Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 7

Chapter 726 wordsPublic domain

ΚΣΤ. Ούτος είναι ο έσχατος πόλεμος όν επολέμησεν ο Ρωμύλος. Έπειτα δε υπέπεσε και αυτός εις ό,τι πολλοί, ή μάλλον πλην ολίγων πάντες πάσχουσιν οι διά μεγάλων και παραδόξων ευτυχιών υψωθέντες εις όγκον και δύναμιν, και επαρθείς διά τας επιτυχίας του, έγινε βαρύτερος το φρόνημα, αφήκε τους δημοτικούς τρόπους, και ενεκολπώθη μοναρχίαν επαχθή, και δυσαρεστούσαν ως και εξ αυτού του σχήματος των ενδυμάτων ό παρεδέχθη· διότι εφόρει χιτώνα αλουργή, και τήβεννον περιπόρφυρον, και εθεώρει τας υποθέσεις καθήμενος εις θρόνον έχοντα έρεισμα υψηλόν. Ήσαν δε περί αυτόν πάντοτε οι νέοι οι καλούμενοι Κέλερες (261), διά την ταχύτητα μεθ' ής υπηρέτουν. Εμπρός δ' αυτού εβάδιζον άλλοι, μακρύνοντες τον όχλον διά βακτηριών, και εζωσμένοι λωρία διά να δένωσιν αμέσως όν τινα αυτός διέταττε. Το δε δένειν οι Λατίνοι έλεγον άλλοτε Λ ι γ ά ρ ε, ήδη δε Α λ λ ι γ ά ρ ε, όθεν και οι ραβδούχοι καλούνται Λ ι κ τ ώ ρ ε ι ς, και αι ράβδοι β ά κ υ λ α (262), διότι τότε βακτηρίας μετεχειρίζοντο. Πιθανόν όμως να ονομάζωνται ήδη Λικτώρεις διά παρενθέσεως του κάππα, και πρότερον Λ ι τ ώ ρ ε ι ς, ήτοι «δημόσιοι λειτουργοί» Ελληνιστί· διότι μέχρι τούδε οι Έλληνες καλούσι λ ή ι τ ο ν τον δήμον, και το πλήθος λ α ό ν.

ΚΖ. Όταν δ' ο πάππος αυτού Νομήτωρ απέθανεν εις την Άλβην, και η σειρά ήλθεν εις αυτόν να βασιλεύση, εσύστησε δημοκρατίαν χαριζόμενος εις τον δήμον, και κατ' έτος διώριζεν άρχοντα εις τους Αλβανούς. Εδίδαξε δε διά τούτου και της Ρώμης τους δυνατούς να ζητώσιν αυτόνομον πολιτείαν και αβασίλευτον, άρχοντες εκ διαδοχής και αρχόμενοι· διότι ουδ' οι καλούμενοι Πατρίκιοι μετείχον της διοικήσεως, αλλά τ' όνομα μόνον είχον έντιμον και το σχήμα, και συνηθροίζοντο εις το Βουλευτήριον εκ συνηθείας μάλλον παρά προς γνωμοδότησιν, και όπως ακούωσιν εν σιωπή τας προσταγάς αυτού· και ανεχώρουν έπειτα, κατά τούτο μόνον υπερέχοντες του πλήθους, ότι αυτοί πρώτοι εμάνθανον τα διατρέχοντα. Και τα μεν άλλα ήσαν μικρά. Όταν δε διένειμε μόνος του την κατακτηθείσαν γην εις τους στρατιώτας, και απέδωκε τους ομήρους εις τους Ουηίους, χωρίς εκείνοι ούτε να καταπεισθώσιν ούτε να θέλωσιν, εφάνη ότι περιφρονεί εντελώς την Γερουσίαν. Διά τούτο υπέπεσεν αυτή εις υποψίαν και διεβλήθη, όταν μετ' ολίγον καιρόν ο Ρωμύλος έγινεν απροσδοκήτως άφαντος. Συνέβη δε τούτο κατά τας νόνας (263) του Ιουλίου, ως τώρα καλούσι τον μήνα, ή του Κυντιλίου, ως τότε τον έλεγον. Δεν δυνάμεθα δε να ειπώμεν, ουδ' ομολογείται παρά των ιστορικών ουδέν βέβαιον περί του θανάτου του, εκτός του καιρού καθ' όν συνέβη, και όν προανεφέραμεν διότι και μέχρι τούδε πολλά τελούνται κατά την ημέραν εκείνην όμοια προς το τότε συμβάν. Δεν πρέπει δε ν' απορώμεν διά την ασάφειαν, όταν και ο τρόπος του θανάτου του Αφρικανού Σκηπίωνος, όστις απεβίωσε μετά το δείπνον εις την οικίαν του, ούτε επιστεύθη ούτε απεδείχθη ποτέ· αλλ' οι μεν λέγουσιν ότι, ων φύσει φιλάσθενος, απέθανεν αιφνήδιον θάνατον, άλλοι δ' ότι εφαρμακεύθη μόνος του, και άλλοι ότι οι εχθροί του επιπεσόντες διά νυκτός, τον απέπνιξαν. Και όμως ο Σκηπίων έκειτο νεκρός εκτεθειμένος εις όλων τας όψεις, και πας τις, βλέπων το σώμα, εδύνατο να υποπτεύση ή και να κατανοήση το τι συνέβη. Ο Ρωμύλος εξ εναντίας απέθανεν αιφνηδίως, και ούτε μέρος αφήκε του σώματός του, ούτε των ενδυμάτων του λείψανον· αλλ' οι μεν υπέθετον ότι επαναστάντες κατ' αυτού οι βουλευταί εντός του ναού του Ηφαίστου, τον εφόνευσαν, και διανεμηθέντες το σώμα του, εξήλθον κρύψαντες έκαστος μέρος αυτού εις τον κόλπον του· άλλοι δε νομίζουσιν ότι δεν εγένετο άφαντος εν τω ιερώ του Ηφαίστου, ουδ' επί παρουσία μόνων των βουλευτών, αλλ' ότι συνέπεσε να προεδρεύη συνελεύσεως του δήμου έξω, περί το καλούμενον α ι γ ό ς ή ζ ο ρ κ ό ς έ λ ο ς, ότε αιφνηδίως συνέβησαν εις τον αέρα φαινόμενα θαυμαστά και παράδοξα, και μεταβολαί απίστευτοι· ότι εξέλιπε του ηλίου το φως, και νυξ επήλθεν, ουχί ευδία και ήσυχος, αλλά βροντάς έχουσα μεγάλας, και ανεμοζάλην σφοδρώς πανταχόθεν πνέουσαν και εν ώ συνέβαινον ταύτα, ότι ο μεν πολύς όχλος διεσκορπίσθη και έφυγεν, οι δε δυνατοί συνήχθησαν όλοι επί το αυτό. Αφ' ού δ' έπαυσεν η ταραχή, και το φως ανέλαμψε, και το πλήθος ήρχισε να συρρέη πάλιν, όλοι εζήτουν και επόθουν τον βασιλέα, αλλ' οι δυνατοί δεν τους αφήκαν να πολυεξετάζωσι και πολυπραγμονώσιν, αλλά τους προέτρεψαν να τιμώσι τον Ρωμύλον και να τον σέβωνται ως αρπαγέντα εις τους Θεούς, πιστεύοντες ότι, αντί καλού βασιλέως, θέλει γίνει θεός ευμενής εις αυτούς. Και οι μεν πλείστοι πειθόμενοι εις τους λόγους, ανεχώρουν χαίροντες, και μετά χρηστών προσκυνούντες ελπίδων^ υπήρχον όμως καί τινες εξετάζοντες πικρώς το πράγμα και δυσμενώς, και ταράττοντες και κατηγορούντες τους πατρικίους, ότι εις αφροσύνας εζήτουν να πείσωσι τον δήμον, εν ώ αυτοί ήσαν οι δολοφόνοι του βασιλέως.

ΚΗ. Εν ώ δ' ούτως εταράττοντο ούτοι, λέγεται ότι είς εκ των ευγενεστέρων μεταξύ των πατρικίων, μεγάλως διά το ήθος αυτού τιμώμενος, σχετικός δε και πιστός ων αυτού του Ρωμύλου, είς των εξ Άλβης εποίκων, ο Ιούλιος Πρόκλος, ελθών εις την αγοράν, και θεις την χείρα εις τα αγιώτατα ιερά, ενόρκως είπεν εις επήκοον πάντων, ότι εν ώ εβάδιζε, τω εφάνη καθ' οδόν απέναντί του ερχόμενος ο Ρωμύλος, καλός την όψιν και μέγας, ως ουδέποτε πριν, εστολισμένος δε δι' όπλων λαμπρών και φλεγόντων. Και αυτός μεν, εκπλαγείς διά το θέαμα, «Ω βασιλεύ, τω είπε, τι σοι συνέβη, ή τι σοι επήλθεν, ώστε ημάς μεν εις φοβεράς και αδίκους να εμβάλης κατηγορίας, την δε πόλιν πάσαν ν' αφήσης ορφανήν, εις βαθύ πένθος βεβυθισμένην;» Εκείνος δ' απεκρίθη· «Οι θεοί, ω Πρόκλε, ηθέλησαν, τόσον μόνον καιρόν να μείνω μετά των ανθρώπων, διότι είμαι εκείθεν, και κτίσας πόλιν όπως αυξηθή εις εξουσίαν και δόξαν, ν' αναβώ πάλιν εις τον ουρανόν. Αλλά χαίρε, και ειπέ εις τους Ρωμαίους ότι, αν συνενώσι την σωφροσύνην μετά της ανδρείας, θέλουσι φθάσει εις ύψιστον βαθμόν ανθρωπίνης δυνάμεως. Εγώ δε θέλω είσθαι προς υμάς ευμενής δαίμων Κυρίνος». Και ταύτα μεν εφαίνοντο αξιόπιστα εις τους Ρωμαίους διά τον τρόπον του λέγοντος και διά τον όρκον. Αλλ' εις τούτο λέγεται συντέλεσαν και θείον τι πάθος όμοιον μ' ενθουσιασμόν διότι ουδείς αντέλεξεν, αλλά πάσαν υπόνοιαν παραιτήσαντες και πάσαν κατηγορίαν, ηυχήθησαν προς τον Κυρίνον, και ως βοηθόν τον επεκαλούντο. Ταύτα αληθώς ομοιάζουσι πολύ μεθ' όσων μυθολογούσιν οι Έλληνες περί Αριστέου του Προκοννησίου, και Κλεομήδους του Αστυπαλαιέως, λέγοντες περί του Αριστέου ότι απέθανεν εντός πλυστικού καταστήματος, αλλ' όταν οι φίλοι του εζήτησαν το σώμα του, έγινεν άφαντον, τινές δ' ευθύς, τότε εξ οδοιπορίας επιστρέψαντες, είπον ότι απήντησαν τον Αριστέα πορευόμενον προς την Κρότωνα. Περί δε του Κλεομήδους λέγεται ότι, έχων σώματος μέγεθος και ρώμην υπερφυσικήν, παράφορος δ' ών τον τρόπον και μανικός, πολλά βίαια έπραττε, και τέλος εντός σχολείου παίδων, κτυπήσας διά της χειρός τον στύλον όστις εστήριζε την οροφήν, τον έθραυσε, κατά μεσής, και η στέγη έπεσεν (264). Επειδή δ' οι παίδες εφονεύθησαν, διωκόμενος ο Κλεομήδης, κατέφυγεν εις μέγα κιβώτιον, και κλείσας το κάλυμμα, το εκράτει ενδόθεν, ώστε πολλοί βιαίως ζητούντες να το ανοίξωσι, δεν εδύναντο. Τότε δ' έσχισαν το κιβώτιον, αλλ' ούτε ζώντα άνθρωπον εύρον εντός ούτε νεκρόν. Απορήσαντες δε, έπεμψαν εις Δελφούς να ερωτήσωσι την Πυθίαν, και αυτή απεκρίθη·

«Έσχατος πάντων ηρώων, Αστυπαλαιεύς Κλεομήδης».

Λέγεται δ' ότι και το σώμα της Αλκμήνης (265), όταν εφέρετο εις τον τάφον, έγινεν επίσης άφαντον, και ότι επί της κλίνης εφάνη κατακείμενος λίθος. Και εν γένει πολλά τοιαύτα μυθολογούσιν απίθανα, τους θνητούς την φύσιν μετά των Θεών εκθειάζοντες. Και το μεν να παραγνωρίζωμεν της αρετής την θειότητα είναι αγενές και ανόσιον· αλλά μωρόν είναι το να μιγνύωμεν τον ουρανόν και την γην. Ας ειπώμεν δε μάλλον, την ασφαλεστέραν ακολουθούντες γνώμην, κατά Πίνδαρον, ότι

«Εις τον πανίσχυρον θάνατον έπεται όλων το σώμα ζων δε μόνον μένει της ζωής το είδωλον· τούτο μόνον έχον εκ Θεών καταγωγήν». (266)

Διότι εκείθεν έρχεται και έχει επανέρχεται, ουχί μετά του σώματος, αλλ' αν όσον περισσότερον απαλλαγή του σώματος, και διακριθή και γίνη εντελώς καθαρόν άσαρκον, και αγνόν διότι ψυχή ξηρά, καθ' Ηράκλειτον (267), είναι η αρίστη, πετώσα διά του σώματος, ως αστραπή διά νέφους· η δε μετά του σώματος μεμιγμένη και σώματος πλήρης, είναι ως αναθυμίασίς τις βαρεία και ομιχλώδης, δυσκόλως ανάπτουσα, και δυσκόλως προς τα άνω πετώσα (268). Δεν πρέπει λοιπόν των αγαθών ανθρώπων τα σώματα να τα στέλλωμεν ομού παρά φύσιν εις τον ουρανόν, αλλά να φρονώμεν ότι αι αρεταί και αι ψυχαί, όλως φυσικώς και κατά θείαν δικαιοσύνην, εκ μεν ανθρώπων μεταβάλλονται εις ήρωας, εκ δ' ηρώων εις δαίμονας, εκ δε δαιμόνων, αν εντελώς ως εις τελετήν καθαρισθώσι και αγιασθώσιν, αποφυγούσαι παν το εμπαθές και θνητόν, ουχί διά νόμου πόλεως, αλλά κατ' αλήθειαν, εις Θεούς, απολαμβάνουσαι τότε το κάλλιστον και μακαριώτατον τέλος (269).

ΚΘ. Την δε δοθείσαν εις τον Ρωμύλον επωνυμίαν, τον Κυρίνον, οι μεν μεθερμηνεύουσιν Ενυάλιον, οι δε Πολίτην, διότι και τους πολίτας Κ υρ ί τ α ς ωνόμαζον^ άλλοι δε λέγουσιν ότι οι παλαιοί εκάλουν Κ ύ ρ ι ν την αιχμήν ή το δόρυ, και ωνόμαζον Ήρας Κυρίτιδος άγαλμά τι της Θεάς επ' αιχμής ιδρυμένον· οι δε κάτοικοι της Ρηγίας (270) ότι έχουσιν ιδρυμένον δόρυ και το ονομάζουσιν Άρην, και δόρυ δίδουσιν ως βραβείον εις τους εν πολέμω αριστεύοντας· ότι επομένως ο Ρωμύλος, ως θεός πολεμικός ή αιχμητής, ωνομάσθη Κυρίνος. Υπάρχει δε και ναός αυτού κατεσκευασμένος εις τον λόφον, όστις εξ αυτού ονομάζεται Κυρίνος. Η δ' ημέρα καθ' ήν ετελεύτησε, καλείται ό χ λ ο υ φ υ γ ή, και νόνναι Καπρατίναι, διότι κατερχόμενοι εκ της πόλεως, θυσιάζουσιν εις το της Α ι γ ό ς έ λ ο ς, την δ' αίγα καλούσι κ ά π ρ α ν. Εξερχόμενοι δε διά την θυσίαν, εκφωνούσι μετά βοής πολλά των εγχωρίων ονομάτων, οίον Μάρκου, Λουκίου, Γαίου, μιμούμενοι την τότε φυγήν, ότε έκραζον αλλήλους μετά φόβου και ταραχής. Αλλά τινές λέγουσιν ότι το μίμημα τούτο δεν είναι φυγής, αλλά παρακινήσεως και ταχύτητος, τοιαύτην αναφέροντες αιτίαν του λόγου των όταν οι Κελτοί, κυριεύσαντες την Ρώμην, εδιώχθησαν υπό του Καμίλλου (271), και εξησθενημένη η πόλις δεν ημπορούσεν ευκόλως ν' αναλάβη τας παλαιάς της δυνάμεις, εξεστράτευσαν κατ' αυτής πολλοί Λατίνοι, άρχοντα έχοντες τον Λίβιον Ποστούμιον. Ούτος δε, στρατοπεδεύσας ου μακράν της Ρώμης, έπεμψε κήρυκα, λέγων ότι οι Λατίνοι ήθελον ν' αναζωπυρήσωσι την εκλιπούσαν ήδη παλαιάν οικειότητα και συγγένειαν, συναναμιγνύμενοι διά νέων πάλιν επιγαμιών των γενών. Αν λοιπόν στείλωσι παρθένους πολλάς και τας γυναίκας όσαι άνδρας δεν έχουσιν, ότι θέλει υπάρξει ειρήνη και φιλία μεταξύ των, ως, διά τας ιδίας αιτίας, υπήρξε προς τους Σαβίνους. Ταύτα ακούσαντες οι Ρωμαίοι, εφοβούντο μεν τον πόλεμον, ενόμιζον δ' ότι και η παράδοσις των γυναικών δεν ήτον ολιγώτερον αιχμαλωσίας σκληρά. Εν ώ δ' ήσαν εις αμηχανίαν, υπηρέτριά τις, Φιλωτίς, ως δέ τινες λέγουσι Τουτόλα καλουμένη, έδωκε συμβουλήν ουδέτερον τούτων να πράξωσιν, αλλά διά δόλου να διαφύγωσι και τον πόλεμον, και το να δώσωσιν ενέχυρα. Ήτον δ' ο δόλος, αυτήν την Φιλωτίδα και μετ' αυτής και άλλας υπηρετρίας ωραίας να στολίσωσιν ως ελευθέρας, και να τας στείλωσιν εις τους εχθρούς· έπειτα δε την νύκτα η Φιλωτίς ν' ανάψη λαμπάδα, και οι Ρωμαίοι να έλθωσιν ένοπλοι, και να επιπέσωσιν εις τους εχθρούς εν ώ εκοιμώντο. Και έγιναν ταύτα αφ' ού επείσθησαν οι Λατίνοι, και ύψωσεν η Φιλωτίς την λαμπάδα εκ τινος αγρίας συκής, κρύψασα αυτήν όπισθεν διά περικαλυμμάτων και παραπετασμάτων, διά να είναι αόρατον το φως εις τους εχθρούς, να φαίνηται δ' εις τους Ρωμαίους. Καθώς λοιπόν το είδον, ευθύς εκίνησαν μετά βίας, και διά την ταχύτητα έκραζον πολλάκις αλλήλους περί τας πύλας. Επιπεσόντες δ' απροσδοκήτως εις τους εχθρούς, και νικήσαντες αυτούς, τελούσι την εορτήν ταύτην ως επινίκιον, και Καπρατίναι αι νόνναι καλούνται εξ αιτίας της αγρίας συκής, ήτις ονομάζεται υπό των Ρωμαίων κ α π ρ ί φ ι κ ο ς. Προσφέρεται δ' επ' αυτής γεύμα εις τας γυναίκας έξω, σκιαζομένας υπό κλάδους συκής. Αι δ' υπηρέτριαι συνάζουσι χρήματα, περιερχόμεναι, και παίζουσι, και έπειτα κτυπώνται και λιθοβολούνται μεταξύ των, ως και τότε ήλθον και συνηγωνίσθησαν μετά των Ρωμαίων όταν επολέμουν. Ταύτα δεν παραδέχονται πολλοί εκ των συγγραφέων. Αλλά και το να φωνάζωσι την ημέραν τα ονόματα, και το να έρχωνται διά την θυσίαν εις της Αιγός το έλος, φαίνεται μάλλον επικυρούν την πρώτην διήγησιν εκτός αν αμφότερα τα συμβάντα συνέπεσαν κατά διαφόρους μεν χρόνους, αλλά κατά την ιδίαν ημέραν. Λέγεται δ' ότι ο Ρωμύλος έγινεν άφαντος, ηλικίας μεν ων πεντηκοντατεσσάρων ετών, βασιλεύσας δ' έτη τριάκοντα οκτώ.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ ΘΗΣΕΩΣ ΚΑΙ ΡΩΜΥΛΟΥ

Α. ΌΣΑ λοιπόν αξιομνημόνευτα περί Θησέως και Ρωμύλου συνέβη ν' ακούσωμεν, ταύτα εισί. Φαίνεται δε πρώτον ότι ο μεν Θησεύς, αυτοπροαιρέτως, και χωρίς ουδείς να τον αναγκάζη, αντί να βασιλεύση αφόβως εις την Τροιζήνα, διαδεχθείς αρχήν ουκ ευκαταφρόνητον, αυτός αφ' εαυτού ωρέχθη μεγάλα πράγματα. Ο δε Ρωμύλος, βιαζόμενος ν' αποφύγη την δουλείαν, και την τιμωρίαν ήτις επεκρέματο εις αυτόν, έγινε κατά την έκφρασιν του Πλάτωνος, υπό φόβου ανδρείος, και διά να μη πάθη τα έσχατα δεινά, ηναγκάσθη να πράξη έργα μεγάλα. Έπειτα το μέγιστον τούτου έργον ήτον ότι ένα εφόνευσε, της Άλβης τον τύραννον· εκείνου δ' ήσαν πάρεργα, και των αγώνων προοίμια ο Σκίρων, ο Σίννις, ο Προκρούστης, ο Κορυννήτης, ους φονεύων ή τιμωρών απήλαττε την Ελλάδα από τυράννων, πριν εκείνοι ούς έσωζε να ηξεύρωσι ποιος είναι. Και αυτός μεν κατώρθωσε να διέλθη ασφαλώς διά της θαλάσσης, χωρίς να βλαφθή υπό των ληστών ο δε Ρωμύλος δεν είχε την τύχην να μείνη ήσυχος εν όσω ο Αμούλιος έζη. Μεγάλη δ' υπέρ του Θησέως απόδειξις είναι, ότι ούτος μεν, εν ώ ουδέν αδίκημα έπασχεν, εκινήθη κατά των κακών ανθρώπων, εις υπεράσπισιν άλλων· εν ώ εκείνοι, εν όσω αυτοί δεν επιέζοντο υπό του τυράννου, παρέβλεπον ότι ηδίκει τους άλλους όλους. Αν δ' ως μέγα θεωρηθή ότι επληγώθη πολεμών κατά των Σαβίνων, και εφόνευσε τον Άκρωνα, και πολλούς ενίκησεν εχθρούς εις την μάχην, προς τα έργα ταύτα δύναται να παραβληθή η Κενταυρομαχία, και οι κατά των Αμαζόνων αγώνες.

Β. Ό,τι δ' ετόλμησεν ο Θησεύς ως προς τον Κρητικόν φόρον, το να εκπλεύση μετά παρθένων και παίδων ίνα παραδοθή ή εις θηρίον να τον φάγη, ή να σφαγή εις τον τάφον του Ανδρόγεω, ή, το ελαφρότατον αφ' όσα λέγονται, να δουλεύη δουλείαν άδοξον εις άνδρας αυθάδεις και δυσμενείς, δεν ημπορεί κάνεις να ειπή πόσην τόλμην αποδεικνύει, ή πόσην μεγαλοφροσύνην, ή δικαιοσύνην προς τα κοινά, ή πόθον δόξης και αρετής. Ώστε μοι φαίνεται ότι οι φιλόσοφοι δεν ώρισαν κακώς τον έρωτα ως Θεών υπηρεσίαν προς επιμέλειαν και σωτηρίαν των νέων διότι ο έρως της Αριάδνης φαίνεται προ πάντων ως να υπήρξεν έργον και τέχνασμα θείον, προς σωτηρίαν του ανδρός τούτου. Και δεν είναι δίκαιον να μεμφώμεθα την κόρην ήτις τον ηγάπησεν, αλλά ν' απορώμεν μάλλον ότι όλοι και όλαι το αυτό προς αυτόν δεν ησθάνθησαν. Αν δ' αύτη μόνη έπαθε τούτο, λέγω ότι ευλόγως εφάνη αξία και του έρωτος του Θεού(272), διότι ηγάπα τους καλούς και τους αγαθούς, και έτρεφεν έρωτα προς τους αρίστους. Ήσαν δ' αμφότεροι την φύσιν πολιτικοί, αλλ' ουδείς αυτών διεφύλαξε τον βασιλικόν τρόπον, αλλ' εμακρύνθησαν αυτού, και απέκλινον ο μεν προς το δημοτικώτερον, ο δε προς το τυραννικώτερον, εις το ίδιον σφάλμα υποπεσόντες, αλλά κατ' εναντίαν διεύθυνσιν. Διότι ο άρχων πρέπει προ παντός άλλου να σώζη αυτήν την αρχήν αλλ' η αρχή σώζεται αποφεύγουσα τα μη ανήκοντα εις αυτήν, ουχ ήττον ή επιμένουσα εις όσα τη ανήκουσιν^ ο δ' ενδίδων ή σκληρυνόμενος δεν μένει βασιλεύς ουδ' άρχων, αλλά γίνεται ή δημαγωγός ή δεσπότης, και ή μισείται ή καταφρονείται υπό των διοικουμένων και φαίνεται ότι εις εκείνο μεν υποπίπτει το σφάλμα εξ επιεικείας και φιλανθρωπίας, εις τούτο δ' εκ φιλαυτίας και εκ τραχύτητος.

Γ. Αν δε πρέπη και τ' ατυχήματα να μη αποδίδωνται όλως διόλου εις την τύχην, αλλά να ζητώμεν εις αυτά τας διαφοράς των ηθών και παθών εξ ών προέκυψαν, ουδείς ας θεωρήση ουδ' εκείνον ανένοχον ασυλλογίστου θυμού, και οργής αβούλως ορμητικής κατά του αδελφού του, ουδέ τούτον κατά του υιού του. Η δ' αρχή ήτις παρορμά εις θυμόν καθιστά συγγνωστότερον τον εκ μεγαλητέρας αιτίας εις το πάθος τούτο υποπεσόντα, ως τον καταβληθέντα υπό χειροτέρας πληγής. Ούτω δεν περιέμενέ τις να εξαφθή αιφνηδίως εις τοσούτον βαθμόν η διάνοια του Ρωμύλου, όταν εκ σκέψεως μόνον και εκ προνοίας υπέρ των κοινών συμφερόντων ήλθεν εις έριν· τον Θησέα όμως παρέφερον κατά του υιού έρως και ζηλοτυπία, και διαβολαί γυναικός, κακά ταύτα άτινα ολίγιστοι των ανθρώπων κατώρθωσαν να διαφύγωσι (273). Το δε μέγιστον, του μεν Ρωμύλου ο θυμός εξώκειλεν εις έργον, εις πράξιν μάλιστα ής ατυχές ήτον το τέλος· η δ' οργή του Θησέως προυχώρησε μόνον μέχρι λόγου και βλασφημίας και κατάρας γεροντικής, ή δ' άλλη συμφορά φαίνεται ότι εκ τύχης επήλθεν εις τον νεανίαν. Ώστε, κατά τούτο, υπέρ του Θησέως πρέπει να είναι η ψήφος.

Δ. Του άλλου όμως πρώτον μεν μέγα υπάρχει ότι εκ μικροτάτων έλαβε την αρχήν εις της πολιτείας τα πράγματα· διότι οι δύω παίδες, δούλοι ονομαζόμενοι και χοιροβοσκών υιοί, πριν ή γίνωσιν ελεύθεροι, ηλευθέρωσαν αυτοί πάντας σχεδόν τους Λατίνους, διά μιας αξιωθέντες να ονομασθώσι διά των ωραιοτάτων ονομάτων, φονείς των εχθρών, και σωτήρες των οικείων, και βασιλείς εθνών, και οικισταί πόλεων, ουχί μετοικισταί, οποίος ήτον ο Θησεύς, όστις εκ πολλών κατοικητηρίων εσύνθετε και συναπετέλει έν, πολλάς πόλεις αφήνων ερήμους, βασιλέων επωνύμους και παλαιών ηρώων. Ο δε Ρωμύλος ύστερον έπραττε ταύτα, αναγκάζων τους εχθρούς να κρημνίζωσι και αφανίζωσι τα ίδια εαυτών χωρία, και να συνοικώσι μετά των νικητών αλλά κατ' αρχάς δεν μετέθετεν ούτε ηύξανε πόλιν υπάρχουσαν, αλλ' εθεμελίου μη υπάρχουσαν, και περιποιών εις εαυτόν συγχρόνως πατρίδα, βασιλείαν, γένη, γάμους, φιλίας, ουδένα μεν εφόνευεν ή κατέστρεφεν, ευηργέτει δε τους αοίκους και ανεστίους, όσοι ήθελον να γίνωσι πολίται και ν' αποτελέσωσι δήμον. Ληστάς δε και κακούργους δεν απέκτεινεν, αλλ' εκέρδισεν έθνη διά του πολέμου, και πόλεις κατέστρεψε, και κατά βασιλέων εθριάμβευσε και κατά στρατηγών.

Ε. Και ο μεν του Ρώμου φόνος αμφισβητείται υπό τινος επράχθη, και το πλείστον μέρος της κατηγορίας εις άλλους αποδίδεται· έσωσε δ' ο Ρωμύλος προφανέστατα την μητέρα του κινδυνεύουσαν, και τον πάππον του, εις άτιμον και άδοξον δουλείαν περιπεσόντα, εκάθισεν εις του Αινείου τον θρόνον, και πολλά μεν τον ωφέλησεν αυτοπροαιρέτως, δεν τον έβλαψε δε κατ' ουδέν ουδ' ακουσίως. Η δε του Θησέως λήθη και αμέλεια της περί του ιστίου εντολής μόλις νομίζω διά πολλής μακροθυμίας και υπό ηπιωτάτων δικαστών δύναται ν' απαλλαγή του χαρακτήρος της πατροκτονίας. Τούτο εννοήσας Αττικός τις συγγραφεύς, ότι δυσχερεστάτη είναι η επί τούτου απολογία, πλάττει ότι ο Αιγεύς, ενώ έφθανε το πλοίον, τρέχων ν' αναβή εις την Ακρόπολιν διά να το ιδή, παρεπάτησε και έπεσεν, ως να μη είχεν οπαδόν κανένα, ή να μη τον παρηκολούθουν θεράποντες εν ώ έσπευδε προς την οδόν της θαλάσσης.

ΣΤ'. Τα δ' εγκλήματα ως προς τας αρπαγάς γυναικών εκ μέρους του Θησέως δεν είχον ευσχήμονα πρόφασιν· πρώτον μεν διότι πολλάκις συνέβησαν, και ήρπασε την Αριάδνην, και την Αντιόπην, και την Τροιζηνίαν Αναξώ, και μετά τας άλλας την Ελένην, παρακμάσας αυτός πριν εκείνη φθάση έτι εις ακμήν, νηπίαν και άωρον, εν ώ εκείνος ήτον εις ώραν και των νομίμων γάμων να παύση. Έπειτα δε διά τας αιτίας δι' άς τας έπραξε· διότι αι θυγατέρες των Τροιζηνίων και των Λακώνων και των Αμαζόνων, μη λαμβανόμεναι εις νόμιμον γάμον, δεν ήσαν βεβαίως μάλλον καλλίπαιδες παρά τας εν Αθήναις κόρας των Ερεχθειδών και των Κεκροπιδών. Αλλά αυτά μεν δίδουσιν υποψίαν ότι επράχθησαν δι' ύβριν και ηδονήν. Ο δε Ρωμύλος, πρώτον με αρπάσας οκτακοσίας περίπου κόρας, δεν τας έλαβεν όλας δι' εαυτόν, αλλά μόνον μίαν, ως λέγουσι, την _Ερσιλίαν_, τας δ' άλλας διένειμεν εις τους πρωτίστους των πολιτών. Έπειτα δε, διά της τιμής, της αγάπης και της δικαιοσύνης μεθ' ής προσεφέρθη μετά ταύτα προς τας γυναίκας, απέδειξε την βίαν και την αδικίαν εκείνην έργον κάλλιστον και πολιτικώτατον εις την κοινωνίαν. Ούτω συνέμιξε και συνεχώνευσε τα γένη προς άλληλα, και κατέστησε την πράξιν ταύτην πηγήν της μετέπειτα ομονοίας, και της δυνάμεως εν τη πολιτεία· ο έκτοτε δε καιρός μαρτυρεί περί της αιδούς, της φιλίας και της ασφαλείας ήν περιήψεν εις τους γάμους· διότι εις διάστημα διακοσίων τριάκοντα ετών ούτε ανήρ ετόλμησε να διαζευχθή την γυναίκα του, ούτε γυνή τον άνδρα της. Αλλά, καθώς παρά τοις Έλλησιν οι σφόδρα ειδήμονες δύνανται να ονομάσωσι τον πρώτον πατροκτόνον ή μητροφόνον, ούτως ηξεύρουσιν όλοι οι Ρωμαίοι ότι πρώτος ο Καρβίλιος Σπούριος (274) εχώρισε την γυναίκα του, προσάψας εις αυτήν ότι ήτον στείρα. Εις δε την διάρκειαν του καιρού τούτου προσθέτουσι την μαρτυρίαν των και τα έργα, διότι εξ αιτίας της επιγαμίας εκείνης οι βασιλείς έλαβον από κοινού την αρχήν, και αι γενεαί αυτών μετέσχον της πολιτείας· οι δε γάμοι του Θησέως ουδέν μεν εις ουδένα επέφερον συμβόλαιον φιλίας ή σχέσεως, αλλά μόνον έχθρας και πολέμους και πολιτών φόνους, και τέλος των Αφιδνών την άλωσιν, ών οι πολίται μόλις εξ οίκτου των πολεμίων, αφ' ού προσεκύνησαν αυτούς, και τους ανηγόρευσαν Θεούς (275), δεν έπαθον ό,τι είχον πάθει οι Τρώες εξ αιτίας του Αλεξάνδρου (276). Η δε μήτηρ του Θησέως δεν εκινδύνευσε μόνον να πάθη, αλλ' έπαθε τα της Εκάβης, διότι την εγκατέλειψε και την παρέβλεψεν ο υιός της· εκτός αν δεν είναι πλάσματα τα περί της αιχμαλωσίας αυτής, ως έπρεπε να είναι ψεύδη και ταύτα και τα πλείστα των άλλων. Και όσα ακόμη περί των Θεών λέγονται ως προς αυτούς, μεγάλην καθιστώσι την μεταξύ των διαφοράν διότι τον Ρωμύλον έσωσαν οι θεοί μετά πολλής ευμενείας· ο δ' εις τον Αιγέα δοθείς χρησμός, να μη νυμφευθή εις γην ξένην, φαίνεται δηλών ότι παρά την γνώμην των Θεών έγινε του Θησέως η γέννησις.

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ

Α. Περί του Λυκούργου του νομοθέτου ουδέν εν γένει δύναται να ρηθή αναμφισβήτητον, καθ' όσον και το γένος, και η αποδημία, και ο θάνατος αυτού, και προσέτι τα περί των νόμων και του πολιτεύματος αυτού διαφόρως ιστορούνται. Διότι άλλοι μεν λέγουσιν ότι ήκμασε συγχρόνως μετά του Ιφίτου (277), και μετ' αυτού ότι διέταξε την Ολυμπιακήν ανακωχήν (278). Εκ τούτων είναι και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, ως απόδειξιν προτείνων τον εν Ολυμπία δίσκον (279), εφ' ού σώζεται επιγεγραμμένον και του Λυκούργου τ' όνομα. Οι δ' υπολογίζοντες τους καιρούς εκ των διαδοχών των βασιλέων της Σπάρτης, ως είναι ο Ερατοσθένης (280) και ο Απολλόδωρος (281), λέγουσιν αυτόν ικανά έτη προγενέστερον της πρώτης Ολυμπιάδος (282). Ο δε Τίμαιος (283) υποπτεύει ότι δύο Λυκούργοι υπήρξαν εις την Σπάρτην κατά διαφόρους καιρούς, και ότι και των δύο αι πράξεις απεδόθησαν εις ένα, διά την δόξαν αυτού· ότι δ' ο πρεσβύτερος έζη ουχί μακράν των καιρών του Ομήρου (284), κατά τινας δ' ότι και είδε τον Όμηρον. Και ο Ξενοφών (285) δε δίδει περί της αρχαιότητός του υπόνοιαν, λέγων ότι έζη επί των Ηρακλειδών. Και Ηρακλείδαι μεν ήσαν βεβαίως και οι έσχατοι των βασιλέων της Σπάρτης, εκείνος όμως φαίνεται θέλων Ηρακλείδας να ονομάζη μόνον τους πρώτους εκείνους και εις τον Ηρακλέα πλησιεστάτους. Αλλ' όσον και αν πλανάται ούτως η ιστορία, θα προσπαθήσωμεν να διηγηθώμεν περί του ανδρός, ακολουθούντες εξ όσων εγράφησαν τα έχοντα τας ολιγωτέρας αντιλογίας ή τους αξιοπιστοτέρους μάρτυρας.