σου έπταισα εγώ και με κατεδίκασες να ζω μίαν ζωήν τόσον ταλαιπωρημένην, κοπιαστικήν, καταφρονεμένην και μόνον κερδαίνων τον επιούσιον άρτον, φορτωμένος ολημερίς και πεινασμένος; Και ο Σεβάχ θαλασσινός τι καλόν έκαμε και έχει τόσα πλούτη, τόσες ξεφάντωσες, και τόσες ανάπαυσες; βλέποντας, λέγω, αυτόν να κακοτυχίζεται ούτως, έστειλεν έναν από τους δούλους του να καλέση εις το συμπόσιον την πρώτην ημέραν της εβδομάδος τον άνωθεν βαστάζον που εκείνην την ώραν επερνούσεν από την πόρταν του φορτωμένος και είχεν ακουμπίσει εκεί διά να ξεκουρασθή.
Όταν ήκουσε τον δούλον να του λέγη ότι ο πλούσιος εκείνος τον προσκαλεί εις το συμπόσιόν του, το πράγμα του εφάνη απίστευτον, και νομίζων ότι ο δούλος του πλουσίου τον περιπαίζει, του λέγει με θυμόν «ύπαγε εις το καλόν και συ και ο αυθέντης σου· δεν με φθάνει ο κόπος μου και η δυστυχία μου, αμή ήλθες και συ να με περιγελάς; ύπαγε να καλέσης τους πλουσίους και ομοίους του αυθέντου σου και μη με πειράζης και συ σιμά εις τους άλλους μου κόπους και δυστυχίας».
Τότε ο δούλος τον εβεβαίωσε μεθ' όρκου εις τον Προφήτην ότι αληθινά τον έστειλεν ο αυθέντης του να τον προσκαλέση εις το συμπόσιον και τον παρήγγειλε το φόρτωμά του να το βάλλη από μέσα εις την αυλήν και αυτός να υπάγη εις το τραπέζι· διότι τον καρτερούν.
Ο βαστάζος εθαύμασε πόθεν τούτο· οι πλούσιοι δεν έχουν τοιούτον ελάττωμα να καλούν εις την τράπεζάν τους τους πτωχούς και ποταπούς, καθώς είμαι εγώ ένας πτωχός βαστάζος, που οι πλούσιοι δεν καταδέχονται καν να με χαιρετήσουν, όταν εγώ τους προσκυνώ έως εις την γην· ας υπάγω όμως να ιδώ τι είνε τούτο το παράδοξον έργον του πλουσίου· και εάν ο υπηρέτης αυτός με εγέλασε, μα το όνομα του Προφήτου θέλω εκδικηθή εναντίον του. Αφού απόθεσε το φόρτωμά του εις την αυλήν, ακλούθησε τον υπηρέτην του πλουσίου, ο οποίος τον έφερεν εις μίαν λόντζαν μέσα εις το περιβόλι, εκεί που ήταν όλοι οι καλεσμένοι καθήμενοι ολόγυρα εις ένα πλουσιοπαροχώτατον τραπέζι, στολισμένον με πολυποίκιλα φαγητά και ποτά· ο αυθέντης του συμποσίου τον εκάθησε πλησίον του εις το τραπέζι και τον επαρακάλεσε να συγχαρή και αυτός μαζί με τους άλλους εις το συμπόσιον και ο κόπος του δεν είναι χαμένος.
Τότε ο βαστάζος έλαβε θάρρος και εχαιρέτησεν όλους τους κύκλω της τραπέζης καθημένους· και αφού εξεφάντωσαν αρκετά τόσον με τα ποικίλα και νοστιμότατα φαγητά και πιοτά και με το εναρμόνιον λάλημα μουσικών οργάνων, όσον και με το μελωδικόν λάλημα κάθε είδους πουλιών, τα οποία εφύλαττεν ο πλούσιος Σεβάχ εις ένα τερπνότατον περιβόλι στολισμένον με τα πλέον ωραιότερα δένδρα και χόρτα, των οποίων η πρασινάδα και τα ευωδέστατα άνθη συντροφιασμένα με τους ευμορφωτάτους και γλυκείς καρπούς, απετέλουν ένα επίγειον παράδεισον ποτισμένον με διάφορα κρυσταλλοειδή νερά, εις την μέσην του οποίου ήτον η μεγαλοπρεπής και ωραιοτάτη Λόντζα, που εσυνήθιζεν ο Σεβάχ θαλασσινός να κάμνη τα συμπόσιά του και εις αυτό το περιβόλι εφαίνετο η αγχίνοια της φύσεως και τέχνης, οποία δύναται να κατασκευάση θαυμάσια.
Τότε λέγει ο Σεβάχ προς τους περιεστώτας εις το συμπόσιον ότι ο παρών νέος φίλος Χαμουζάς (δείχνοντάς τον βαστάζον) συχνάκις κακοτυχίζει τον εαυτόν του, που με τόσους κόπους κερδαίνει τον επιούσιον άρτον και με λόγια αγανακτιστικά καλεί τον Προφήτην αίτιον της δυστυχίας του και εξ εναντίας εμένα με καλεί ευτυχισμένον και νομίζει ότι χωρίς κόπους και κινδύνους της ζωής μου ο Προφήτης μου έδωκε τα τόσα πλούτη· αλλά θέλω σας βεβαιώσει με την διήγησιν της ιστορίας των ταξειδίων μου, με πόσους κινδύνους της ζωής μου και εις γην και εις θάλασσαν και με πόσα συμβεβηκότα που μου ακολούθησαν και με πόσους αμετρήτους κόπους απόκτησα τόσον πλούτον και ταύτην την ανάπαυσιν, αφού υπέφερα επτά ταξείδια τόσον κινδυνώδη, κοπιαστικά και γεμάτα από τόσα τερατώδη συμβεβηκότα, οπού φρίττει ο νους να τα διηγηθή και μένει εκστατικός όποιος τα ακούση. Λοιπόν λαμβάνοντας αφορμήν από τον παρόντα φίλον, θέλω σας πληροφορήσει καταλεπτώς δι' όλα μου τα συμβάντα εις τα άνωθεν ταξείδια, διά να καταλάβετε ότι τα καλά και οι ανάπαυσες αποκτώνται με κόπους και κινδύνους.
&Ιστορία του πρώτου ταξειδίου του Σεβάχ θαλασσινού.&
Μετά τον θάνατον του πατρός μου, έμεινα κληρονόμος μιας αρκετής πατρικής κληρονομίας· αλλ' έχοντας κάθε ελευθερίαν και όντας αχαλίνωτος εις τα βάθη της ηδονής, έζησα άσωτος μερικούς χρόνους όθεν και έφθειρα το περισσότερον μέρος της πατρικής μου περιουσίας εις τρυφάς, μέθας και ατάκτους ξεφαντώσεις. Όταν δε συνήλθα εις τον εαυτόν μου και στοχαζόμενος ότι τα πλούτη είναι πρόσκαιρα και εύκολα φθείρονται, μάλιστα με την τρυφηλήν ζωήν που εγώ έως τότε έζησα και εάν ακολουθήσω και εις το εξής με την ιδίαν γνώμην και ζωήν, θέλω εξοδεύσει τα πάντα και θέλω μείνει πένης πενήτων και όσοι ήσαν φίλοι μου εις την ευτυχίαν μου και εξεφάντωναν μαζί μου, τότε θέλουν με αποστραφή και θέλουν με περιπαίζει, όθεν θέλω γίνει παίγνιον εις τον κόσμον δυστυχής εις το επίλοιπον της ζωής μου, άχρηστος εις την πολιτείαν και τέλος πάντων πλανώμενος ένθεν κακείθεν θέλω χαθή απελπισμένος· λοιπόν τι μέλλει γενέσθαι περί εμού;
Αποφάσισα, λοιπόν να διαθέσω εις πραγματείαν εκείνο το ολίγον που μου είχε μείνη από την πατρικήν περιουσίαν και με συνοδίαν άλλων πραγματευτών να ταξειδεύσω διά θαλάσσης εις τα νησιά της Ινδίας και πληροφορηθείς διά την πραγματείαν, που εις εκείνα τα μέρη ήθελεν έχει ζήτησιν, χωρίς αργοπορίαν έκαμα όλην την απαιτουμένην ετοιμασίαν και εμβήκα εις το καράβι με διαφόρους άλλους πραγματευτάς· και αφού αρμενίσαμεν εικοσιτέσσαρες μέρες με ευνοϊκόν αέρα, την εικοστήν πέμπτην μας έπαυσεν ο αέρας και έγινε μεγάλη γαλήνη εις την θάλασσαν τόσον, που το πλοίον δεν εκινείτο παντελώς·
Τότε είδαμεν εκεί πλησίον ένα νησί, πολύ χαμηλόν και στολισμένον με πράσινα χορτάρια, που εφαίνετο όλον ως ένα λιβάδι και μία μεγάλη πεδιάδα και επειδή είμεθα τόσον καιρόν εις την θάλασσαν χωρίς να ιδούμεν γην, τότε οι περισσότεροι, όλοι πρόθυμοι, εμβήκαμε εις καΐκι και εβγήκαμεν εις το νησί προς περιήγησιν και ανάπαυσιν μας και οι σύντροφοί μου άναψαν φωτιάν διά να μαγειρεύσουν.
Ως τόσον εγώ περιπατώντας ένθεν κακείθεν παρατηρών εκείνα τα θαλασινά χόρτα ανόμοια από της γης και βλέποντας εις κάθε μέρος πίννας, αχυβάδια, στρείδια και άλλα γιαλικά φυτευμένα ωσάν εις την θάλασσαν και ζωντανά, εθαύμαζα πώς εις την ξηράν γην ζουν αυτά τα ζωόφυτα και με τέτοιαν περιέργειαν απεμακρύνθην αρκετά από το καΐκι και από τους συντρόφους μέσα εις εκείνο το πρόσκαιρον νησί, όταν αιφνιδίως αγροίκησα και εσείσθη όλον το νησί· και ολίγον κατ' ολίγον να κινήται και να βυθίζεται εις την θάλασσαν. Μερικοί από τους συντρόφους μου εκατάλαβαν, ότι εκείνο δεν ήτο νησί, αλλά μία χελώνα θαλασσινή, και όταν αγροίκησε την φωτιάν ετινάχθη και βλέποντας που ήθελε να βυθισθή εις την θάλασσαν, έτρεξαν εις το καΐκι και εφώναξαν όσους είδον εκεί πλησίον.
Εγώ από κακήν μου τύχην όντας μακράν, δεν το εκατάλαβα παρά εις το τέλος όταν η χελώνη εβυθίσθη, και βοήθειαν από κανένα δεν ήτο δυνατόν να λάβω, αλλ' άρχισα να κολυμβώ εις την θάλασσαν, επάνω σ' ένα ξύλον που κατά τύχην εύρον, το οποίον από κανένα καράβι θα είχε πέσει. Ως τόσον ο καραβοκύρης αφού έλαβεν όλους μέσα εις το πλοίον από το καΐκι και εμένα μη βλέποντάς με αλλά πιστεύοντας ότι επνίγηκα, έκαμε πανιά, και έξαφνα ένας δυνατός άνεμος έπνευσε, και εις ολίγον διάστημα το έχασα από τα μάτια μου.
Τότε κρατούμενος από εκείνο το ξύλον επήγαινα όπου με έφερε το κύμα· επέρασα το επίλοιπον εκείνης της ημέρας, και την ερχομένην όλην νύκτα παλαίοντας με τα κύματα της θαλάσσης· απελπίσθηκα και καρτερούσα τον θάνατον, μη έχοντας πλέον ελπίδα σωτηρίας· όταν, προς την αυγήν βλέπω ότι ήμουν πλησίον εις ένα νησί και ένα κύμα αιφνίδιον με έρριψεν εις το περιγιάλι.
Έβαλα ολίγην δύναμιν, και επιάσθην από κάποια ξύλα και κλωνάρια δένδρων, που η φύσις εφάνη να τα ετοίμασεν επί ταυτού διά να με βοηθήσουν· και μη δυνάμενος να περιπατήσω, έχοντας όλον μου το σώμα καταδαρμένον από την θάλασσαν, έπεσα επάνω εις την άμμον ημιθανής και έμεινα εκεί ακίνητος έως που ανέτειλεν ο ήλιος· αλλ' η θερμότης της άμμου μου έφερεν ολίγον ύπνον έως δύο τρεις ώρας.
Και όταν εξύπνησα εκατάλαβα πώς ανέλαβα ολίγον τι τας δυνάμεις μου και ανέβηκα υψηλά εις ένα λόφον, διά να αγναντεύσω το νησί και να ημπορέσω να γνωρίσω πού ευρίσκομαι. Αλλ' όντας πεινασμένος και μάλιστα κοπιασμένος από τον δαρμόν της θαλάσσης, ζητούσα χόρτα κατάλληλα προς τροφήν και εύρον αρκετά, ομοίως και διάφορα οπωρικά, από τα οποία ήτο πλούσιον εκείνο το νησί· εκεί εύρον και νερόν αναβρυστικόν πολλά νόστιμον, ώστε κατεπράυνα ολίγον την πείναν και το δροσερόν εκείνο νερόν εύφρανε την καρδίαν μου.
Και αφού εθαύμασα αρκετά την εύμορφον και καρποφόρον γην του νησιού, είδα μακρόθεν κάποιες πεδιάδες και επροχώρησα προς τα εκεί· και βλέπω μακρόθεν ένα άλογον, που έβοσκεν εις εκείνα τα λειβάδια. Τότε έλαβον κάποιαν ελπίδα και εκίνησα ίσια προς το άλογον, όμως με δύο εναντίους στοχασμούς, μην ηξεύροντας αν έχω να συναπαντήσω ανθρώπους καλούς διά να λάβω περιποίησιν και βοήθειαν, ή εξ εναντίας θηρία και να γείνω θηριάλωτος και με τοιούτους στοχασμούς επλησίασα και βλέπω ένα ευμορφότατον άλογον να βόσκη, δεμένον εκεί ωσάν εις το λειβάδι. Ενώ παρετήρουν το άλογον, χωρίς να φαίνεται άλλο σημείον ανθρώπων, που να κατοικούν εκεί εξαίφνης ήκουσα μίαν φωνήν ανθρώπου, που ομιλούσεν ωσάν από ένα υπόγειον σπήλαιον και μετ' ολίγον βλέπω και εφάνη εκείνος ο άνθρωπος, και έρχεται προς με, και με ερώτησε ποίος ήμουν· και εγώ του διηγήθηκα το ατύχημα που μου συνέβη.
Εκείνος τότε λαμβάνοντας ευσπλαγχνίαν δι' εμένα με έφερε μέσα εις ένα σπήλαιον, εκεί όπου ήσαν και άλλοι συντρόφοι του, οι οποίοι με εδέχθησαν με αγάπην και αφού διηγήθην και εις εκείνους το συμβάν, με επεριποιήθησαν και μου έδωσαν να φάγω εύμορφα φαγητά που είχαν μαζί τους.
Έπειτα τους ηρώτησα τι έκαμναν εκεί και μου απεκρίθησαν ότι αυτοί ήσαν Σεήζηδες (1) του βασιλέως εκείνου του νησιού και διά προσταγής του βασιλέως ήρχοντο μίαν φοράν τον χρόνον εις τέτοιον καιρόν με τες φοράδες του βασιλέως και τες έδεναν εκεί από μίαν, ως είδα και εκρύβοντο, και έβγαινε από την θάλασσαν ένα θαλάσσιον άλογον και πηδούσε την φοράδαν και εγγαστρώνετο. Τα πουλάρια όπου εγεννώντο τα εκαβαλίκευε μόνον ο βασιλεύς και ωνομάζοντο μισοθαλάσσια άλογα και είχαν διάφορα προτερήματα, ήγουν εκολυμβούσαν εις την επιφάνειαν της θαλάσσης ωσάν τα ψάρια από ένα νησί έως το άλλο, εκατόν μίλια διάστημα το επερνούσαν εις τρεις ώρες με τον καβαλλάρη επάνω τους· το κεφάλι τους ήτον παρόμοιον με εκείνο των δελφίνων· τα ποδάρια τους ωσάν της στρουθοκαμήλου και με πτερά παρόμοια με τα των ψαριών και με άλλα πτερά εις τα πλευρά τους, ωσάν τα ψάρια και τα επρόβλεψε με αυτά η φύσις διά να δύνανται να πλέουν εις την θάλασσαν με τόσην γληγορότητα· αυτά και άλλα παρόμοια ιδιώματα είχον εκείνα τα άλογα, ως εκείνοι με εβεβαίωσαν και εγώ τα είδα οφθαλμοφανώς.
Αφού λοιπόν ετελείωσαν το έργον τους εκείνοι οι φύλακες των αλόγων, μετά δύο ημέρας ανεχωρήσαμεν διά την πρωτεύουσαν. Και φθάνοντας εκεί με παρουσίασαν εις τον βασιλέα και του εδιηγήθην όλα μου τα συμβάντα· αυτός έλαβεν ευσπλαγχνίαν και έλεος δι' εμέ· και διώρισε τους υπηρέτας του να με περιποιούνται.