Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 2

Chapter 269 wordsPublic domain

Ε. Επειδή δε τότε ήτον ακόμη συνήθεια, οι εξερχόμενοι της παιδικής ηλικίας να μεταβαίνωσιν εις Δελφούς, και κόπτοντες την κόμην των να προσφέρωσιν αυτήν εις τον Θεόν, ήλθε και ο Θησεύς εις Δελφούς, όπου είς τόπος μέχρι τούδε ονομάζεται απ' αυτού Θησεία, και έκοψε μόνον το εμπρός μέρος της κόμης του, καθώς ο Όμηρος λέγει ότι οι Άβαντες εκουρεύοντο (12). Έκτοτε το είδος τούτο της κουράς ωνομάσθη Θησηίς εξ αιτίας εκείνου. Έκοπτον δε πρώτοι την κόμην των κατά τον τρόπον τούτον οι Άβαντες, ουχί διδαχθέντες τούτο παρά των Αράβων (13), καθώς τινές νομίζουσιν, ουδέ τους Μυσούς (14) μιμηθέντες, αλλά διότι είναι πολεμικοί, μαχόμενοι εκ του πλησίον, και υπέρ πάντας τους άλλους γεγυμνασμένοι να ρίπτωνται κατά των εναντίων και εις χείρας να έρχωνται προς αυτούς, καθώς μαρτυρεί και ο Αρχίλοχος (15) εις τούτους τους στίχους·

«Ούτε τανύονται τόξα πολλά, ουδέ πλήθος σφενδόναι ρίπτονται, όταν κινή Άρης αγώνας μαχών. εις τα πεδία. Ξιφών πολυστένακτον έργον τελείται· ότι τοιαύτης εισίν έμπειροι μάχης αυτοί οι της Ευβοίας ανδρείοι δεσπόται . . .

Εκουρεύοντο λοιπόν διά να μη δύνανται οι εχθροί, να τους συλλαμβάνωσιν εκ της κόμης. Λέγεται δ' ότι και ο Μακεδών Αλέξανδρος εννοήσας τούτο, διέταξε τους στρατηγούς να ξυρίζωσι των Μακεδόνων τα γένεια, διότι αυτά είναι προχειροτάτη λαβή εις τας μάχας.

ΣΤ. Και όλον μεν τον άλλον καιρόν έκρυπτεν η Αίθρα την αληθινήν του Θησέως γένεσιν, και ο Πιτθεύς διέδιδε περί αυτού ότι εγεννήθη εκ του Ποσειδώνος· διότι οι Τροιζήνιοι σέβονται ιδιαιτέρως τον Ποσειδώνα, και ούτος είναι ο πολιούχος θεός των, εις αυτόν προσφέρουσιν απαρχάς των καρπών των, και τρίαινα έχουσιν έμβλημα επί των νομισμάτων των (16). Όταν δ' έγινεν έφηβος ο Θησεύς, και εκτός σωματικής ανδρείας εδείκνυε και νοός και φρονήματος δύναμιν και σύνεσιν ασφαλή, τότε η Αίθρα τον έφερε προς την πέτραν, την ανήγειρεν ευκόλως, αλλά δεν ηθέλησε ν' απέλθη διά θαλάσσης, της ασφαλεστέρας οδού, αν και τον παρεκάλουν ο πάππος και η μήτηρ του, διότι η διά ξηράς οδοιπορία ήτο δύσκολος, ουδ' είχε μέρος ακίνδυνον και καθαρόν από ληστών και από κακούργων. Εις τους καιρούς εκείνους έζων τω όντι άνθρωποι υπερφυείς, ως φαίνεται, και ακάματοι εις των χειρών τα έργα και εις των ποδών την ταχύτητα και κατά την ανδρείαν του σώματος, τα φυσικά όμως αυτών πλεονεκτήματα εις ουδέν μεταχειριζόμενοι δίκαιον και ωφέλιμον, αλλ' αγαπώντες αυθάδειαν υπερήφανον, και την δύναμίν των πικρώς και οχληρώς εξασκούντες, και διά βίας επικρατούντες και δι' εξολοθρευμών διότι επρέσβευον ότι αιδώς και δικαιοσύνη, ισότης και φιλανθρωπία, κατ' αυτούς επαινούμενα μόνον υπό των κοινών ανθρώπων, όσοι δεν τολμώσι ν' αδικήσωσιν ή φοβούνται μη αδικηθώσι, δεν αρμόζουσιν εις τους δυναμένους να υπερισχύωσιν. Εξ αυτών άλλους μεν κατέστρεψε και εφόνευσεν ο Ηρακλής την χώραν περιερχόμενος, άλλοι δε διαφυγόντες όταν διήρχετο πλησίον αυτών, εφοβούντο και εγίνοντο άφαντοι, δι' ό και τεταπεινωμένους τους παρημέλει. Αφ' ού όμως ο Ηρακλής εδυστύχησε, και, φονεύσας τον Ίφιτον (17) επήγεν εις Λυδίαν, και πολύν καιρόν εκεί έμεινε δούλος της Ομφάλης, ούτω τιμωρήσας αυτός εαυτόν διά τον φόνον, τότε, εις μεν την Λυδίαν επεκράτησεν ασφάλεια και ειρήνη, εις δε την Ελλάδα ανεφύησαν πάλιν και εξερράγησαν αι κακίαι, διότι ουδείς υπήρχε να τας συνέχη και να τας εμποδίζη. Διά τούτο ολεθρία ήτον η οδοιπορία εκ Πελοποννήσου εις τας Αθήνας, και ο Πιτθεύς, διηγούμενος περί εκάστου των ληστών και των κακούργων οποίος τις ήτον και τι έπραττε κατά των ξένων, ηγωνίζετο να πείση τον Θησέα ν' απέλθη διά θαλάσσης. Εκείνον όμως προ πολλού, ως φαίνεται, διέκαιε κρυφίως η δόξα της αρετής του Ηρακλέους, και πολλήν είχε προς εκείνον υπόληψιν, και προθυμώτατα ήκουε να διηγώνται οποίος ήτον εκείνος, και μάλιστα παρ' όσων έτυχον αυτήκοοι των λόγων του και αυτόπται των έργων του. Τότε δε προφανέστατον ήτον ότι έπαθεν ό,τι μετά ταύτα ο Θεμιστοκλής, όταν είπεν ότι δεν τον αφίνει να κοιμηθή του Μιλτιάδου το τρόπαιον (18). Ομοίως και ούτος, την ανδρείαν θαυμάζων του Ηρακλέους, και διά νυκτός αυτού τας πράξεις ωνειρεύετο, και την ημέραν αυτού τον εκέντα ο ζήλος, και τον ηρέθιζε να θέλη να πράξη τα ίδια.

Ζ. Είχον δε και συγγένειαν προς αλλήλους, εξαδέλφων όντες υιοί· διότι η μεν Αίθρα ήτον θυγάτηρ του Πιτθέως, η δ' Αλκμήνη της Λαοδίκης, και η Λαοδίκη και ο Πιτθεύς ήσαν αδελφοί, τέκνα της Ιπποδαμείας και του Πέλοπος. Βαρύ λοιπόν και ανυπόφορον τω εφαίνετο, εκείνος μεν να περιέρχηται πανταχού ζητών τους κακούς, και να καθαρίζη θάλασσαν και ξηράν, αυτός δε, να δραπετεύση και τους προχείρους αγώνας, διά θαλάσσης φυγάς, τον μεν νομιζόμενον και λεγόμενον πατέρα του καταισχύνων, εις δε τον αληθή του πατέρα απερχόμενος να φέρη, ως γνωρίσματα, πέδιλα και ασήμαντον ξίφος, και όχι γενναία έργα και μεγάλας πράξεις ως εναργείς αποδείξεις της ευγενείας του. Τοιαύτα έχων φρονήματα και ούτως αναλογιζόμενος ανεχώρησε, προτιθέμενος κανένα μεν να μη αδικήση, αλλά ν' αποκρούση τους θέλοντας βίαν εναντίον του να επιχειρήσωσι.

Η. Και πρώτον μεν εις την Επιδαυρίαν απήντησε τον Περιφήτην, όστις επελέγετο Κορυνήτης, διότι μετεχειρίζετο χονδρόν ρόπαλον, η Κ ο ρ ύ ν η ν, και επειδή αυτός ηθέλησε να τον εμποδίση να διαβή, τον επολέμησε και τον εφόνευσε. Τω ήρεσε δε το ρόπαλον, και λαβών αυτό, το είχεν ως όπλον, και το έφερε πάντοτε, καθώς ο Ηρακλής το δέρμα του λέοντος. Και το μεν δέρμα ήτο δι' εκείνον, όταν το εφόρει, ως επίδειξις ποίον φοβερόν θηρίον κατέβαλε: το δε ρόπαλον εδείκνυεν ο Θησεύς καυχώμενος ότι αυτό ενικήθη μεν υπ' αυτού, εις τας χείρας του δ' ήτον ανίκητον. Εις δε τον Ισθμόν εφόνευσε τον Σίννιν τον Πιτυοκάμπτην (19) καθ' όν τρόπον αυτός πολλούς εφόνευεν, ούτε μελετήσας τοιαύτα έργα, ούτε έξιν έχων αυτών, άλλα δείξας ότι η αληθής ανδρεία νικά και τέχνην και άσκησιν. Είχε δ' ο Σίννις ωραίαν και μεγάλην θυγατέρα, ήτις ελέγετο Περιγούνη. Ταύτην, φυγούσαν μετά τον θάνατον του πατρός της, εζήτει περιφερόμενος ο Θησεύς. Εκείνη δε, απελθούσα εις τόπον έχοντα θάμνους πολλούς, και αστοιβάς (20) και σπαράγγια, τα παρεκάλει ακάκως και μετά παιδικής απλότητας, και προσηύχετο προς αυτά, ορκιζομένη, αν την σώσωσι και την κρύψωσι, ποτέ να μη τα βλάψη ουδέ να τα καύση. Επειδή όμως ο Θησεύς την εκάλει, και την εβεβαίου ότι θέλει την επιμεληθή και δεν θέλει την κακοποιήσει, ήλθε προς αυτόν· και τότε μεν εκ του Θησέως απέκτησεν υιόν τον Μελάνιππον μετά ταύτα δε την ενύμφευσεν ο Θησεύς μετά Δηιονέως του υιού Ευρύτου του Οιχαλέως (21). Υιός δε Μελανίππου του Θησέως εγένετο ο Ίωξος, όστις συναπώκησε μετά του Ορνύτου (22) εις την Καρίαν. Εξ αυτού δ' επεκράτησεν οι Ιωξίδαι (23), άνδρες και γυναίκες, να μη καίωσιν ούτε σπαραγγίων ακάνθας ούτε αστοιβάς, αλλά να σέβωνται και τιμώσιν αυτά.

Θ. Της δε Κρομμυώνος (24) η αγριόχοιρος, ήτις «φαιά» επωνομάζετο, δεν ήτο θηρίον ασήμαντον, αλλά μάχιμον, και δύσκολο να κατατροπωθή. Κατ' αυτής εν παρόδω, και διά να μη φαίνηται ότι τα κάμνει όλα κατ' ανάγκην, αντιταχθείς, την εφόνευσε, φρονών ότι πρέπει ο ανδρείος των μεν κακών ανθρώπων ν' αποκρούη τας προσβολάς, κατά δε των θηρίων όσα εισί γενναία πρώτος να επιπίπτη, να μάχηται και να κινδυνεύη. Τινές δε λέγουσιν ότι η Φαιά ήτον γυνή μετερχομένη τον ληστρικόν βίον, φονική και ακόλαστος, και ότι κατοικούσα αυτόθι εν Κρομμυώνι, επωνομάσθη αγριόχοιρος διά το ήθος και τον τρόπον του βίου της· ο δε Θησεύς ότι έπειτα την εφόνευσεν.

I. Εμπρός δε της Μεγαρίδος έρριψε κατά πετρών και εθανάτωσε τον Σκίρωνα, ως μεν ο κοινός λόγος, διότι ελήστευε τους διαβάτας, ως δέ τινες λέγουσι, διότι μεθ' υπερηφανείας και ύβρεως ήπλωνε τους πόδας του εις τους ξένους διά να τους πλύνωσι, και έπειτα, ενώ τους έπλυνον, τους ελάκτιζε και τους εκρήμνιζεν εις την θάλασσαν (25). Οι δ' εκ Μεγάρων συγγραφείς, αντιλέγοντες προς την φήμην ταύτην, και κατά της πολυχρονίου παραδόσεως πολεμούντες, ως ο Σιμωνίδης (26) εκφράζεται, λέγουσιν ότι ούτε ληστής ούτε υβριστής ήτον ο Σκίρων, αλλά τιμωρός των ληστών μάλιστα, και φίλος και οικείος των αγαθών και δικαίων ανθρώπων. Διότι ο Αιακός (27) εθεωρείτο ως είς των οσιωτάτων Ελλήνων, εις τον Σαλαμίνιον δε Κυχρέα (28) απεδίδοντο Θεών τιμαί εν Αθήναις, την δε του Πηλέως και του Τελαμώνος (29) αρετήν ουδείς αγνοεί· ο Σκίρων όμως του μεν Κυχρέως λέγουσιν ότι ήτον γαμβρός, του δ' Αιακού πενθερός, πάππος δε του Πηλέως και Τελαμώνος, οίτινες εγεννήθησαν εκ της Ενδηίδος, θυγατρός του Σκίρωνος και της Χαρικλούς. Δεν είναι λοιπόν πιθανόν οι άριστοι να εσυγγένευσαν μετά του κακίστου, και να έλαβον και έδωκαν μετ' αυτού ό,τι μέγιστον έχει τις και ό,τι πολυτιμότατον. Λέγουσι δ' ότι ο Θησεύς, όχι όταν κατά πρώτον διηυθύνετο εις Αθήνας, αλλά μετά ταύτα, εκυρίευσε την Ελευσίνα, κατεχομένων υπό των Μεγαρέων, και εδίωξε τον άρχοντα Διοκλέα, και εθανάτωσε τον Σκίρωνα. Τοιαύτα αυτοί αντιλέγουσι περί τούτων.

ΙΑ. Εις δε την Ελευσίνα επάλαισε προς τον εξ Αρκαδίας Κερκύονα (30), και τον εφόνευσεν· ολίγον δε προχωρήσας, εθανάτωσε κατά τον Ερινεόν (31) τον Προκρούστην Δαμάστην (32), βιάσας το σώμα αυτού να εξισωθή προς την κλίνην του, ως εβίαζεν εκείνος τους ξένους. Ταύτα δε πράττων, εμιμείτο τον Ηρακλέα, όστις, αποκρούων τους προσβάλλοντας αυτόν διά των ιδίων τρόπων καθ' ούς τον επολέμουν, εθυσίασε μεν τον Βούσιριν, εφόνευσε δε διά πάλης τον Ανταίον, διά μονομαχίας δε τον Κύκνον, και τον Τέρμερον (33), θραύσας την κεφαλήν του, εξ ού λέγεται ότι ωνομάσθη και το Τερμέρειον κακόν (34)· διότι, ως φαίνεται, ο Τέρμερος εθανάτου τους ξένους κτυπών αυτούς με την κεφαλήν του. Ούτω και ο Θησεύς επήρχετο κατά των πονηρών και τους ετιμώρει, την αυτήν βίαν επιφέρων κατ' αυτών, ήν αυτοί κατ' άλλων μετεχειρίζοντο, και δικαίως αυτούς θανατών διά των τρόπων της αδικίας των.

ΙΒ. Όταν δε προχωρών έφθασε προς τον Κηφισόν (35), άνδρες εκ του γένους των Φυταλιδών (36) τον απήντησαν και τον εχαιρέτησαν πρώτοι, και έχοντα ανάγκην θρησκευτικών καθαρμών, τον εξήγνισαν κατά τα παραδεδεγμένα (37), και θυσιάσαντες τα Μειλίχια (38), τον εφίλευσαν εις την οικίαν των, εν ώ πριν ουδεμίαν περιποίησιν είχεν απαντήσει κατά την οδοιπορίαν του. Λέγεται δ' ότι εισήλθεν εις τας Αθήνας την ογδόην ημέραν του μηνός Κρονίου, όστις σήμερον ονομάζεται Εκατομβαιών (39). Εύρε δε τα κοινά της πόλεως πράγματα πλήρη διχονοίας και ταραχής, και ιδίως εις κακήν κατάστασιν τα του Αιγέως και του οίκου αυτού· διότι η Μήδεια (40), φυγούσα εκ της Κορίνθου, συγκατώκει μετά του Αιγέως, υποσχεθείσα αυτώ να τον απαλλάξη της ατεκνίας διά φαρμάκων. Μαντεύσασα δ' αύτη την έλευσιν του Θησέως, κατέπεισε τον Αιγέα, όστις ηγνόει αυτήν, και γέρων ήδη ων, υπώπτευε τα πάντα εξ αιτίας της στάσεως, να προσκαλέση αυτόν, ως ξένον, εις την τράπεζαν, και να τον φαρμακεύση. Ελθών λοιπόν εις το γεύμα ο Θησεύς, δεν ηθέλησε να ειπή κατ' αρχάς τις ήτον, αλλά θέλων να δώση αφορμήν εις τον Αιγέα να τον γνωρίση, έσυρε την μάχαιραν, ως διά να κόψη τα παρατεθειμένα κρέατα, και τω την εδείκνυε. Τότε δ' αμέσως εννοήσας ο Αιγεύς ότι ήτον αυτός, έρριψε μεν το ποτήριον των φαρμάκων, εξετάσας δε τον υιόν του, τον κατησπάζετο, και συναθροίσας τους πολίτας, τον παρουσίαζεν εις αυτούς, και εκείνοι μετά χαράς τον εδέχοντο διά την ανδραγαθίαν του. Λέγεται δ' ότι, όταν το ποτήριον έπεσε, το φάρμακον εχύθη όπου σήμερον υπάρχει ο περίφρακτος τόπος εις το Δελφίνιον (41)· διότι εις τούτο το μέρος ην του Αιγέως η κατοικία· και τον Ερμήν (42) τον ιστάμενον προς ανατολάς του ιερού ονομάζουσι «τον επί των πυλών του Αιγέως.»

Η. Οι δε Παλλαντίδαι, πριν μεν ήλπιζον να διαδεχθώσιν αυτοί την βασιλείαν, αφ' ού ο Αιγεύς απέθνησκεν άτεκνος. Αλλ' αφ' ού ανεδείχθη διάδοχος ο Θησεύς, μη δυνάμενοι να υποφέρωσιν ότι εβασίλευσε μεν ο Αιγεύς, θετός ων του Πανδίονος (43), και ουδεμίαν συγγένειαν έχων προς τους Ερεχθείδας, έμελλε δε να βασιλεύση και ο Θησεύς, όστις και αυτός ήτο ξένος και αλλαχόθεν ελθών, εκίνησαν πόλεμον· και διαιρεθέντες εις δύο, οι μεν εβάδιζον φανερώς κατά της πόλεως μετά του πατρός των από του Σφηττού (44), οι δ' άλλοι εκρύβησαν εις τον Γαργηττόν (45), και έμεινον εις ενέδραν, όπως επιπέσωσιν εκ δύο μερών κατά των εναντίων. Υπήρχε δε μετ' αυτών κήρυξ τις Αγνούσιος (46), ονομαζόμενος Λ ε ώ ς. Ούτος κατήγγειλεν εις τον Θησέα όσα εσχεδίαζον οι Παλλαντίδαι· διό επιπεσών εξαίφνης ο Θησεύς κατά των Παλλαντιδών, όσοι έμενον εις την ενέδραν, τους εθανάτωσεν όλους. Ακούσαντες δε τούτο και οι λοιποί του Πάλλαντος οπαδοί, διεσπάρησαν και αυτοί. Από της περιστάσεως εκείνης λέγεται ότι δεν γίνονται γάμοι μεταξύ των Παλληναίων (47) και των Αγνουσίων, και ότι δεν κηρύττηται εις των Παλληναίων τον δήμον το εγχώριον κύρηγμα «Ακούετε λεώ (48)», διότι μισούσι το όνομα τούτο εξ αιτίας της προδοσίας του ανδρός.

ΙΔ. Ο δε Θησεύς, θέλων να μη μένη αργός, προσέτι δε και να κερδήση του δήμου την εύνοιαν, επήγε να πολεμήση τον Μαραθώνιον ταύρον, όστις ηνόχλει πολύ τους κατοικούντας την Τετράπολιν (49)· τον συνέλαβε δε ζωντανόν, και τον περιέφερε προς επίδειξιν εις την πόλιν, και έπειτα τον εθυσίασεν εις τον Δελφίνιον Απόλλωνα. Ο δε περί Εκάλης μύθος, και περί της φιλοξενίας και της υποδοχής αυτής, δεν φαίνεται να στερήται εντελώς αληθείας· διότι οι πέριξ δήμοι, συνερχόμενοι, έθυον Εκαλήσια εις τον Εκάλειον Δία, και ετίμων την Εκάλην, υποκοριστικώς Εκαλίνην αυτήν ονομάζοντες, διότι και εκείνη φιλοξενήσασα τον Θησέα, νεώτατον όντα τότε, τον ησπάζετο ως γραία, και τον επεριποιείτο διά τοιούτων υποκορισμών. Ευχηθείσα δ' υπέρ αυτού εις τον Δία όταν απήρχετο προς την μάχην, υπεσχέθη, αν επιστρέψη σώος, να τελέση θυσίαν. Επειδή δ' αύτη απέθανε προ της επιστροφής του, έλαβε τας ειρημένας αμοιβάς της φιλοξενίας της κατά διαταγήν του Θησέως, ως ιστορεί ο Φιλόχορος (50).

ΙΕ. Ολίγον δε μετά ταύτα ήλθον διά τρίτην φοράν εκ Κρήτης οι έχοντες να λάβωσι τον φόρον, περί ού οι πλείστοι των συγγραφέων διηγούνται, ότι επειδή ενομίσθη ότι ο Ανδρόγειος (51) εφονεύθη δολίως περί την Αττικήν, ο Μίνως εκακοποίει τους κατοίκους αυτής πολεμών, και ο Θεός έφθειρε την χώραν, και αφορία έπεσε πολλή και νόσος, και οι ποταμοί εξηράνθησαν. Επειδή δ' ο Θεός τοις παρήγγειλεν ότι, αν εξιλεώσωσι τον Μίνωα και φιλιωθώσι μετ' αυτού, η θεία οργή θέλει παύσει, και θέλουσιν απαλλαγή των κακών, έστειλαν κήρυκας και τον παρεκάλεσαν, και συνωμολόγησαν συνθήκας να στέλλωσιν ως φόρον κάθε εννέα έτη (52) ανά επτά νέους και επτά παρθένους. Ως προς τα παιδία δε ταύτα ο μύθος διηγείται επί το τραγικώτερον, ότι τα εφόνευεν ο Μινώταυρος εν τω λαβυρίνθω, ή ότι πλανώμενα αυτά εκεί, και μη δυνάμενα να εξέλθωσιν, απέθνησκον εντός αυτού· ότι δ' ο Μινώταυρος ήτο

«σύμμικτον είδος, τερατώδες νήπιον,

ως λέγει ο Ευρυπίδης (53) και

«φύσει μικτός, ταύρος ομού και άνθρωπος.

ΙΣΤ. Ο Φιλόχορος όμως λέγει, ότι ταύτα δεν τα δέχονται οι Κρήτες, αλλά λέγουσιν ότι ο λαβύρινθος ήτον φυλακή, ουδέν άλλο κακόν έχουσα, εκτός ότι οι φυλακιζόμενοι δεν ημπόρουν να διαφύγωσιν· ότε δ' ο Μίνως κατέστησε γυμνικόν αγώνα εις μνήμην του Ανδρογέου, και έδιδεν εις τους νικητάς ως βραβεία τους παίδας των Αθηναίων, τους φυλαττομένους εντός του Λαβυρίνθου. Εις τους πρώτους λοιπόν αγώνας ότι ενίκησεν ο ισχυρώτατος των τότε στρατηγών του, καλούμενος Ταύρος, άνθρωπος τους τρόπους τραχύς και ανήμερος, και προσφερόμενος βαρέως και υπερηφάνως εις τα παιδία των Αθηναίων. Και ο Αριστοτέλης δε φαίνεται, εις το σύγγραμμά του περί πολιτείας των Βοττιαίων (54), μη πιστεύων ότι εφονεύοντο οι παίδες υπό του Μίνωος, αλλ' ότι δουλεύοντες εγήρασκον εις την Κρήτην· ότι δ' οι Κρήτες, εκπληρούντες ποτέ παλαιάν των ευχήν, έστειλαν εις Δελφούς προσφοράν ανθρώπων, και μετά των στελλομένων ότι ανεμίχθησαν και εκείνων απόγονοι· επειδή δε δεν ήσαν ικανοί να πορίζωνται αυτόθι τα προς το ζην, ότι επέρασαν πρώτον εις την Ιταλίαν, εκεί κατώκησαν περί την Ιαπογίαν, και εκείθεν πάλιν μετέβησαν εις την Θράκην, όπου ωνομάσθησαν Βοττιαίοι· δι' ό και αι κόραι των Βοττιαίων, όταν τελώσι θυσίαν, ψάλλουσιν «Υπάγωμεν εις Αθήνας». Φαίνεται δ' ότι κακόν είναι τω όντι να δυσαρεστήση τις πόλιν ήτις έχει φωνήν και μούσαν, διότι ο Μίνως ποτέ δεν έπαυσε κατηγορούμενος και υβριζόμενος εις τα αττικά θέατρα, ούτε ο Ησίοδος τον ωφέλησεν ονομάσας αυτόν «βασιλεύτατον», ούτε ο Όμηρος (55) ειπών αυτόν «του Διός συνήθη»· αλλ' επικρατήσαντες οι τραγικοί, εκένωσαν επ' αυτόν από της σκηνής πάσαν αδοξίαν, ως αν ήτο κακός και βίαιος άνθρωπος. Και όμως λέγουσιν ότι ο Μίνως ήτο Βασιλεύς και νομοθέτης (56), ο δε Ραδάμανθυς ότι ήτον φύλαξ των δικαίων ως εκείνος τα ώρισε.

ΙΖ. Όταν λοιπόν έφθασεν ο καιρός της τρίτης πληρωμής του φόρου, και όσοι πατέρες είχον νέα παιδία ηναγκάζοντο να κληρώσωσιν αυτά, ήρχισε πάλιν να διαβάλληται ο Αιγεύς προς τους πολίτας, οίτινες ωδύροντο και ηγανάκτουν, ότι όλων εκείνος ήτον αίτιος, και όμως μόνος μένει εντελώς αμέτοχος του κακού, και νόθον και ξένον υιόν καθιστών διάδοχον της βασιλείας, ουδέ φροντίζει καν δι' αυτούς, ότι έμενον έρημοι γνησίων υιών και άπαιδες. Δι' αυτά ελυπείτο ο Θησεύς, και δίκαιον νομίζων να μη αδιαφορήση, αλλά να λάβη την αυτήν τύχην μετά των λοιπών πολιτών, ήλθε και παρεδόθη μόνος του χωρίς κλήρου. Και οι μεν άλλοι εθαύμασαν το φρόνημά του, και ηγάπησαν τον δημοτικόν του τρόπον· ο δ' Αιγεύς, βλέπων αυτόν απ' εναντίας όλων των παρακλήσεων και των ικεσιών του αμετάπειστον μένοντα και αμετάτρεπτον, έτριψε κλήρον διά τα άλλα παιδία. Ο Ελλάνικος (57) δε λέγει ότι δεν έστειλεν η πόλις τους κληρωτούς και τας κληρωτάς, αλλ' ότι ερχόμενος ο ίδιος Μίνως, ελάμβανε κατ' εκλογήν όν τινα ήθελε, και ότι, συμφώνως προς τας συνθήκας, πρώτον μεταξύ όλων έλαβε τον Θησέα· ότι δ' ήσαν αι συνθήκαι να δίδωσι το πλοίον οι Αθηναίοι, και οι νεανίαι να επιβιβάζωνται εις αυτό, χωρίς να φέρωσι κανέν όπλον πολεμικόν· η ποινή δ' αύτη ότι θα έπαυεν όταν ο Μινώταυρος εφονεύετο. Και προ τούτου μεν ουδεμία υπήρχεν ελπίς σωτηρίας, δι' ό και έστελλον το πλοίον μέλαν έχον ιστίον, ως διά συμφοράν βεβαίαν. Τότε δ' επειδή ο Θησεύς ενεθάρρυνε τον πατέρα του, και εκαυχάτο ότι θέλει νικήσει τον Μινώταυρον, έδωκεν ο Αιγεύς και άλλο ιστίον λευκόν εις τον κυβερνήτην, παραγγείλας εις αυτόν, αν επιστρέφη φέρων τον Θησέα σωθέντα, να κρεμάση το λευκόν, ειδεμή ν' αφήση το μέλαν, εις δείγμα της συμφοράς. Ο Σιμωνίδης (58) όμως λέγει ότι το ιστίον δεν ήτον λευκόν, αλλά κόκκινον, βεβαμμένον εις υγρόν χρώμα νωπού πρινοκοκκίου, και ότι τούτο εδόθη υπό του Αιγέως ως σημείον της σωτηρίας των. Και κατά μεν τον Σιμωνίδην εκυβέρνα το πλοίον ο Αμαρσυάδης (59) Φέρεκλος. Ο δε Φιλόχορος λέγει, ότι ο Θησεύς έλαβεν εκ Σαλαμίνος παρά του Σκίρου (60) κυβερνήτην μεν τον Ναυσίθοον, πρωρέα δε τον Φαίακα, διότι οι Αθηναίοι δεν ήσαν έτι τότε έμπειροι της θαλάσσης, μεταξύ δε των αποπλεόντων νέων ήτον και ο Μενέσθης, προς θυγατρός εγγονός του Σκίρου. Ταύτα δε μαρτυρούσι και τα ήρωα του Ναυσιθόου και του Φαίακος, τα οικοδομηθέντα εις το Φάληρον υπό του Θησέως, πλησίον εις του Σκίρου το ιερόν, και η εορτή τα Κυβερνήσια, τελουμένη προς τιμήν εκείνων κατά το λέγειν του.

ΙΗ. Αφ' ού δ' έγινεν η κλήρωσις, λαβών τους λαχόντας ο Θησεύς εκ του Πρυτανείου (61), και ελθών εις το Δελφίνιον (62) κατέθεσεν ι κ ε τ η ρ ί α ν υπέρ αυτού εις τον Απόλλωνα. Ήτον δ' αύτη κλάδος της ιεράς ελαίας (63), έχων στέμμα μαλλίων λευκών.

Προσευχηθείς δε, κατέβη εις την θάλασσαν την έκτην του Μουνυχιώνος (64), ημέραν καθ' ήν και μέχρι τούδε στέλλονται αι νεανίδες εις το Δελφίνιον να παρακαλέσωσι τον Θεόν. Λέγεται δ' ότι ο μεν Θεός των Δελφών τω έδωκε χρησμόν να λάβη την Αφροδίτην ως οδηγόν, και να την επικαλεσθή ως συνοδοιπόρον· ότι δ' εν ώ εθυσίαζον εις αυτόν προς το παραθαλάσσιον αίγα θηλυκήν, μετεβλήθη αιφνηδίως αυτή εις τράγον, εξ ού και η θεά ωνομάσθη Επιτραγία (65).

1Θ. Αφ' ού δ' έφθασεν εις την Κρήτην, καθ' ά πλείστοι των ιστορικών και των ποιητών διηγούνται, λαβών κλωστήν παρά της Αριάδνης, ήτις τον ηγάπησε, και διδαχθείς πώς να εξέλθη από των περιστροφών (66) του Λαβυρίνθου, εφόνευσε τον Μινώταυρον, και απέπλευσε λαβών μεθ' εαυτού την Αριάδνην και τα παιδία. Ο δε Φερεκύδης (67) λέγει ότι ο Θησεύς έκοψε και τας καθέδρας (68) των Κρητικών πλοίων, διά να εμποδίση να τον καταδιώξωσι. Λέγει δ' ο Δήμων (69) ότι εφονεύθη και ο Ταύρος, στρατηγός του Μίνωος, ναυμαχήσας εντός του λιμένος, όταν ο Θησεύς εξέπλεεν. Ως δ' έγραψεν ο Φιλόχορος εν τη ιστορία του, ο Μίνως ετέλει αγώνας, και όλοι νομίζοντες ότι πάλιν θέλει νικήσει ο Ταύρος, τον εφθόνουν, διότι η δύναμις αυτού, διά τον κακόν του τρόπον, ήτον μισητή, και υπήρχον κατ' αυτού κατηγορίαι ότι είχε σχέσεις μετά της Πασιφάης (70). Διά τούτο εις τον Θησέα, ζητούντα ν' αγωνισθή και αυτός, έδωκεν ο Μίνως την άδειαν. Επειδή δε εις την Κρήτην υπάρχει συνήθεια να παρευρίσκωνται εις τους αγώνας και αι γυναίκες, η Αριάδνη παρούσα, εξεπλάγη διά το κάλλος του Θησέως, και τον εθαύμασεν ότι ενίκησεν όλους τους αθλητάς. Ευχαριστηθείς δε και ο Μίνως, μάλιστα διότι ενικήθη και κατησχύνθη ο Ταύρος, απέδωκε τους παίδας εις τον Θησέα, και απήλλαξε την πόλιν από του φόρου. Περί αυτών τούτων όμως διηγείται ο Κλείδημος (71) κατ' ιδιαίτερον όλως και παράδοξον τρόπον, αρχόμενος από υψηλότερα· ότι ψήφισμα υπήρχε κοινόν πάντων των Ελλήνων, ουδεμία τριήρης να εκπλέη από κανέν μέρος, έχουσα περισσοτέρους των πέντε ανδρών, εις μόνον δε τον Ιάσωνα (72), τον κυβερνήτην της Αργούς, ότι επετρέπετο να περιπλέη με περισσοτέρους, διώκων τα ληστρικά πλοία από της θαλάσσης. Όταν όμως ο Δαίδαλος έφυγε διά πλοίου εκ Κρήτης εις τας Αθήνας, ο Μίνως εναντίον των συνθηκών τον κατεδίωξε διά πολεμικών τριήρεων, και ριφθείς υπό τρικυμίας εις την Σικελίαν, εκεί απέθανεν. Επειδή δ' ο υιός αυτού Δευκαλίων, πολεμικώς διακείμενος προς τους Αθηναίους, τοις εμήνυσε να τω παραδώσωσι τον Δαίδαλον, φοβερίζων ότι θα εφόνευεν άλλως τους παίδας οίτινες είχον δοθή εις τον Μίνωα ως όμηροι, εις αυτόν μεν απεκρίθη πράως ο Θησεύς, παρακαλών να τω αφήση τον Δαίδαλον, ως εξάδελφόν του, διότι ην υιός της Μερόπης, θυγατρός του Ερεχθέως· συγχρόνως όμως εδόθη εις ναυπηγίαν, αφ' ενός μεν εις τας Αθήνας, κατά τους Θυμοιτάδας (73), μακράν της οδού ήτις εσυχνάζετο υπό ξένων, αφ' ετέρου δε εις την Τροιζήνα, διά του Πιτθέως, διότι ήθελε να μη τον εννοήσωσιν. Άμα δε τα πλοία ητοιμάσθησαν, εξέπλευσεν, έχων οδηγούς τον Δαίδαλον και άλλους φυγάδας εκ Κρήτης· και επειδή ουδείς το εγνώριζε, και οι Κρήτες ενόμιζον ότι φιλικά ήσαν τα ερχόμενα πλοία, εκυρίευσε τον λιμένα, απέβη, και ελθών εις Κνωσσόν, επολέμησε παρά τας πύλας του Λαβυρίνθου, και εφόνευσε τον Δευκαλίωνα και τους δορυφόρους αυτού. Τότε ανέλαβε την εξουσίαν η Αριάδνη, και ο Θησεύς, προς αυτήν συνθηκολογήσας, έλαβεν οπίσω τους παίδας, και εφιλίωσε τους Αθηναίους προς τους Κρήτας, ομόσαντας ποτέ πλέον να μη πολεμήσωσι κατ' αυτών.

Κ. Περί τούτων δε ως και περί της Αριάδνης και πολλοί άλλοι λέγονται λόγοι, αλλ' εντελώς προς αλλήλους διαφωνούντες· διότι τινές μεν λέγουσιν ότι εγκαταλειφθείσα υπό του Θησέως, εκρεμάσθη, άλλοι δε ότι κομισθείσα υπό των ναυτών εις την Νάξον, ενυμφεύθη τον ιερέα του Διονύσου Ώναρον, και ότι ο Θησεύς την κατέλιπε διότι ηγάπα άλλην.

«Της Πανοπίδος δεινός τον κατέτηκεν Αίγλης ο έρως».

Τον στίχον τούτον λέγει Ηρέας ο Μεγαρεύς (74) ότι ο Πεισίστρατος (75) αφήρεσεν από των ποιημάτων του Ησιόδου, ως επρόσθεσεν εις την κατάβασιν εις Άδου του Ομήρου (76) τον·

Ό τε Θησεύς και Πειρίθους, Θεών μεγαλόδοξα τέκνα,

θέλων να ευχαριστήση τους Αθηναίους. Τινές δε λέγουσιν ότι η Αριάδνη και υιούς εγέννησεν εκ του Θησέως, τον Οινοπίονα και τον Στάφυλον (77). Είς εξ αυτών είναι και ο Ίων ο Χίος (78), λέγων περί της πατρίδος του·

Ην είχε κτίσει ποτέ ο Θησέως υιός Οινοπίων.