Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 9

Chapter 921 wordsPublic domain

ΙΒ'. Τα δε συσσίτια οι μεν Κρήτες ονομάζουσιν Άνδρια, οι δε Λακεδαιμόνιοι Φιδίτια, είτε ως αφορμάς γινόμενα φιλίας και φιλοφροσύνης, το δε λαμβάνοντες αντί του λ, είτε ως συνηθίζοντα αυτούς εις φειδώ και εγκράτειαν. Τίποτε δε δεν εμποδίζει να προσετέθη και το πρώτον γράμμα έξωθεν, καθώς τινες λέγουσι, και να ήσαν Εδίτια κυρίως, εκ του «Έδω» την δίαιταν δηλούντα και την τροφήν. Συνήρχοντο δ' ανά δεκαπέντε ή καί τι ολιγώτεροι ή περισσότεροι. Έφερε δε καθείς των συσσίτων κατά μήνα αλεύρου μεν μέδιμνον (316), οίνου χόας οκτώ, τυρού πέντε μνας, και σύκων πέντε ημίμναια, και προσέτι δι' αγοράν προσφαγίου ολίγιστον νόμισμα. Αν δέ τις ετέλει θυσίαν, έπεμπεν εις το συσσίτιον απαρχήν, και αν εξήρχετο εις κυνήγιον, μέρος της θήρας του· διότι εσυγχωρείτο να δειπνή τις εις την οικίαν του, όταν, διότι έθυεν, ή διότι ήτον εις το κυνήγιον, είχεν εξωρίσει· οι δ' άλλοι όλοι έπρεπε να παρευρίσκωνται. Επί πολύν δε καιρόν εφύλαττον ακριβώς ταύτην την των συσσιτίων διάταξιν και όταν ο βασιλεύς Άγις επανήλθεν εκ της εκστρατείας, αφ' ού ενίκησε τους Αθηναίους (317), και θέλων να δειπνήση μετά της γυναικός του, έστειλε να ζητήση τας μερίδας του, οι πολέμαρχοι (318) δεν το επέτρεψαν εις αυτόν, επειδή δ' αυτός οργισθείς δεν εθυσίασε την επαύριον την θυσίαν ήν ώφειλε, τω επέβαλον πρόστιμον. Ήρχοντο δε και οι παίδες εις τα συσσίτια, ως εις σωφροσύνης σχολεία φερόμενοι, και ήκουον λόγους πολιτικούς, και έβλεπον παιδαγωγούς εις την ελευθερίαν, και αυτοί συνήθιζον να παίζωσι και να ειρωνεύωνται χωρίς αγενείας, και, όταν τις ειρωνεύετο αυτούς, να μη θυμώνωσι, διότι και τούτο φαίνεται ότι ήτον λακωνικώτατον, το ν' ανέχωνται τας ειρωνίας, ο δε μη θέλων να τας υποφέρη είχε την άδειαν να παρακαλέση περί τούτου, και τότε ο ειρωνευόμενος έπαυεν. Εις έκαστον δε των συνερχομένων ο πρεσβύτερος, δείξας τας θύρας, τω έλεγεν «Έξω αυτών λόγος δεν εξέρχεται». Λέγουσι δ' ότι ο θέλων να μετέχη του συσσιτίου, εψηφοφορείτο ως έπεται· Έκαστος, λαμβάνων εις την χείρα τμήμα άρτου εις ό εσπόγγιζον τους δακτύλους, έρριπτεν αυτό εν σιωπή, ως ψήφον, εις αγγείον ό έφερεν ο υπηρέτης εις την κεφαλήν, ο μεν επιδοκιμάζων απλώς, ο δ' αποδοκιμάζων θλίψας αυτό σφοδρώς διά της χειρός του, διότι η πεπιεσμένη ψήφος είχε την ισχύν της τετρυπημένης (319). Και αν μίαν μόνην εύρωσι τοιαύτην, δεν δέχονται τον υποψήφιον, θέλοντες να συναναστρέφωνται όλοι ευχαρίστως προς αλλήλους. Ο δ' ούτως αποβληθείς ελέγετο ότι ε κ α δ δ ή θ η, διότι κάδδος ελέγετο το αγγείον εις ό ερρίπτοντο του άρτου τα τεμάχια. Εκ δε των φαγητών ηγάπων κυρίως τον μέλανα ζωμόν, ώστε ούτε κρέας ήθελον οι πρεσβύτεροι, αλλά το άφηνον εις τους νεανίας, και κατά τάξιν καθήμενοι αυτοί, έτρωγον τον ζωμόν. Λέγεται δ' ότι βασιλεύς τις του Πόντου (320) διά τον ζωμόν τούτον ηγόρασε μάγειρον εκ Λακωνίας· όταν όμως έφαγεν εξ αυτού, ότι δυσηρεστήθη· αλλ' ο μάγειρος τω είπεν «Ω βασιλεύ, τον ζωμόν τούτον πρέπει να τρώγη τις αφ' ού λουσθή εις τον Ευρώταν». Αφ' ού δε και πίωσι μετρίως, αναχωρούσι χωρίς να έχωσι λαμπάδας. Διότι δεν επιτρέπεται ούτε εις αυτήν ούτε εις άλλην οδόν να βαδίζωσι φωτιζόμενοι, διά να συνηθίζωσι να πηγαίνωσι και εις το σκότος και την νύκτα αφόβως και θαρραλέως. Τα συσσίτια λοιπόν τοιαύτην είχον τάξιν.

ΙΓ. Νόμους δε γεγραμμένους δεν έδωκεν ο Λυκούργος, και απαγορεύει μάλιστα τούτο μία των λεγομένων ρητρών. Ενόμιζε δ' ότι τα κυριώτερα των συντελούντων εις αρετήν και εις ευδαιμονίαν της πόλεως τότε μένουσιν ασφαλή και ακίνητα, όταν συνουσιώνται μετά των ηθών και μετά της αγωγής των πολιτών, και ότι δι' αυτά δεσμός ισχυρότερος της ανάγκης είναι η προαίρεσις, ήν δίδει η εκπαίδευσις εις τους νέους, νομοθέτου θέσιν επέχουσα παρ' εκάστω αυτών. Τα δε μικρά και χρηματικά συμβόλαια, τα κατά τας ανάγκας άλλοτε άλλως μεταβαλλόμενα, έκρινε καλλήτερον να μη τα δέση εις εγγράφους υποχρεωτικούς ορισμούς και εις αμετακίνητα έθιμα, αλλά να τ' αφήση να λαμβάνωσι προσθαφαιρέσεις κατά τους καιρούς, όσας ήθελον εγκρίνει οι μάλλον πεπαιδευμένοι· διότι το σύνολον, το παν της νομοθεσίας εξήρτησεν εκ της παιδείας. Μία λοιπόν ρήτρα ήτον να μη έχωσι νόμους εγγράφους. Άλλη δ' υπήρχε κατά της πολυτελείας εκάστη οικία να έχη την μεν οροφήν της κατεσκευασμένην διά μόνου πελέκεως, την δε θύραν της διά μόνου πρίονος, και ουδενός άλλου εργαλείου. Διότι το μετά ταύτα, ως λέγεται, ρηθέν υπό του Επαμεινώνδου διά την τράπεζάν του, ότι «τοιούτον γεύμα δεν χωρεί προδοσίαν», τούτο πρώτος ενόησεν ο Λυκούργος, ότι τοιαύτη οικία δεν χωρεί πολυτέλειαν και τρυφήν· ουδ' υπάρχει τις τοσούτον απειρόκαλος και ανόητος, ώστε εις οικίαν αφελή και πρόστυχον να εισαγάγη κλίνας αργυρόποδας, και στρώματα πορφυρά, και χρυσά ποτήρια, και την άλλην παρεπομένην πολυτέλειαν· αλλ' ανάγκη υπάρχει να είναι αρμόζουσα και όμοια προς την οικίαν η κλίνη, προς την κλίνην τα ενδύματα, και προς ταύτα η λοιπή του οίκου διασκευή και τα έπιπλα. Εξ αιτίας δε ταύτης της συνηθείας λέγουσιν ότι και ο πρεσβύτερος Λεωτυχίδας (321) δειπνών ποτε εις την Κόρινθον, και ιδών την στέγην του οίκου ότι είχε πολυτελή την κατασκευήν και φατνωματικήν (322), ηρώτησε τον οικοδεσπότην, αν τα ξύλα βλαστάνωσι τετράγωνα παρ' αυτοίς. Τρίτην δε ρήτραν μνημονεύουσι του Λυκούργου την απαγορεύουσαν να εκστρατεύωσι κατά των ιδίων εχθρών, διά να μη συνηθίζωσιν ούτοι ν' ανθίστανται πολλάκις, γινόμενοι ούτω πολεμικοί. Και κατά τούτο μάλιστα κατηγορούσιν έπειτα τον βασιλέα Αγησίλαον (323) ότι, διά των συχνών και πυκνών εισβολών και εκστρατειών εις την Βοιωτίαν, κατέστησε τους Θηβαίους ικανούς αντιπάλους των Λακεδαιμονίων. Δι' ό και ιδών αυτόν πληγωθέντα ο Ανταλκίδας (324), «καλά, τω είπε, δίδακτρα λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι ούτε θέλοντας, ούτε ηξεύροντας, συ τους εδίδαξας να πολεμώσι». Τα τοιαύτα λοιπόν νομοθετήματα ωνόμασε ρήτρας, ως χρησμούς τινας υπό του Θεού δεδομένους.

ΙΑ. Της δ' ανατροφής, ήν εθεώρει ως το μέγιστον και κάλλιστον έργον του νομοθέτου, αρχήν μακρόθεν ποιούμενος, επεμελείτο πρώτον τα κατά τους γάμους και τας γενέσεις. Διότι δεν είναι αληθές, ως λέγει ο Αριστοτέλης (325), ότι επιχειρήσας να σωφρονίση τας γυναίκας, παρητήθη τούτου ταχέως, μη δυνηθείς να περιστείλη την μεγάλην ελευθερίαν αυτών και την γυναικοκρατίαν, προερχομένην εκ των συνεχών εκστρατειών των ανδρών, καθ' άς ηναγκάζοντο ν' αφήνωσιν αυτάς κυρίας, ώστε και υπέρ το δέον τας επεριποιούντο, και τας ωνόμαζον Δεσποίνας. Εξ εναντίας εφρόντισε και περί αυτών όσον έπρεπε· και τα μεν σώματα των παρθένων ενεδυνάμωσε, γυμνάζων αυτάς εις τρέξιμον, και εις πάλην, και εις βολήν δίσκων και ακοντίων, θέλων ώστε και η πρώτη των γεννωμένων ρίζωσις, ισχυράν λαμβάνουσα την αρχήν εις τα σώματα, καλλητέρα να βλαστάνη, και αυταί ρωμαλέως τον τοκετόν υποφέρουσαι, ν' αγωνίζωνται καλώς και ευκόλως προς τους πόνους αυτού. Αφήρεσε δε πάσαν μαλακότητα και πάσαν θηλυπρέπειαν, και το να σκιατραφώνται κατ' οίκον, και συνείθισεν, ως τους παίδας, ούτω και τας κόρας γυμναί ν' ακολουθώσι τας πομπάς, και να χορεύωσιν εις τελετάς τινάς, και να ψάλλωσιν, εν ώ οι νέοι παρόντες τας έβλεπον. Ενίοτε δε και ειρωνίας προς έκαστον αποτείνουσαι, τω προσήπτον τα σφάλματά του επωφελώς προς αυτόν εν ώ αφ' ετέρου εγκώμια έμμετρα ψάλλουσαι εις τους αξίους αυτών, πολλήν ενέπνεον εις τους νέους φιλοτιμίαν και ζήλον· διότι ο εγκωμιασθείς διά τας ανδραγαθίας του, και περίφημος μεταξύ των παρθένων γενόμενος, ανεχώρει επαιρόμενος διά τους επαίνους· τα δ' ευτράπελα και σκωπτικά εγγίγματα δεν ήσαν ολιγώτερον επαισθητά των σπουδαίων νουθεσιών, διότι εις τα θεάματα ταύτα μετά των λοιπών πολιτών συμπαρευρίσκοντο και οι βασιλείς και οι γέροντες. Δεν ήτον δ' η γύμνωσις των παρθένων κατ' ουδένα λόγον αισχρά, διότι συνυπήρχεν αιδώς, και έλειπε παν ίχνος ακολασίας· συνείθιζε δε μόνον εις την απλότητα και εις τον ζήλον της ευρωστίας, και ενέπνεε φρόνημα ευγενές εις τας γυναίκας, αίτινες ουδ' αρετής ουδέ φιλοτιμίας εισίν ανεπίδεκτοι. Διά τούτο εις αυτάς και να λέγωσι συνέβαινε και να φρονώσιν, ως ιστορείται περί Γοργούς, της γυναικός του Λεωνίδου, όταν ξένη τις, ως φαίνεται, τη είπε, «μόναι σεις αι Λάκαιναι εξουσιάζετε τους άνδρας σας», και εκείνη απεκρίθη, «διότι μόναι γεννώμεν άνδρας».

ΙΕ. Και ήσαν μεν και ταύτα παρακινητικά προς γάμον, αι πομπαί λέγω των παρθένων, και αι γυμνάσεις, και οι αγώνες αυτών εν παρουσία των νέων, οίτινες ειλκύοντο υπ' ερωτικής, ως λέγει ο Πλάτων (326) και ουχί υπό γεωμετρικής ανάγκης. Αλλά προσέθηκε και ατιμίαν εις τους αγάμους τινά, εμποδίζων αυτούς του να παρευρίσκονται εις τους γυμνικούς αγώνας ως θεαταί· προσέτι δ' οι άρχοντες τους διέταττον να περιέρχονται τον χειμώνα γυμνοί την αγοράν, και οι εκεί περιδιαβάζοντες τοις έψαλλον ωδήν τινα δι' αυτούς εστιχουργημένην, και λέγουσαν ότι δίκαια έπασχον, διότι δεν επείθοντο εις τους νόμους. Εστερούντο δε και της τιμής και της περιποιήσεως ήν οι νέοι προσέφεραν εις τους γεροντοτέρους. Διά τούτο κάνεις δεν κατηγόρησε τον λόγον όν τις είπε προς τον Δερκυλλίδην, καίτοι όντα καλόν στρατηγόν. Εν ώ τω όντι αυτός διέβαινε, των νεωτέρων τις δεν υπεχώρησεν εις αυτόν, ειπών, «Αλλ' ούτε συ εγέννησάς τινα, όστις εις εμέ να υποχωρήση». Ενυμφεύοντο δε δι' αρπαγής, ουχί μικράς και αώρους εις γάμον, αλλ' ακμαίας και ωρίμους παρθένους. Παραλαμβάνουσα δε την αρπασθείσαν η λεγομένη νυμφεύτρια, εξύριζε σύρριζα την κεφαλήν αυτής, την ενέδυεν ανδρός φορέματα και υποδήματα, και τη έστρωνε να κοιμηθή εις στίβαν καλάμων, μόνη, χωρίς φωτός. Τότε δ' ο νυμφίος, ούτε μεθύων ούτε τρυφών, αλλά νήφων ως πάντοτε, αφ' ού εδείπνησεν εις τα φιδίτια, εισήρχετο, έλυε της κόρης την ζώνην, και ανεγείρας αυτήν, την έφερεν εις την κλίνην. Μείνας δε πλησίον αυτής ουχί πολύν χρόνον, απήρχετο κοσμίως να κοιμηθή, ως πρότερον, μετά των άλλων νέων. Και του λοιπού το αυτό έπραττε, συνδιημερεύων μεν μετά των συνηλικιωτών του και συναναπαυόμενος, προς δε την νύμφην απερχόμενος μετά συστολής, εντρεπόμενος και φοβούμενος μη τον εννοήση τις των συνοίκων της. Ετεχνάζετο δε και η νύμφη και συνήργει ώστε να συναπαντώνται εις καιρόν αρμόδιον, και χωρίς τις να τους εννοήση. Εγίνοντο δε ταύτα ουχί επ' ολίγον καιρόν, αλλ' ως και παιδία να γεννηθώσι τινών, πριν ημέραν να ιδώσι τας γυναίκας των· Η δε τοιαύτη συνάντησις ου μόνον ήτον εξάσκησις εις εγκράτειαν και εις σωφροσύνην, αλλά και τα σώματα ανεδείκνυε γόνιμα και αυτούς έφερε πάντοτε διά του έρωτος νεαρούς και προσφάτους εις την ένωσιν, ουχί δε κεκορεσμένους και εξησθενημένους εκ των ελευθέρων συγκοινωνιών, αλλ' αφήνοντας πάντοτε ως λείψανόν τι και διερέθισμα του προς αλλήλους πόθου και της αγάπης. Εν ώ δε διά τοσαύτης αιδούς και τάξεως διεκόσμησε τον γάμον, αφήρεσε προσέτι και την ματαίαν και γυναικώδη ζηλοτυπίαν, ως καλόν μεν νομοθετήσας να λείψη από του γάμου πάσα κακοήθεια και πάσα αταξία, αλλά να μετέχωσι της παιδοποιίας οι άξιοι μόνον, και περιγελών ως άμικτα έχοντας και ακοινώνητα ήθη τους τιμωρούντας ταύτα διά σφαγών και πολέμων. Διότι εσυγχώρει εις άνδρα γέροντα νέας γυναικός, αν είχεν υπόληψιν και αγάπην προς νέον τινά καλόν καγαθόν, να τον φέρη προς αυτήν, και πληρώσας αυτήν γενναίου γόνου, να οικειοποιήται το γεννηθέν παιδίον. Επέτρεπε δ' αφ' ετέρου και εις χρηστοήθη άνδρα, αν εθαύμαζε σώφρονά τινα και καλλίτεκνον γυναίκα, έγγαμον ήδη, να πείθη τον άνδρα της να τω παραχωρή αυτήν, διά να γεννηθώσιν εξ αυτής παίδες, ως εις καλλίκαρπον χώραν φυτευθέντες, αγαθών ανδρών αδελφοί και συγγενείς. Διότι πρώτον μεν ο Λυκούργος θεώρει τους παίδας ως ανήκοντας ουχί ιδίως εις τους πατέρας, αλλά κοινώς εις την πόλιν· όθεν ήθελε να γεννώνται οι πολίται εκ των άριστων, ουχί εκ των τυχόντων. Έπειτα δε πολλήν έβλεπε την αβελτηρίαν και τον τύφον εις τα περί τούτου των άλλων νομοθετήματα· διότι κύνας μεν και ίππους ενούσι μετά των αρίστων του είδους των, λαμβάνοντες αυτούς διά παρακλήσεων ή μισθού παρά των κυρίων των τας δε γυναίκας κατακλείουσι και φρουρούσι, απαιτούντες αυτών μόνων να είναι οι παίδες, και άφρονες αν ώσι, και παρήλικες και ασθενικοί (327) ως τα παιδία να μη γίνωνται κακά προς πρώτους τους γονείς και τροφείς των, αν εκ κακών γεννηθώσι, και εξ εναντίας χρηστά, αν χρηστήν έχωσι γέννησιν. Ταύτα δ' ούτω κατά φυσικούς και πολιτικούς λόγους γινόμενα τότε, τοσούτον απείχον της ακολασίας ήτις λέγεται ότι μετά ταύτα επεκράτησεν ως προς τας γυναίκας, ώστε ποτέ συζυγική απιστία παρ' αυτοίς δεν ηκούσθη. Και απομνημονεύεται λόγος Γεράδα τινός Σπαρτιάτου, εκ των παλαιοτάτων, όστις ερωτηθείς υπό ξένου πώς τιμωρούνται οι μοιχοί παρ' αυτοίς, είπεν «Ω ξένε, ουδείς γίνεται μοιχός παρ' ημίν». Επειδή δ' ο ξένος επέμεινεν ρωτών «Αλλ' αν γίνη;» «Πληρώνει, είπεν ο Γεράδας, ταύρον μέγαν, όστις κύψας από του Ταϋγέτου (328) πίνει εις τον Ευρώταν». Προς ταύτα θαυμάσας ο ξένος, ηρώτησε, «Και πώς γίνεται βους τόσος μέγας;» ο δε Γεράδας γελάσας, «Και πώς γίνεται, είπε, μοιχός εις την Σπάρτην;» Ταύτα ιστορούνται περί των γάμων.

ΙΣΤ. Το δε γεννηθέν παιδίον δεν είχεν εξουσίαν ο πατήρ του να το αναθρέψη· αλλά το έφερεν εις θέσιν καλουμένην Λέσχην, όπου καθήμενοι των συμφυλετών οι πρεσβύτεροι, και εξετάσαντες το παιδάριον, αν μεν το εύρισκον εύρωστον και καλώς μεμορφωμένον, τω επέτρεπον να το αναθρέψη, δίδοντες εις αυτόν ένα εκ των εννέα χιλιάδων κλήρων· αν δ' ήτον ασθενικόν και άμορφον, το έστελλον εις τας λεγομένας Αποθέτας, τόπον βαραθρώδη πλησίον του Ταΰγέτου, επί τω λόγω ότι ούτε εις αυτό ούτε εις την πόλιν ήτον χρήσιμον να ζη το αμέσως εξ αρχής μη έχον ευεξίαν και δύναμιν· όθεν και δεν έλουον αι γυναίκες τα βρέφη εις ύδωρ, αλλ' εις οίνον, δοκιμάζουσαι ούτω την κράσιν αυτών. Διότι, λέγεται ότι τα επιληπτικά και νοσώδη δεν αντέχουσι προς τον άκρατον οίνον, αλλ' αποκάμνοντα αποθνήσκουσιν (329) εν ώ τα υγιεινά μάλλον ενδυναμούνται και αποσκληρύνονται. Είχον δε και αι τροφοί τέχνην τινά εις την επιμέλειαν αυτών, διότι τα βρέφη χωρίς σπαργάνων ανατρέφουσαι, άφηνον ν' αναπτύσσονται ελευθέρως τα μέλη και η μορφή των, προσέτι δε τα συνήθιζον να είναι εύκολα εις πάσαν δίαιταν, να μη σιχαίνονται καμμίαν, να μη φοβώνται το σκότος ούτε την ερημίαν, ούτε δυστροπίας να συνηθίζωσιν ούτε κλαυθμηρισμούς. Διά τούτο και πολλάκις ξένοι ηγόραζον τροφούς Λακωνικάς, και η Αμύκλα, ήτις εθήλασε τον Αθήναιον Αλκιβιάδην, λέγεται ότι ήτον Λάκαινα. Αλλ' εις αυτόν μεν, ως λέγει ο Πλάτων, ο Περικλής (330) έδωκε παιδαγωγόν τον Ζώπυρον, όστις κατ' ουδέν διέφερε των άλλων δούλων. Εις δε των Σπαρτιατών τους παίδας ο Λυκούργος δεν επέτρεπε να έχωσι παιδαγωγούς αγοραστούς ή υπομισθίους, ούτε ήτον συγκεχωρημένον εις έκαστον ν' ανατρέφη και να εκπαιδεύη τον υιόν του ως ήθελεν, αλλ' άμα έφθανον εις το έβδομον έτος της ηλικίας των, ευθύς παραλαμβάνων όλους αυτούς, τους κατέταττεν εις αγέλας, και να συζώσιν αναγκάζων αυτούς και να συντρέφωνται, τους συνήθιζε ν' ασχολώνται ομού και να παίζωσι. Καθίστα δ' άρχοντα εκάστης αγέλης τον φρονιμώτερον εις τας σκέψεις και θαρραλεώτερον εις τας συμπλοκάς· και εις αυτόν απέβλεπον όλοι, και υπήκουον όταν επρόσταζε, και υπέφερον όταν τους ετιμώρει, ώστε η τιμωρία ήτον ευπειθείας μελέτη. Επέβλεπον δ' οι γεροντότεροι αυτούς όταν έπαιζον, και συνεχώς προκαλούντες μεταξύ αυτών μάχας και φιλονεικίας, παρετήρουν προσεκτικώς, οποίος ήτον έκαστος εξ αυτών ως προς την τόλμην, και αν δεν απέφευγε τας μάχας και τους αγώνας. Και γράμματα μεν εμάνθανον, ως αναγκαία· η δε λοιπή αγωγή αυτών σκοπόν είχε να τους καταστήση ευπειθείς εις την εξουσίαν, καρτερικούς εις τους κόπους, και ικανούς να νικώσιν εις τας μάχας. Διό και όσον επροχώρουν εις την ηλικίαν, τόσω ηύξανον την άσκησιν αυτών, ξυρίζοντες αυτούς σύρριζα, και συνηθίζοντες αυτούς να περιπατώσιν ανυπόδυτοι, και να παίζωσιν ως επί το πλείστον γυμνοί. Όταν δ' εγίνοντο δώδεκα ετών, δεν εφόρουν πλέον χιτώνα, και ελάμβανον έν μόνον κατ' έτος ιμάτιον, και είχον τα σώματα ρυπαρά, και ούτε λουτρά ήξευρον ούτε αλοιφάς (331), αλλά μόλις ολίγας ημέρας του έτους απελάμβανον τοιαύτας περιποιήσεις. Εκοιμώντο δ' ομού, διηρημένοι κατ' ίλας και αγέλας, εις στίβας άς αυτοί οι ίδιοι έφερον, κόπτοντες διά των χειρών των, και άνευ σιδήρου, τας κορυφάς των καλάμων αίτινες εβλάστανον εις του Ευρώτου τας όχθας. Τον δε χειμώνα έστρωνον και τους λεγομένους λυκοφάνους (332), και τους εμίγνυον εις τας στιβάδας, διότι νομίζεται ότι η ύλη αυτών έχει τι θερμαντικόν.

ΙΖ. Όταν δ' είχον φθάσει εις ταύτην την ηλικίαν, τότε συνανεστρέφοντο μετ' αυτών ως ερασταί οι άριστοι των νέων, και τότε μάλιστα προσείχον εις αυτούς οι πρεσβύτεροι, παρευρισκόμενοι εις τα γυμνάσια αυτών, και παρόντες όταν ηγωνίζοντο προς αλλήλους και όταν περιεπαίζοντο αστειευόμενοι, και τούτο ουχί παρέργως, αλλά τρόπον τινά ως νομίζοντες ότι όλοι όλων ήσαν πατέρες και παιδαγωγοί και άρχοντες· ώστε ούτε καιρός έμενεν ούτε τόπος καθ' όν να μη υπάρχη ο νουθετών τον σφάλλοντα και ο τιμωρών. Προσέτι δε διωρίζετο και παιδονόμος εκ των αρίστων ανδρών, και πλην αυτού εκάστης αγέλης προΐστατο ο σωφρονέστατος πάντοτε και γενναιότατος εκ των λεγομένων Ειρένων. Ονομάζουσι δ' Είρενας τους προ δύο ετών εξελθόντας της παιδικής ηλικίας, ως καλούσι Μελλείρενας τους μεγαλητέρους των παίδων. Ο Είρην λοιπόν ούτος, εικοσαετής γενόμενος, διοικεί εις τας μάχας τους υποτεταγμένους, και κατ' οίκον τους μεταχειρίζεται ως υπηρέτας εις το δείπνον, και διατάττει τους μεν μεγαλητέρους να φέρωσι ξύλα, τους δε μικροτέρους λάχανα. Φέρουσι δ' αυτά κλέπτοντες άλλοι μεν εκ των κήπων, άλλοι δε κρυφίως εισχωρούντες εις των ανδρών τα συσσίτια, μετά πολλής πανουργίας και προφυλάξεως· όστις δε φωραθή, πολλάς λαμβάνει μαστιγώσεις, ως και κλέπτων αμελώς και ατέχνως. Κλέπτουσι δε και εκ των τροφών ό,τι δύνανται, μανθάνοντες επιτηδείως να επιπίπτωσι κατά των κοιμωμένων ή αμελώς φυλαττόντων. Αν δέ τις κατανοηθή, η ποινή του είναι ραβδισμός και η πείνα· και τοις δίδεται ολίγον δείπνον, διά ν' αναγκάζωνται διά τόλμης και πανουργίας να κερδίζωσι το ελλείπον. Και τούτο μεν είναι της ολιγοσιτίας το κύριον αποτέλεσμα· παρέργως δ' επιφέρει αυτή και των σωμάτων την αύξησιν, διότι λαμβάνουσι μήκος αυτά, όταν το πνεύμα δεν συνέχηται και ασχολήται πολύ υπ' αφθονίας τροφής, εις βάθος και πλάτος πιεζόμενον, αλλ' ως ελαφρόν προχωρή προς τα άνω, και το σώμα ευκόλως και ελευθέρως ακολουθή (333). Προσέτι τούτο φαίνεται ότι συντελεί και εις την ωραιότητα· διότι αι ισχναί και ζωηραί κράσεις υπακούουσι μάλλον εις την μόρφωσιν των μελών, εν ώ αι ογκώδεις και πολύ τεθραμμέναι ανθίστανται εξ αιτίας του βάρους. Καθώς και των εγγύων γυναικών, αίτινες καθαρσίων ποιούνται χρήσιν, τα παιδία γεννώνται ισχνά μεν, αλλά ευειδή και καλώς εσχηματισμένα, εξαιτίας της ελαφρότητος της ύλης, ήτις ευκολώτερον δέχεται τον τύπον. Αλλ' η αιτία του συμβαίνοντος τούτου ας μείνη και άλλοι ν' αποφανθώσι περί αυτής.

ΙΗ. Κλέπτουσι δε μετά τοσαύτης προφυλάξεως οι παίδες, ώστε λέγεται ότι έκλεψε ποτέ τις μικράν αλώπεκα, και την έκρυπτεν εις το φόρεμά του· τω εσπάραττε δε το θηρίον την γαστέρα διά των ονύχων και διά των οδόντων αλλά το παιδίον, διά να μη εννοηθή, υπέφερε τους πόνους και απέθανε. Τούτο δε δεν είναι απίστευτον ουδ' ως προς τους σημερινούς εφήβους, διότι πολλούς αυτών είδομεν ν' αποθνήσκωσιν υπό τας πληγάς εις τον βωμόν της Ορθίας (334). Εδείπνει δ' ο Είρην κείμενος κατά γης, και άλλον μεν των παίδων διέταττε να τραγωδή, εις άλλον δ' υπέβαλλεν ερώτησιν, απαιτούσαν εσκεμμένην απόκρισιν, οίον· τις των ανθρώπων είναι ο άριστος; ή, Οποία τις είναι του δείνος η πράξις; Εκ τούτου δε συνείθιζον ευθύς εξ αρχής και να κρίνωσι περί των καλών, και να εξετάζωσι περί των πολιτών. Διότι το να ερωτηθή τις, ποίος των πολιτών είναι αγαθός, ή ποίος είναι ανάξιος, και να μη ηξεύρη ν' αποκριθή, εθεωρείτο ως σημείον ψυχής νωθράς και αφιλοτίμου προς αρετήν. Έπρεπε δε η απόκρισις να συνοδεύηται και υπ' αιτιολογίας και αποδείξεως, βραχυλόγως εκπεφρασμένης και συντόμου. Ο δ' εσφαλμένως αποκριθείς ετιμωρείτο υπό του Είρενος, όστις τω εδάγκανε τον μέγαν δάχτυλον της χειρός. Πολλάκις δε και επί παρουσία των γεροντοτέρων και των αρχόντων ο Είρην ετιμώρει τους παίδας, δίδων απόδειξιν αν τους τιμωρή ευλόγως και καθώς πρέπει. Και όταν μεν τους ετιμώρει δεν εμποδίζετο· αφ' ού δ' ανεχώρουν αι παίδες, υπεβάλλετο αυτός εις ευθύνην, αν τους επαίδευσε τραχύτερον του δέοντος, ή εξ εναντίας μαλακώτερον και ατόνως. Μετείχον δ' οι ερασταί και της καλής και της κακής υπολήψεως των παιδίων, και λέγεται ότι παιδίον ποτέ εις τους αγώνας εξέπεμψε φωνήν αγενή, και ότι αντί αυτού ετιμώρησαν τον εραστήν του οι άρχοντες. Τόσον δ' επεδοκιμάζετο παρ' αυτοίς ο έρως, ώστε και αι ενάρετοι γυναίκες έτρεφον έρωτα προς τας παρθένους, η δ' αντιζηλία ήτον άγνωστος παρ' αυτοίς· αλλ' οι αντερασταί μάλλον συνέδεον ως εκ τούτου προς αλλήλους φιλίαν, και συνηγωνίζοντο πώς ν' αποδείξωσιν όσον το δυνατόν καλλήτερον τον ερώμενον.

ΙΘ. Εδίδασκον δε τους παίδας και να μεταχειρίζονται λόγον έχοντα την χάριν αναμεμιγμένην μετά πικρίας, και πολλήν έννοιαν δι' ολίγων λέξεων. Και το μεν σιδηρούν νόμισμα, ως ερρέθη ενομοθέτησεν ο Λυκούργος να έχη πολύ μεν το βάρος μικράν δε την αξίαν. Το δε νόμισμα του λόγου εξ ενάντιας κατασκεύασε τοιούτον, ώστε δι' ολίγων και απλών λέξεων πολλήν και εξαίρετον να εκφράζη διάνοιαν, αναδεικνύων διά της σιωπής τους παίδας αποφθεγματικούς και πεπαιδευμένους προς αποκρίσεις· διότι, ως οι ακόλαστοι εισίν άγονοι ως επί το πλείστον και άκαρποι, ούτω και η περί το λαλείν ασωτία καθίστα τον λόγον κενόν και ανόητον. Όταν κάτοικός τις της Αττικής, περιπαίζων τας Λακωνικάς μαχαίρας διά την μικρότητά των, έλεγεν ότι οι θαυματοποιοί καταπίνουσιν αυτάς ευκόλως εις τα θέατρα, «Και όμως, είπεν ο Βασιλεύς Άγις (335) ημείς δι' αυτών άριστα φθάνομεν τους εχθρούς». Εγώ δε βλέπω και τον λόγον τον Λακωνικόν ότι βραχύς μεν φαίνεται, αλλά φθάνει άριστα εις τα πράγματα, και κατακυριεύει τον νουν των ακροατών. Και ο Λυκούργος δ' αυτός πιθανόν ότι ήτον βραχυλόγος και αποφθεγματικός καθ' όσον δυνάμεθα να συμπεράνωμεν εκ των απομνημονευμάτων ως είναι εκείνο το ρητόν του περί πολιτείας, εις τον θέλοντα να εισαγάγη την δημοκρατίαν εις την πόλιν «Άρχισον (τω είπε) πρώτον να εισαγάγης συ την δημοκρατίαν εις την οικίαν σου». Και το περί των θυσιών, προς τον ερωτήσαντα, διατί τας διέταξε τοσούτον ευτελείς και μικράς; «Διά να μη παύωμεν (είπε) ποτέ τιμώντες τους Θεούς». Και το περί των αγωνισμάτων, εξ ών εκείνα μόνα δεν απηγόρευεν εις τους πολίτας, εις όσα χειρ δεν υψούτο (336). Αναφέρονται δ' αυτού και δι' επιστολών αποκρίσεις τοιαύται προς τους πολίτας. Πώς δυνάμεθα ν' αποφύγωμεν εφόδους εχθρών; «Αν μένητε πτωχοί, και δεν ορέγησθε να έχητε ο είς περισσότερα του άλλου». Και πάλιν περί των τειχών «Δεν είναι ατείχιστος η πόλις ήν περικλείουσιν άνδρες και όχι πλίνθοι». Περί τούτων δε και των τοιούτων επιστολών, ούτε ν' απιστήσωμεν ούτε να πιστεύσωμεν εις αυτάς είναι εύκολον.