Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 5

Chapter 538 wordsPublic domain

Η. Ο δε Φαυστύλος, ακούσας την σύλληψιν του Ρώμου και την παράδοσιν, απήτησε παρά του Ρωμύλου να τον βοηθήση, τότε σαφώς γνωστοποιήσας εις αυτόν τα περί της γεννήσεώς του, εν ώ πριν τοις έλεγε νύξεις τινάς σκοτεινάς, και πλαγίως τοις εφανέρου τόσα μόνον, όσα ήρκουν ώστε, προσέχοντες εις αυτά, να μη ταπεινοφρονώσι. Λαβών δ' αυτός την σκάφην, επορεύθη προς τον Νομήτορα, σπεύδων και φόβου πλήρης, διότι ο καιρός κατεπείγε. Κινήσας δ' εις υποψίαν τους περί τας πύλας φρουρούς του Βασιλέως, και υποβλεπόμενος υπ' αυτών, και ταραττόμενος όταν ηρωτάτο, εφωράθη ότι έκρυπτε την σκάφην υπό τον μανδύαν του. Συνέπεσε δε να υπάρχη τις μεταξύ αυτών εκ των λαβόντων τα παιδία διά να τα ρίψωσι, και παρευρεθέντων εις την έκθεσιν. Ούτος, ιδών την σκάφην τότε, εγνώρισεν αυτήν εκ της κατασκευής και εκ των γραμμάτων, και υπονοήσας την αλήθειαν, δεν ημέλησεν, αλλ' είπε το πράγμα εις τον Βασιλέα, και παρουσίασε τον Φαυστύλον να έξετασθή. Εις ταύτην δε την πολλήν και μεγάλην στενοχωρίαν, ο Φαυστύλος ουδ' ανίκητος έμεινε μεν, ουδ' εντελώς όμως και εις την βίαν υπέκυψε, και ωμολόγησε μεν ότι οι παίδες εσώθησαν, αλλ' είπεν ότι έβοσκον ποίμνια μακράν της Άλβης· αυτός δ' ότι την σκάφην έφερε προς την Ιλίαν, ήτις πολλάκις επεθύμησε να ιδή και να εγγίση αυτήν, προς βεβαιοτέραν ελπίδα της σωτηρίας των τέκνων της. Ό,τι δε φυσικώς συμβαίνει, εις τους ταραττομένους και πράττοντας εξ οργής ή εκ φόβου, τούτο συνέπεσε να πάθη και ο Αμούλιος· διότι έπεμψε μετά πάσης σπουδής άνδρα άλλως χρηστόν και φίλον του Νομήτορος, να ερωτήση τον Νομήτορα αν έφθασέ τις λόγος εις αυτόν περί των παιδίων, ότι εσώθησαν. Ελθών λοιπόν ο άνθρωπος, και ιδών κατ' αυτήν εκείνην την στιγμήν τον Νομήτορα να εναγκαλίζηται και φιλοφρονήται τον Ρώμον, και τας ελπίδας αυτού ενεψύχωσε, και τους παρεκίνησε δραστηρίως να ενεργήσωσι, και ηνώθη μετ' αυτών και συνέπραττεν. Ουδ' αν ήθελον δε τοις επετρέπετο να χρονοτριβώσι· διότι ο Ρωμύλος επλησίαζεν ήδη, και πολλοί των πολιτών έτρεχον προς αυτόν, κινούμενοι υπό μίσους και φόβου προς τον Αμούλιον. Έφερε δε μεθ' εαυτού και πολλήν δύναμιν τεταγμένην καθ' εκατοστυίας, ών εκάστης ηγείτο ανήρ, έχων περιτετυλιγμένην εις κοντάριον αγκαλίδα χόρτου και κλάδων. Καλούσι δ' αυτά οι Λατίνοι Μ α ν ί π λ α, εξ ού και μέχρι τούδε εις τα στρατεύματα μ α ν ι π λ α ρ ί ο υ ς τούτους ονομάζουσιν (195). Ο μεν Ρωμύλος λοιπόν εκίνει τους εντός εις αποστασίαν, δε Ρωμύλος έφερε στρατόν έξωθεν και ο τύραννος, ούτε πράξας ούτε σκεφθείς τι προς σωτηρίαν του εξ απορίας και ταραχής, συνελήφθη και εφονεύθη. Τα πλείστα τούτων λέγει και ο Φάβιος (196) και ο Πεπαρήθιος Διοκλής, όστις φαίνεται πρώτος συγγράψας «Ρώμης κτίσιν»· και πολλοί μεν ύποπτον θεωρούσιν αυτών το δραματικόν και μυθιστορικόν· Αλλά βλέποντες την τύχην ποία και πόσα δημιουργεί, και αναλογιζόμενοι τα πράγματα των Ρωμαίων, δεν πρέπει να δυσπιστώμεν, διότι δεν θα έφθανον εις τοιαύτην ακμήν δυνάμεως, αν ελάμβανον αρχήν ουχί θείαν, ουδ' έχουσαν μέγα τι και παράδοξον.

Θ. Αφ' ού δ' απέθανεν ο Αμούλιος, και τα πράγματα καθησύχασαν, δεν ηθέλησαν ούτε να κατοικήσωσιν εις την Άλβην, εν όσω δεν ήσαν άρχοντες αυτής, ούτε να γίνωσιν άρχοντες εν όσω έζη ο προς πατρός πάππος των. Διά τούτο, δόντες εις εκείνον την ηγεμονίαν, και τας πρεπούσας τιμάς εις την μητέρα αυτών, απεφάσισαν να κατοικήσωσι κατ' ιδίαν, και να κτίσωσι πόλιν εις το μέρος εις ό κατά πρώτον ετράφησαν. Αύτη ήτον η ευπρεπεστάτη των προφάσεων, όταν, έχοντες περί εαυτούς συνηθροισμένους πολλούς δούλους και αποστάτας, ήτον ίσως ανάγκη ή ν' απολέσωσι πάσαν εξουσίαν, αν αυτοί διεσπείροντο, ή να συγκατοικήσωσιν ιδίως μετ' αυτών. Τω όντι της Άλβης οι κάτοικοι απήτουν να μη συναναμιγώσιν οι αποστάται μεθ' εαυτών, ουδ' ήθελον να τους δεχθώσι πολίτας, και τούτο εδήλωσε πρώτον το περί τας γυναίκας τόλμημα, γενόμενον όχι δι' ύβριν, αλλά δι' ανάγκην, και δι' έλλειψιν εκουσίων γάμων διότι αφ' ού τας ήρπασαν, μεγάλως τας ετίμησαν. Έπειτα δ' αμέσως, άμα κατά πρώτον ιδρύθη η πόλις, κατεσκεύασαν ιερόν καταφύγιον διά τους αποστατούντας, ονομάσαντες αυτά Θεού Ασυλαίου, και εδέχοντο εις αυτό πάντας, μη παραδίδοντες ούτε δούλον εις δέσποτας, ούτε πτωχόν εις δανειστάς, ούτε φονέα εις άρχοντας, αλλά λέγοντες ότι εξασφαλίζουσιν εις όλους την ασυλίαν κατά χρησμόν τινα της Πυθίας. Κατ' αυτόν τον τρόπον επληθύνθη ταχέως η πόλις· διότι αι πρώται εστίαι λέγουσιν ότι δεν ήσαν περισσότεραι των χιλίων. Αλλά ταύτα κατόπιν. Ως δ' ωρμήθησαν προς τον συνοικισμόν, ευθύς ήρχισαν διαφερόμενοι περί του τόπου. Και ο μεν Ρωμύλος έκτισε την καλουμένην Ρώμην κ ο υ α δ ρ ά τ η ν, όπερ εστί τετράγωνον (197) και εκείνον τον τόπον ήθελε να κατοικήση. Ο δε Ρώμος έκτισεν ισχυρόν τι χωρίον του Αβεντίνου, ονομασθέν Ρεμώνιον δι' εκείνον, ήδη δε Ριγνάριον καλούμενον. Συμφωνήσαντες δε ν' αφήσωσι την κρίσιν της φιλονεικίας των εις αισίους οιωνούς, εκάθησαν μακράν ο είς του άλλου, και τότε λέγεται ότι εφάνησαν έξ γύπες εις τον Ρώμον και διπλάσιοι εις τον Ρωμύλον. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι ο μεν Ρώμος αληθώς είδε τα όρνεα, ο δε Ρωμύλος ότι εψεύσθη, και ότι οι δώδεκα εφάνησαν εις αυτόν αφ' ού ήλθεν ο Ρώμος. Διά τούτο οι Ρωμαίοι μέχρι τούδε μεταχειρίζονται τους γύπας εις τας οιωνοσκοπίας των. Ο δε Ποντικός Ηρόδωρος (198) λέγει ότι και ο Ηρακλής έχαιρεν όταν γυψ τω εφαίνετο εις πράξιν τινά· διότι το ζώον τούτο είναι πάντοτε το αβλαβέστατον, μη βλάπτον ουδέν των όσα σπείρουσιν ή βόσκουσιν οι άνθρωποι, αλλά τρέφεται από νεκρών σωμάτων, και ούτε φονεύει τίποτε, ουδέ κακοποιεί τι έχον ψυχήν, και μάλιστα και νεκρών απέχει των άλλων πτηνών, διά την συγγένειαν, εν ώ οι αετοί και αι γλαύκες και οι ιέρακες και ζώντα κτυπώσι τα ομόφυλα πτηνά και τα φονεύουσιν αν και κατ' Αισχύλον

Αγνός δεν είναι όρνις όρνιθα φαγών.

Προσέτι δε, τα μεν άλλα ζώσιν ούτως ειπείν πάντοτε προ οφθαλμών ημών, και φαίνονται διά παντός· ο δε γυψ είναι θέαμα σπάνιον, και νεοσσούς γυπός ευκόλως δεν απαντώμεν διά τούτο καί τινες υπώπτευσαν ότι έξωθεν και εξ άλλης γης πετώσιν ενταύθα, εξαιτίας του σπανίου και μη συνεχούς της αυτών εμφανίσεως, οποίον λέγουσιν οι μάντεις ότι είναι το παρά φύσιν και ουχί αφ' εαυτού φαινόμενον, αλλά στελλόμενον υπό των Θεών.

Ι. Αφ' ού όμως εγνώρισε την απάτην ο Ρώμος, ωργίζετο, και εν ώ έσκαπτεν ο Ρωμύλος την τάφρον δι' ής έμελλε να περικυκλούται το τείχος, άλλα μεν των έργων εχλεύαζεν, εις άλλα δ' έφερεν εμπόδια. Τέλος δε, επήδησεν αυτήν (199) και τότε λέγουσιν ότι ενταύθα εφονεύθη, κτυπηθείς κατά τους μεν υπ' αυτού του Ρωμύλου, κατά τους δε υπό τινος των εταίρων αυτού, καλουμένου Κέλερος. Έπεσε δε και ο Φαυστύλος κατά την μάχην, και ο Πλειστίνος, περί ού ιστορούσιν ότι ήτον αδελφός του Φαυστύλου και ότι συνανέθρεψε τον Ρωμύλον. Και ο μεν Κέλερ μετώκησεν εις Τυρρηνίαν, και απ' εκείνου οι Ρωμαίοι Κέλερας (200) καλούσι τους ταχείς και ορμητικούς. Και τον Κόιντον Μέτελλον (201), διότι, όταν απέθανεν ο πατήρ του, εντός ολίγων ημερών ητοίμασε μονομάχων αγώνας, θαυμάσαντες το τάχος της παρασκευής του, τον επωνόμασαν Κέλερα.

ΙΑ. Ο δε Ρωμύλος εν τη Ρεμονία θάψας τον Ρώμον ομού μετά των τροφέων του, κατώκιζε την πόλιν. Έφερε δ' εκ Τυρρηνίας άνδρας τινάς, οίτινες διά κανόνων και διά γραμμάτων ωδήγουν και εδίδασκον όλα τα έργα, ως αν επρόκειτο περί τελετής (202). Εσκάφη λοιπόν λάκκος στρογγυλός όπου σήμερον είναι το Κ ο μ ί τ ι ο ν, και εις αυτόν κατετέθησαν απαρχαί όλων όσα μετεχειρίζοντο, είτε διότι ο νόμος τα εθεώρει καλά, είτε διότι η φύσις τα υπεδείκνυεν ως αναγκαία. Και τέλος, οι έποικοι, φέροντες έκαστος ολίγην γην εκ της χώρας εξ ής ήρχετο, την έρριψαν εντός του λάκκου, και την εμίγνυον. Ονομάζουσι δε τον λάκκον τούτον Μ ο ύ ν δ ο ν, καθώς και τον Όλυμπον. Έπειτα δε, ως κύκλον πέριξ κέντρου, περιέγραψαν περί αυτόν την πόλιν. Ο δ' οικιστής, προσαρμόσας εις άροτρον χαλκούν υννίον, και ζεύξας βουν αρσενικόν και δάμαλιν, ωδηγεί το ζεύγος, σκάπτον βαθείαν αύλακα κατά το περίγραμμα. Έργα δε των ακολουθούντων είναι να ρίπτωσιν εις την αύλακα τας βώλους όσας εγείρει το άροτρον, και να μη αφίνωσι καμμίαν να τρέπηται προς τα έξω. Και διά μεν της γραμμής ορίζουσι την θέσιν του τείχους, και ονομάζεται κατά συγκοπήν Π ω μ ή ρ ι ο ν (203), οίον όπισθεν τείχος, ή μετά τείχους. Όπου δε θέλουσι ν' ανοίξωσι πύλην, αφαιρούσι το υννίον, εγείρουσι το άροτρον, και αφίνουσι διακοπήν της γραμμής. Διά τούτο θεωρούσιν ως ιερόν παν το τείχος, πλην των πυλών. Αν δ' ενόμιζον και τας πύλας ιεράς, δεν θα εδύναντο, χωρίς να φοβηθώσι τους Θεούς, να δέχωνται και να εκπέμπωσι δι' αυτών πολλά των αναγκαίων και των μη καθαρών.

ΙΒ. Ομολογείται δ' ότι η κτίσις έγινεν ένδεκα ημέρας προ των Καλανδών (204) του μαΐου, και την ημέραν ταύτην εορτάζουσιν οι Ρωμαίοι, γενέθλιον της πατρίδος αυτήν ονομάζοντες. Κατ' αρχάς, ως λέγουσιν, ουδέν έμψυχον εθυσίαζον, αλλ' ενόμιζον ότι έπρεπε να φυλάττωσι καθαράν και αναίμακτον την επώνυμον εορτήν της γενέσεως της πατρίδος. Αλλά και προ της κτίσεως έτι είχον κατ' εκείνην την ημέραν ποιμενικήν τινα εορτήν, και ωνόμαζον αυτήν Π α ρ ί λ ι α (205) τώρα δ' αι Ρωμαϊκαί νουμηνίαι κατ' ουδέν συμφωνούσι προς τας Ελληνικάς. Εκείνη δ' η ημέρα, καθ' ήν ο Ρωμύλος έκτιζε την πόλιν, λέγεται ότι έτυχε να είναι αληθής τριακάς (206), και ότι έγινε κατ' αυτήν και εκλειπτική σύνοδος σελήνης και ηλίου (207), ήν νομίζουσιν ότι είδε και Αντίμαχος (208) ο εποποιός της Τέου, κατά το τρίτον έτος της έκτης Ολυμπιάδος. Κατά δε τους καιρούς Ουάρρωνος του φιλοσόφου (209), του πολυμαθεστάτου των Ρωμαίων εις την ιστορίαν, υπήρχεν ο Ταρούτιος, φίλος αυτού, φιλόσοφος μεν κατά τ' άλλα και μαθηματικός, ασχολούμενος δε και εις των γενεθλιακών πινάκων την μέθοδον εξ απλής περιεργείας, και φαινόμενος ότι εις αυτήν ηυδοκίμει. Εις αυτόν επρότεινεν ο Ουάρρων να εύρη της γενέσεως του Ρωμύλου την ημέραν και ώραν, υπολογιζόμενος αυτήν εκ των φημιζομένων περιστάσεων του ανδρός, καθώς διεξάγονται αι λύσεις των γεωμετρικών προβλημάτων διότι εφρόνει, ότι διά της αυτής θεωρίας δι' ής ηξεύροντες την γένεσιν του άνθρωπου δυνάμεθα να προειπώμεν τον βίον αυτού, είναι δυνατόν και, δοθέντος του βίου, να ευρεθή ο χρόνος της γενέσεως (210). Ο Ταρούτιος λοιπόν εξεπλήρωσε την παραγγελίαν, και αναμετρήσας όσα έπραξε και όσα έπαθεν ο Ρωμύλος, και τον καιρόν της ζωής και τον τρόπον του θανάτου αυτού, και όλα τα τοιαύτα συναρμολογήσας, απεφήνατο μετά σπανίας τόλμης και αδιστάκτως, ότι ο Ρωμύλος συνελήφθη το πρώτον έτος της δευτέρας Ολυμπιάδος, την δεκάτην τρίτην ημέραν του αιγυπτιακού μηνός Χοιάκ (211), ώραν τρίτην, καθ' ήν εγένετο παντελής έκλειψις του ηλίου· ότι δ' εγεννήθη κατά μήνα Θωθ (212), την εικοστήν πρώτην ημέραν, περί την ανατολήν του ηλίου· η δε Ρώμη ότι εκτίσθη υπ' αυτού την εννάτην Φαρμουθί (213), μεταξύ της δευτέρας και τρίτης ώρας· διότι φρονούσιν ότι και των πόλεων καθώς και των ανθρώπων η τύχη έχει ωρισμένον τινά καιρόν, ευρισκόμενον εκ της θεωρίας της των αστέρων θέσεως επί της πρώτης κτίσεως αυτών. Αλλ' ίσως ταύτα και τα τοιαύτα ολιγώτερον θέλουσιν ελκύσει τους αναγνώστας δι' ό,τι έχουσι παράδοξον και περίεργον, αφ' ό,τι θέλουσι τους ενοχλήσει ως μυθωδώς απίθανα.

ΙΓ. Αφ' ού λοιπόν εκτίσθη η πόλις, πρώτον μεν διήρεσεν εις συντάγματα στρατιωτικά όλον το πλήθος των ενηλίκων και ήτον έκαστον σύνταγμα εκ τρισχιλίων μεν πεζών, τριακοσίων δ' ιππέων, και ώνομάσθη λ ε γ ε ώ ν, διότι οι μάχιμοι ήσαν εκλελεγμένοι εξ όλων. Έπειτα δε, τους μεν άλλους έθηκεν εις τάξιν δήμου, και Π ω π ο ύ λ ο υ ς ωνομάσθη το πλήθος (214). Εκατόν δε τους αρίστους ανέδειξε Βουλευτάς, και αυτούς μεν Π α τ ρ ι κ ί ο υ ς, το δε σύστημα αυτών εκάλεσε Σενάτον. Σημαίνει δ' ο Σενάτος (215) αληθώς Γερουσίαν· οι δε βουλευταί εκλήθησαν Πατρίκιοι, κατά τους μεν διότι ήσαν παίδων γνησίων πατέρες, κατ' άλλους δε μάλλον, διότι αυτοί είχον να δείξωσι τους ιδίους αυτών πατέρας, πλεονέκτημα ουχί κοινόν εις πολλούς των όσοι πρώτοι συνέρευσαν εις την πόλιν, και κατ' άλλους εκ της Π α τ ρ ω ν ε ί α ς, ως ωνόμαζον και ανομάζουσι μέχρι τούδε εισέτι την προστασίαν νομίζοντες ότι Πάτρων τις, εκ των ελθόντων μετά του Ευάνδρου (216), προστατευτικός ων και βοηθητικός προς τους υποδεεστέρους, έδωκεν αφ' εαυτού εις το πράγμα την επωνυμίαν. Αλλά μάλλον ήθελεν επιτύχει τις την αλήθειαν, πιστεύων ότι ο Ρωμύλος τοις έδωκε το όνομα τούτο, απαιτών ότι πρέπει οι πρώτοι και δυνατότατοι να επιμελώνται τους ταπεινοτέρους διά πατρικής φροντίδος και κηδεμονίας, συγχρόνως δε διδάσκων τους άλλους να μη φοβώνται, μηδέ να λυπώνται διά τας τιμάς τας αποδιδομένας εις τους καλητέρους αυτών, αλλά να τους αγαπώσι, και πατέρας να τους νομίζωσι. Διά τούτο και μέχρι τούδε τους συγκλητικούς οι μεν ξένοι ονομάζουσιν ά νδ ρ α ς η γ ε μ ό ν α ς, οι ίδιοι δε Ρωμαίοι, πατέρας συγγεγραμμένους (217), όνομα μεταχειριζόμενοι έχον τιμήν μεν και αξίωμα μέγιστον, φθόνον δ' ελάχιστον πάντων. Και κατ' αρχάς μεν ωνόμασαν αυτούς Πατέρας μόνον· έπειτα δε, επειδή προσετίθεντο περισσότεροι, Πατέρας συγγεγραμμένους, Τούτο ην το σεβαστότερον όνομα δι' ού διέκρινε την διαφοράν μεταξύ του βουλευτικού και του δήμου. Διήρει δε δι' άλλων τους δυνατούς από του πλήθους, τούτους μεν Π ά τ ρ ω ν α ς ονομάζων, όπερ εστί προστάτας, εκείνους δε Κ λ ί ε ν τ α ς, όπερ εστί πελάτας. Συγχρόνως δ' έδωκεν εις αυτούς αφορμήν μεγάλης ευνοίας, ήτις μεγάλα τοις εξησφάλιζε δίκαια. Διότι οι μεν δυνατοί εγίνοντο εξηγηταί των νόμων, και προστάται των δικαζομένων, και πάντων κηδεμόνες και σύμβουλοι· οι δε του πλήθους επεριποιούντο τούτους, ου μόνον τιμώντες αυτούς, αλλά και τας θυγατέρας των νυμφεύοντες μετ' αυτών, όταν οι δυνατοί ήσαν πένητες, και τα χρέη των εξοφλούντες. Ούτε νόμος δέ τις ούτε άρχων ηνάγκαζέ ποτε προστάτην να μαρτυρήση κατά πελάτου, ή πελάτην κατά προστάτου. Εις τους μεταγενεστέρους δε χρόνους τα μεν άλλα δικαιώματα παρέμεινον, αλλά το να λαμβάνωσιν οι δυνατοί χρήματα παρά των ταπεινοτέρων ενομίσθη αγενές και αισχρόν. Ταύτα λοιπόν περί τούτων.

ΙΔ. Κατά δε τον τέταρτον μήνα μετά την κτίσιν, ως ιστορεί ο Φάβιος, έγινε το τόλμημα της αρπαγής των γυναικών. Και λέγουσι μέν τινες ότι φύσει φιλοπόλεμος ων ο Ρωμύλος, και πεισθείς έκ τινων χρησμών ότι η Ρώμη πέπρωται, διά πολέμων τρεφομένη και αυξάνουσα, να γίνη μεγίστη, αυτός πρώτος μετεχειρίσθη βίαν κατά των Σαβίνων· διότι ούτε έλαβε πολλάς παρθένους, αλλά μόνον τριάκοντα, καθό εις πόλεμον μάλλον αποβλέπων παρά εις γάμους. Τούτο όμως δεν είναι πιθανόν· αλλά βλέπων ότι η πόλις επληρώθη ευθύς εποίκων, εξ ών ολίγοι είχον γυναίκας, οι δε πλείστοι ήσαν μιγάδες εξ ανθρώπων απόρων και ασημάντων, οίτινες διά τούτο περιεφρονούντο, και υπετίθεντο ότι δεν θέλουσι μείνει ασφαλώς εις την πόλιν, ελπίζων δε και ότι το αδίκημα ήθελε χορηγήσει συναναμίξεώς τινα τρόπον και αρχήν συγκοινωνίας μετά των Σαβίνων, όταν ήθελαν ημερώσει τας γυναίκας, επεχείρησε το έργον κατά τούτον τον τρόπον. Διεδόθη πρώτον υπ' αυτού λόγος ότι ανεύρε βωμόν Θεού τινος υπό γην κεκρυμμένον. Ωνόμαζον δε τον Θεόν Κ ώ ν σ ο ν, είτε όντα Θεόν Βουλαίον, διότι μέχρι τούδε λέγουσι Κ ω ν σ ί λ ι ο ν το συμβούλιον, και τους Υπάτους Κ ω ν σ ο ύ λ α ς, δηλαδή προβούλους· είτε όντα Ίππειον Ποσειδώνα, διότι ο βωμός αυτού κείται εντός του μείζονος των Ιπποδρομίων, αφανής μεν κατά τον άλλον καιρόν, μόνον δε κατά τους ιππικούς αγώνας ανακαλυπτόμενος (218). Άλλοι δε πάλιν λέγουσιν ότι, επειδή τα βουλεύματα εισίν αφανή και απόρθητα, διά τούτο ευλόγως ήτον κεκρυμμένος και του Θεού ο βωμός. Όταν δ' ανευρέθη, τότε ετέλεσεν επ' αυτού ο Ρωμύλος και θυσίαν λαμπράν και αγώνα, και θεάματα πανηγυρικά, αφ' ού τα προανήγγειλε. Και συνήλθον μεν πολλοί άνθρωποι, αυτός δε προέδρευε μετά των αρίστων, πορφυράν χλαμύδα φορών. Σύνθημα δε της επιχειρήσεως ήτον, εγερθείς να διπλώση την χλαμύδα του, και να την φορέση έπειτα πάλιν. Πολλοί λοιπόν, ξίφη έχοντες, προσείχον εις αυτόν, και άμα το σημείον εδόθη, σύραντες τα ξίφη, ώρμησαν μετά βοής, και ήρπασαν τας θυγατέρας των Σαβίνων, αυτούς δε φεύγοντας, τους αφήκαν ανενοχλήτους. Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι τριάκοντα μόνον ηρπάγησαν, αφ' ών έλαβον και αι φρατρίαι (219) τα ονόματα αυτών ο δ' Ουαλέριος Αντίας (220), λέγει ότι ηρπάγησαν πεντακόσιαι είκοσι επτά, ο δ' Ιόβας (221) εξακόσιαι ογδοήκοντα τρεις παρθένοι. Μέγα δε δικαιολόγημα του Ρωμύλου είναι ότι γυναίκα ουδεμίαν έλαβον πλην της μόνης Ερσιλίας, περί ής ηπατήθησαν, διότι δεν προέβησαν υβριστικώς και αδίκως εις την αρπαγήν, αλλά διενοήθησαν να συνενώσωσι και συνδέσωσι τα γένη δι' αναποδράστων αναγκών. Περί δε της Ερσιλίας άλλοι μεν λέγουσιν ότι ενυμφεύθη τον Οστίλιον, άνδρα επισημότατον μεταξύ των Ρωμαίων· άλλοι δ' ότι αυτόν τον Ρωμύλον, και ότι εγέννησε τέκνα, μίαν μεν θυγατέρα, ήτις ωνομάσθη Πρίμα διά την τάξιν της γεννήσεώς της, ένα δ' υιόν, όν αυτός μεν ωνόμασεν Αόλλιον, διά την υπ' αυτού συνάθροισιν (222) των πολιτών, αι δε μετά ταύτα τον μετωνόμασαν Αβίλλιον. Και ταύτα μεν ιστορεί Ζηνόδοτος ο Τροιζήνιος (223), αλλά πολλοί τα διαψεύδουσι.

ΙΕ. Μεταξύ δε των αρπασάντων τας παρθένους, λέγεται ότι έτυχον τότε τινές εκ των ασημοτέρων να φέρωσι κόρην έξοχον διά το μέγεθος και το κάλλος της· Απαντώντες δ' αυτούς τινές εκ των καλλητέρων, ήθελον να τοις την αφαιρέσωσι, και τότε αυτοί εκραύγαζον ότι την φέρουσι προς τον Ταλάσιον, νέον άνδρα χρηστόν και επίσημον. Τούτο δ' ακούσαντες εκείνοι, επευφημούντες και χειροκροτούντες επήνουν τον σκοπόν, και στραφέντες οπίσω, παρηκολούθουν, μετ' ευνοίας και χάριτος του Ταλασίου το όνομα αναβοώντες. Έκτοτε οι Ρωμαίοι μέχρι τούδε ψάλλουσιν εις τους γάμους τον Ταλάσιον, ως οι Έλληνες τον Υμέναιον διότι λέγουσιν ότι ο Ταλάσιος ηυτύχησε μετ' εκείνης της γυναικός. Σέξτιος δε Σύλλας ο Καρχηδόνιος, ούτε μουσών εστερημένος ανήρ ούτε χάριτος, έλεγεν εις ημάς, ότι την φωνήν ταύτην έδωκεν ως σύνθημα της αρπαγής ο Ρωμύλος, και όλοι εφώναζον τον Ταλάσιον όσοι έφερον τας παρθένους, και διά τούτο έμεινεν η συνήθεια αύτη κατά τους γάμους. Οι δε πλείστοι νομίζουσι, και εξ αυτών είναι και ο Ιόβας, ότι είναι πρόκλησις και παραίνεσις εις φιλεργίαν και Τ α λ α σ ί α ν, ως εκάλουν των μαλλίων την εργασίαν όταν τα Ιταλικά ονόματα δεν είχον εισέτι επικρατήσει των Ελληνικών (224). Αν δ' ορθώς τούτο λέγηται, και τω όντι μετεχειρίζοντο οι Ρωμαίοι τότε την λέξιν Ταλασία ως ημείς, ημπορεί τις άλλην να εικάση πιθανωτέραν αιτίαν. Όταν οι Σαβίνοι, μετά τον πόλεμον, εσυμβιβάσθησαν προς τους Ρωμαίους, έγινε συνθήκη περί των γυναικών, να μη υπηρετώσιν εις ουδέν άλλο έργον τους άνδρας, εκτός μόνης της ταλασίας. Έμεινε λοιπόν έκτοτε η συνήθεια κατά τους γάμους, οι συγγενείς ή οι παράνυμφοι, ή εν γένει οι παρόντες, να εκφωνώσι παίζοντες τον Ταλάσιον, ως διαμαρτυρόμενοι ότι η γυνή δι' ουδέν άλλο έργον εισέρχεται εις την οικίαν του ανδρός της, πλην διά την ταλασίαν. Διαμένει δε μέχρι τούδε το να μη υπερβαίνη η νύμφη το κατώφλιον του δωματίου οικειοθελώς, αλλά να φέρηται εις αυτό εις τας χείρας άλλων, διότι και εκείναι δεν εισήλθον τότε, αλλά διά της βίας εισήχθησαν. Τινές δε λέγουσιν ότι και το να χωρίζηται η κόμη της νύμφης δι' αιχμής δορατίου, είναι σύμβολον του ότι ο πρώτος γάμος έγινε μετά μάχης και πολεμικώς. Αλλά περί τούτου είπομεν περισσότερα εν τοις Α ι τ ί ο ι ς (225). Έγινε λοιπόν της αρπαγής το τόλμημα περί την δεκάτην ογδόην ημέραν του τότε Σεξτιλίου μηνός, όστις ήδη καλείται Αύγουστος, καθ' ήν εορτάζοντο τα Κωνσάλια.

ΙΣΤ. Οι δε Σαβίνοι, πολλοί μεν ήσαν και πολεμικοί, κώμας δε κατώκουν ατειχίστους, διότι άποικοι όντες των Λακεδαιμονίων, προσήκον εφαίνετο να μεγαλοφρονώσι και να μη φοβώνται. Βλέποντες όμως ότι ήσαν δεδεμένοι διά μεγάλων ομήρων, και φοβούμενοι διά τας θυγατέρας των, απέστειλαν πρέσβεις, προκαλούντες συμφωνίας επιεικείς και μετρίας, ν' αποδώση μεν ο Ρωμύλος εις αυτούς τας κόρας, και να επανορθώση το έργον της βίας, μετά ταύτα δε να ενεργήση διά της πειθούς και του νόμου την μεταξύ των γενών φιλίαν και οικειότητα. Ο δε Ρωμύλος, τας μεν κόρας δεν εγκατέλειπε, παρεκίνει δε τους Σαβίνους να δεχθώσι την συνένωσιν· και οι μεν άλλοι έμενον σκεπτόμενοι και προετοιμαζόμενοι· Άκρων δε, ο βασιλεύς των Κενινητών (226) ανήρ θυμώδης και δεινός εις τα πολεμικά, και τα πρώτα τολμήματα του Ρωμύλου είχεν ιδή υπόπτως, και την αρπαγήν των γυναικών θεωρήσας ως πράξιν τοις πάσι φοβεράν, και μη δυναμένην να παροραθή ατιμώρητος, επεχείρησε πόλεμον, και εκινήθη κατ' αυτού μετά πολλής δυνάμεως· ομοίως δ' εκινήθη κατ' εκείνου και ο Ρωμύλος. Άμα δ' έφθασαν πλησίον αλλήλων, και είδον ο είς τον άλλον, προυκαλούντο αμοιβαίως εις μάχην, εν ώ τα στρατεύματα ένοπλα, έμενον ηρεμούντα. Υποσχεθείς δ' ο Ρωμύλος εις τον Δία αν νικήση και κατατροπώση τον εχθρόν, να φέρη αυτός εις τον Θεόν τα όπλα του νικηθέντος και να τω τ' αναθέση, αυτόν μεν ενίκησε και κατετρόπωσε, το δε στράτευμα, έτρεψεν εις φυγήν πολεμήσας, και την πόλιν εκυρίευσε· δεν έβλαψεν όμως όσους συνέλαβεν εντός αυτής, αλλά τοις διέταξε μόνον να κρημνίσωσι τας οικίας των και να τον ακολουθήσωσιν εις την Ρώμην, γινόμενοι πολίται αυτής κατ' ισονομίαν. Είναι δε τούτο το κυρίως αυξήσαν την Ρώμην, ότι πάντοτε προσελάμβανεν ους ενίκα και τους διένεμε μεταξύ των πολιτών. Ο δε Ρωμύλος, διά να εκπληρώση την υπόσχεσίν του κατά τρόπον όσον ευχαριστότερον εις τον Δία και τερπνότερον εις τους οφθαλμούς των πολιτών, παρατηρήσας εις το στρατόπεδον μεγάλην δρυν, την έκοψε και την εμόρφωσεν ως τρόπαιον, και διέθεσε και εκρέμασε πέριξ εν τάξει έκαστον των όπλων του Άκρωνος· ο ίδιος δε περιεζώθη μεν τον χιτώνα, έστεψε δε διά δάφνης την κεφαλήν του φέρουσαν κόμην, και κρατών κάτωθεν το τρόπαιον ορθόν, στηριζόμενον εις τον δεξιόν ώμον του, εβάδιζε ψάλλων πρώτος επινίκιον παιάνα, και παρακολουθούμενος από παντός του στρατού ενόπλου, προς χαράν και θαυμασμόν των υποδεχομένων αυτόν πολιτών. Αύτη η πομπή εγένετο αρχή και μιμήσεως αφορμή των μετά ταύτα θριάμβων· το δε τρόπαιον επωνομάσθη του Φερετρίου Διός ανάθημα, διότι οι Ρωμαίοι το πληγώνω λέγουσι Φ ε ρ ί ρ ε, ο δε Ρωμύλος είχεν ευχηθή να πληγώση τον άνδρα και να τον καταβάλη. Τα δ' «Οπίμια σκύλα», λέγει ο Ουάρρων (227) ότι ωνομάσθησαν εκ του ότι και την περιουσίαν Ό π ε μ καλούσι· πιθανώτερον όμως δύναται να ειπή τις διά την πράξιν, καθότι το έργον ονομάζεται Ό π ο υ ς. Δίδεται δε καθιέρωσις Οπιμίων εις ανδραγαθήσαντα στρατηγόν, όστις εφόνευσε στρατηγόν ιδιοχείρως, και τούτου ηξιώθησαν τρεις μόνον Ρωμαίοι αρχηγοί, πρώτος ο Ρωμύλος, φονεύσας τον Κενινήτην Άκρωνα· δεύτερος ο Κορνήλιος Κόσσος (228), θανατώσας τον Τυρρηνόν Τολούμνιον· τελευταίος δ' ο Κλαύδιος Μάρκελλος (229), νικήσας τον Βριτόμαρτον, βασιλέα των Γαλατών. Και ο μεν Κόσσος και ο Μάρκελλος εισήρχοντο εις την Ρώμην επί τεθρίππων αμαξών, κρατούντες αυτοί τα τρόπαια. Περί δε του Ρωμύλου δεν λέγει ορθώς ο Διονύσιος (230) ότι μετεχειρίσθη άμαξαν διότι ιστορούσιν ότι πρώτος μεταξύ των βασιλέων ο Ταρκύνιος, ο υιός του Δημαράτου (231), ύψωσε τους θριάμβους εις το σχήμα τούτο και εις τον όγκον. Άλλοι δε λέγουσιν ότι πρώτος ετέλεσε θρίαμβον εφ' άρματος ο Ποπλικόλας (232). Του δε Ρωμύλου δύναταί τις να ιδή εις την Ρώμην τας εικόνας, φερούσας το τρόπαιον, αλλά πάσας πεζάς.