Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 13

Chapter 1326 wordsPublic domain

ΙΣΤ. Λέγουσι δ' ότι πρώτος ανήγειρε και ιερόν της Πίστεως και του Τέρμωνος. Και την μεν Πίστιν ότι κατέστησεν όρκον μέγιστον παρά τοις Ρωμαίοις, όν και σήμερον έτι μεταχειρίζονται. Ο δε Τέρμων είναι το σύνορον, και θυσιάζουσιν εις αυτόν δημοσίως και ιδιαιτέρως, όταν θέτωσι των αγρών τα σύνορα, σήμερον μεν έμψυχα, άλλοτε όμως θυσίαν αναίμακτον, διότι ο Νουμάς φιλοσοφικώς επρότεινεν ότι ο θεός, ως φύλαξ ειρήνης και μάρτυς δικαιοσύνης, πρέπει να είναι καθαρός φόνου. Φαίνεται δ' ότι και εν γένει ο Βασιλεύς ούτος οροθέτησε την χώραν, ιδών ότι ο Ρωμύλος δεν ηθέλησε, μετρών τας ιδίας αυτής κτήσεις, να εξομολογηθή πόσην ξένην αφήρει· διότι το σύνορον, αν φυλάττηται μεν, είναι δέσμευσις της δυνάμεως, μη φυλαττόμενον δε, απόδειξις της αδικίας. Ουδ' είχε δ' άφθονον χώραν κατ' αρχάς η πόλις, αλλά πολλήν απέκτησε διά της λόγχης ο Ρωμύλος, και όλην ταύτην διένειμεν ο Νουμάς εις τους απόρους πολίτας, αφαιρών την πτωχείαν, ήτις επιβάλλει την ανάγκην της αδικίας, και τρέπων προς γεωργίαν τον δήμον, εξημερούμενον ομού μετά της χώρας. Διότι κανέν άλλο των επιτηδευμάτων δεν εμπνέει τόσον δριμύν και τόσον ταχύν έρωτα της ειρήνης, όσον το να ζη τις από της γης. Επ' αυτού, της πολεμικής τόλμης όσον μεν απαιτείται προς υπεράσπισιν των ιδίων κτημάτων, διαμένει και σώζεται, όσον δε ρέπει προς αδικίαν και πλεονεξίαν, αποκόπτεται. Διά τούτο και την γεωργίαν εσύστησεν ο Νουμάς παρά τοις πολίταις, ως θέλγητρον της ειρήνης· και αγαπήσας την τέχνην ταύτην μάλλον διά τον λόγον ότι διαρρυθμίζει τα έθνη παρά διότι χορηγεί πλούτον, διήρεσε την χώραν εις μέρη, ά ωνόμασε Πάγους (429) και εις έκαστον αυτών έταξεν επιστάτας και περιπόλους. Ενίοτε δε και αυτός εφορών, και από των έργων συμπεραίνων περί των τρόπων των πολιτών, άλλους μεν αντέμοιβε διά τιμών και εμπιστοσύνης, τους δ' οκνηρούς και αμελείς εσωφρόνιζε μεμφόμενος και κατηγορών.

ΙΖ. Εκ δε των άλλων πολιτικών αυτού μέτρων θαυμάζονται προ πάντων η κατά τέχνας διαίρεσις του λαού. Επειδή η πόλις κατ' αρχάς, ως φαίνεται και ως ερρέθη, συνέστη εκ δύω γενών, ήτο δε πάντοτε διηρημένη, και κατ' ουδένα τρόπον ήθελε να συγχωνευθή εις μίαν, ουδ' ήτο δυνατόν να εξαλειφθή η έχθρα και η διαφωνία, αλλ' υπήρχον πάντοτε συγκρούσεις άπαυστοι μεταξύ των μερών και φιλονεικίαι, συλλογισθείς ότι και τα φύσει σκληρά και δυσκόλως συμμιγνύμενα σώματα, τα μιγνύουσι καταθραύοντες και διαιρούντες αυτά, και ότι αυτά, διά την μικρότητά των, συνενούνται έτι μάλλον, απεφάσισε να κόψη εις περισσοτέρας μικράς διαιρέσεις όλον το πλήθος, και ούτω ρίπτων αυτό εις άλλας διαφοράς, να εξαλείψη την πρώτην και μεγάλην εκείνην, εγκατασπείρων εις μικροτέρας αυτήν. Ήτο δ' η διανομή κατά τέχνας, αυλητών, χρυσοχόων, τεκτόνων, βαφέων, σκυτοτόμων, βυρσοδεψών, χαλκέων, κεραμέων. Τας δε λοιπάς τέχνας εις έν περιλαβών, ανέδειξεν εξ όλων έν σύστημα. Ορίσας δ' εις έκαστον γένος συγκοινωνίας, και συναθροίσεις και τας ανηκούσας τιμάς των Θεών, τότε πρώτον αφήρεσεν από της πόλεως το να λέγωνται οι μεν Σαβίνοι, οι δε Ρωμαίοι, και οι μεν του Τατίου, οι δε του Ρωμύλου πολίται· ώστε η διαίρεσις έγινεν αρμονία, και ανάμιξις όλων προς όλους. Επαινείται δε μεταξύ των πολιτικών αυτού πράξεων και το ότι διώρθωσε τον νόμον όστις επέτρεπεν εις τους πατέρας να πωλώσι τα παιδία των, αφαιρέσας τους νενυμφευμένους, αν ο γάμος εγένετο κατά συγκατάθεσιν και διαταγήν του πατρός. Διότι σκληρόν τω εφαίνετο, γυνή ήτις ενυμφεύθη ελεύθερον, να είναι σύζυγος δούλου.

III. Ενησχολήθη δε και είς τινα περί τα ουράνια πραγματείαν, ουχί μεν ακριβώς, αλλ' ούτε ως εντελώς θεωρίας εστερημένος. Διότι, επί της βασιλείας του Ρωμύλου, εμέτρουν τους μήνας ατάκτως και ακανονίστως, άλλους μεν υπολογίζοντες προς είκοσι ημέρας, άλλους δε προς τριακονταπέντε, και άλλους προς περισσοτέρας. Δεν είχον δε τότε ουδεμίαν ιδέαν της συμβαινούσης ανωμαλίας περί την σελήνην και τον ήλιον, και έν εφύλαττον μόνον, το έτος να είναι τριακοσίων εξήκοντα ημερών. Ο δε Νουμάς, υπολογίζων ότι η διαφορά της ανωμαλίας ήτον ένδεκα ημερών, διότι το μεν σεληνιακόν έτος έχει τριακοσίας πεντηκοντατέσσαρας ημέρας, το δε ηλιακόν τριακοσίας εξήκοντα πέντε, τας ένδεκα ταύτας ημέρας διπλασιάζων, προσέθηκε καθ' έκαστον δεύτερον ενιαυτόν κατόπιν του Φεβρουαρίου μηνός τον εμβόλιμον, Μερκηδίνον καλούμενον υπό των Ρωμαίων, έχοντα δ' ημέρας εικοσιδύω. Και αύτη μεν η θεραπεία ήν εφεύρεν αυτός διά την ανωμαλίαν, έμελλε μεγαλητέρων θεραπειών να έχη έτι ανάγκην. Ήλλαξε δε και των μηνών την τάξιν, τον μάρτιον, όστις ήτον πρώτος, τρίτον τάξας, και πρώτον παραδεχθείς τον Ιανουάριον, όστις ήτον ενδέκατος επί του Ρωμύλου· δωδεκατος δε και τελευταίος ήτον ο Φεβρουάριος, όστις τώρα θεωρείται ως δεύτερος. Πολλοί δε λέγουσιν ότι υπό του Νουμά προσετέθησαν ούτοι οι μήνες, ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος, ενώ εξ αρχής είχον δέκα μήνας εις το έτος, καθώς τινές των βαρβάρων έχουσι τρεις, και εκ των Ελλήνων οι μεν Αρκάδες έχουσι τέσσαρας, οι δ' Ακαρνάνες έξ. Παρά δε τοις Αιγυπτίοις ήτον ενός μηνός το έτος και έπειτα τεσσάρων, ως λέγουσι. Διά τούτο, ενώ προ ολίγου μόνον καιρού κατοικούσι τον τόπον (430), φαίνονται ότι είναι αρχαιότατοι εις αυτόν, και εις τας γενεαλογίας των αναφέρουσιν ακατανόητον πλήθος ετών, διότι τους μήνας υπολογίζουσιν εις ετών αριθμόν.

ΙΘ. Οι δε Ρωμαίοι ότι περιελάμβανον δέκα μήνας εις το έτος και ουχί δώδεκα, αποδείκνυται και από του τελευταίου το όνομα, διότι μέχρι τούδε ονομάζουσιν αυτόν δέκατον (431). Ότι δε τον Μάρτιον είχον πρώτον, τούτο δηλοί η τάξις αυτών, διότι τον απ' εκείνου πέμπτον ωνόμαζον πέμπτον, έκτον δε τον έκτον, και τους άλλους εφεξής ομοίως έκαστον. Εν ώ, αν έθετον τον Ιανουάριον και τον Φεβρουάριον προ του Μαρτίου, θα συνέβαινε τον ρηθέντα μήνα να ονομάζωσι πέμπτον, και έβδομον να τον αριθμώσιν. Άλλως τε δε και επόμενον ήτον, ο Μάρτιος, όστις ήτον αφιερωμένος εις τον Άρην υπό του Ρωμύλου, να ονομάζηται πρώτος, δεύτερος δ' ο Απρίλιος, όστις ήτον της Αφροδίτης επώνυμος (432). Τινές δε λέγουσιν ότι ο Απρίλιος δεν ωνομάσθη διά την Αφροδίτην, αλλ' ότι λέγεται Απρίλιος, ψιλώς ούτως, ως είναι το όνομα του μηνός, διότι όταν ακμάζη η ώρα του έτους, ούτος ανοίγει και αναπτύσσει τους βλαστούς των φυτών. Τούτο τω όντι σημαίνει η λέξις (433). Εκ δε των λοιπών, τον μεν Μάιον ανομάζουσιν από της Μαίας (434), διότι είναι αφιερωμένος εις τον Ερμήν, τον δε Ιούνιον από της Ήρας (435). Τινές δε λέγουσιν ότι ούτοι εισίν επώνυμοι της ηλικίας, πρεσβυτέρας και νεωτέρας· διότι οι πρεσβύτεροι λέγονται παρά τοις Ρωμαίοις Μαϊώρης, οι δε νεώτεροι Ιουνιώρης (436). Των δε λοιπών έκαστον ωνόμαζον από της τάξεως αυτών, ως αριθμούντες, πέμπτον, έκτον, έβδομον, όγδοον, έννατον, δέκατον. Έπειτα δ' ο πέμπτος ωνομάσθη Ιούλιος, από Καίσαρος, του νικήσαντος τον Πομπήιον, ο δ' έκτος Αύγουστος, από του δευτέρου αυτοκράτορος, όστις επωνομάσθη Σεβαστός. Εις δε τους επομένους δύο ο Δομιτιανός έδωκε τας εδικάς του επωνυμίας (437)· αλλά τούτο πολύ δεν διήρκεσε, και αφ' ού εσφάγη εκείνος, ανέλαβον πάλιν τα ίδια αυτών ονόματα, και καλούνται ο μεν έβδομος, ο δε όγδοος. Μόνοι δ' οι τελευταίοι δύω διεφύλαξαν το όνομα ό είχον κατ' αρχάς εκ της τάξεως. Εκ δε των προστεθέντων ή μετατεθέντων υπό του Νουμά, ο μεν Φεβρουάριος, είναι ως αν έλεγε τις Καθάρσιος, διότι η λέξις ως έγγιστα τούτο σημαίνει (438), και τότε προσφέρουσιν αγνιστηρίους θυσίας διά τους νεκρούς (439), και τελούσι την εορτήν των Λουπερκαλίων, ήτις κατά πολλά ομοιάζει καθαρμόν (440). Ο δε πρώτος Ιανουάριος ωνομάσθη από του Ιανού. Νομίζω δ' ότι ο Νουμάς τον Μάρτιον, ονομασθέντα κατά τον Άρην, επίτηδες μετέθεσεν από της πρώτης θέσεως, θέλων εις όλα να προτιμάται η πολιτική δύναμις της πολεμικής. Διότι ο Ιανός μεταξύ των παναρχαίων, είτε δαίμων είτε βασιλεύς υπάρξας, λέγεται ότι ήτον πολιτικός και κοινωνικός, και μετέβαλε την δίαιταν απ' αγρίας και θηριώδους. Διά τούτο παριστώσιν αυτόν διπρόσωπον, ως δόσαντα άλλην αντ' άλλης εις τον βίον μορφήν και διάθεσιν.

Κ. Υπάρχει δε και ναός αυτού εις την Ρώμην δύω θύρας έχων, και Πολέμου πύλη καλούμενος· διότι συνήθεια υπάρχει ν' ανοίγηται μεν αυτός όταν είναι πόλεμος, να κλείηται δ' όταν είναι ειρήνη. Τούτο δ' ήτον δύσκολον, και σπανίως εγίνετο, διότι το κράτος ήτον πάντοτε εμπεπλεγμένον είς τινα πόλεμον, ηναγκασμένον, ένεκα του μεγέθους του, ν' ανθίσταται εις τα πέριξ αυτού περικεχυμένα γένη των βαρβάρων. Αλλ' εκλείσθη επί του Σεβαστού Καίσαρος, όταν ούτος κατετρόπωσε τον Αντώνιον και πρότερον, επί της Υπατείας του Μάρκου Ατιλίου (441) και Τίτου Μαλλίου επί βραχύν χρόνον και έπειτα πάλιν ηνεώχθη, διότι πόλεμος εξερράγη. Αλλ' επί της βασιλείας του Νουμά ουδέ μίαν ημέραν δεν εφάνη ηνεωγμένος, και έμεινε συνεχώς κεκλεισμένος επί τρία και τεσσαράκοντα έτη. Ούτως είχεν αφαιρεθή πάσα πολέμου αφορμή, και πανταχόθεν. Διότι ου μόνον ο δήμος των Ρωμαίων είχεν εξημερωθή και καταγοητευθή υπό της δικαιοσύνης και πραότητος του βασιλέως, αλλά και αι πέριξ πόλεις ήρξαντο μεταβαλλόμεναι, ως αν έπνεεν εκείθεν αύρα τις και πνεύμα υγιεινόν, και πόθος εκυρίευσε πάντας ευνομίας και ειρήνης, και του να φυτεύωσιν εν ησυχία την γην, και ν' ανατρέφωσι τα τέκνα των, και να σέβωνται τους Θεούς· και εις την Ιταλίαν πάσαν δεν υπήρχον ειμή εορταί, και συμπόσια, και υποδοχαί, και φιλοφροσύναι των αλλήλους αφόβως επισκεπτομένων και των συγκοινωνούντων, ως αν τα καλά και δίκαια εισέρρεον εις πάντας εκ της σοφίας του Νουμά ως εκ πηγής τινος, και εξ αυτής διεχέετο η περί εκείνον γαλήνης ώστε λέγουσιν ότι και αυταί αι ποιητικαί υπερβολαί δεν ήρκουν εις παράστασιν της τότε καταστάσεως (442) «Εις μεταλλίνους δεσμούς, των μελανών αραχνών έργα και η σκωρία αιχμάς λογχών και ξίφη καταβιβρώσκει μακρά· ούτε δε κτύπος σαλπίγγων χαλκών ακούεται, ούτε ύπνος εκ των βλεφάρων γλυκύς αφαιρείται»· διότι επί της βασιλείας του Νουμά ούτε πόλεμος, ούτε στάσις, ούτε πολιτείας νεωτερισμός αναφέρεται· προσέτι δε, ουδ' έχθρα τις κατ' αυτού, ουδέ φθόνος, ουδ' εκ φιλαρχίας επιβουλή και συνωμοσία. Αλλ' είτε φόβος Θεών, οίτινες εφαίνοντο προστατεύοντες αυτόν, είτε σέβας προς την αρετήν αυτού, είτε υπεράνθρωπος τύχη, την ζωήν αυτού καθαράν διαφυλάττουσα και υπό της κακίας απρόσβλητον, έδωκε παράδειγμα προφανές και απόδειξιν του Πλατωνικού λόγου, όν ο πολύ εκείνου μεταγενέστερος ετόλμησε να ειπή περί πολιτείας (443), ότι παύσις και απαλλαγή των κακών τότε μόνον επέρχεται εις τους ανθρώπους, όταν εκ θείας τινός συγκυρίας συμπίπτουσα βασιλική δύναμις μετά φιλοσόφου διανοίας, καθιστά την αρετήν υπερτέραν και ισχυροτέραν της κακίας. Και μακάριος μεν είναι ο έμφρων ανήρ αληθώς, μακάριοι δε και οι ακούοντες των λόγων οίτινες εξέρχονται εκ του έμφρονος στόματός του. Διότι ούτος ουδέ βίαν έχει ανάγκην ουδ' απειλήν να μεταχειρισθή προς το πλήθος· Ούτοι δε βλέποντες την αρετήν εις πρόχειρον και λαμπρόν παράδειγμα, τον βίον του άρχοντος, σωφρονούσιν εκουσίως, και συμμορφούνται προς τον εκ φιλίας και ευνοίας προς αυτούς, υπό δικαιοσύνης και μετριοπαθείας εμπνεόμενον, άμωμον και μακάριον εκείνον βίον, όστις περιέχει τον κάλλιστον πάσης βασιλείας σκοπόν και πάντων των βασιλέων βασιλικώτατος είναι όστις κατωρθοί να εμφυτεύση τούτον τον βίον και ταύτην την διάθεσιν εις τους υπηκόους του. Ταύτα φαίνεται ότι ο Νουμάς ενόησεν υπέρ πάντα άλλον.

ΚΑ. Περί δε των παιδίων και των γάμων αυτού υπάρχουσι διαφωνίαι παρά τοις ιστορικοίς. Και τινές μεν λέγουσιν ότι ούτε άλλην ενυμφεύθη πλην της Τατίας, ούτε άλλου παιδιού πατήρ ότι ήτον, πλην μιας θυγατρός, της Πομπιλίας· άλλοι δε τω αποδίδουσι πλην αυτής και τέσσαρας υιούς, Πόμπωνα, Πίνον, Κάλπον, και Μάμερχον, εξ ών έκαστος αφήκε διαδόχους, και οικογένειαν έντιμον διότι εκ μεν του Πόμπωνος κατάγονται οι Πομπώνιοι, εκ του Πίνου οι Πινάριοι, εκ του Κάλπου οι Καλπούρνιοι, και εκ του Μαμέρκου οι Μαμέρκιοι, οίτινες διά τούτο έλαβον το επώνυμον Ρήγες, όπερ εστί Βασιλείς.

Τρίτοι δ' εισίν οι ιστορικοί οίτινες κατηγορούσι τούτους ότι χαρίζονται εις τα γένη ταύτα, και αποδίδουσιν εις αυτά ψευδή στέμματα ως εκ διαδοχής του Νουμά, εν ώ αυτοί λέγουσιν ότι η Πομπιλία δεν εγεννήθη εκ της Τατίας, αλλ' εξ άλλης γυναικός, της Λουκρητίας, ήν ενυμφεύθη όταν ήτον ήδη βασιλεύς. Όλοι δε συμφωνούσιν ότι η Πομπιλία ενυμφεύθη τον Μάρκιον. Ήτον δ' ο Μάρκιος υιός του Μαρκίου εκείνου, όστις παρεκίνησε τον Νουμάν να λάβη την βασιλείαν. Τότε μετώκησε μετ' αυτού εις Ρώμην, και της συγκλήτου έγινε μέλος, και ετιμάτο, και μετά τον θάνατον του Νουμά αντηγωνίσθη προς τον Οστίλλιον περί της βασιλείας, και νικηθείς, απέθανεν εκουσίως δι' ασιτίας. Ο δ' υιός αυτού Μάρκιος, γυναίκα έχων την Πομπιλίαν, έμεινεν εις την Ρώμην, και εγέννησε τον Άγκον, όστις εβασίλευσε μετά τον Τύλλον Οστίλλιον. Τούτον, ως λέγεται, πενταετή αφήσας ο Νουμάς, απέθανεν· ο δε θάνατος αυτού δεν συνέβη ταχύς ουδ' αιφνίδιος, αλλά βαθμηδόν τον απεμάρανε μαλακή νόσος και γήρας, καθ' ά διηγείται ο Πείσων (444). Απέθανε δε ζήσας ολίγον υπέρ τους ογδοήκοντα.

ΚΒ. Και δι' αυτού δε του τάφου του κατέστησαν επίζηλον τον βίον του οι σύμμαχοι και φίλοι δήμοι, συνελθόντες εις την κηδείαν, και δημοσίως φέροντες προσφοράς και στεφάνους, και οι πατρίκιοι φέροντες την νεκρικήν κλίνην επί των ώμων, και οι ιερείς των Θεών παρόντες και αυτοί και προπέμποντες, και το λοιπόν πλήθος, παρακολουθούν, μετά γυναικών και παιδίων αναμεμιγμένον, κλαίον και οδυρόμενον, ουχί ως αν παρευρίσκετο εις ενταφιασμόν γέροντος βασιλέως, αλλ' ως αν έθαπτεν έκαστος φίλτατόν τινα, ακμαίον και ποθούμενον συγγενή. Και εις το πυρ μεν δεν παρέδωκαν τον νεκρόν, διότι αυτός, ως λέγεται, το απηγόρευσεν (445), αλλά κατασκευάσαντες δύω θήκας λιθίνας, κατέθηκαν αυτάς υπό το Ιάνοκλον όρος, και περιείχον η μεν το σώμα του η δ' άλλη τας ιεράς βίβλους, άς συνέγραψε μεν αυτός, ως οι Έλληνες νομοθέται τους Κύρβεις (446), εδίδαξε δε ζων έτι εις τους ιερείς όσα έγραψε, και δους εις αυτούς όλων τούτων την έξιν και την ακριβή γνώσιν, διέταξε να συνταφώσιν αι ιεραί βίβλοι μετά του σώματός του, επί λόγω ότι τα απόρρητα δεν φυλάττονται καλώς εις άψυχα γράμματα. Ούτω λέγουσιν ότι σκεπτόμενοι και οι Πυθαγόριοι, δεν συνέγραφον τα δόγματά των, αλλ' έγραφαν μνήμην αυτών και μάθησιν ενέβαλλαν εις τους αξίους· και όταν η περί των απόρων και απορρήτων λεγομένων γεωμετρικών μεθόδων πραγματεία εδόθη ποτέ εις των αναξίων τινά, διά σημείων έδειξεν ο Θεός, ως έλεγον ούτοι, ότι έμελλε να τιμωρήση ως μέγα και κοινόν κακόν την ασέβειαν και την παρανομίαν. Ώστε πολύ συγγνωστέοι φαίνονται οι φιλοτιμούμενοι να συσχετίσωσι τον Νουμάν μετά του Πυθαγόρου, όταν τοσαύται υπάρχωσι μεταξύ αυτών ομοιότητες. Ο δ' Αντίας (447) ιστορεί ότι δώδεκα μεν βίβλοι ιεροφαντικαί, δώδεκα δ' άλλαι ελληνικαί περί φιλοσοφίας εναπετέθησαν ομού εις τον τάφον. Αφ' ού δε τετρακόσια περίπου παρήλθαν έτη, ότε ύπατοι ήσαν ο Πόπλιος Κορνήλιος και ο Μάρκος Βαίβιος (448), συνέπεσαν μεγάλαι βροχαί, και το χώμα εσχίσθη και το ρεύμα παρέσυρε τας θήκας. Τότε δ' έπεσαν τα επικαλύμματα αυτών, και η μεν μία εφάνη όλως κενή, και ουδέν περιέχουσα μέρος του σώματος, ουδέ λείψανον· εις δε την άλλην ευρέθησαν τα συγγράμματα, και αυτά λέγεται ότι ανέγνωσε μεν ο Πετίλιος, όστις τότε ην στρατηγός, εις δε την σύγκλητον απεφάνθη μεθ' όρκου (449), ότι δεν φρονεί όσιον ουδέ θεμιτόν να κοινοποιηθώσιν εις το πλήθος τα περιεχόμενα· διό και κομισθέντα εις το Κομίτιον (450) τα βιβλία, εκάησαν. Και εις όλους μεν τους δικαίους και αγαθούς έπεται μετά θάνατον μείζων ο έπαινος, διότι ο φθόνος επιζή επί πολύ, διά τινας δε και προαποθνήσκει. Εκείνου όμως την δόξαν ανέδειξαν λαμπροτέραν αι τύχαι των διαδόχων του βασιλέων. Διότι εκ των πέντε οίτινες μετ' αυτόν εβασίλευσαν, ο μεν έσχατος, απολέσας τον θρόνον, εγκατεγήρασεν εις φυγήν, εκ δε των άλλων τεσσάρων ουδείς απέθανε φυσικόν θάνατον, αλλ' οι μεν τρεις εσφάγησαν επιβουλευθέντες· ο δ' Οστίλλιος Τύλλος, όστις μετά τον Νουμάν εβασίλευσε, τα πλείστα των καλών όσα εκείνος εισήγαγε, προ πάντων δε και μάλιστα την προς τα θεία ευλάβειαν εχλεύασε και καθύβρισεν, ως καθιστώσαν τους ανθρώπους αργούς και γυναικώδεις, και έτρεψε προς πόλεμον τους πολίτας, ουδ' αυτός ενέμεινεν εις τας νεανικάς ταύτας αφροσύνας, αλλ' υπό νόσου δεινής και πολυτρόπου γνώμην μεταλλάσσων, υπέπεσεν εις δεισιδαιμονίαν, ουδέν έχουσαν το κοινόν μετά της του Νουμά ευσεβείας. Έτι δε μάλλον μετέδωκεν εις τους άλλους το πάθος τούτο, διότι, ως λέγεται, εκάη υπό κεραυνού.

ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ

ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

ΚΑΙ

ΝΟΥΜΑ

Α. Αλλ' αφ' ού διεξήλθομεν τον βίον του Νουμά και τον του Λυκούργου, έχοντες ήδη αμφοτέρους υπ' όψιν, ας μη οκνήσωμεν, αν και δύσκολον είναι το έργον, να συλλέξωμεν τας διαφοράς αμφοτέρων. Και ομοιότητες μεν επιφαίνονται εις τας πράξεις των, οίον η φρόνησις των ανδρών, η ευσέβεια, ο πολιτικός νους, η ικανότης των εις το να εκπαιδεύωσι τους λαούς, και το ότι και αρχάς αμφότεροι έλαβον τας νομοθεσίας των παρά των Θεών. Εκ δε των καλών όσα ανήκουσιν ιδίως εις έκαστον αυτών, πρώτον μεν είναι ο τρόπος καθ' όν ο Νουμάς παρέλαβε, και καθ' όν ο Λυκούργος εγκατέλιπε την βασιλείαν, διότι ο μεν την έλαβε χωρίς να την ζητήση, ο δε την είχε και την απέδωκε· και τον μεν κατέστησαν άλλοι κύριον εαυτών, εν ώ ήτον ιδιώτης και ξένος, ο δε, βασιλεύς ων, κατέστησεν αυτός εαυτόν ιδιώτην. Και καλόν μεν είναι ν' αποκτήση τις διά δικαιοσύνης την βασιλείαν, αλλ' έτι καλλήτερον να προτιμήση την δικαιοσύνην της βασιλείας· διότι η αρετή κατέστησε τον μεν τοσούτον ένδοξον, ώστε ν' αξιωθή της βασιλείας, τον δε τοσούτον μέγαν, ώστε να καταφρονήση την βασιλείαν. Δεύτερον δε, επειδή, ως λύρας αρμονίαν, ο μεν ενέτεινε την Σπάρτην, χαλαρά και τρυφυλά ήθη έχουσαν, ο δε της Ρώμης εχαλάρωσε το σφοδρόν κατά την διάθεσιν και το καθ' υπερβολήν τεταμένον, διά τούτο του Λυκούργου το έργον ήτον το δυσκολώτερον διότι δεν έπειθε τους πολίτας να εκδυθώσι θώρακας και να καταθέσωσι ξίφη, αλλά ν' αφήσωσι χρυσόν και αργυρόν, και ν' αποβάλωσι τα πολυτελή στρώματα και συμπόσια, ουδέ να τελώσιν εορτάς και θυσίας, αφήνοντες τους πολέμους, αλλ' αρνούμενοι δείπνους και φαγοπότια, εις όπλα ν' ασκώνται και εις παλαίστρας να κοπιάζωσι. Διά τούτο, ο μεν αγαπώμενος και τιμώμενος, έπραξε πάντα διά της πειθούς, ο δε, κινδυνεύων και προσβαλλόμενος, μόλις υπερίσχυσεν. Αλλ' η Μούσα του Νουμά ήτον ήμερος και φιλάνθρωπος, διότι, εν ώ τα ήθη των πολιτών ήσαν αχαλείνωτα και φλογερά, αυτός τα επράυνε, μεθαρμάσας αυτά εις ειρήνην και δικαιοσύνην. Αν δε μας αναγκάσωσι να παραδεχθώμεν εις του Λυκούργου την πολιτείαν το περί των Ειλώτων ωμότατον εκείνο και παρανομώτατον έργον, θέλομεν ειπεί ότι ο Νουμάς ήτον πολύ ελληνικώτερος νομοθέτης, διότι αυτός και εις τους ανεγνωρισμένους δούλους απέδωκε τιμήν ελευθέρων, συνηθίσας αυτούς επί των Κρονίων να συντρώγωσιν αναμεμιγμένοι μετά των δεσποτών των. Διότι και τούτο λέγουσιν ότι ήτον έν εκ των αρχαίων νομοθετημάτων του Νουμά, το να παραλαμβάνωνται εις των ετησίων καρπών τας απολαύσεις οι συνεργήσαντες εις αυτών την παραγωγήν. Άλλοι δε μυθολογούσιν ότι τούτο σώζεται ως ενθύμησις εις την Κρονικήν εκείνην ισονομίαν (451), και εμφαίνον ότι ουδείς είναι δούλος ή δεσπότης, αλλά πάντες θεωρούνται ως συγγενείς και ισότιμοι.

Β. Εν γένει δε φαίνεται ότι αμφότεροι ομοίως ωδήγουν τα πλήθη εις αυτάρκειαν και εις σωφροσύνην, εκ δε των άλλων αρετών ότι ηγάπησαν ο μεν την ανδρείαν μάλλον, ο δε την δικαιοσύνην, εκτός αν αληθώς, επειδή εκατέρου των πολιτευμάτων η φύσις ή η συνήθεια δεν ήτον ομοία, απήτει ανόμοια και τα μέσα· και ούτε ο Νουμάς εκ δειλίας απέτρεψε τους Ρωμαίους του να πολεμώσιν, αλλά διά να μη αδικώσιν, ούτε ο Λυκούργος δ' αδικίαν κατέστησεν αυτούς πολεμιστάς, αλλά διά να μη αδικώνται. Αφαιρούντες λοιπόν και οι δύο ό,τι είχον υπερβολικόν οι συμπολίται αυτών, και αναπληρούντες ό,τι τοις έλειπεν, ηναγκάζοντο να καταφεύγωσιν εις μεγάλας μεταβολάς. Και ως προς την διάταξιν δε και την διαίρεσιν των πολιτικών τάξεων, η μεν του Νουμά ήτον ακράτως δημοτική, και το πλήθος κολακεύουσα, διότι καθίστα τον δήμον εκ χρυσοχόων και αυλητών και σκυτοτόμων σύμμικτόν τινα και παμποίκιλον, αυστηρά δ' ήτον η του Λυκούργου και αριστοκρατική, τας μεν βαναύσους τέχνας ως μη καθαράς παραδίδουσα εις χείρας οικετών και μετοίκων, τους δε πολίτας περί την ασπίδα συνάγουσα και το δόρυ, τεχνίτας όντας και υπηρέτας του Άρεως, και άλλο μη ηξεύροντας ουδέ μελετώντας, παρά να πείθωνται εις τους άρχοντας και τους εχθρούς να νικώσιν. Ούτε δε χρήματα να κερδίζωσιν ήτον εις τους ελευθέρους επιτετραμμένον, ίνα ώσιν εντελώς και εφάπαξ ελεύθεροι· η δε περί τα χρήματα επιμέλεια εγκατελείπετο εις δούλους και Είλωτας, καθώς η του δείπνου και των φαγητών ετοιμασία. Ο δε Νουμάς ουδέν τοιούτον διεχώρισεν, αλλ' έπαυσε μεν τας στρατιωτικάς πλεονεξίας, την δ' αλλαχόθεν συναγωγήν χρημάτων δεν απηγόρευσεν, ουδ' εξήλειψε την τοιαύτην ανωμαλίαν, αλλά και τον πλούτον αφήκε να προχωρή επ' άπειρον, και πολλή πενία ημέλησε ν' αθροίζηται εις την πόλιν και να εισρέη, εν ώ έπρεπεν ευθύς εξ αρχής, όταν δεν ήτον εισέτι πολλή ουδέ μεγάλη η ανισότης, αλλ' αι περιουσίαι, ήσαν ομαλαί και ολίγον διαφέρουσαι, ν' αντισταθή εις την πλεονεξίαν, καθώς ο Λυκούργος, και ν' αποφύγη τας απ' αυτής βλάβας, αίτινες απέβησαν ου μικραί, αλλά παρέσχον την αρχήν και το σπέρμα των πλείστων και μεγίστων κακών όσα συνέβησαν. Ο δε της γης αναδασμός ούτε τον Λυκούργον, ως μοι φαίνεται, καθιστά κατηγορίας άξιον, διότι τον ενήργησεν, ούτε τον Νουμάν, διότι δεν τον ενήργησε, καθ' όσον εις τον μεν η ισότης αύτη έγινε βάσις και κρηπίς της πολιτείας, εν ώ τον άλλον ουδέν ηνάγκαζε να επιχειρήση νέαν διανομήν της γης, ήτις προσφάτως είχεν εις κλήρους διαιρεθή, ούτε να μετακινήση την πρώτην διαίρεσιν, ήτις αναμφιβόλως διέμενεν έτι.

Γ. Διά δε της συγκοινωνίας των γάμων και της ανατροφής των τέκνων, αμφότεροι ηθέλησαν ορθώς και πολιτικώς ν' αφαιρέσωσι την ζηλοτυπίαν από των ανδρών, αλλά δεν εσυμφώνησαν εντελώς κατά πάντα· διότι ο μεν Ρωμαίος ανήρ, αφ' ού αρκετά απέκτα παιδία, πεισθείς υπ' άλλου τινος, παιδίων ανάγκην έχοντος, παρητείτο της γυναικός του, κύριος ων να την δώση εις άλλον και αύθις εις άλλον. Ο δε Λάκων, εν ώ είχε την γυναίκα του εις τον οίκον του, και ο γάμος έμενεν εις τ' αρχαία του νόμιμα, καθίστα κοινωνόν αυτού τον πείσαντα αυτόν, και έχοντα τέκνων ανάγκην. Πολλοί δε, ως ερρέθη, και παρακαλούντες εισήγον εις την οικίαν των εκείνους εξ ών ενόμιζον ότι εδύναντο να γεννηθώσι ευειδή παιδία και αγαθά. Τις λοιπόν είναι των δύω συνηθειών η διαφορά; Ότι ταύτα μεν εμφαίνουσιν ισχυράν και εντελή απάθειαν προς την σύζυγον, και προς τα πάθη όσα διά λύπης και διά ζηλοτυπιών ταράττουσι και κατακαίουσι τους ανθρώπους συνήθως· εκείνα δε, ως μετ' αιδούς τινός ακομπάστου, λαμβάνουσι την συζυγίαν ως περικάλυμμα, και εξομολογούνται πόσον δυσκόλως υποφέρεται η τοιαύτη κοινή κτήσις της γυναικός. Προσέτι δε την φύλαξιν των παρθένων εκανόνισεν ο Νουμάς προσφορώτερον προς το θήλυ γένος και κοσμιώτερον. Η δε του Λυκούργου, όλως άνευ περιορισμού, και μη γυναικεία, έδωκεν αφορμήν λόγων εις τους ποιητάς, οίτινες τας ονομάζουσι Φ α ν ο μ η ρ ί δ α ς, ως ο Ίβυκος (452) και τας περιγράφουσιν ανδρομανείς, ως ο Ευριπίδης λέγων (453)·

«Τους οίκους μετά νέων καταλείπουσι, γυμνούς μηρούς, και πέπλους έχουσαι, σχιστούς.»

Διότι τω όντι του παρθενικού χιτώνος αι πτέρυγες δεν ήσαν συνερραμμέναι κάτωθεν, αλλ' ανοιγόμεναι εγύμνουν όλον τον μηρόν όταν εβάδιζον. Και σαφέστατα εδήλωσε τούτο ο Σοφοκλής διά των εξής·

«Την νέαν Ερμιόνην, ής ασυρράπτως περί τον απαλόν μηρόν ο χιτών διανοίγεται.»