Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 14

Chapter 14245 wordsPublic domain

Εκ τούτου λέγεται ότι εγίνοντο θρασύτεραι, και ανδρώδεις προς αυτούς ακόμη τους άνδρας, διότι τους οίκους αύται εντελώς εκυβέρνων, εις δε τα δημόσια πράγματα και εγνωμοδότουν και εξεφράζοντο παρρησία υπέρ των μεγίστων. Ο δε Νουμάς διετήρησεν εις τας συζύγους την υπόληψιν των ανδρών και την τιμήν, ήν είχον επί του Ρωμύλου, περιποιούμεναι ένεκα της αρπαγής. Επέβαλεν όμως εις αυτάς πολλήν αιδώ, και αφήρεσε την πολυπραγμοσύνην, και τας εδίδαξε να μη μεθύωσι, και τας συνείθισεν εις την σιωπήν, ώστε ποτέ μεν να μη πίνωσιν οίνον, ποτέ δε να μη ομιλώσιν, ουδέ διά τ' αναγκαιότερα, χωρίς ανδρός. Λέγεται δ' ότι γυνή ωμίλησέ ποτε εις ιδίαν δίκην εν τη αγορά, και η σύγκλητος έπεμψεν εις τον Θεόν να ερωτήση τι το σημείον τούτο προανήγγελλεν εις την πόλιν (454). Και εν γένει της ευπειθείας και της πραότητος αυτών μέγα τεκμήριον είναι η μνήμη των χειροτέρων μεταξύ αυτών. Διότι καθώς οι ιστορικοί ημών γράφουσι περί των πρώτων οίτινες έπραξαν εμφύλιον φόνον, ή επολέμησαν κατ' αδελφών, ή έγινον πατροκτόνοι ή μητροκτόνοι, ούτω και οι Ρωμαίοι μνημονεύουσιν ότι πρώτος μεν εχώρισε την γυναίκα του ο Σπόριος Καρβίλιος, διακόσια τριάκοντα έτη μετά της Ρώμης την κτίσιν, χωρίς προ τούτου ουδέν τοιούτον να γίνη· πρώτη δε γυνή η του Πιναρίου, Θαλαία ονομαζομένη, ήλθεν εις έριν προς την πενθεράν αυτής Γεγανίαν, επί βασιλείας Ταρκυνίου Σουπέρβου. Τόσον καλώς και κοσμίως ήσαν διατεταγμένα τα των γάμων υπό του νομοθέτου.

Δ. Εις δε την επίλοιπον των παρθένων ανατροφήν συμφωνούσι και τα περί νυμφεύσεως νενομοθετημένα· διότι ο μεν Λυκούργος τας ενύμφευεν ωρίμους ήδη και όταν επεθύμουν τον γάμον, ίνα η σχέσις αυτών, καθ' ήν ώραν ήδη την απήτει η φύσις, γίνηται αρχή έρωτος και φιλίας μάλλον, παρά μίσους και φόβου, ως προξενούσιν οι βίαιοι γάμοι οι παρά της φύσεως την εποχήν γινόμενοι, και ίνα τα σώματα έχωσι δύναμιν ν' αντέχωσιν εις τας εγκυμοσύνας και εις τους πόνους, διότι του γάμου ο μόνος σκοπός ήτον η γέννησις καλών τέκνων. Οι δε Ρωμαίοι τας έδιδον δωδεκαετείς και έτι νεωτέρας, επί λόγω ότι ούτως ο σύζυγος ελάμβανε σώμα και ήθος καθαρόν και αμόλυντον. Προφανές άρα είναι ότι ο μεν είς των τρόπων είναι φυσικώτερος προς τέκνων απόλαυσιν, ο δ' έτερος ηθικώτερος προς καλήν συμβίωσιν. Ως όμως προς την επιστασίαν των παιδίων και τας συμβιώσεις αυτών, και την παιδαγωγίαν και τας συγκοινωνίας, και την εις δείπνα και γυμνάσια και παιγνίδια τάξιν και κοσμιότητα, ο Λυκούργος αποδεικνύει κατ' ουδέν ανώτερον του τυχόντος νομοθέτου τον Νουμάν, όστις εις την θέλησιν ή τας ανάγκας των πατέρων αφήκε την των νέων ανατροφήν, αν τις ήθελε να καταστήση τον υιόν του εργάτην γης, ή ναυπηγόν, ή να τον διδάξη να γίνη χαλκεύς ή αυλητής, ως αν δεν έπρεπεν ευθύς εξ αρχής προς έν τέλος να οδηγώνται και να διαμορφώνται ομού κατά τα ήθη, αλλά καθώς επιβάτης εις ναυν, άλλος εξ άλλης ορμώμενος χρείας και προαιρέσεως, να μη συνενώνται υπέρ των κοινών ειμή μόνον εν κινδύνοις, εκ φόβου υπέρ των ιδίων, άλλως δ' έκαστος εις το ίδιον μόνον αυτού ν' αποβλέπη συμφέρον. Και τους μεν συνήθεις των νομοθετών, όσοι έσφαλον δι' άγνοιαν ή δι' αδυναμίαν, δεν είναι δίκαιον να μεμφώμεθα διά τούτο. Αλλ' ανήρ σοφός, παραλαβών βασιλείαν δήμου νεοσυστάτου και εις ουδέν αντιτείνοντος, τι πρώτον έπρεπε να φροντίση παρά την των παίδων ανατροφήν και την των νέων άσκησιν, όπως μη γενώσι διάφοροι κατά τα ήθη και ταραχώδεις, αλλ' όπως συνδέωνται προς αλλήλους ευθύς εξ αρχής, προς κοινόν ούτως ειπείν ιχνάριον (455) αρετής πλαττόμενοι και διατυπούμενοι; Τούτο ωφέλησε τον Λυκούργον και κατά τ' άλλα και προς την σωτηρίαν των νόμων του. Διότι μικρός θα ήτον των νόμων ο φόβος, αν η παιδεία και η αγωγή δεν είχον πως αναμίξει τους νόμους μετά των ηθών, και συνοικειώσει μετά της ανατροφής την αγάπην της πολιτείας· ώστε υπέρ τα πεντακόσια έτη παρέμεινον αι κυριώταται και αι μέγισται των πολιτικών, αυτού διατάξεων, ως προσηρμοσμέναι διά βαφής ανοθεύτου και στερεάς. Μετά του Νουμά εξ εναντίας ευθύς συνεξέλιπε και αυτό τούτο, όπερ ην της πολιτείας του ο σκοπός, το να διάγη η Ρώμη εν ειρήνη και εν φιλία· και μετά τον θάνατον εκείνου ηνέωξαν του αμφιθύρου οίκου, όν αυτός εκράτει κεκλεισμένον, ως τω όντι αν είχεν εν αυτώ τον πόλεμον εις την φυλακήν διά να τον ημερώση, και τας δύω θύρας, αίματος και νεκρών την Ιταλίαν πληρώσαντες· και ουδ' ολίγον καν καιρόν διέμεινεν η καλλίστη εκείνη και δικαιοτάτη κατάστασις, διότι δεν περιείχε και το συντηρητικόν αυτής στοιχείον, την ανατροφήν. Και τι λοιπόν; θα ειπή τις· μήπως η Ρώμη δεν επρόκοψε διά των πολέμων;

Αλλά το ερώτημα τούτο μακράν απαιτεί απόκρισιν προς ανθρώπους θέτοντας το καλόν εις τον πλούτον, την τρυφήν και την δύναμιν μάλλον, παρά εις την σωτηρίαν και την πραότητα και την μετά δικαιοσύνης αυτάρκειαν. Αλλά και τούτο δύναται να φανή υπέρ του Λυκούργου συνηγορούν, ότι οι μεν Ρωμαίοι επέδωκαν τοσούτον όταν ήλλαξαν την επί Νουμά κατάστασιν· οι δε Λακεδαιμόνιοι άμα κατά πρώτον εμακρύνθησαν των διατάξεων του Λυκούργου, ευθύς από μεγίστων εγένοντο ταπεινότατοι, απώλεσαν των Ελλήνων την ηγεμονίαν, και εκινδύνευσαν εντελώς να εξαφανισθώσι. Τούτο όμως του Νουμά είναι μέγα και θείον ως αληθώς, ότι ξένος ων, και αλλαχόθεν προσκεκλημένος, μετέβαλε τα πάντα διά της πειθούς, και υπερίσχυσεν επί πόλεως ουκέτι ομονοούσης, ούτε όπλων έχων ανάγκην, ούτε βίας τινός, ως ο Λυκούργος, όστις εκίνησε τους αρίστους κατά του δήμου, αλλά διά της σοφίας και της δικαιοσύνης συνέδεσε και συνήρμοσε πάντας κάλλιστα.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ

* *

1) Γενικώς

1α) Ο Πλούταρχος κατ' άλλην τάξιν, ή μάλλον όλως ατάκτως έγραψε τους Βίους του· οι δ' εκδόται αυτού κατέταξαν αυτούς έπειτα κατά χρονολογικήν σειράν, ήν ενομίσαμεν ευλογώτερον ν' ακολουθήσωμεν και εμείς.

2) Επτ. επί Θήβ. 473 και 397-8.

3) Ο Θησεύς ελέγετο υιός του Ποσειδώνος και της Αίθρας, ο δε Ρωμύλος του Άρεως και της Ρέας Σιλβίας.

4) Ομήρ. Ιλιάς II. 281.

5) Πανάρχαιος, αυτόχθων Βασιλεύς των Αθηνών, υιός Ηφαίστου και Αθηνάς, ή Κρανάης, εγγονής του Κραναού, β'. βασιλέως των Αθηνών. Υποτίθεται ζήσας κατά τον 16ον αιώνα π. Χ. Υιός αυτού ην ο Πανδίων, όν διεδέχθησαν κατά σειράν Ερεχθεύς Β, Κέκροψ Β, Παιδίων Β, πατήρ ή θετός πατήρ του Αιγέως, πατρός του Θησέως.

6) Υιός του Ταντάλου εκ Φρυγίας. Τον μέγαν του πλούτον έλαβεν εκ του όρους Σιπύλου της Μαιονίας.

7) Το γνωστόν διδακτικόν ποίημα του Ησιόδου, το επιγραφόμενον «Έργα και ημέραι».

8) Ησιόδ. Έργ. και Ημ. ΣΤ. 368.

9) Πάλλας, αδελφός του Αιγέως, ελπίζων ότι οι υιοί του θα εκληρονόμουν αυτόν, ως άτεκνον όντα.

10) Εις το παραθαλάσσιον, κατά πρόνοιαν του Πιτθέως, διά να ονομασθή υιός Ποσειδώνος, εις θέσιν επικληθείσαν υπ' αυτού Γεννέθλιον, παρά τον λιμένα Καλένδερον (Παυσαν. Β, 32), το σημερινόν Βίδι του Πόρου.

11) Σιλανίων, γλύπτης Αθηναίος, σύγχρονος του Αλεξάνδρου. Παρράσιος, περίφημος ζωγράφος Εφέσιος, εις Αθήνας πολιτογραφηθείς επί του Πελοποννησιακού πολέμου.

12) Ιλιάς Β, 543. Ήσαν δ' οι Άβαντες Θράκες την καταγωγήν, κατοικήσαντες και την Εύβοιαν.

13) Εις την ήδη κατοικουμένην υπό των Αβάντων Εύβοιαν μετώκησαν Άραβες μετά του Κάδμου, κατά Στράβ. Ι, 19.

14) Μυσία η ευρωπαϊκή, ή και Μοισία, η μεταξύ Δουνάβεως και Αίμου χώρα της Βουλγαρίας και Σερβίας, κατοικουμένη εξ αρχαιοτάτων χρόνων υπό Σκυθών και Γετών.

15) Αρχίλοχος, Πάριος σατυρικός ποιητής, της 7ης, ως νομίζεται, π. Χ. εκατονταετηρίδος.

16) Ο επισημότερος ναός του Ποσειδώνος της Τροιζηνίας έκειτο εις την κορυφήν της νήσου Πόρου, όπου και ερείπια αυτού σώζονται.

17) Ίφιτος, υιός του βασιλέως της εν Ευβοία Οιχαλίας, ού ο Ηρακλής έκλεψε τας ίππους. Ευρών δ' αυτόν μετά ταύτα εις την Πελοπόννησο, τον εκρήμνισεν από του τείχους της Τύρινθος και τον εφόνευσε. Νοσήσας δε διά το έγκλημα τούτο, απήλθε, κατά χρησμόν, εις την εν μικρά Ασία Λυδίαν, και προς εξιλασμόν επωλήθη εκεί εις την βασίλισσαν του τόπου Ομφάλην.

18) Ίδ. Β. Θεμιστ. 3.

19) Ο Σίννης ωνομάζετο Πιτυοκάμπτης, διότι όταν συνελάμβανέ τινα, έκαμπτε δύω πίτυς (δύω πεύκας ελύγιζε), και εις την κορυφήν αυτών αμφοτέρων έδενε τον συλληφθέντα, όστις εσπαράττετο ούτως όταν ανωρθούντο τα δένδρα. Ίδ. και Παυσ. Β, 1.

20) Αστοιβή, είδος φρυγάνου, ούτως εις όλην σχεδόν την Ελλάδα κοινώς καλούμενον. Το αρχαίον στοιβή.

21) Ο Δηιονεύς, αδελφός του Ιφίτου, Ίδ. Σ. 8, 1.

22) Πιθανώς ο εκ Τευθίδος της Αρκαδίας, όστις ηρνήθη να συνεκστρατεύση μετά του Αγαμέμνονος. Ίδ. Παυσ. Η, 28.

23) Πιθανώς φυλή εν Καρία.

24) Κρομμυών, χωρίον μεταξύ Κορίνθου και Μεγάρων, πιθανώς εις Κιναίταν, επονομασθείσα κατά τον μύθον από Κρόμμου του Ποσειδώνος, πιθανώς όμως από των περιφήμων « μεγαρικών κρομμύων», δι' ών έρρεον τα «μεγαρικά δάκρυα ». Ίδ. Σχολ. Αριστοφ. Εφ. 245. Plin. Η. Ν. XX 9.

25) Η θέσις των κακουργημάτων τούτων ήτον η «Κακή σκάλα», αι απόκρημνοι «Σκιρωνίδες πέτραι», ως την ωνόμαζον οι αρχαίοι, αι «σκιραί» ή σκληραί και τραχείαι. « Σκίρων» δε είναι και ο σφοδρός βορειοδυτικός άνεμος, ού η βία ήρκει όπως κρημνίζη τους διαβάτας από των δυσβάτων εκείνων κρημνών.

26) Σιμωνίδης, ποιητής ελεγείων εξ Αμοργού, ακμάσας περί τα 500 π. Χ.

27) Αιακός, υιός του Διός και της Αιγίνης.

28) Κυχρεύς, υιός Ποσειδώνος και Σαλαμίνος.

29) Πηλεύς και Τελαμών, υιοί του Αιακού, άρξαντες ο μεν εν Φθία ο δ' εν Σαλαμίνι.

30) Κερκύων, ληστής και αυτός, προκαλών εις πάλην τους παροδίτας.

31) Ερινεός, θέσις πλησίον της Ελευσίνος, κατά τον Ελευσίνιον Κηφισόν.

32) Πολυπήμονα και ουχί Δαμάστην λέγει τον Προκρούστην ο Παυσανίας. Ούτος ήπλωνε τους ξένους εις κλίνην, και αν μεν ήσαν μακρότεροι αυτής, τοις απέκοπτε τα άκρα, αν δε βραχύτεροι, τους εξήρθρου βιαίως διά να τους εξισώση προς την κλίνην, και ούτω βασανίζων τους εθανάτωνε.

33) Βούσιρις, μισόξενος βασιλεύς της Αιγύπτου, υιός του Ποσειδώνος και της Λυσιανάσσης, θυσιάζων εις τον Δία τους ξένους. Ανταίος, υιός της Γης και του Ποσειδώνος, γίγας εν Λιβύη, φονεύων τους ξένους διά της πάλης, και ακαταγώνιστος, διότι οσάκις επάτει το έδαφος της μητρός του, ενελάμβε νέας δυνάμεις. — Κύκνος, υιός Άρεως και Πελοπίας εν Θεσσαλία, ληστής φονεύων τους ξένους εν μονομαχία. — Τέρμερος, ληστής Θεσσαλός και αυτός.

34) «Τ ε ρ μ έ ρ ε ι α κ α κ ά είναι κυρίως η παροιμία, και φαίνεται ότι αληθώς παράγεται εκ του ότι επιφέρουσι το τ έ ρ μ α του βίου.

35) Τον ρύακα προς δυσμάς των Αθηνών.

36) Ο Αττικός λαός, πριν διαιρεθή εις δήμους πολιτικώς, διηρείτο εις γένη, συγκείμενα εκ μελών εχόντων σχέσιν συγγενικήν ή κοινής καταγωγής, και επιμελουμένων έν κοινόν οικογενειακόν ιερόν. Ο Φύταλος ην ήρως όστις, όταν η Δήμητρα περιεφέρετο ζητούσα την κόρην της, εφιλοξένησεν αυτήν παρά τον Κηφισόν, και η θεά εις αμοιβήν τω έδωκε να φ υ τ ε ύ σ η την πρώτην συκήν. Τον τάφον αυτού είδεν ο Παυσανίας. Φυταλίδαι δ' ήσαν το γένος του Φυτάλου, μετέχοντες εν Ελευσίνι και της Επιστασίας των μυστηρίων.

37) Κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους ο διά φόνου, έστω και δικαίου, μιάνας τας χείρας του, έπρεπε ν' αγνισθή διά θρησκευτικών τελετών.

38) Θυσία εις τον Μειλίχιον (τον φιλάνθρωπον) Δία.

39) Ο πρώτος μην του αττικού έτους, αντιστοιχεί προς Ιούνιον — Ιούλιον.

40) Μήδεια, θυγάτηρ του Αιήτου, Βασιλέως της Κολχίδος, μάγισσα, έφυγε μετ' Αργοναυτών, και εγκαταλειφθείσα εις την Κόρινθον υπό του Ιάσωνος, κατέφυγεν εκείθεν προς τον Αιγέα,

41) Δελφίνιον, ναός του Απόλλωνος, όπου συνήρχετο και έν των φονικών δικαστηρίων. Έκειτο προς ανατολάς της πόλεως.

42) Ερμής, το άγαλμα του Θεού, ή μάλλον τετράγωνος στήλη, φέρουσα κεφαλήν Ερμού, και χρησιμεύουσα εις οδοδείκτην ή όριον.

43) Ο Αιγεύς ελέγετο υιός του Σκίρου.

44) Σφηττός, Δήμος της Αττικής, ως φαίνεται κατά τα Μεσόγεια κείμενος, πιθανώς περί το χωρίον το καλούμενον σήμερον Σπάττα.

45) Γαργηττός, δήμος και αυτός, διατηρών το αρχαίον όνομα, εις την πεδιάδα μεταξύ Πεντελικού και Υμητού.

46) Αγνούσιος, εξ Αγνούντος, δήμου και αυτού των Μεσογείων, εις χωρίον Μαρκόπουλον.

47) Παλλήνη, δήμος πλησιέστατος και αυτός εις τον Γαργηττόν, Βαλλήνη και σήμερον καλούμενος, και, ως φαίνεται, πατρίς των Παλλαντιδών.

48) Λεώ, αττικώς αντί «λαοί».

49) Την Τετράπολιν απετέλουν αι τέσσαρες εις την κοιλάδα του Μαραθώνος κείμεναι κώμαι Μαραθών, Προβάλινθος, Τρικόρυθος και Οινόη, ήτις διατηρεί το αρχαίον της όνομα.

50) Φιλόχορος, Αθηναίος ιστοριογράφος, περί τα 200 π. Χ. γράψας εκτός άλλων ιστορίαν της αρχαίας Αττικής.

51) Υιός του Μίνωος, βασιλέως της Κρήτης.

52) Ιδ. και Διόδ. Κ, 61.

53) Εκ δέματος μη σωζομένου.

54) Συνέγραψεν ο Αριστοτέλης περιγραφήν 162 ή κατ' άλλους 255 πολιτειών, δυστυχώς μη διατηρηθείσαν.

55) Οδύσσ. Τ. 179.

56) Εκ Πλάτ. Μίν. σ. 321. Κατά τινας ήσαν δύω Μίνωες, ο πάππος, σοφός και νομοθέτης, και ο εγγονός, ο επιβάλων τον φόρον.

57) Ελλάνικος, ιστορικός εκ Λέσβου, σύγχρονος του Ηροδότου, έγραψεν ιστορίαν της Αττικής.

58) Ίδ. ανωτ. § I.

59) Άραγε Αμαρσίου υιός, ή μη κρύπτεται ίσως ενταύθα κάτοικός τις της περιχώρου του ναού της Αμβροσίας Αρτέμιδος, του σημερινού Αμαρουσίου παρά την Κηφισίαν;

60) Ίδ. § I.

61) Πρυτανείον, το οικοδόμημα των συνεδριάσεων των πρυτάνεων, ήτοι των μηνιαίων προέδρων της Βουλής. Η μνεία αυτού επί Θησέως είναι αναχρονισμός. Έκειτο δ' υπό τους βορείους πρόποδας της Ακροπόλεως.

62) Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ.

63) Ιερά ελαία, ήν εφύτευσεν η Αθηνά επί της Ακροπόλεως εν τω Ερεχθείω, και αφ' ής κατήγοντο όλαι αι ελαίαι των Αθηνών.

64) Εκ των πρώτων ημερών του Απριλίου.

65) Ο τράγος ην ιερός τη Αφροδίτη, ένεκα των ηθών του ζώου, ιδίως μάλιστα εν Κύπρω, όπου επί των νομισμάτων τράγος παρίσταται, και μάλιστα ενίοτε φέρων επικαθημένην Αφροδίτην. Προφανώς εκ της λατρείας ταύτης παρήχθη το επίθετον της Θεάς, και μετά ταύτα ο μύθος περί της αφορμής της επωνυμίας.

66) Αριάδνη, η θυγάτηρ του Μίνωος, τω έδωκε κλωστήν, δέσας την μίαν άκραν εις την είσοδον του λαβυρίνθου, όταν εισήρχετο, εκράτει την άλλην, και ούτως εδυνήθη να οδηγηθή, όταν ηθέλησε να εξέλθη πάλιν.

67) Φερεκύδαι ήσαν δύο, ο εκ Σύρου της Κυκλάδος, διδάσκαλος του Πυθαγόρου, ο πρώτοις Έλλην πεζογράφος, και έτερος Αθηναίος, ολίγον του Ηροδότου προγενέστερος, γράψας Ιστορίαν των αρχαίων Αθηναίων. Τούτον αινίττεται ο Πλούταρχος.

68) Ε δ ά φ η) λέγει το κείμενον, υπό Ησυχίου εξηγούμενον αντί ε δ ώ λ ι α Ο δε Κοραής εικάζει πιθανώς Λ α ί φ η, ήτοι ιστία, διότι ούτε τα εδάφη ούτε τας έδρας εδύνατο να κόψη ευκόλως ο Θησεύς

69) Δήμων, αγνώστου εποχής. Έγραψε περί παροιμιών κατά Σουίδαν.

70) Πασιφάη, γυνή του Μίνωος, κόρη του Ηλίου, και αδελφή της Κίρκης και του Αήτου.

71) Κλείδημος, ιστοριογράφος επί των μηδικών, γράψας την ιστορίαν της Αττικής.

72) Τον αρχηγόν των Αργοναυτών.

73) Δήμος, αποτελών τετράκωμον μετά του Πειραιώς, του Φαλήρου και της Ξυπέτης. Ίσως προς τον Πορθμόν της Σαλαμίνος.

74) Ηρέας, ιστορικός άλλως άγνωστος. Ίδ. και Β. ΣΟλ. Ι.

75) Ο τύραννος των Αθηνών, όστις συνήγαγε και διερρύθμισε τα ποιήματα του Ομήρου.

76) Η Ν ε κ υ ί α του Ομήρου, το Λ. της Οδυσσείας.

77) Προφανές ότι Οινοπίων και Στάφυλος εισίν ονόματα αναφερόμενα εις τον μύθον του Βάκχου.

78) Ίων, ποιητής τραγικός και διθυραμβικός, ακμάσας περί Ολυμπ. 82. Ίδ. Σημείωση 388.

79) Παίων, συγγραφεύς αλλαχόθεν άγνωστος, εξ Αμαθούντος της Κύπρου.

80) Γορπιαίος, μην αντιστοιχών προς τον Σεπτέμβριον κατά Μακεδόνας και Σύρους. Η Κύπρος, ως ισχυρώς κατοικουμένη υπό Φοινίκων, φαίνεται ότι είχε το συριακόν μηνολόγιον.

81) Οι Κύπριοι είχον την φοινικικήν λατρείαν της Αστάρτης Αφροδίτης.

82) Λέγεται ότι ο Κρητικός χορός έχει μέχρι τούδε τον αυτόν χαρακτήρα.

83) Δικαίαρχος, εκ Μεσσήνης της Σικελίας, μαθητής του Αριστοτέλους, φιλόσοφος και ιστορικός. Ολίγα της Γεωγραφίας αυτού σώζονται.

84) Αλλαχού (Πότερ. των ζώων φρονιμ.) λέγει δ ε ξ ι ώ ν. Ο αρχαιότατος ούτος βωμός είχε κατασκευασθή υπό του Απόλλωνος εκ κεράτων των δορκάδων άς η Άρτεμις είχε φονεύσει εν Κύθνω. (Καλλίμ. Ύμν. εις Απόλλ.).

85) Κατά Παυσανίαν εκρημνίσθη από της Ακροπόλεως όπισθεν του Ναού της Νίκης.

86) Ωσχοφόρια, εορτή καθ' ήν παίδες Αθηναίοι κλήματα μετά σταφυλών διά χειρών έχοντες, επόμπευον από του ναού του Βάκχου εις τον της Σκιράδος Αθηνάς.

87) Πυανεψιών, ο τέταρτος αττικός μην, αντιστοιχών προς σεπτέμβριον-οκτώβριον. Ωνομάσθη δε, διότι την εβδόμην αυτού ημέραν ετελούντο τα Πυανέψια, έψησις πυάνων, ή κυάμων.

88) Οι υιοί του Ηρακλέους, διωχθέντες υπό του Ευρυσθέως, κατέφυγον εις Αθήνας και εφιλοξενήθησαν, κατοικισθέντες εις τον Μαραθώνα.

89) Τριακόντορος λέγεται η ναυς η έχουσα τριάκοντα κώπας καθ' όλον το μήκος της πλευράς αυτής· τριήρης, η έχουσα τρεις επαλλήλους σειράς κωπών.

90) Δημ. ο Φαληρεύς διεύθυνε την πολιτείαν εν Αθήναις περί Ολ. 114. Ο Καλλίμαχος (Υμ. εις Δήλον) λέγει το πλοίον τούτο υπάρχον έτι επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου, φέρον ετησίως την θεωρίαν εις Δήλον, και αθάνατον.

91) Αυξόμενος λόγος, ή λόγος των αυξομένων, επίνοια των σοφιστών, και ιδίως του Κώου ή Συρακούσιου Επιχάρμου, καθ' ήν τα οργανικά και εις αύξησιν υποκείμενα όντα δεν έμενον τα αυτά· ώστε δήθεν ο δανεισθείς την μίαν ημέραν, δεν ώφειλε την άλλην διότι ήτον άλλος άνθρωπος (Πλούτ. Περί των υπό του θείου βραδ. τιμ).

92) Τα ωσχοφόρια, ως αποδεικνύουσι τα καθέκαστα της εορτής, και αυτό το όνομα του γένους του επιμελουμένου της θυσίας, ην εορτή της φθινοπωρινής συγκομιδής, συμπλεχθείσα μετά ταύτα μετά των περί Θησέως μυθευομένων.

93) Ίδ. ανωτ. §. ΙΘ.

94) Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ.

95) Άστυ έλεγον την πόλιν των Αθηνών.

96) Θυσία διά την μετοικεσίαν δήθεν των δήμων εις Αθηνάς. Ίσως μάλλον διά τας προς τους πολίτας σχέσεις των ξένων μετοίκων. Ο Θουκυδίδης και άλλοι ονομάζουσι την θυσίαν Συνοίκια.

97) Ίδ. ανωτ. §. ΙΒ.

98) Σίβυλλα, όνομα αποδιδόμενον εις μάντιδας διαφόρων μερών. «Η περιφημοτέρα παρά Ρωμαίοις ην η της Κύμης εν Καμπανία» αλλ' η αρχαιοτέρα ην η Δελφική. Κατά Παυσανίαν (Α, 20) επί της κατακτήσεως των Αθηνών υπό Σύλλα, το εν Δελφοίς μαντείον έδωκε τον περί του ασκού χρησμόν τούτον τοις Αθηναίοις.

99) «Δ ε ύ ρ' ί τ ε π ά ν τ ε ς λ ε ώ».

100) Ευπατρίδας, Γεωμόρους, Δημιουργούς.

101) Μέρος του Β της Ιλιάδος.

102) Ίδε ανωτ. § IΔ.

103) Ό,τι ήτον ισότιμον δέκα ή εκατόν βοών.

104) Υιός της Ινούς, ήτις μετ' αυτού ερρίφθη από της Σκιρωνίδος πέτρας, όταν ο ανήρ της Αθάμας την εδίωκε διά να την φονεύση.

105) Κάνηθος, υιός του Άβαντος εξ Ευβοίας. Ίδε μη η υπό τας Σκιρωνίδας πέτρας νέα θέσις Κηνέθα είναι παραφθορά επωνύμου τινός χωρίου του Κανήθου τούτου.

106) Ίδ. ανωτ. §. ΙΖ.

107) Ανδρών, ιστορικός αλλαχόθεν άγνωστος.

108) Ίδ. ανωτ. §. ΙΘ.

109) Ηρόδωρος, εξ Ηρακλείας του Πόντου, επί Αλεξάνδρου έγραψεν Αργοναυτικά και περί Ηρακλέους.

110) Βίωνες δύω εισί γνωστοί, ο ποιητής ειδυλλίων εκ Σμύρνης, σύγχρονος του Θεοκρίτου, και ο εκ Βορυσθένους, φιλόσοφος της Κυρηναϊκής σχολής.

111) Η μεταξύ Προποντίδος και Ευξείνου πόντου επαρχία τη μικράς Ασίας.

112) Μουσείον, λόφος αντικρύ της Ακροπόλεως, εφ' ού ετάφη ο ποιητής Μουσαίος. Την σήμερον λόφος του Φιλοπάππου, διά το αυτόθι σωζόμενον μνημείον Αντιόχου του Φιλοπάππου, ηγεμόνος τίνος της Κομμαγηνής. Η Πνυξ κείται αμέσως δυτικώς του Μουσείου.

113) Κιμμέριος Βόσπορος, ο πορθμός του Αζώφ.

114) Βοηδρομιών αντιστοιχεί προς αύγουστον - σεπτέμβριον.

115) Ίδ. ανωτ. §. IΘ.

116) Τις η Χρύσα άγνωστον, και υπ' ουδενός άλλου αναφέρεται συγγραφέως.

117) Η θέσις διατηρεί το αρχαίον όνομα, παραμορφωθέν ολίγον εις «Χαλούρι». Ο δε Χαλκώδων ήτον βασιλεύς των εν Ευβοία Αβάντων.

118) Περαϊκαί πύλαι, προς το νοτιοδυτικόν του Θησείου, υπό τον λόφον των νυμφών.

119) Ευμενίδων ιερόν υπό τον Άρειον Πάγον.

120) Παλλάδιον, δικαστήριον κατά τ' ανατολικά της πόλεως κείμενον.

121) Θέσις προς το στάδιον, αρχαιότατα δικαστήριον.

122) Ναός Απόλλωνος, και γυμνάσιον προς τον Ιλισσόν.

123) Παρά τον ναόν του Ολυμπίου Διός.

124) Της εορτής του Θησέως.

125) Η βρύσις προς βοράν των Μεγάρων, εις τα Πηγάδια.

126) Ρομβοειδές, μνημείον τι ονομασθέν ως εκ του σχήματός του.

127) Πόλις της Βοιωτίας, πατρίς του Πλουτάρχου.

128) Ο Θερμώδων ην και ο ποταμός όστις επήγαζεν εκ της χώρας των Αμαζόνων.

129) Όν επομένως έγραψε προ του Θησέως.

130) Κυνός Κεφαλαί, δύω υψηλοί λόφοι περί την Σκοτουσαίαν, πόλιν της Πελασγιώτιδος εν Θεσσαλία.

131) Ηφικλής, αδελφός του Ηρακλέους.

132) Ίδ. ανωτ. §. ΚΣΤ.

133) Εις την αργοναυτικήν εκστρατείαν.

134) Ηγεμών της Καλυδωνίας εν Αιτωλία, θηρεύσας μετ' άλλων ηρώων τον Καλυδώνιον κάπρον.

135) «Ουκ άνευ Θησέως».

136) Κυρίως ο Θησεύς ήτον ο Ηρακλής των αττικών μύθων.

137) Άδραστος, βασιλεύς του Άργους, πενθερός του Πολυνείκους, είς των Επτά επί Θήβας.

138) Καδμεία, ακρόπολις των Θηβών.

139) Φαίνεται ότι ο Πλούταρχος έγραψε και βίον Ηρακλέους απολεσθέντα.

140) Ελευθερία, φρούριον εις τον Πάρνηθα, την σήμερον Κάζα.

141) Ικέτιδες, τραγωδία σωζομένη του Ευριπίδου. Ελευσίνιοι, τραγωδία απολεσθείσα του Αισχύλου.

142) Πειρίθους, βασιλεύς των Λαπίθων, λαού της Θεσσαλίας.

143) Δηιδάμεια, άλλως γνωστή υπό το όνομα Ιπποδάμεια.

144) Τραχίς, πόλις της Φθιώτιδος εις την Οίτην.

145) Τα μυστήρια ήσαν τα της Ελευσίνιας Δήμητρος. Έκαστος ώφειλε να μυηθή εις αυτά. Αλλ' αν είχε πράξει ανόσιόν τι, προ πάντων φόνον, έπρεπε προηγουμένως να καθαρθή διά τινων θρησκευτικών τελετών, αίτινες κατά έν έτος προηγούντο της μυήσεως.

146) Ίδας και Λυγκεύς, υιοί του Αφαρέως, εκ Μεσσήνης.

147) Οι Διόσκουροι, αδελφοί της Ελένης και της Κλυτεμνήστρας εκ του Διός και της Λήδας, γυναικός του Τυνδάρεω, βασιλέως της Σπάρτης.

148) Ιπποκόων αδελφός του Τυνδάρεω, ού ήρπασε τον θρόνον.

149) Ορθία ελέγετο η Άρτεμις, ής το άγαλμα έφερεν ο Ορέστης εις την Λακωνίαν εκ της Ταυρικής Χερσονήσου. Περί τον βωμόν αυτής εμαστιγούντο οι νέοι.

150) Τεγέα, πόλις της Αρκαδίας.

151) Αφίδναι, δήμος της Αττικής μεταξύ Αθηνών και Μαραθώνος, παρά την Λιόσαν.

152) Κόρην, ως την κόρην της Δήμητρος, αυτήν ταύτην την Περσεφόνην.

153) Ακαδημία, κήπος του Ακαδήμου, χρησιμεύσας έπειτα εις φιλοσοφικούς περιπάτους. Μέχρι τούδε ονομάζεται κοινώς δημία ή Καθήμιο.

154) Ίδ. ανωτ § ΚΑ.

155) Οι Τυνδαρίδαι ούτοι, ή Διόσκουροι, μετεβλήθησαν εις αστέρας, ών ο είς δύει όταν ανατέλλη ο άλλος. Το Άνακες δε, όθεν δήποτε καν παράγεται, εσήμαινε τους βασιλείς ή τους προύχοντας,

156) Ίδε ανωτέρω § Κ.

157) Εις τους αρχαιοτέρους χρόνους φαίνεται ότι όπως μυηθή τις τα Ελευσίνια, έπρεπε να είναι φύσει ή θέσει Αθηναίος, τις δ' ο Π ύ λ ι ο ς άγνωστον. Ίσως ο Περικλύμενος, αδελφός του Νέστορος, όν ενίκησεν ο Ηρακλής

158) Α ν ε κ ά ς κατά τον Αριστοφάνην (Σφήκ. 18)· Αλλά το Ανέκαθεν φαίνεται ακριβέστερον αποδεικνύον τον τύπον Α ν έ κ α ς.

159) Κόρη του Πριάμου.

160) Υιός του Θησέως.

161) Ίστρος, ιστοριογράφος εκ Κυρήνης επί Πτολεμαίων.

162) Ο Θησεύς ήτον ο Ηρακλής των Αθηναίων. Δια τούτο η μεταλλαγή αύτη των ιερών των.

163) Ίδ. ανωτ. § ΚΖ, όπου γράφε Χ α λ κ ο ύ ρ ι αντί Χαλούρι.

164) Ίδ. ανωτ. § ΙΓ.

165) Οι άρχοντες εν Αθήναις ήσαν εννέα τον αριθμόν, κατ' έτος αλλάσσοντες· ο είς αυτών ελέγετο Επώνυμος άρχων, διότι κατ' αυτόν ωνομάζετο το έτος. Ο Φαίδων ήτον άρχων εν Ολυμπ. 76 ά. ήτοι π. Χ. 476.

166) Το επί Πλουτάρχου Γυμνάσιον ην το οικοδομηθέν υπό Πτολεμαίου, μεταξύ της αγοράς και του Θησείου, του ναού υφ' όν ετάφησαν τα οστά του Θησέως.

167) Σεπς. Οκτώβριος. Ίδε § ΚΒ.

168) Ιούνιος — Ιούλιος. Ίδ. ανωτ. § ΙΒ.

169) Γεωγράφος εκ Χάρακος της Ταυρικής Χερσοννήσου, σύγχρονος του Αυγούστου.

170) Ο πρώτος άρτιος αριθμός είναι 2, άρα ο πρώτος αρτίου κύβος 2 X 2 X 2 = 8. Το πρώτον τετράγωνον είναι 2 X 2 = 4 (διότι 1 Χ 1 = 1)· το δε διπλάσιον αυτού 2 Χ 4 = 8. Αι παιδαριώδεις αύται θεωρίαι των αριθμών εισίν απηχήσεις αιγυπτιακής φιλοσοφίας, γνωσθείσης εις την Ελλάδα διά του Πυθαγόρου.

171) Ο περικλείων και ασφαλώς συνέχων την γην.

172) Αρχαιοτάτη Ελληνική φυλή, εξ ής επήγασαν, ως φαίνεται πάσαι αι λοιπαί.

173) Τον Τίβεριν

174) Ιταλός, βασιλεύς των Πελασγών.

175) Αινείας, Τρως, υιός Αγχίσου και Αφροδίτης.

176) Κίρκη η μάγισσα, εις ής την νήσον οι οπαδοί του Οδυσσέως μετεμορφώθησαν εις θηρία.

177) Ημαθίων, υιός του Τιθονού και της Ηούς, βασιλεύς των Αιθιόπων.

178) Τυρρηνοί, αρχαιοτάτη Πελασγική φυλή.

179) Φόρβας, βασιλεύς της Λέσβου.

180) Λαβινία, θυγάτηρ του βασιλέως Λατίνου.

181) Τ α ρ χ έ τ ι ο ς είναι προφανώς άλλος τόπος του Τ α ρ κ ύν ι ο ς, και αμφότερα του Τ υ ρ ρ η ν ό ς εισί δηλαδή ονόματα προσωποποιούντα την αρχαίαν Πελασγικήν φυλήν των Τυρρηνών, ήτις επί τινα χρόνον εκράτησε της Ρώμης και του Λατίου.

182) Αλβανοί, οι κατοικούντες την Άλβην εν Ιταλία.

183) Σχήμα επίμηκες, θεωρούμενον ως αλεξητήριον κατά της βασκανίας.

184) Τηθύς, θυγάτηρ του Ουρανού και της Γης, γυνή του Ωκεανού, μήτηρ του Κρόνου και της Ρέας.

185) Άγνωστος αλλαχόθεν ιστορικός.

186) Ομοίως.

187) Germanus.