Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς
Part 3
Και τους μεν μύθους όσοι εισιν ευπρεπέστεροι, όλοι τους έχουσιν εις το στόμα. Ο Αμαθούσιος Παίων (79) όμως έγραψε περί αυτών διαφόρως, διηγούμενος ότι ο Θησεύς ριφθείς υπό τρικυμίας εις Κύπρον μετά της Αριάδνης, ήτις ήτον έγκυος, και έπασχε πολύ διά τον σάλον, ουδ' εδύνατο να υποφέρη την θάλασσαν, απεβίβασεν αυτήν μόνην, αυτός δε θέλων να μείνη εις το πλοίον διά να το βοηθήση, επέστρεψεν από της γης εις το πέλαγος πάλιν ότι δ' αι εγχώριοι γυναίκες ανέλαβον την Αριάδνην και την επεριποιούντο λυπουμένην διά την μόνωσίν της, και τη έφερον πλαστά γράμματα, ως αν τη έγραφεν ο Θησεύς δήθεν, και την ελυπούντο διά τους πόνους του τοκετού, και την εβοήθουν, αλλ' ότι εκείνη απέθανε χωρίς να γεννήση, και την έθαψαν. Όταν δ' επέστρεψεν ο Θησεύς, ότι περίλυπος γενόμενος, αφήκε χρήματα εις τους εγχωρίους, παραγγείλας να προσφέρωσι θυσίαν εις την Αριάδνην, και ίδρυσε δύω μικρούς ανδριάντας, τον μεν αργυρούν, τον δε χαλκούν. Εις δε την θυσίαν, κατά την δευτέραν ημέραν του Γορπιαίου (80) μηνός, ότι είς νέος εξαπλούμενος εις την κλίνην, λέγει και πράττει όσα αι έπτοκοι γυναίκες· και ότι οι Αμαθούσιοι ονομάζουσι το ιερόν δάσος όπου δεικνύουσι τον τάφον, άλσος της Αριάδνης Αφροδίτης (81). Και των Ναξίων δέ τινες ιστορούσιν ότι υπήρξαν δύω Μίνωες και δύω Αριάδναι, εξ ών η μία ενυμφεύθη τον Διόνυσον εις την Νάξον, και εγέννησε τον Στάφυλον, η δε νεωτέρα ότι ηρπάγη υπό του Θησέως, και εγκαταλειφθείσα ήλθεν εις Νάξον, και μετ' αυτής η τροφός αυτής, Κορκύνη καλουμένη, ής δεικνύουσι τον τάφον· ότι δε και η Αριάδνη απέθανεν αυτόθι, και έχει τιμάς, όχι όμως όσας η άλλη. Διότι εκείνης μεν τας εορτάς τελούσι χαίροντες και παίζοντες, αυτής δ' εισίν αι θυσίαι μεμιγμέναι μετά πένθους τινός και κατηφείας.
ΚΑ. Αποπλέων δ' εκ Κρήτης, ήρραξεν εις Δήλον, και θυσιάσας εις τον Θεόν, και αφιερώσας της Αφροδίτης το άγαλμα, ό έλαβε παρά της Αριάδνης, εχόρευσε μετά των παίδων χορόν όν λέγεται ότι μέχρι τούδε χορεύουσιν έτι οι Δήλιοι, μίμημα των διαδρόμων και διεξόδων του Λαβυρίνθου, έχοντα εν ρυθμώ πολλάς τας περιστροφάς και τους εξελιγμούς. Ονομάζεται δ' υπό των Δηλίων το είδος τούτο του χορού Γερανός (82) ως ιστορεί ο Δικαίαρχος (83). Εχόρευσε δε πέριξ του Κερατώνος, βωμού συνηρμοσμένου όλου εκ κεράτων αριστερών (84). Λέγουσι δ' ότι έθηκε και αγώνα εν Δήλω, και πρώτος τότε έδωκε φοίνικα εις τους νικητάς.
ΚΒ. Όταν δ' επλησίαζον εις την Αττικήν, λέγεται ότι ελησμόνησεν αυτός, ελησμόνησε δε και ο κυβερνήτης του πλοίου υπό χαράς, να υψώση το ιστίον δι' ού έμελλε ν' αναγγείλη εις τον Αιγέα την σωτηρίαν των και ότι ούτος εξ απελπισίας κρημνισθείς εις τους βράχους (85) εθανατώθη. Άμα δε κατέπλευσεν ο Θησεύς, ετέλεσε μεν εις το Φάληρον τας θυσίας εις τους Θεούς, όσας είχεν υποσχεθή όταν απέπλεεν, έστειλε δε και εις την πόλιν κήρυκα ν' αναγγείλη την σωτηρίαν των. Αυτός όμως απήντησε πολλούς μεν κλαίοντας διά του βασιλέως τον θάνατον, και άλλους χαίροντας, ως ήτον επόμενον, και προθύμους να τον υποδεχθώσι και να τω προσφέρωσι στεφάνους διά την σωτηρίαν των. Δεχθείς δε τους στεφάνους ο κήρυξ, έθεσεν αυτούς εις το κηρύκειον, και επιστρέψας εις το παραθαλάσσιον, πριν ο Θησεύς τελειώση τας σπονδάς, περιέμενεν έξω, μη θέλων να ταράξη την θυσίαν. Αφ' ού έγινον αι σπονδαί, τω ανήγγειλε τον θάνατον του Αιγέως, και τότε όλοι μετά κλαυθμών και θορύβου ανέβησαν εις την πόλιν. Έκτοτε λέγεται ότι επεκράτησεν εις τα ωσχοφόρια (86) να στεφανώνηται ουχί ο κήρυξ, αλλά το κηρύκειον, και εις τας σπονδάς να εκφωνώσιν οι παρευρισκόμενοι Ελελεύ, Ιού Ιού, το πρώτον, επιφώνημα σπονδής και πολεμικού παιάνος, το δ' έτερον ταραχής και εκπλήξεως. Αφ' ού δ' έθαψε τον πατέρα του, απέδωκεν εις τον Απόλλωνα όσα είχε τάξει, κατά την εβδόμην του Πυανεψιώνος μηνός (87), διότι τότε ανέβησαν εις την πόλιν σωθέντες.
Και το μεν ψήσιμον των οσπρίων λέγεται ότι έγινε, διότι οι σωθέντες συνήνωσαν τας τροφάς όσαι τοις έμενον, κ' εψήσαντες αυτάς εις κοινήν χύτραν, εφιλεύθησαν και συνέφαγον όλοι ομού. Την δε Ειρεσιώνην φέρουσιν εις την αυτήν εορτήν, κλάδον ελαίας τετυλιγμένον εις έρια, ως τότε την Ικετηρίαν, και πλήρη απαρχών διαφόρων καρπών, εις σημείον παύσεως της αφορίας, και ψάλλουσι συγχρόνως·
Ειρισιώνη και σύκα σοι φέρει, και άρτους αφρώδεις φέρει, και μέλ' εις την στάμναν, και έλαιον φέρει να 'ψήσης, και την φιάλην μεστήν, να μεθύσης και πέσης εις ύπνον.
Αλλά τινές λέγουσιν ότι αυτά εψάλλοντο διά τους Ηρακλείδας (88), οίτινες ούτως ετρέφοντο υπό των Αθηναίων οι περισσότεροι όμως, ως προείρηται.
ΚΓ. Το δε πλοίον, την τριακόντορον (89), δι' ού έπλευσε μετά των παιδίων, και δι' ού επιστρέψας εσώθη, διεφύλαττον οι Αθηναίοι μέχρι των χρόνων Δημητρίου του Φαληρέως (90), αφαιρούντες τα παλαιά των ξύλων, και νέα και ισχυρά αντικαθιστώντες, και συνδέοντες ούτως, ώστε και εις των φιλοσόφων τας αμφισβητήσεις περί του Α υ ξ ο μ έ ν ο υ λ ό γ ο υ (91) ως παράδειγμα χρησιμεύει το πλοίον τούτο, διότι οι μεν λέγουσιν ότι μένει, οι δε ότι δεν μένει το ίδιον. Και την εορτήν δε των Ωσχοφορίων (92) ο Θησεύς εσύστησε· διότι, ως διηγούνται, δεν είχε λάβει τότε μεθ' εαυτού όλας τας κληρωθείσας παρθένους, αλλ' εκλέξας εκ των φίλων του δύω νεανίσκους γυναικώδεις μεν την μορφήν και νεαρούς, αλλ' ανδρείους την ψυχήν και προθύμους, μετέβαλεν αυτούς εντελώς διά θερμών λουτρών και διατριβών υπό την σκιάν, δι' αλοιφών της κόμης, και διά της δυνατής επιμελείας της απαλότητος του δέρματος και του χρώματος, τοις εδίδαξε φωνήν και σχήμα και βάδισιν, ώστε όσον ενδέχεται να ομοιάζωσι παρθένους, και τους κατέταξεν εις τον αριθμόν των παρθένων χωρίς ουδείς να το εννοήση. Όταν δ' επέστρεψεν, επόμπευσε και αυτός και οι νεανίσκοι ούτοι, ούτως ενδεδυμένοι, καθώς ενδύονται τώρα όταν φέρωσι τα κλήματα τα καλούμενα ό σ χ ου ς. Φέρουσι δ' αυτά προς χάριν του Διονύσου και της Αριάδνης διά τον μύθον, ή μάλλον διότι επέστρεψαν όταν εγίνετο η συγκομιδή των καρπών. Αι δε δ ε ι π ν ο φ ό ρ ο ι παραλαμβάνονται εις την θυσίαν και μετέχουσιν αυτής, μιμούμεναι τας μητέρας εκείνων των κληρωθέντων, αίτινες ήρχοντο φέρουσαι παντοίας τροφάς εις αυτούς. Διηγούνται δε και μύθους αύται, διότι και εκείναι προς ευθυμίαν και παρηγορίαν των παιδίων των τοις διηγούντο μύθους. Ταύτα ιστορεί και ο Δήμων (93). Αφιερώθη δε και ιερός περίβολος εις τον Θησέα, όστις έταξε τους απογόνους των οίκων όσοι είχον δώσει τον φόρον, να καταβάλλωσι συνεισφοράν διά την θυσίαν αυτού. Επεμελούντο δε της θυσίας οι Φυταλίδαι (94), διότι ο Θησεύς τοις έδωκε την αμοιβήν ταύτην της φιλοξενίας των.
ΚΔ. Βάλλων δε μετά τον θάνατον του Αιγέως κατά νουν έργον μέγα και θαυμαστόν, συνήθροισε τους κατοικούντας την Αττικήν εις έν άστυ (95), και κατέστησε μιας πόλεως ένα δήμον τους πριν σποράδας, οίτινες δυσκόλως συνεκαλούντο εις έν να σκεφθώσι διά το κοινόν συμφέρον, και ενίοτε μάλιστα διεφέροντο προς αλλήλους και επολέμουν. Περιερχόμενος λοιπόν τους δήμους και τα γένη, επροσπάθει να πείση αυτούς· και οι μεν ιδιώται και οι πένητες εδέχοντο ταχέως την πρόσκλησιν· εις δε τους δυνατούς επρότεινε πολίτευμα άνευ βασιλέως, και δημοκρατίαν, έχουσαν αυτόν μόνον αρχηγόν εις τον πόλεμον, και νομοφύλακα, αφίνουσαν δ' εις πάντας τους άλλους πλήρη ισότητα. Διά τούτων οι μεν κατεπείθοντο, οι δε φοβούμενοι την δύναμιν αυτού, ήτις ήτον ήδη μεγάλη, ως και την τόλμην του, επροτίμων να ενδώσωσιν εις την πειθώ μάλλον παρά εις την βίαν. Καταργήσας λοιπόν τα πρυτανεία, τα βουλευτήρια και τας αρχάς εκάστου δήμου, και συστήσας έν κοινόν πρυτανείον και βουλευτήριον όλων, ενταύθα όπου ήδη είναι η πόλις, την μεν πόλιν ωνόμασεν Αθηνάς, κοινήν δ' εισήγαγε θυσίαν τα Παναθήναια. Έθυσε δε και Μετοίκια (96) κατά την δεκάτην έκτην Εκατομβαιώνος (97), καθ' ήν και μέχρι τούδε έτι γίνεται η θυσία. Και της βασιλείας παραιτηθείς, καθώς υπεσχέθη, διερύθμιζε το πολίτευμα, προς τους Θεούς πρώτον αποταθείς· διότι έπεμψε να ζητήση χρησμόν υπέρ της πόλεως, και έλαβε τον επόμενον·
Παι του Αιγέως, Θησεύ, Πιτθηίδος απόγονε κόρης, πόλεων, ήξευρε, έχει πολλών και τα τέρματα θέσει και τους κλωστήρας εντός εις την πόλιν υμών ο πατήρ μου. Συ δε μη αγωνία, μηδ' έχε πολλήν αθυμίαν περί αυτής μεριμνών. Φυσηθείς ο ασκός επιπλέει.
Ιστορούσι δ' ότι αυτό τούτο εξεστόμισε μετά ταύτα και η Σίβυλλα (98) ειπούσα προς την πόλιν
Βάπτεσαι μεν εις το ύδωρ, ασκέ, αλλ' αβύθιστος μένεις.
Κ.Ε. Θέλων δε ν' αυξήση έτι μάλλον την πόλιν, προσεκάλεσεν όλους εις αυτήν να ζώσιν ισόνομοι, και λέγουσιν ότι εκ των καιρών του Θησέως σώζεται κήρυγμα «Εδώ συνάγεσθε, όλ' οι λαοί», (99) όταν καθίστα ένα δήμον εξ όλων ομού εν Αθήναις. Δεν αφήκεν όμως πάλιν την δημοκρατίαν να γίνη άτακτος και ανάμικτος εξ όλου του πλήθους όσον άνευ διακρίσεως εχύθη εντός αυτής· αλλά πρώτος εχώρισε τους Ευπατρίδας, τους Γεωργούς και τους τεχνίτας (100), και προσδιορίσας, οι μεν Ευπατρίδαι να επιτηρώσι τα θεία, και να γίνωνται άρχοντες, και να είναι νομοδιδάσκαλοι, και εξηγηταί των οσίων και των ιερών, ανέδειξεν αυτούς ούτως ειπείν ίσους προς τους άλλους πολίτας· διότι οι μεν Ευπατρίδαι εφαίνοντο υπερέχοντες κατά την δόξαν, οι δε Γεωργοί κατά την χρησιμότητα, και οι Τεχνίται κατά το πλήθος. Ότι δε πρώτος έκλινε προς τον όχλον, ως λέγει ο Αριστοτέλης, και αφήκε την μοναρχίαν, φαίνεται ότι και ο Όμηρος το μαρτυρεί εις τον κατάλογον των πλοίων (101), όπου μόνους τους Αθηναίους επονομάζει δήμον. Έκοψε δε και νόμισμα, και εχάραξε βουν επί αυτού, ή διά τον Μαραθώνιον ταύρον (102), ή διά τον στρατηγόν Μίνωα, ή παρακινών τους πολίτας εις γεωργίαν. Λέγεται δ' ότι απ' εκείνου του νομίσματος ωνομάσθη το δ ε κ ά β ο ι ο ν και το ε κ α τ ό μ β ο ι ο ν (103). Κυριεύσας δε και την Μεγαρίδα, και ενώσας αυτήν ασφαλώς μετά της Αττικής, έστησε την περίφημον στήλην εις τον Ισθμόν, εφ' ής επέγραψεν επίγραμμα εις οροθεσίαν της χώρας διά δύω τριμέτρων, εξ ών το μεν προς ανατολάς έλεγε·
Αυτ' Ιωνία, όχι Πελοπόννησος·
το δε προς δυσμάς,
Όχ' Ιωνία αύτη, Πελοπόννησος·
Και πρώτος εσύστησε τον αγώνα, αντιφιλοτιμούμενος προς τον Ηρακλέα, διά να εορτάζωσιν οι Έλληνες, καθώς δι' εκείνον τα Ολύμπια εις τον Δία, ούτω δι' αυτόν τα Ίσθμια εις τον Ποσειδώνα· διότι ο εις τιμήν του Μελικέρτου (104) υπάρχων αυτόθι αγών, εγίνετο διά νυκτός, και είχε χαρακτήρα τελετής μάλλον παρά θεάματος και πανηγυρισμού. Τινές δε λέγουσιν ότι εσύστησεν ο Θησεύς τα Ίσθμια διά τον Σκίρωνα, θέλων ν' αγνισθή διά τον φόνον αυτού ως συγγενούς· διότι ο Σκίρων ήτον υιός του Κανήθου (105) και της Ηνιόχης, της θυγατρός του Πιτθέως. Κατ' άλλους δ' ήτον ο Σίννις και ουχί ο Σκίρων, και λέγουσιν ότι δι' αυτόν, ουχί δι' εκείνον, ετέθη ο αγών υπό του Θησέως. Διέταξε δε και συνεφώνησε μετά των Κορινθίων, να δίδωσι πρωτοκαθεδρίαν εις τους Αθηναίους τους ερχομένους εις τα Ίσθμια, εφ' όσον τόπον ήθελε καταλάβη απλούμενον το ιστίον του πλοίου του φέροντος τους προσκυνητάς, καθώς ιστορούσιν ο Ελλάνικος (106), και Άνδρων ο Αλικαρνασσεύς (107).
ΚΣΤ. Έπλευσε δε και εις τον Εύξεινον Πόντον, ως μεν λέγουσιν ο Φιλόχορος και άλλοι τινές, εκστρατεύσας μετά του Ηρακλέους κατά των Αμαζόνων, και έλαβεν ως άθλον της ανδρείας του την Αντιόπην αλλ' οι περισσότεροι, και μεταξύ αυτών και ο Φερεκύδης (108), και ο Ελλάνικος, και ο Ηρόδωρος (109), λέγουσι μετά περισσοτέρας πιθανότητος, ότι ο Θησεύς έπλευσε μετά τον Ηρακλήν μόνος του, και έλαβε την Αμαζόνα αιχμάλωτον· διότι περί ουδενός άλλου των όσοι συνεξεστράτευσαν μετ' αυτού δεν διηγείται η ιστορία ότι έλαβεν αιχμάλωτον Αμαζόνα. Ο δε Βίων (110) λέγει ότι και ταύτην δι' απάτης την έλαβε και απήλθε· διότι αι Αμαζόνες, αγαπώσαι τους άνδρας, δεν έφυγον τον Θησέα όταν προσέβαλε την χώραν, αλλά και δώρα προς φιλοξενίαν τω έπεμψαν· εκείνος δε παρεκάλεσε την φέρουσαν αυτά να εμβή εις το πλοίον, και άμα εισήλθεν, απέπλευσε. Μενεκράτης δέ τις, όστις εξέδωκεν ιστορίαν της πόλεως Νικαίας της εν Βιθυνία (111), λέγει ότι ο Θησεύς διέτριψεν εις εκείνους τους τόπους έχων την Αντιόπην, και συνέπεσε να συνεκστρατεύσωσι μετ' αυτού τρεις αδελφοί, καλούμενοι Εύνεως, Θόας και Σολόων. Ο τελευταίος δ' ούτος ότι ηγάπησε την Αντιόπην, και προς πάντας μεν τους άλλους έκρυπτε το πάθος του, εις ένα δε μόνον των φίλων του το εξεμυστηρεύθη, όστις εσύντυχε περί τούτου μετά της Αντιόπης· αυτή όμως την μεν πρότασιν αυτού απέρριψε, προσηνέχθη δε μετά πολλής φρονήσεως και πραότητος, και δεν κατηγόρησε τον άνθρωπον προς τον Θησέα. Ως δ' απηλπίσθη ο Σολόων, ερρίφθη είς τινα ποταμόν και απέθανεν· ο δε Θησεύς, μαθών τότε την αιτίαν και το πάθος του νεανίσκου, βαρέως ελυπήθη, και θλιβόμενος, ανεπόλησε χρησμόν τινα όστις είχε τω δοθή άλλοτε εν Δελφοίς παρά της Πυθίας, όταν εις ξένην γην δυσαρεστηθή μεγάλως και γίνη περίλυπος, να κτίση πόλιν εκεί, και ν' αφήση ως αρχηγούς αυτής τινάς των συντρόφων του. Εκ τούτου λοιπόν λέγει ότι την μεν πόλιν ήν έκτισεν ωνόμασε Πυθόπολιν, ένεκα του Θεού, τον δε πλησίον ποταμόν εκάλεσε Σολόοντα, εις τιμήν του νεανίσκου· ότι δ' αφήκεν εκεί και τους αδελφούς αυτού ως επιστάτας και νομοθέτας, και μετ' αυτών και τον Έρμον, άνδρα εκ των Αθηναίων Ευπατριδών, εξ ού και οι Πυθοπολίται καλούσιν ένα τόπον «οικίαν Ερμού», κακώς περισπώντες την δευτέραν συλλαβήν, και μεταφέροντες την δόξαν από του ήρωος εις τον Θεόν.
Κ.Ζ. Ο πόλεμος λοιπόν των Αμαζόνων τοιαύτην είχε την πρόφασιν. Φαίνεται δ' ότι ο αγών αυτού δεν έγινε ταπεινός ουδέ γυναικείος· διότι δεν θα εστρατοπέδευον εις αυτήν την πόλιν των Αθηνών, ούτε θα συνήπτον μάχην αμέσως παρά την Πνύκα και το Μουσείον (112), αν δεν εκυρίευον την χώραν και επλησίαζον εις την πόλιν αφόβως. Και ότι μεν ήλθον διαβάσαι, ως ιστορεί ο Ελλάνικος, παγωμένον τον Κιμέριον Βόσπορον (113), είναι δύσκολον να πιστευθή. Ότι δ' εστρατοπέδευσαν εντός αυτής της πόλεως τούτο μαρτυρούσι και τα ονόματα των τόπων και οι τάφοι των πεσόντων. Και επί πολύν μεν καιρόν εδίσταζον αμφότερα τα μέρη, και ανέβαλλον την κατ' αλλήλων προσβολήν. Τέλος δ' ο Θησεύς, κατά τινα χρησμόν, θυσιάσας εις τον Φόβον, εκινήθη κατ' αυτών. Εγένετο δ' η μάχη τον Βοηδρομιώνα (114) μήνα, και δι' αυτήν τελούσι μέχρι τούδε οι Αθηναίοι θυσίαν λεγομένην Βοηδρόμια. Ιστορεί δε και ο Κλείδημος (115), έχων την αξίωσιν να εκθέση ακριβώς τα καθέκαστα, ότι η μεν αριστερά πτέρυξ των Αμαζόνων εξετείνετο προς το καλούμενον σήμερον Αμαζόνειον, η δε δεξιά έφθανεν εις την Πνύκα κατά την Χρύσαν (116)· ότι δ' οι Αθηναίοι επολέμουν κατά των Αμαζόνων, ορμήσαντες από του Μουσείου, και ότι υπάρχουσι τάφοι των πεσόντων περί την πλατείαν ήτις παρά το ηρώον του Χαλκώδοντος (117) φέρει προς τας πύλας αίτινες ήδη καλούνται Πειραϊκαί (118) και ενταύθα μεν ότι εδιώχθησαν μέχρι των Ευμενίδων (119), υποχωρήσαντες εις τας γυναίκας· προσβαλόντες όμως αυτάς από του Παλλαδίου (120) και του Αρδηττού (121) και του Λυκίου (122), απέκρουσαν το δεξιόν αυτών μέχρι του στρατοπέδου, και πολλάς εθανάτωσαν· τον δε τέταρτον μήνα ότι έγιναν συνθήκαι διά της Ιππολύτης· διότι Ιππολύτην ονομάζει αυτός και ουχί Αντιόπην την νυμφευθείσαν τον Θησέα. Τινές δε λέγουσιν ότι πολεμούσα η γυνή αύτη ομού μετά του Θησέως, έπεσεν ακοντισθείσα υπό της Μολπαδίας, και η στήλη ήτις είναι πλησίον εις της Γης της Ολυμπίας το ιερόν (123), ότι δι' αυτήν εστήθη. Παράδοξον δεν είναι ότι επί πραγμάτων τόσον παλαιών πλανάται η ιστορία· αφ' ού λέγουσιν ότι και αι πληγωθείσαι Αμαζόνες, σταλείσαι κρυφίως υπό της Αντιόπης εις την Χαλκίδα, εύρον περιποιήσεις, και μερικαί εξ αυτών ετάφησαν εκεί περί το λεγόμενον Αμαζόνειον. Αλλά του ότι τουλάχιστον ο πόλεμος ετελείωσε διά σπονδών, υπάρχει απόδειξις το όνομα του τόπου πλησίον του Θησείου, ότι ονομάζεται Ορκωμόσιον, και η θυσία ήτις έκπαλαι τελείται εις τας Αμαζόνας προ των Θησείων (124) Δεικνύουσι δε και οι Μεγαρείς τάφον Αμαζόνων εις την πόλιν των, κατά την οδόν την από της αγοράς προς τον καλούμενον Ρουν (125), όπου είναι το Ρομβοειδές (126). Λέγεται δ' ότι άλλαι απέθανον και περί την Χαιρώνειαν (127), και ετάφησαν παρά το ρευμάτιον, το καλούμενον άλλοτε μεν, ως φαίνεται, Θερμώδων (128), τώρα δε Αίμων· περί τούτων όμως έγραψα εν τω βίω του Δημοσθένους (129). Φαίνεται δ' ότι ουδέ την Θεσσαλίαν επέρασαν ανενόχλητοι αι Αμαζόνες, διότι τάφοι αυτών δείκνυνται και τώρα ακόμη περί την Σκοτουσαίαν και τας Κυνός Κεφαλάς (130).
ΚΗ. Και ταύτα μεν είναι τα αξιομνημόνευτα περί των Αμαζόνων διότι όσα περί επαναστάσεως των Αμαζόνων έγραψεν ο ποιητής της Θησηίδος, λέγων ότι όταν ο Θησεύς ενυμφεύετο την Φαίδραν, επετέθη κατ' αυτού η Αντιόπη βοηθουμένη υπό των Αμαζόνων, και ότι ο Ηρακλής τας εφόνευσεν, όλα ταύτα πολύ ομοιάζουσι μύθους και πλάσματα. Ενυμφεύθη δε την Φαίδραν αφ' ού απέθανεν η Αντιόπη, έχων υιόν τον Ιππόλυτον εκ της Αντιόπης· ο δε Πίνδαρος λέγει τον Δημοφώντα. Τας δε δυστυχίας αυτής και του υιού του, επειδή περί αυτών δεν αντιφάσκουσιν αι διηγήσεις των ιστορικών προς τας των τραγικών, πρέπει να τας παραδεχθώμεν ότι συνέβησαν ως εκείνοι όλοι τας διηγούνται.
ΚΘ. Υπάρχουσιν όμως περί των γάμων του Θησέως και έτεροι λόγοι, οίτινες δεν εδραματουργήθησαν διά την σκηνήν, ούτε τας αρχάς δικαίας, ούτε τα τέλη ευτυχή έχοντες. Λέγεται, φέρ' ειπείν, ότι ήρπασεν Αναξώ τινα Τροιζηνίαν, και ότι φονεύσας τον Σίννιν και τον Κερκύονα, έλαβε διά βίας τας θυγατέρας των· ότι δ' ενυμφεύθη προσέτι και την Περίβοιαν, την μητέρα του Αίαντος, και την Φερέβοιαν, και την Ιόπην, κόρην του Ιφικλέους (131), και τον κατηγορούσιν ότι διά τον έρωτα Αίγλης της κόρης του Πανοπέως, ως προανεφέραμεν, εγκατέλιπε την Αριάδνην κακώς και ουχί πρεπόντως. Επί πάσι δε, ότι η αρπαγή της Ελένης επλήρωσε πολέμου την Αττικήν, εις αυτόν δ' έφερε μέχρι τέλους φυγήν και όλεθρον, ως θέλομεν ειπεί μετ' ολίγον. Εν ώ πολλά εγίνοντο τότε κατορθώματα υπό των ανδρείων, ο Ηρόδωρος (132) νομίζει ότι ο Θησεύς εις ουδέν έλαβε μετοχήν, πλην μετά των Λαπίθων εις την Κενταυρομαχίαν. Άλλοι δε φρονούσιν ότι συνεξέπλευσε και μετά του Ιάσονος εις τους Κόλχους (133) και ότι συνέπραξε μετά του Μελεάγρου (134) εις του κάπρου την κατατρόπωσιν, εξ ού ευρέθη και η παροιμία «Ουχί χωρίς του Θησέως» (135)· ότι δ' αυτός, πολλά και καλά κατορθώσας, ουδενός συμμάχου έλαβε χρείαν, και εκ τούτου επεκράτησεν ο λόγος «Άλλος ούτος Ηρακλής» (136). Εβοήθησε δε και τον Άδραστον (137) να λάβη και ενταφιάση τους πεσόντας υπό την Καδμείαν (138), ουχί ως έγραψεν ο Ευριπίδης εις την τραγωδίαν, διά νίκης κατά των Θηβαίων, αλλά πείσας αυτούς και συνθηκολογήσας· διότι ούτω λέγουσιν οι πλείστοι, και ο Φιλόχορος μάλιστα ότι εκείναι εισίν αι πρώται σπονδαί αίτινες ποτέ έγιναν περί συλλέξεως των νεκρών εκ του πεδίου της μάχης. Εγράφη δ' εις τα περί Ηρακλέους, ότι πρώτος ο Ηρακλής (139) απέδωκε τους νεκρούς εις τους πολεμίους. Δεικνύονται δε τάφοι των μεν στρατιωτών του πολέμου εκείνου εις τας Ελευθεράς (140), των δ' αρχηγών εις την Ελευσίνα, και τούτο κατά χάριν του Θησέως προς τον Άδραστον. Μαρτυρούσι δ' εναντίον των Ικετίδων του Ευριπίδου οι Ελευσίνιοι του Αισχύλου (141), όπου ο Θησεύς εισάγεται ταύτα λέγων.
Α. Η δε φιλία αυτού προς τον Πειρίθουν (142) λέγουσιν ότι έγινε κατά τούτον τον τρόπον. Επειδή μεγάλη ήτον η φήμη της σωματικής δυνάμεως και ανδρείας του, θέλων ο Πειρίθους να δοκιμάση αυτήν και να την γνωρίση, εδίωξε τους βόας του εκ του Μαραθώνος, και όταν ήκουσεν ότι εκείνος τον διώκει ένοπλος, δεν έφυγεν, αλλ' εστράφη και τον επρόσμεινεν. Ως δε είδεν ο είς τον άλλον, και εθαύμασαν το κάλλος, και εξεπλάγησαν διά την τόλμην αλλήλων, δεν επολέμησαν, και πρώτος ο Πειρίθους εκτείνας την δεξιάν, είπε προς τον Θησέα να γίνη αυτός ο ίδιος δικαστής της αρπαγής των βοών, και ότι προθύμως θέλει υποβληθή εις ό,τι τον καταδικάση εκείνος· Αλλ' ο Θησεύς και την ποινήν τω εχάρισε, και τον παρεκάλεσε να γίνωσι φίλοι και σύμμαχοι, και συνέδεσαν την φιλίαν δι' όρκου. Μετά δε ταύτα, νυμφευόμενος ο Πειρίθους την Δηιδάμειαν (143), παρεκάλεσε τον Θησέα να έλθη μετ' αυτού, να γνωρίση την χώραν, και να συναναστραφή τους Λαπίδας. Είχε δε προσκαλέση και τους Κενταύρους εις το δείπνον. Επειδή όμως αυτοί εφέροντο αυθαδώς και μετ' ασελγίας, και μεθύοντες δεν άφηνον τας γυναίκας ησύχους, οι Λαπίθαι ηθέλησαν να τας υπερασπισθώσι, και άλλους μεν εξ αυτών εθανάτωσαν, άλλους δε νικήσαντες εις τον πόλεμον, διά της βοηθείας και του Θησέως, τους εδίωξεν από της χώρας. Ο δε Ηρόδωρος λέγει ότι άλλως έγιναν ταύτα· ότι ο πόλεμος ήτον ήδη κεκηρυγμένος, και ο Θησεύς ήλθε να βοηθήση τους Λαπίθας, και ότι τότε πρώτον εγνώρισεν εξ όψεως τον Ηρακλέα, επιμεληθείς να τον απαντήση εις την Τραχίνα (144), αφ' ού είχεν ήδη παύσει ο Ηρακλής την πλάνην και τους αγώνας του· ότι δ' η συνάντησίς των έγινε μετά πολλής τιμής και φιλοφροσύνης, και μετ' επαίνων πολλών εκατέρωθεν. Πιθανώτερα, όμως φαίνονται λέγοντες όσοι ιστορούσιν ότι πολλάκις αυτοί απηντήθησαν, και ότι ο Ηρακλής εμυήθη (145) δι' επιμελείας του Θησέως, και δι' αυτού έλαβε τον προαπαιτούμενον καθαρμόν, ού είχεν ανάγκην διά τινας πράξεις του ακουσίους.
ΛΑ. Πεντηκοντούτης δε ήτον ήδη, όταν έπραξε τα κατά την Ελένην, μη πρέποντα εις την ηλικίαν του. Διά τούτο, θέλοντες πολλοί να διορθώσωσι την πράξιν ταύτην, ως το μέγιστον των σφαλμάτων του, λέγουσιν ότι δεν την ήρπασεν αυτός, αλλ' ο Ίδας και Λυγκεύς (146), και ότι λαβών αυτήν παρ' αυτών εις παρακαταθήκην, δεν την έδωκεν εις τους Διοσκούρους (147), οίτινες την εζήτουν ή και, μα τον Δία, ότι ο Τυνδάρεως ο ίδιος την παρέδωκεν εις αυτόν, φοβηθείς Ερανοσφόρον, τον υιόν του Ιπποκόωντος (148), όστις ήθελε να λάβη την Ελένην εν ώ ήτον έτι μικρά. Τα δε πιθανώτερα, και τα υπό πλείστων μαρτυρούμενα είναι, ότι αμφότεροι ήλθον εις την Σπάρτην, και αρπάσαντες την κόρην, εν ώ εχόρευεν εις το ιερόν της Ορθίας Αρτέμιδος (149) έφυγον. Όσοι δ' εστάλησαν να τους καταδιώξωσιν, επήγον μόνον μέχρι της Τεγέας (150), και ούτω διέβησαν αυτοί αφόβως την Πελοπόννησον, και εσυμφώνησαν μεταξύ των, όστις μεν λάβη διά κλήρου την Ελένην, να την έχη γυναίκα του, και να βοηθή τον άλλον να νυμφευθή αλλαχού. Ο κλήρος λοιπόν έπεσεν εις τον Θησέα, όστις λαβών την παρθένον, μη ούσαν εισέτι εις ώραν γάμου, την έφερεν εις τας Αφίδνας (151), την κατώκισε μετά της μητρός του, και την έδωκεν εις τον φίλον του Άφιδνον να την φυλάττη άγνωστον εις όλους τους άλλους. Αποδίδων δε τότε εις τον Πειρίθουν την υποσχεθείσαν υπηρεσίαν, ανεχώρησε μετ' αυτού εις Ήπειρον, διά να λάβωσι την θυγατέρα του Αϊδωνέως, βασιλέως των Μολοσσών, όστις, ονομάσας την γυναίκα του Περσεφόνην, την δε θυγατέρα του Κόρην (152), και τον κύνα του Κέρβερον, υπεχρέου όλους τους ζητούντας εις γάμον την νέαν, προς αυτόν να μάχωνται, και να την λάβη όστις ήθελε τον νικήσει. Ακούσας δ' ότι οι μετά του Πειρίθου δεν ήρχοντο διά να την ζητήσωσιν εις γάμον, αλλά διά να την αρπάσωσι συνέλαβεν αυτούς, και τον μεν Πειρίθουν έρριψεν ευθύς εις τον κύνα, όστις τον κατεσπάραξε, τον δε Θησέα εφυλάκισε.