Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 4

Chapter 442 wordsPublic domain

ΑΒ. Κατά δε τον καιρόν εκείνον Μενεσθεύς, ο υιός του Πετεώ, του Ορνέως, υιού του Ερεχθέως, ο πρώτος, ως λέγουσιν, άνθρωπος όστις ήρχισε να δημαγωγή, και να ομιλή κολακεύων τον όχλον, διήγειρε και παρώξυνε τους δυνατούς, οίτινες εβαρύνοντο προ πολλού τον Θησέα, και ενόμιζον ότι αφήρεσε την εξουσίαν και την βασιλείαν αφ' εκάστου των Ευπατριδών^ διότι τους έκλεισεν όλους εις μίαν πόλιν, όπως τους έχη υπηκόους και δούλους του· συγχρόνως δ' ετάραττε και ηρέθιζε τον λαόν, λέγων ότι μόνον όνειρον βλέπουσιν ελευθερίας, εν ώ αληθώς εστερήθησαν και των πατρίδων και των ναών των, διά να έχωσιν, αντί πολλών και αγαθών και γνησίων βασιλέων, ένα μόνον ξένον δεσπότην, και εις αυτόν να προσηλωθώσιν. Εν ώ δ' αυτός ταύτα ενήργει, επήλθον οι Τυνδαρίδαι, και ο πόλεμος πολύ εβοήθησε τους νεωτεριστάς· λέγουσι δέ τινες ότι υπ' αυτού μάλιστα επείσθησαν να εισβάλωσιν εκείνοι. Και κατ' αρχάς μεν ουδόλως έβλαπτον την χώραν, αλλ' απλώς εζήτουν την αδελφήν των. Επειδή δε οι εκ της πόλεως απεκρίθησαν ότι ούτε την έχουσιν, ούτε ηξεύρουσι πού εγκατελείφθη, ήρχισαν τον πόλεμον. Μαθών δ' όπως δήποτε, τοις κατήγγειλεν ο Ακάδημος ότι κρύπτεται εν Αφίδναις· δι' ό και τιμάς απέδωκαν εις αυτόν οι Τυνδαρίδαι εν όσω έζη, και πολλάκις ύστερον εμβαλόντες εις την Αττικήν οι Λακεδαιμόνιοι, και λεηλατούντες την χώραν, μόνην δεν έβλαπτον την Ακαδημίαν (153) εξ αιτίας του Ακαδήμου. Ο δε Δικαίαρχος (154) λέγει ότι συνεξεστράτευσαν τότε εξ Αρκαδίας μετά των Τυνδαριδών ο Εχέδημος και ο Μάραθος, και ότι εκ του Εχεδήμου μεν ωνομάσθη Εχεδημία η νυν Ακαδημία, από δε του άλλου ότι επωνομάσθη ο δήμος Μαραθών, διότι ο Μάραθος παρεδόθη εκουσίως εις σφαγήν προ της μάχης. Ελθόντες λοιπόν οι Τυνδαρίδαι (155) εις τας Αφίδνας, και νικήσαντες, εκυρίευσαν το χωρίον. Εκεί λέγεται ότι εφονεύθη Άλυκος ο υιός του Σκίρωνος, συνεκστρατεύων τότε μετά των Διοσκούρων, και ότι εξ αυτού ωνομάσθη Άλυκος ο τόπος της Μεγαρικής εις όν ετάφη το σώμα του. Ο δ' Ηρέας (156) διηγείται ότι τον Άλυκον εθανάτωσεν αυτός ο Θησεύς περί τας Αφίδνας, και εις απόδειξιν προτείνει τούτους τους στίχους·

. . . Τούτον εντός της ευρείας Αφίδνης υπέρ Ελένης ποτέ της καλής ο Θησεύς πολεμούντα είχε φονεύσει. . .

Αλλά δεν είναι πιθανόν επί παρουσία του Θησέως να εκυριεύθησαν αι Αφίδναι και να ηχμαλωτίσθη η μήτηρ του.

ΑΓ. Εν ώ λοιπόν οι εχθροί κατείχον τας Αφίδνας, και οι κάτοικοι των Αθηνών ήσαν περίφοβοι, ο Μενεσθεύς έπεισε τον δήμον να δεχθή τους Τυνδαρίδας εις την πόλιν και να τους περιποιηθή, ως πολεμούντας κατά μόνου του Θησέως διά την βιαιοπραγίαν αυτού, σωτήρας δ' όντας και ευεργέτας των άλλων ανθρώπων. Εμαρτύρει δε τούτο και ο τρόπος εκείνων διότι, εν ώ εξουσίαζον τα πάντα, τίποτε δεν εζήτησαν, παρά μόνον να μυηθώσι, καθό μη όντες ολιγώτερον του Ηρακλέους φίλοι της πόλεως. Έγινε λοιπόν και τούτο το θέλημά των, διότι ο Άφιδνος τους υιοθέτησεν (157), ως ο Πύλιος τον Ηρακλέα· και έλαβον τιμάς ισοθέους, και επωνομάσθησαν Άνακες, ή διά την γενομένην α ν α κ ω χ ή ν, ή δι' ήν έλαβον επιμέλειαν και πρόνοιαν να μη κακοποιηθή κανείς, εν ώ τόσος υπήρχε στρατός εις την χώραν διότι περί των επιμελουμένων ή φυλαττόντων ό,τι δήποτε, λέγομεν ότι «έ χ ο υ σ ι ν α ν α κ ώ ς». Και ίσως διά τούτο καλούνται Άνακτες και οι Βασιλείς. Τινές δε λέγουσιν ότι ωνομάσθησαν Άνακες διά την εμφάνισιν των αστέρων · διότι οι Αττικοί έλεγον το άνω α ν έ κ α ς ( 158), και το άνωθεν α ν έκ α θ ε ν.

ΛΔ. Ως προς την Αίθραν δε, την μητέρα του Θησέως, λέγεται ότι εγένετο τότε αιχμάλωτος, και απήχθη εις Λακεδαίμονα, και εκείθεν εις Τροίαν μετά της Ελένης· και ότι ο Όμηρος συμμαρτυρεί, λέγων ότι ηκολούθησε την Ελένην.

Αίθρα, η κόρη Πιτθέως, κ' η βοόφθαλμος νέα Κλυμένη.

Άλλοι δ' αποβάλλουσι τούτον τον στίχον ως νόθον, ομοίως και το περί Μουνύχου μύθευμα, του γεννηθέντος δήθεν κρυφίως εν Ιλίω εκ Λαοδίκης (159) και Δημοφώντος (160), και ανατραφέντος υπό της Αίθρας. Ιδιότροπον δε τινα και όλως παρηλλαγμένον λόγον αναφέρει περί της Αίθρας ο Ίστρος (161) εν τω τρισκαιδεκάτω βιβλίω των Αττικών του· ότι κατά τινας Αλέξανδρος ο Πάρις ενικήθη υπ' Αχιλλέως και Πατρόκλου εν Θεσσαλία παρά τον Σπερχειόν, ο δ' Έκτωρ ότι εκυρίευσε και διήρπασε την πόλιν των Τροιζηνίων, και επήρε και την Αίθραν, ήτις είχε μείνει εκεί. Αλλά τούτο φαίνεται εντελώς παράλογον.

Α.Ε. Εν ώ δ' ο Μολοσσός Αϊδωνεύς εξένιζε τον Ηρακλέα, ανέφερε κατά τύχην περί του Θησέως και του Πειρίθου τι ήλθον να πράξωσι και τι έπαθον ανακαλυφθέντες. Ελυπήθη δε βαρέως ο Ηρακλής, διότι ο είς μεν εξ αυτών απέθανεν αδόξως, ο δ' άλλος εκινδύνευε· και περί μεν του Πειρίθου εσκέφθη ότι ουδέν κατώρθου πλέον δι' επιπλήξεων, υπέρ του Θησέως όμως παρεκάλεσε, και εζήτησε να τω δοθή αύτη η χάρις. Ούτω τον εσυγχώρησεν ο Αϊδωνεύς, και αποφυλακισθείς ο Θησεύς επανήλθεν εις τας Αθήνας, όπου οι φίλοι του δεν είχον εισέτι εντελώς νικηθή· και όσα τεμένη υπήρχον πρότερον αφιερωμένα εις αυτόν κατ' απόφασιν της πόλεως, όλα τα καθιέρωσεν εις τον Ηρακλήν, και τα επωνόμασεν αντί Θησείων Ηράκλεια (162), εκτός μόνον τεσσάρων, ως έγραψεν ο Φιλόχορος. Θέλων δε και πάλιν να κυβερνά και να διευθύνη την πολιτείαν, ενέπεσεν εις στάσεις και ταραχάς, διότι όσους αφήκε τρέφοντας μίσος κατ' αυτού, όταν επέστρεψεν, εύρεν ότι ου μόνον τον εμίσουν, αλλά και δεν τον εφοβούντο, του δε δήμου εύρε πολύ μέρος διεφθαρμένον, και θέλον να κολακεύηται, αντί να εκτελή τας προσταγάς του εν σιωπή· και όταν ήθελε να μεταχειρισθή βίαν, είχεν εναντίον του τους δημαγωγούς και τους στασιαστάς· και τέλος, απελπισθείς διά την κατάστασιν των πραγμάτων, τους μεν υιούς του έστειλεν εις Εύβοιαν, προς Ελεφήνορα τον υιόν του Χαλκώδοντος (163), αυτός δ' ο ίδιος, καταρασθείς τους Αθηναίους εις τον Γαργηττόν (164), εις την θέσιν ήτις ονομάζεται σήμερον Αρατήριον, απέπλευσεν εις την Σκύρον, διότι είχεν, ως ενόμιζε, φιλίαν προς τους εκεί, και εις την νήσον πατρικά κτήματα. Εβασίλευε δε τότε των Σκυρίων ο Λυκομήδης. Προς αυτόν λοιπόν ελθών, εζήτει να λάβη τους αγρούς του οπίσω, διά να κατοικήση εκεί. Τινές δε λέγουσιν ότι παρεκάλει τον βασιλέα να τον βοηθήση κατά των Αθηναίων. Ο δε Λυκομήδης, είτε φοβηθείς την δόξαν του ανδρός, είτε χαριζόμενος εις τον Μενεσθέα, τον έφερεν εις υψηλότατον μέρος της χώρας, ως διά να τω δείξη τους αγρούς εκείθεν, και σπρώξας αυτόν κατά των πετρών, τον εφόνευσε. Τινές δε λέγουσιν ότι έπεσε μόνος του παραπατήσας, όταν, καθώς συνήθιζεν, εξήλθε μετά το δείπνον εις περίπατον. Και τότε μεν ουδείς εφρόντισε διά τον θάνατόν του, διότι των μεν Αθηναίων εβασίλευεν ο Μενεσθεύς, οι δ' υιοί του Θησέως, ως ιδιώται, συνεξεστράτευον μετά του Ελαφήνορος εις το Ίλιον. Αποθανόντος δε του Μενεσθέως εκεί, επέστρεψαν αυτοί και ανέλαβον την βασιλείαν. Χρόνους δε πολλούς ύστερον και πολλά άλλα εκίνησαν τους Αθηναίους να τιμήσωσι τον Θησέα ως ήρωα, και όταν επολέμουν εν Μαραθώνι κατά των Μήδων, ενόμισαν ουκ ολίγοι ότι είδον φάντασμα του Θησέως, όστις ένοπλος εφέρετο εμπρός αυτών κατά των βαρβάρων.

ΑΣΤ. Μετά δε τα μηδικά, επί της αρχοντείας του Φαίδωνος (165) η Πυθία διέταξεν εις τους Αθηναίους, ελθόντας προς το μαντείον, να λάβωσι τα οστά του Θησέως, και θάψαντες αυτά μετά τιμής εις την πόλιν των, να τα φυλάττωσιν. Αλλά και να τα λάβωσιν ήτο δύσκολον, και να γνωρίσωσι πού ήτον ο τάφος του, διά το ακοινώνητον και την αγριότητα των βαρβάρων οίτινες κατώκουν την νήσον. Ο Κίμων όμως, κυριεύσας την νήσον, ως εγράψαμεν εις εκείνου τον βίον, και φιλοτιμούμενος να τον εύρη, είδεν, ως λέγουσιν, αετόν όστις εχτύπα διά του ράμφους του τόπον λοφώδη, και τον έξυε διά των ονύχων. Τότε κατά θείαν έμπνευσιν τω επήλθε να σκάψη εκεί, και εύρε θήκην μεγάλου σώματος, και πλησίον αυτού αιχμήν λόγχης χαλκής και ξίφος. Έφερε λοιπόν αυτά ο Κίμων επί της τριήρους, και οι Αθηναίοι πλήρεις χαράς τα εδέχθησαν μετά λαμπροτάτων πομπών και θυσιών, ως αν είχεν επιστρέψει ο ίδιος εις το άστυ. Και ετάφη μεν εις το μέσον της πόλεως, πλησίον του νυν γυμνασίου (166) είναι δε το ιερόν του άσυλον εις τους δούλους και εις πάντας τους αδυνάτους τους φοβουμένους των ισχυροτέρων την βίαν, διότι και ο Θησεύς ήτον βοηθός και προστάτης των αδικουμένων, και εδέχετο τας δεήσεις των ταπεινοτέρων. Την μεγαλειτέραν δε θυσίαν τελούσιν εις αυτόν κατά την ογδόην του Πυανεψιώνος (167), καθ' ήν ημέραν επέστρεψεν εκ Κρήτης μετά των νέων. Τιμώσι δ' αυτόν και τας άλλας ογδόας, είτε διότι έφθασεν εκ Τροιζήνος την ογδόην εκατομβαιώνος (168), ως διηγείται Διόδωρος ο περιηγητής (169), είτε διότι νομίζουσιν ότι υπέρ πάντα άλλον εις εκείνον μάλλον αρμόζει ο αριθμός ούτος, καθ' ό λεγόμενον υιόν του Ποσειδώνος, όστις κατά τας ογδόας εορτάζεται· καθότι η ογδοάς, ο πρώτος κύβος αριθμού αρτίου, και διπλασία του πρώτου τετραγώνου (170), έχει ως χαρακτήρα το μόνιμον και δυσκίνητον της δυνάμεως του Θεού, όν και Α σ φ ά λ ι ο ν και Γ α ι ή ο χ ο ν (171) προσονομάζομεν.

ΡΩΜΥΛΟΣ

Α. Το μέγα της Ρώμης όνομα, το πολλής δόξης τυχόν μεταξύ των ανθρώπων, από τίνος και διά τίνα αιτίαν εδόθη εις την πόλιν, περί τούτου δεν συμφωνούσιν οι συγγραφείς. Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι οι Πελασγοί (172), πλανηθέντες εις τα πλείστα μέρη της οικουμένης, και πολλών ανθρώπων εξουσιάσαντες, κατώκησαν και εκεί, και ωνόμασαν ούτω την πόλιν διά την μεγάλην ρώμην των εις τα όπλα· άλλοι δε ότι, όταν εκυριεύθη η Τρωάς, διέφυγόν τινες, επέτυχον πλοία, και φερόμενοι υπό των ανέμων, κατήντησαν εις την Τυρρηνίαν, και έτυχε ν' αράξωσιν εις τον Θύμβριν ποταμόν (173). Επειδή δ' αι γυναίκες αυτών ήσαν απηυδημέναι και δυσηρεστημέναι εκ της θαλασσοπλοΐας, μία εξ αυτών, ήτις και κατά το γένος και κατά τον νουν φαίνεται ότι υπερείχε των άλλων, Ρώμη ονομαζόμενη, ταις εσυμβούλευσε να καύσωσι τα πλοία. Και αυταί μεν το έπραξαν· οι δε άνδρες των κατά πρώτον μεν ηγανάκτουν· έπειτα όμως εξ ανάγκης αποκατέστησαν περί το Παλλάντιον, και τάχιστα ήρχισαν επιτυγχάνοντες υπέρ πάσαν ελπίδα, ευρόντες γην εύφορον, και περιοίκους οίτινες προθύμως τους εδέχθησαν· διό και άλλας τιμάς απέδωκαν εις την Ρώμην, και την πόλιν ωνόμασαν κατ' αυτήν, ως αιτίαν του οικισμού. Έκτοτε επεκράτησε, λέγεται, αι ρωμαίαι γυναίκες να φιλώσιν εις το στόμα τους συγγενείς και οικείους άνδρας, διότι εκείναι, όταν έκαυσαν τα πλοία, ούτως εφίλουν και εκολάκευον τους άνδρας, παρακαλούσαι αυτούς, και πραΰνουσαι την οργήν των.

Β. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα έδωκεν εις την πόλιν Ρώμην η θυγάτηρ του Ιταλού (174) και της Λευκανίας, κατ' άλλους του Τηλέφου, υιού του Ηρακλέους, νυμφευθείσα τον Αινείαν (175), ή τον Ασκάνιον, υιόν του Αινείου· άλλοι ότι την πόλιν ώκισεν ο Ρωμανός, υιός του Οδυσσέως και της Κίρκης (176)· άλλοι, ο Ρώμος, του Ημαθίωνος (177) ο υιός, σταλείς εκ Τρωάδος υπό του Διομήδους· άλλοι, Ρώμος ο βασιλεύς των Λατίνων, διώξας τους Τυρρηνούς (178), οίτινες είχον μεταβή εκ Θεσσαλίας εις Λυδίαν, και εκ Λυδίας εις Ιταλίαν. Ουδ' όσοι δε, πιθανώτατα πάντων, αποδίδουσιν εις τον Ρωμύλον την επωνυμίαν της πόλεως, ουδ' αυτοί συμφωνούσι περί της γενεαλογίας αυτού, διότι οι μεν θέλουσιν ότι, υιός ων του Αινείου και της Δεξιθέας, θυγατρός του Φόρβαντος (179) εκομίσθη βρέφος εις την Ιταλίαν, ως και ο αδελφός αυτού Ρώμος· ότι δε, πλημμυρήσαντος του ποταμού, τα μεν άλλα πλοιάρια επνίγησαν, το δ' έχον τους παίδας εσώθη απροσδοκήτως, διότι ησύχως εξέπεσεν εις μαλακήν όχθην· εκ τούτου επομένως ότι το μέρος εκείνο ωνομάσθη Ρώμη. Άλλοι λέγουσιν ότι η Ρώμη ην θυγάτηρ της Τρωάδος εκείνης Δεξιθέας, και ότι νυμφευθείσα Λατίνον τον υιόν του Τηλεμάχου, εγέννησε τον Ρωμύλον, άλλοι δε πάλιν ότι τον εγέννησεν η Αιμυλία, θυγάτηρ του Αινείου και της Λαβινίας (180), νυμφευθείσα τον Άρην. Πολλά δε και όλως μυθώδη περί της γεννήσεως αυτού διηγούνται, ότι εις τον Ταρχέτιον (181), βασιλέα των Αλβανών (182) παρανομώματον και ωμότατον, εφάνη εντός του οίκου του θείον φάντασμα, φαλλός (183) υψωθείς εκ της εστίας του, και μείνας πολλάς ημέρας εκεί. Ότι δ' εις την Τυρρηνίαν υπήρχε τότε χρησμός της Τηθύος (184), όστις, ερωτηθείς υπό του Ταρχετίου, τω είπε να προσαγάγη εις το φάντασμα παρθένον, και απ' αυτής θα εγεννάτο υιός ενδοξότατος, και έξοχος κατά την αρετήν και την τύχην και την ανδρείαν ο Ταρχέτιος λοιπόν ότι είπε το μάντευμα εις μίαν των θυγατέρων του και την διέταξε να προσέλθη εις τον φαλλόν, αλλ' αυτή μεν δεν ηθέλησεν, έπεμψε δε μίαν των θεραπαινών της. Όταν όμως ο Ταρχέτιος ενόησε τούτο, οργισθείς, ηθέλησε να φονεύση και τας δύω, αλλ' είδεν εις τον ύπνον του την Εστίαν, ήτις τω απηγόρευσε τον φόνον· τότε δ' ότι παρήγγειλεν εις τας κόρας να υφαίνωσιν ιστόν, δεδεμέναι εις φυλακήν, και όταν τον τελειώσωσιν, ότι τότε θέλει τας δώσει εις γάμον. Και εκείναι μεν ότι ύφαινον δι' όλης της ημέρας· την νύκτα όμως ότι άλλαι, κατά παραγγελίαν του Ταρχετίου, διέλυον τον ιστόν. Η θεραπαινίς εν τούτοις ότι εγέννησε δίδυμα, και ο Ταρχέτιος ότι έδωκεν αυτά είς τινα Τεράτιον διά να τα φονεύση, αλλ' αυτός τα έφερε και τα κατέθεσε πλησίον του ποταμού· εκεί δε λύκαινα ότι ερχομένη τοις έδιδε τον μαστόν, και ότι παντοία πτηνά έφερον τροφήν και εψώμιζον τα βρέφη, έως ότου βουκόλος ιδών και θαυμάσας το γινόμενον, ετόλμησε να πλησιάση και να λάβη τα παιδία. Ότι δε, αφ' ού κατά τοιούτον τρόπον αυτά εσώθησαν, ηλικιωθέντα, επέπεσαν κατά του Ταρχετίου και τον ενίκησαν. Ταύτα διηγείται Προμαθίων τις, γράψας Ιταλικήν ιστορίαν.

Γ. Του δε πιθανωτέρου λόγου και του πλείστους έχοντος μάρτυρας τα κυριώτερα εξέδωκεν εν Ελλάδι Διοκλής ο Πεπαρήθιος (185) όν κατά τα πλείστα ηκολούθησε και ο Φάβιος Πίκτωρ (186). Λέγονται δε και περί τούτων παντοίαι διαφοραί, αλλά τα ουσιωδέστερα εισί ταύτα. Η διαδοχή των βασιλέων της Άλβης, των εκ του Αινείου καταγομένων, κατήντησεν εις δύω αδελφούς, τον Νομήτορα και τον Αμούλιον. Διήρεσε δ' ο Αμούλιος τα πάντα εις δύο μερίδας, την μεν μίαν περιέχουσαν την βασιλείαν, την δ' άλλην τα χρήματα και τον χρυσόν όν είχεν εκ της Τρωάδος, και ο Νομήτωρ έλαβε κατ' εκλογήν την βασιλείαν. Ο Αμούλιος όμως, έχων τα χρήματα, και ως εξ αυτών περισσοτέραν δύναμιν παρά τον Νομήτορα, τω ήρπασε και την βασιλείαν, και φοβούμενος μη εκ της θυγατρός αυτού γεννηθώσιν υιοί, την κατέστησεν ιέρειαν της Εστίας, διά να ζήση πάντοτε άγαμος και παρθένος. Ονομάζουσι δ' αυτήν οι μεν Ιλίαν, οι δε Ρέαν, και άλλοι Σιλουίαν. Αλλά πολύς δεν παρήλθε καιρός, και εφωράθη έγγυος ούσα παρά τον νόμον όστις επεκράτει διά τας Εστιάδας. Και από μεν της εσχάτης ποινής έσωσεν αυτήν Ανθώ, η θυγάτηρ του βασιλέως, παρακαλέσασα τον πατέρα της. Εφυλακίσθη όμως, και εφυλάττετο ακοινώνητος, διά να μη γεννήση κρυφίως του Αμουλίου. Εγέννησε δε δύο υιούς υπερφυείς κατά το μέγεθος και το κάλλος· διά τούτο έτι μάλλον φοβηθείς αυτούς ο Αμούλιος, παρήγγειλεν υπηρέτην να τους λάβη και να τους ρίψη. Λέγουσι δε τινες ότι ωνομάζετο ούτος Φαυστύλος, άλλοι δ' ότι ουχί αυτός, αλλ' ο σώσας αυτούς. Κατέθεσε λοιπόν ο υπηρέτης τα βρέφη εις σκάφην, και κατέβη εις τον ποταμόν να τα ρίψη· ιδών όμως πολύ και ορμητικόν το ρεύμα κατερχόμενον, εφοβήθη να πλησιάση, και αφήσας την σκάφην πλησίον της όχθης, ανεχώρησε. Ο ποταμός εν τούτους εξηπλούτο, και η πλημμύρα, καταλαβούσα την σκάφην και υψώσασα αυτήν ησύχως, την έφερεν εις θέσιν ικανώς μαλακήν, ήτις σήμερον ονομάζεται Κερμανόν, το πάλαι δε, ως φαίνεται, Γερμανόν, διότι και τους αδελφούς Γ ε ρ μ α ν ο ύ ς (187) ονομάζουσιν.

Α. Υπήρχε δ' εκεί πλησίον ερινεός, όν εκάλουν Ρ ω μ ι ν ά λ ι ο ν, ή διά τον Ρωμύλον, ή, ως πολλοί νομίζουσι, διότι τα μηρυκώμενα (188) θρέμματα υπό την σκιάν αυτού ανεπαύοντο την μεσημβρίαν, ή μάλλον διά το βύζαγμα των βρεφών· καθότι οι παλαιοί Ρ ο ύ μ α ν ωνόμαζον την ρώγαν του μαστού, και Ρ ο υ μ ο υ λ ί α ν ονομάζουσι θεάν τινα, ήτις φαίνεται των νηπίων επιμελουμένη, και θύουσιν εις αυτήν νηφάλια (189), και σπένδουσι γάλα εις τα ιερά. Εν ώ λοιπόν εκεί έκειντο τα παιδία, λέγεται ότι ήλθεν η λύκαινα και τα εθήλαζε, και ότι ήρχετο και δρυοκολάπτης (190) και τα έτρεφε μετ' αυτής και τα εφύλαττε. Τα ζώα ταύτα θεωρούνται ως ιερά του Άρεως· τον δε δρυοκολάπτην εξόχως σέβονται και τιμώσιν οι Λατίνοι· διά τούτο μάλιστα επιστεύθη όταν έλεγεν η γεννήσασα τα παιδία, ότι εκ του Άρεως τα εγέννησεν, ει και λέγουσιν ότι εξηπατήθη υπ' αυτού του Αμουλίου, όστις τη εφάνη ένοπλος και την ήρπασεν. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι το όνομα της τροφού, διά το αμφίβολον της σημασίας του, έτρεψε την φήμην προς το μυθώδες, διότι οι Λατίνοι ωνόμαζον Λ ο ύ π α ς τας λυκαίνας εκ των θηρίων, και εκ των γυναικών τας εταίρας· και ότι τοιαύτη ήτον η γυνή του Φαυστύλου, του θρέψαντος τα βρέφη, Άκκα Λαρεντία ονομαζομένη. Εις αυτήν θύουσιν οι Ρωμαίοι, και σπονδάς τελεί εις αυτήν κατ' Απρίλιον ο ιερεύς του Άρεως, και Λαρεντίαν καλούσι την εορτήν.

Ε. Τιμώσι δε και άλλην Λαρεντίαν δι' αιτίαν τοιαύτην. Ο νεωφύλαξ του Ηρακλέους, βαρυνόμενος εξ αργείας, ως φαίνεται, επρότεινεν εις τον Θεόν να παίξωσι κύβους, και είπε καθ' εαυτόν, αν μεν νικήση, να λάβη καλόν τι παρά του Θεού, αν δε νικηθή, να προσφέρη εις τον Θεόν άφθονον τράπεζαν και ωραίαν γυναίκα να συναναπαυθή. Ούτως έθεσε τας ψήφους, άλλας υπέρ του Θεού και άλλας υπέρ εαυτού, και ρίψας, εφάνη νικώμενος· θέλων δε να μείνη πιστός εις τον λόγον του, και δίκαιον νομίζων να τηρήση ό,τι υπεσχέθη, ητοίμασε δείπνον διά τον Θεόν, και μισθώσας την Λαρεντίαν, ωραίαν ούσαν, αλλ' ουχί έτι επίσημον, προσεκάλεσε και εφίλευσεν αυτήν εις τον ναόν, και στρώσας κλίνην εντός αυτού, την έκλεισε μετά το δείπνον, ως αν έμελλε να νυμφευθή τον Θεόν. Λέγεται δ' ότι και ο Θεός ήλθε προς την γυναίκα, και την παρήγγειλε ν' απέλθη το πρωί εις την αγοράν, και χαιρετήσασα τον πρώτον όν ήθελεν απαντήση, να συνδέση μετ' αυτού φιλίαν. Την απήντησε λοιπόν πολίτης ηλικιωμένος, και ικανήν έχων περιουσίαν, χωρίς παιδίων και γυναικός, Ταρρούτιος ονομαζόμενος. Ούτος γνωρίσας την Λαρεντίαν, την ηγάπησε, και αποθανών την αφήκε κληρονόμον εις πολλά και καλά κτήματα, ών εκείνη τα πλείστα έδωκεν εις τον δήμον διά διαθήκης. Λέγεται δ' ότι, ένδοξος ήδη ούσα, και νομιζομένη αγαπητή των Θεών, εγένετο άφαντος εις αυτόν εκείνον τον τόπον, εις όν εκείτο και η προτέρα Λαρεντία. Καλείται δε ήδη ο τόπος Βήλαυρον, διότι πολλάκις, όταν ο ποταμός επλημμύρει, διήρχοντο κατά την θέσιν ταύτην διά πορθμείων εις την αγοράν ονομάζουσι δε την πορθμείαν Β η λ α τ ο ύ ρ α ν (191). Τινές δε λέγουσιν ότι την πάροδον ήτις έφερεν εκ της αγοράς εις τον Ιππόδρομον οι παρασκευάζοντες το θέαμα εκάλυπτον δι' ιστίων, αρχόμενοι από τούτου του μέρους· ονομάζουσι δε Ρωμαϊστί το ιστίον Β ή λ ο ν (192). Διά ταύτα λοιπόν τιμάται η δευτέρα Λαρεντία παρά τοις Ρωμαίοις.

ΣΤ. Τα δε βρέφη ανέσωσεν ο Φαυστύλος, χοιροβοσκός του Αμουλίου, χωρίς ουδείς να τον εννοήση, ως όμως τινές λέγουσι, πλησιέστεροι εις την πιθανότητα, εν γνώσει του Νομήτορος, όστις εχορήγει κρυφίως τροφάς εις τους τρέφοντας. Και λέγεται ότι και γράμματα έμαθον οι παίδες κομισθέντες εις Γαβίους (193), και όλα τ' άλλα όσα χρήσιμα εις τους ευγενείς. Ιστορούσι δ' ότι ωνομάσθησαν και ούτοι από του μαστού, διότι τους είδον θηλάζοντας το θηρίον, Ρώμυλος και Ρώμος (194). Και ευθύς μεν εκ της νηπιακής αυτών ηλικίας η των σωμάτων ευγένεια ενέφαινε διά του μεγέθους και διά του κάλλους αυτών την φύσιν των παιδίων. Αυξήσαντες δε, ήσαν και οι δύω θυμοειδείς και μεγαλόψυχοι προς τους φαινομένους κινδύνους, και ακατάπληκτον έχοντες τόλμην. Ο δε Ρωμύλος εφαίνετο γνωστικώτερος, και πολιτικήν έχων σύνεσιν, αποδεικνύων κατά τας σχέσεις προς τους γείτονας επί βοσκών και επί κυνηγίων ότι ηγεμονικόν μάλλον παρά ευπειθή έλαβεν εκ φύσεως χαρακτήρα. Διά τούτο ηγαπώντο υπό των ομοφύλων και των νεωτέρων των κατεφρόνουν δε τους βασιλικούς επιστάτας και οικονόμους και αγελάρχας, ως μη ανωτέρους αυτών κατά την ανδρείαν, και ούτε δι' απειλάς ούτε διά την οργήν αυτών εφρόντιζον. Έζων δε και διέτριβον ελευθερίως, ελευθέριον νομίζοντες ουχί την αργίαν και την απονίαν, αλλά τα γυμνάσια, και τα κυνήγια, και τας εκδρομάς, και την καταδίωξιν των ληστών, και την σύλληψιν των κλεπτών, και την από της βίας απαλλαγήν των αδικουμένων. Ως προς ταύτα λοιπόν ήσαν περιβόητοι.

Ζ. Συνέβη δε ποτέ τις φιλονεικία μεταξύ των βουκόλων του Νομήτορος, και των του Αμουλίου, και αρπαγή των βοσκημάτων αυτών. Μη ανεχθέντες δε ταύτην οι δύω νέοι, επέπεσαν επ' αυτούς, τους έτρεψαν εις φυγήν, και αφήρεσαν μέρος πολύ των λαφύρων διά δε την αγανάκτησιν του Νομήτορος ήσαν αδιάφοροι· συνήγον δε και εδέχοντο πολλούς πτωχούς και πολλούς δούλους, μεταδίδοντες εις αυτούς θάρρος και αρχάς φρονήματος επαναστατικού. Εν ώ δ' ο Ρωμύλος ησχολείτο περί θυσίαν τινά, διότι ηγάπα τας θυσίας και την μαντικήν, οι βοσκοί του Νομήτορος, απαντήσαντες τον Ρώμον βαδίζοντα μετ' ολίγων, επέπεσαν κατ' αυτού, και μετά πολλάς πληγάς και τραύματα εκατέρωθεν, ενίκησαν οι του Νομήτορος, και συνέλαβον ζώντα τον Ρώμον, τον έφερον προς τον Νομήτορα και τον κατηγόρησαν^ αλλ' αυτός δεν τον ετιμώρησε, φοβηθείς τον αδελφόν του όστις ήτον θυμώδης. Ελθών όμως προς αυτόν, τον παρεκάλει αυτός να τον εκδικήση, αδελφόν όντα, και υβρισθέντα υπό υπηρετών εκείνου, όντος βασιλέως. Επειδή δε και οι λοιποί κάτοικοι της Άλβης εξέφραζον ομοίως αγανάκτησιν, και ενόμιζον ότι αδίκως έπασχε ταύτα ο ανήρ, υπό τούτων κινηθείς ο Αμούλιος, παρέδωσε τον Ρώμον εις τον Νομήτορα να τον μεταχειρισθή όπως θέλει. Τον παρέλαβε λοιπόν εκείνος, και όταν τον έφερεν εις την οικίαν του, θαυμάζων του νεανίσκου το σώμα, υπερτερούν πάντας κατά το μέγεθος και την δύναμιν, βλέπων δ' εις το πρόσωπον αυτού το θάρρος και της ψυχής την ανδρείαν, αδούλωτον και μη συγκινουμένην υπό των ατυχημάτων, ακούων δε τα έργα και τας πράξεις αυτού σύμφωνα προς όσα έβλεπε, και, το μέγιστον, ως φαίνεται, διά την παρουσίαν Θεού τινος, όστις μεγάλων πραγμάτων αρχάς παρεσκεύαζεν, εξ υπονοιών και εκ τύχης προσεγγίζων εις την αλήθειαν, τον ανέκρινε τις είναι, και πώς εγεννήθη, και διά φωνής πραείας και δ' ημέρου βλέμματος τω έδιδεν εμπιστοσύνην και θάρρος. Εκείνος δ' απεκρίθη μετά τόλμης· «Τίποτε δεν θέλω σοι κρύψει, διότι συ φαίνεσαι του Αμουλίου βασιλικώτερος, και ακούεις και εξετάζεις πριν τιμωρήσης, εν ώ εκείνος καταδικάζει ακρίτους. Κατ' αρχάς μεν ηξεύρομεν ότι είμεθα υιοί του Φαυστύλου και της Λαρεντίας, οικετών του βασιλέως. Είμεθα δε δίδυμοι. Αφ' ού δε κατηγορήθημεν προς σε, και κινδυνεύομεν περί της ζωής μας, ακούομεν μεγάλα περί ημών αυτών. Αν δ' είναι αληθή ταύτα, ο παρών αγών φαίνεται ότι θέλει το αποδείξει· διότι η γέννησις ημών λέγεται απόκρυφος, και εν τη νηπιότητι η θήλασις και η τροφή ημών παράδοξος, ότι ετράφημεν υπό των θηρίων και των σαρκοφάγων ορνέων εις ά ερρίφθημεν, υπό μαστού λυκαίνης και υπό ράμφους δρυοκολάπτου, εντός σκάφης κείμενοι, παρά τον μέγαν ποταμόν. Υπάρχει δε και η σκάφη και σώζεται, και έχει χαλκά υποζώματα, και εις αυτά έχει γράμματα αμυδρώς εγκεχαραγμένα. Ταύτα όμως θέλουσιν ίσως ύστερον καταντήσει γνωρίσματα ανωφελή εις τους γονείς ημών, αφ' ού ημείς φονευθώμεν. Ο Νομήτωρ λοιπόν, και εκ των λόγων τούτων, και τον καιρόν εικάζων εκ της όψεως του νεανίου, δεν απέρριψε την προσμειδιώσαν αυτόν ελπίδα, αλλ' επροσπάθησε να προσέλθη κρυφίως προς την θυγατέρα του, και να τη ειπή περί τούτων, διότι αυστηρώς εφρουρείτο εισέτι εκείνη.