Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 12

Chapter 1225 wordsPublic domain

Η. Ούτω πολιτευθείς ο Νουμάς προς χάριν του δήμου, και όπως κερδίση αυτού την εύνοιαν, επεχείρησεν να καταστήση ευθύς την πόλιν, ως σίδηρος από σκληράς και πολεμικής μαλακωτέραν και δικαιοτέραν. Διότι εκείνη ήτον εντελώς τότε ό,τι ο Πλάτων ονομάζει πόλιν φλογιζομένην, ιδρυθείσα μεν ευθύς εξ αρχής διά τόλμης και μεγάλης θρασύτητος των θαρραλεωτέρων και πολεμικωτέρων, οίτινες εκεί πανταχόθεν συνήχθησαν, τραφείσα δε, και την δύναμίν της αυξήσασα διά πολλών εκστρατειών και συνεχών πολέμων, και φαινομένη ότι ενισχύετο διά των κινδύνων, καθώς τα ξύλα εμπηγόμενα εις την γην, σείονται ίνα γίνωνται στερεώτερα. Νομίζων δ' ότι δεν ήτο μικρόν ουδ' εύκολον έργον λαόν ούτως υπερήφανον και απεσκληρυμένον να τον αλλάξη και μετατρέψη προς ειρήνην, συμπαρέλαβε και των Θεών την βοήθειαν, ως επί το πλείστον διά θυσιών και πομπών και διά χορειών, άς ο ίδιος ωργάνισε και εσύστησε, μεγαλοπρέπειαν εχούσας, και συγχρόνως ευάρεστον διασκέδασιν, και ηδονήν τέρπουσαν τους ανθρώπους, και ούτως είλκυσε την εύνοιαν του δήμου, και εξημέρου αυτού το θυμοειδές και φιλοπόλεμον ήθος. Ενίοτε δε και φόβους τινας παρά του Θεού αναγγέλλων, και φαντάσματα δαιμόνων αλλόκοτα, και φωνάς δυσμενείς, υπεδούλου και εταπείνου την διάνοιαν αυτών διά της δεισιδαιμονίας. Εκ τούτων δε κυρίως επεκράτησεν ο λόγος περί της σοφίας και της ανατροφής αυτού, ότι συνανεστράφη μετά του Πυθαγόρου· διότι, ως εις την φιλοσοφίαν εκείνου, ούτω και εις την πολιτείαν αυτού μέγα μέρος είχεν η των θείων λατρεία και ενασχόλησις. Λέγεται δ' ότι παρεδέχθη εκ της διανοίας του Πυθαγόρου και τον εξωτερικόν όγκον και την υπόκρισιν. Εκείνος τω όντι φαίνεται ότι εδάμασέ ποτε αετόν, στήσας και καταβιβάσας αυτόν ενώ ίπτατο υπεράνω του, και εις τα Ολύμπια, διερχόμενος διά της πανηγύρεως, ότι εδείκνυε τον μηρόν του, όστις ήτο χρυσούς. Αναφέρουσι δε και άλλα τερατώδη αυτού μηχανήματα και πράξεις, και ο Φλιάσιος Τίμων (405) έγραψε·

Τον Πυθαγόραν, εις δόγμα γοήτων εκκλίνοντα, θήραν επιχειρήσαντ' ανδρών, αγυρτείας εγείραντ' αγώνα·

Του δε Νουμά εφεύρημα ήτον ο έρως Θεάς ή ορεινής νύμφης, και η μυστική μετ' αυτής συνέντευξις, ως προείπομεν, και αι συναναστροφαί αυτού μετά των Μουσών διότι αι πλείσται των μαντείων έλεγεν εκ των Μουσών ότι προήρχοντο, και εδίδαξε τους Ρωμαίους να σέβωνται ιδίως και κατ' εξοχήν μίαν Μούσαν, ήν ωνόμασε Τακίταν, ως αν έλεγε σιωπηλήν, ή άφωνον, δίδαγμα ανθρώπου, ως φαίνεται, όστις είχε κατά νουν και ετίμα την εχεμυθίαν του Πυθαγόρου (406). Και τα περί θείων δε παραστάσεων νομοθετήματά του εισίν εντελώς σύμφωνα προς του Πυθαγόρου τα δόγματα. Διότι, ως εκείνος εθεώρει το πρώτον όν ως ουδ' εις αίσθησιν υποπίπτον ουδ' εις πάθος, αόρατον δε, άφθαρτον και νοητόν μόνον, ούτω και αυτός απηγόρευσε να έχωσιν οι Ρωμαίοι εικόνας Θεού ανθρωπομόρφους ή ζωομόρφους· Και ουδ' υπήρχε παρ' αυτοίς ούτε ζωγραφητή ούτε γλυπτή Θεού παράστασις πριν αλλά κατά τα πρώτα εκατόν εβδομήκοντα έτη οικοδομούντες ναούς, και ιερούς ναΐσκους ιδρύοντες, ουδέν κατεσκεύαζον άγαλμα έχον μορφήν, επί λόγω ότι ούτε όσιον ήτον να εξομοιώσι τα βέλτιστα προς τα χείρονα, ούτε δύναται τις ν' αντιληφθή του Θεού άλλως ειμή διά της νοήσεως. Προσέτι δε και τ' αφορώντα τας θυσίας έχουσι σχέσιν προς το είδος της του Πυθαγόρου λατρείας· διότι αι πλείσται ήσαν αναίμακτοι, γινόμεναι δι' αλεύρων και οίνου σπονδής, και δι' άλλων απλουστάτων πραγμάτων. Και εκτός δε τούτων, και άλλα έξωθεν επιφέρουσι τεκμήρια όσοι θέλουσι ν' αναγνωρίσωσι σχέσεις μεταξύ των δύω ανδρών. Έν εκ τούτων είναι ότι οι Ρωμαίοι ενέγραψαν τον Πυθαγόραν εις την πολιτείαν των, ως διηγείται ο κωμικός Επίχαρμος (407), εις λόγον τινά προς Αντήνορα, άνθρωπος παλαιός, και μαθητής χρηματίσας του Πυθαγόρου. Άλλο δ' είναι, ότι εκ των τεσσάρων υιών του ο Νουμάς ωνόμασε τον ένα Μάμερκον, ως τον του Πυθαγόρου. Εξ εκείνου δε του υιού καταγόμενος, λέγεται ότι ωνομάσθη και ο οίκος των Αιμυλίων, όστις συνανεμίγη μετά των Πατρικίων, διότι ο βασιλεύς ούτω θωπευτικώς επωνόμαζεν αυτόν, διά των λόγων του την αιμυλίαν και χάριν. Και ημείς δ' αυτοί ηκούσαμεν πολλούς εν Ρώμη λέγοντας ότι εδόθη ποτέ εις τους Ρωμαίους χρησμός ν' ανεγείρωσιν εις την πόλιν των ανδριάντας του φρονιμωτάτου και του ανδρειοτάτου των Ελλήνων, και ότι έστησαν εις την αγοράν δύω χαλκά αγάλματα, το του Αλκιβιάδου και το του Πυθαγόρου (408). Αλλά ταύτα εισί λίαν αμφισβητήσιμα, και το να εκθέτη τις αυτά διά μακροτέρων, και το να θέλη να τα κυρώση, είναι έργον μειρακιώδους επιμονής.

β. Αποδίδουσι δ' εις τον Νουμάν και την διάταξιν και την εγκατάστασιν αρχιερέων, ούς ονομάζουσι Ποντίφικας, και λέγουσιν ότι ο ίδιος υπήρξεν είς εξ αυτών (409). Και άλλοι μεν λέγουσιν ότι οι Ποντίφικες ωνομάσθησαν ούτω διότι λατρεύουσι τους Θεούς, οίτινες εισί δυνατοί και των πάντων κύριοι· καθότι ο δυνατός ονομάζεται Ποτήνς υπό των Ρωμαίων. Άλλοι δε λέγουσιν ότι το όνομα των δυνατών εδόθη κατά σχήμα υ π ε ξ α ι ρ έ σ ε ω ς, διότι ο νομοθέτης διέταξε να θύωσι τας δυνατάς θυσίας οι ιερείς, χωρίς να καταδικάζη αυτούς αν παρεμπέση ανώτερόν τι εμπόδιον. Οι πλείστοι δε μάλιστα εγκρίνουσι και την καταγελωμένην ετυμολογίαν, φρονούντες ότι οι άνθρωποι ούτοι επωνομάσθησαν απλώς γ ε φ υ ρ ο π ο ι ο ί, εκ των εορτών αίτινες ετελούντο περί τας γεφύρας, αγιώταται ούσαι και παλαιόταται, διότι οι Λατίνοι ονομάζουσι Π ο ν τ έ μ (410) την γέφυραν. Τινές δε λέγουσιν ότι και η διατήρησις και η επισκευή της γεφύρας, ως και παντός άλλου ακινήτου και πατρίου ιερού, ανήκεν εις τους ιερείς· καθότι οι Ρωμαίοι εθεώρουν ως μη επιτετραμμένον, αλλ' ως επάρατον να καταστρέφωσι την ξυλίνην γέφυραν (411), και προσέτι λέγεται ότι ήτον αυτή συνδεδεμένη κατά τινα χρησμόν ουχί διά καρφίων, αλλά διά γόμφων ξυλίνων. Η δε λιθίνη ωκοδομήθη πολύν καιρόν μετά ταύτα, όταν ο Αιμύλιος ήτον ταμίας. Λέγουσι δ' ότι και η ξυλίνη είναι μεταγενεστέρα των καιρών του Νουμά, κατασκευασθείσα όταν εβασίλευεν ο Μάρκιος, υιός της θυγατρός του Νουμά. Ο δε μέγιστος των Ποντιφίκων επέχει τάξιν ως εξηγητού και προφήτου, μάλλον δε ιεροφάντου, ου μόνον επιμέλειαν έχων των τελετών όσαι γίνονται δημοσίως, αλλ' επιστατών και εις τας ιδιωτικάς θυσίας, και εμποδίζων να μη παραβαίνη τις τα νενομισμένα, και διδάσκων ό,τι ήθελεν έκαστος να ιερουργήση προς τιμήν ή παράκλησιν των Θεών. Ήτον δ' επιτηρητής και των ιερών Παρθένων, αίτινες ονομάζονται Εστιάδες· διότι εις τον Νουμάν αποδίδουσι και την καθιέρωσιν των Εστιάδων, και πάσαν την λατρείαν και την τιμήν του αθανάτου πυρός, ό αυταί φυλάττουσιν, είτε διότι την ουσίαν του πυρός, ως καθαράν και άφθαρτον παρέδιδεν εις αγνά και αμίαντα σώματα, είτε διότι το άκαρπον αυτού και το άγονον συνεσχέτιζε μετά της παρθενίας· εν ώ εις την Ελλάδα, όπου υπάρχει πυρ άσβεστον, ως εις Δελφούς και εις Αθήνας (412) την επιμέλειαν αυτών έχουσιν ουχί παρθένοι, αλλά γυναίκες υπερβάσαι του γάμου την ηλικίαν. Αν δ' έκ τινος περιστάσεως εκλίπη το πυρ, ως εν Αθήναις λέγεται ότι εσβέσθη ο ιερός λύχνος επί της τυραννίας του Αριστίωνος (413), εις Δελφούς δε, όταν εκάη ο ναός υπό των Μήδων και κατά τα Μιθριδατικά και τον εμφύλιον εν Ρώμη πόλεμον, όταν μετά του βωμού εξέλιπε και το πυρ, τότε λέγουσιν ότι δεν πρέπει να μεταδίδεται απ' άλλου πυρός, αλλά να λαμβάνεται νέον και ν' ανάπτηται από του ηλίου φλοξ καθαρά και αμίαντος. Ανάπτουσι δ' αυτό κυρίως διά των λεγομένων σκαφείων, σκευών άτινα κατασκευάζονται κοιλαινόμενα διά πλευράς ισοσκελούς ορθογωνίου τριγώνου, και αποτελούσι περιφέρειαν έν κέντρον περικυκλούσαν. Όταν λοιπόν τεθώσιν απέναντι του ηλίου, ώστε αι ακτίνες διάπυροι να συναθροίζωνται πανταχόθεν και να συνέρχωνται προς το κέντρον, τότε αραιούσι τον αέρα λεπτυνόμενον, και τα ελαφρότερα και ξηρότερα πράγματα, όσα εκτίθενται εις αυτάς ανάπτουσι διά της αντανακλάσεως, διότι αι ακτίνες λαμβάνουσι σώμα πυρός και ενέργειαν. Και τινές μεν νομίζουσιν ότι υπό των ιερών παρθένων ουδέν άλλο φρουρείται πλην του ασβέστου εκείνου πυρός· άλλοι δε λέγουσιν ότι υπάρχουσι και αόρατά τινα ιερά, εις τους άλλους κρυπτόμενα, περί ών όσα είναι επιτετραμμένον ν' ακούση τις και να ειπή εγράφησαν εις του Καμίλλου τον βίον.

I. Και πρώτον μεν λέγουσιν ότι καθιερώθησαν υπό του Νουμά Εστιάδες η Γεγανία και η Βερανία, δεύτερον δε η Κανουληία και η Ταρπηία· ύστερον δ' ότι ο Σέρβιος προσέθηκεν άλλας δύο, και ότι έκτοτε διετηρήθη μέχρι τούδε ο αριθμός. Ωρίσθη δ' υπό του βασιλέως διά τας ιεράς παρθένους καθαρά σωφροσύνη τριάκοντα ετών, εφ' ών κατά μεν την πρώτην δεκαετίαν μανθάνουσι τι πρέπει να πράττωσι, κατά δε την δευτέραν πράττουσιν ό,τι έμαθον, και κατά την τρίτην αύται διδάσκουσιν άλλας. Έπειτα δε συγχωρείται εις ήν τινα θέλει, μετά τον καιρόν τούτον, και να νυμφευθή, και βίου τρόπον ν' αλλάξη, παραιτουμένη της ιερουργίας. Λέγεται δ' ότι πολλαί δεν ωφελήθησαν εκ της αδείας ταύτης, ουδ' όταν ωφελήθησαν εξ αυτής ότι τοις συνέβησαν καλά πράγματα, αλλ' ότι έπιπτον εις μετάνοιαν και κατήφειαν κατά το υπόλοιπον της ζωής των, και ενέπνεον εις τας άλλας δεισιδαιμονίαν, ώστε και γηράσκουσαι και μέχρι θανάτου να υπομένωσιν εις την παρθενίαν. Απέδωκε δ' εις αυτάς και τιμάς μεγάλας, ών μία είναι και η άδεια του ν' αφήνωσι κληρονομίαν διά διαθήκης εν ώ έζη ο πατήρ των, και τ' άλλα όλα να πράττωσιν άνευ προστάτου, ως αι έχουσαι τρεις παίδας μητέρες (414). Προπορεύονται δε ραβδούχοι αυτών, όταν πορεύωνται, και αν τας απαντήση τις αγόμενος εις θάνατον, δεν θανατούται. Πρέπει όμως να ομώση η παρθένος ότι η συνάντησις συνέβη ακούσιος και τυχαία, ουχί δ' εξεπίτηδες. Αν δέ τις παρέλθη υπό το φορείον, όταν αύται κομίζωνται επ' αυτού, καταδικάζεται εις θάνατον. Είναι δ' η τιμωρία των μεν άλλων αμαρτημάτων των παρθένων ραβδισμός, και ο μέγιστος Ποντίφιξ τιμωρεί ενίοτε και γυμνήν την αμαρτήσασαν, στρώσας σινδόνια εις σκοτεινόν μέρος· η δε την παρθενίαν καταισχύνασα θάπτεται ζώσα παρά την πύλην την λεγομένην Κολλίνην, καθ' ήν υπάρχει γεώδες τι ύψωμα εντός της πόλεως, μακράν εκτεινόμενον, και χώμα ονομαζόμενον κατά των Λατίνων την γλώσσαν (415). Εις αυτό κατασκευάζεται μικρός υπόγειος θάλαμος, έχων άνωθεν την κατάβασιν. Εντός δ' αυτού κείται κλίνη εστρωμένη, και λύχνος καιόμενος, και ολίγα τινά των προς το ζην αναγκαίων, οίον άρτος, ύδωρ, γάλα εντός αγγείου, και έλαιον, ως ν' αποφεύγωσι να θανατώσωσι διά της πείνης σώμα καθιερωμένον διά των μεγίστων ιεροτελεστιών. Αυτήν δε την κατάδικον θέτουσιν εις φορείον, και κλείσαντες έξωθεν αυτό στερεώς, και περιβαλόντες αυτό διά λωρίων, ώστε ουδ' η φωνή αυτής ν' ακούηται, την φέρουσι διά της αγοράς. Ανίστανται δε τότε όλοι εν σιωπή, και την παρακολουθούσιν άφωνοι μετά δεινής κατηφείας· ουδ' υπάρχει θέαμα φρικτότερον, ουδ' ημέραν έχει άλλην η πόλις σκυθρωποτέραν εκείνης. Όταν δε φθάση το φορείον εις τον τόπον, οι μεν υπηρέται λύουσι τους δεσμούς, ο δ' αρχηγός των ιερέων, προσευχηθείς ευχάς τινας μυστικάς, και προς τους Θεούς υψώσας τας χείρας προ της βίας, εξάγει αυτήν κεκαλυμμένην, και την φέρει εις την κλίμακα την άγουσαν εις τον θάλαμον κάτω. Έπειτα δ' αυτός μεν επιστρέφει μετά των άλλων ιερέων, εκείνη δε καταβαίνει, και τότε αφαιρείται η κλίμαξ, και ο θάλαμος κρύπτεται υπό πολύ χώμα σωρευόμενον, ώστε ο τόπος να γίνη ισόπεδος μετά της λοιπής γης. Ούτω τιμωρούνται αι μη τηρήσασαι την ιεράν αυτών παρθενίαν.

ΙΑ. Λέγεται δ' ότι ο Νουμάς ωκοδόμησε και το ιερόν της Εστίας στρογγύλον, εις φρούρησιν του ασβέστου πυρός, μιμούμενος ουχί το σχήμα της γης ως δήθεν ούσης εστίας, αλλά του σύμπαντος κόσμου, εις ού το μέσον οι Πυθαγορικοί νομίζουσιν ότι υπάρχει το πυρ, και τούτο ονομάζουσιν εστίαν και μονάδα. Περί δε της γης φρονούσιν ούτε ακίνητος ότι είναι, ούτε κέντρον της κινήσεως, αλλ' ότι φέρεται κύκλω περί το πυρ, και ότι δεν είναι ούτε εκ των επισημοτάτων ούτε εκ των πρώτων του κόσμου μερών. Λέγουσι δ' ότι και ο Πλάτων, αφ' ού εγήρασε, τα αυτά διενοείτο περί της γης, ότι εις άλλο ήτον μέρος, και ότι το μεσαίτατον και το κυριώτατον ανήκεν εις άλλο καλλήτερον σώμα (416)

ΙΒ. Οι δε Ποντίφικες εξηγούσιν εις τους έχοντας ανάγκην και τα περί της ταφής αρχαία έθιμα, υπό του Νουμά διδαχθέντες να μη θεωρώσιν ως μίασμα κανέν των τοιούτων, αλλά να τιμώσι και τους κάτω Θεούς διά των συνήθων τελετών, διότι εκείνοι δέχονται τα κυριώτερα μέρη της ημετέρας ουσίας, εξαιρέτως δε να λατρεύωσι την ονομαζομένην Λιβίτιναν, ήτις είναι θεά επιτηρούσα τας εις τους νεκρούς οφειλομένας ιεροτελεστίας, η Περσεφόνη, ή μάλλον, ως εκλαμβάνουσιν οι λογιώτατοι των Ρωμαίων, η Αφροδίτη, καλώς συνάπτοντες εις την δύναμιν μιας Θεάς τ' αφορώντα και την γέννησιν και τον θάνατον. Αυτός δε διέταξε και τα πένθη καθ' ηλικίας και κατά καιρούς, οίον, να μη πενθή παις νεώτερος του τριετούς, ούτε πρεσβύτερος περισσοτέρους μήνας των ετών όσα έζησε, μέχρι των δέκα· τούτων δε περισσοτέρους καμμία ηλικία, αλλ' ο μακρότατος χρόνος του πένθους ήτον δεκαμηνιαίος, όσον και χηρεύουσιν αι γυναίκες των αποθανόντων. Αν δέ τις ενυμφεύετο προ τούτου του χρόνου, ώφειλε να θύση, κατά νομοθέτημα του ιδίου, αγελάδα έγγυον. Πολλάς δε και άλλας εισήγαγεν ο Νουμάς ιεράς τάξεις, εξ ών δύο θ' αναφέρω, την των Σαλίων και την των Φιτιαλίων, οίτινες προ πάντων εμφαίνουσι του ανδρός την ευσέβειαν. Εκ τούτων οι Φιτιάλιοι ήσαν ειρηνοφύλυκές τινες, και, ως μοι φαίνεται, έλαβον και το όνομα αυτό από της πράξεως, διότι διά λόγου έπαυον τας φιλονεικίας, και δεν άφηνον να γίνη εκστρατεία, πριν ή εξαντληθή πάσα δικαιοσύνης ελπίς. Διότι ειρήνην (417) ονομάζουσιν οι Έλληνες όταν διαλύσωσι τας προς αλλήλους διαφοράς διά λόγου και ουχί διά βίας. Οι δε των Ρωμαίων Φιτιαλείς πολλάκις απήρχοντο προς τους αδικούντας, ζητούντες να μεταπείσωσιν αυτούς εις γνώμην δικαιοτέραν, και αν τους έβλεπον ισχυρογνωμούντας, μάρτυρας εκάλουν τους Θεούς, και πολλά και δεινά ηύχοντο καθ' εαυτών και κατά της πατρίδος, αν δικαίως δεν εξεστράτευον, και ούτω τοις εκήρυττον πόλεμον. Αν δ' αυτοί απηγόρευον ή δεν συγκατετίθεντο, ουδ' εις στρατιώτην Ρωμαίον ουδ' εις βασιλέα ήτον επιτετραμμένον να κινήση όπλα· αλλ' έπρεπε παρ' αυτών να παραλάβη ο άρχων ότι ήτον δικαία η αρχή του πολέμου, και τότε μόνον να σκεφθή περί του συμφέροντος. Λέγεται δ' ότι και η επί των Κελτών εκείνη καταστροφή επήλθεν εις την πόλιν, όταν παρανόμως έπραξε προς ταύτα τα ιερά. Διότι έτυχον οι βάρβαροι να πολιορκώσι τους Κλουσίνους· εστάλη δ' εις το στρατόπεδον πρέσβυς ο Φάβιος Άμβουστος, όπως ενεργήση συμβιβασμόν υπέρ των πολιορκουμένων. Μη λαβών δ' ειρηνικάς αποκρίσεις, και φρονών ότι έληξεν η πρεσβεία του, μετά νεανικής τόλμης ωπλίσθη υπέρ των Κλουσίνων, κ' επροκάλεσε τον ανδρειότατον των βαρβάρων. Και αυτός μεν επέτυχε, και φονεύσας, τον αντίπαλον, ελαφυραγώγησε τα όπλα του. Μαθόντες δε τούτο οι Κελτοί, έπεμψαν εις την Ρώμην κήρυκα, να κατηγορήσωσι τον Φάβιον ότι εκίνησε κατ' αυτών πόλεμον παράσπονδον και άπιστον και ακήρυκτον. Τότε οι Φιτιαλείς έπεισαν την σύγκλητον να παραδώση τον άνθρωπον εις τους Κελτούς· αλλ' εκείνος κατέφυγεν εις το πλήθος, και υπό του δήμου προστατευθείς, απέφυγε την καταδίκην. Μετ' ολίγον δ' επελθόντες οι Κελτοί, ελεηλάτησαν την Ρώμην πλην του Καπιτωλίου. Αλλά ταύτα εκτίθενται ακριβέστερον εις του Καμίλλου τον βίον.

ΙΓ. Τους δε Σαλίους ιερείς λέγεται ότι εκ τοιαύτης εσύστησεν αφορμής. Κατά το όγδοον έτος της βασιλείας του νόσος λοιμική διαδοθείσα εις την Ιταλίαν, ενέσκηψε και εις την Ρώμην. Οι άνθρωποι ήσαν πλήρεις αθυμίας, όταν, ως διηγούνται, χαλκή ασπίς εξ ουρανού καταφερομένη, έπεσεν εις του Νουμά τας χείρας· περί αυτής δ' ότι θαυμάσιόν τινα είπε λόγον ο βασιλεύς, όν ήκουσε παρά της Ηγερίας και των Μουσών, ότι το όπλον ήλθε προς σωτηρίαν της πόλεως, και πρέπει να φυλάττηται ομού μετ' άλλων ένδεκα, άτινα να γίνωσιν όμοια μετ' εκείνου κατά το σχήμα, την μορφήν και το μέγεθος, όπως μη δύνηται ο κλέπτης, εξ αιτίας της ομοιότητος, να επιτύχη το ουρανοκατάβατον^ προσέτι δ' ότι πρέπει ν' αφιερωθή εις τας Μούσας το μέρος εκείνο και αι πέριξ πεδιάδες, όπου ερχόμεναι συναναστρέφονται μετ' αυτού· την δε βρύσιν ήτις ποτίζει τον τόπον, να την αφιερώσωσιν ως ιερόν ύδωρ εις τας Εστιάδας παρθένους, όπως λαμβάνωσιν εξ αυτού καθ' ημέραν, και αγνίζωσι ραίνουσαι τον ναόν. Ταύτα λέγεται ότι επεκύρωσε και η νόσος, παύσασα εν τω άμα. Ότε δ' εξέθηκεν ο Νουμάς την ασπίδα, και προσεκάλεσε τους τεχνίτας ν' ανταγωνισθώσιν εις κατασκευήν ομοίας προς αυτήν, οι μεν άλλοι απηλπίσθησαν να το κατορθώσωσιν ο δε Βετούριος Μαμούριος, τεχνίτης εκ των αξιολωγοτάτων, τόσον επέτυχεν εις την μίμησιν, και τόσον εντελώς ομοίας τας κατασκεύασεν, ώστε ουδ' αυτός ο Νουμάς ηδύνατο πλέον να την γνωρίση. Τούτων λοιπόν φύλακας και επιμελητάς εγκατέστησε τους Σαλίους ιερείς. Σάλιοι δ' ωνομάσθησαν ουχί, ώς τινες μυθολογούσιν εκ Σαμοθρακός τινος ανδρός ή Μαντινέως (418), καλουμένου, Σαλίου, όστις πρώτος εδίδαξε τον ένοπλον χορόν, αλλά μάλλον εξ αυτού του χορού, διότι είναι πηδητός, τον χορεύουσι δε διερχόμενοι την πόλιν, όταν κατά τον Μάρτιον μήνα λαμβάνωσι τας ιεράς ασπίδας, κοκκίνους φέροντες χιτωνίσκους, εζωσμένοι δε πλατείας ζώνας χαλκάς, και περικεφαλαίας φορούντες χαλκάς, και κρούοντες διά μικρών εγχειριδίων τα όπλα. Το δε πλείστον μέρος του χορού τούτου είναι των ποδών επιδεξιότης· διότι κινούνται μετά χάριτος, εκτελούντες ελιγμούς τινας και μεταβολάς κατά ρυθμόν πυκνόν και ταχύν ελαφρώς και μετά δυνάμεως. Αυτάς δε τας ασπίδας καλούσιν Αγκύλας διά το σχήμα των· διότι δεν είναι κυκλικαί, ουδέ συμπληρούσι περιφέρειαν πλήρη ως αι πέλται, αλλ' έχουσιν εντομήν τινα γραμμής ελικοειδούς, ής αι κεραίαι καμπτόμεναι, επανέρχονται πλησιέστατα αλλήλων, και αποτελούσι το σχήμα καμπύλον· ή ονομάζονται ούτω διότι φέρονται περί τον αγκώνα. Ταύτα τουλάχιστον είπεν ο Ιόβας (419) επιθυμών να εξελληνίση το όνομα. Ίσως όμως εδύνατο να είναι επώνυμον και της ανέκαθεν καταπτώσεως της πρώτης ασπίδος, και της ιάσεως ή α κ έ σ εω ς των νοσούντων, και της α υ χ μ ώ ν λ ύ σ ε ω ς ήτοι παύσεως της ξηρασίας, και της α ν έ σ ε ω ς από των κακών, δι' ήν και οι Αθηναίοι τους Διοσκούρους Ά ν α κ α ς (420) προσηγόρευσαν και ταύτα, αν είναι ανάγκη να παραχθή το όνομα εκ της Ελληνικής. Εις δε τον Μαμούριον λέγεται ότι εδόθη ως μισθός της τέχνης του, ν' απομνημονεύωσιν αυτού οι Σάλιοι εις την ωδήν ήν ψάλλουσι χορεύοντες την Πυρρίχην. Τινές όμως λέγουσιν ότι δεν ψάλλουσι Βετούριον Μαμούριον, αλλά Ο υ ε τ έ ρ ε μ μ ε μ ο ρ ία μ, όπερ εστί π α λ α ι ά ν μ ν ή μ η ν (421).

ΙΔ. Αφ' ού δ' εκανόνισε τας ιερωσύνας, ωκοδόμησε πλησίον του ναού της Εστίας την λεγομένην Ρ η γ ί α ν (422), ήτοι την βασιλικήν κατοικίαν, και τον περισσότερον καιρόν εκεί έμενεν, ιερουργών, ή διδάσκων τους ιερείς, ή περί θείων τινών εννοιών μετ' αυτών συζητών. Είχε δε και άλλην οικίαν περί τον λόφον του Κυρίνου, ής ο τόπος δείκνυται έτι και σήμερον. Εις δε των θείων αγαλμάτων τας προπομπάς, και εν γένει εις τας πομπάς των ιερέων, προηγούντο κήρυκες εις όλην την πόλιν, φωνάζοντες να εορτάσωσι, και να παύσωσι πάσαν εργασίαν. Διότι, καθώς λέγουσι περί των Πυθαγορικών, ότι δεν επέτρεπον να προσκυνή και να προσεύχηταί τις τους Θεούς παρέργως, αλλ' εδίδασκον ότι πρέπει να βαδίζη εις αυτά έχων ευθύς εκ της οικίας προπαρεσκευασμένον το πνεύμα του, ούτως ενόμιζε και ο Νουμάς ότι πρέπει οι πολίται ούτε ν' ακούωσιν ούτε να βλέπωσι κανέν εκ των θείων παρέργως και αμελώς, αλλ' αργούντες αφ' όλων των άλλων, και προσέχοντες τον νουν εις τα έργα της ευσεβείας ως εις πράξεις μεγίστας, καθαράς διατηρούντες επί της ιερουργείας τας οδούς από θορύβων και πατάγων και στεναγμών, και από των τοιούτων όσα εισί παρεπόμενα των αναγκαίων και βαναύσων εργασιών. Τούτων διατηρούντες εισέτι ίχνη τινά, όταν ο άρχων ασχολήται εις οιωνοσκοπίαν ή εις θυσίας, κράζουσιν, Οκ άγε (423) και η λέξις αύτη σημαίνει, τ ο ύ τ ο π ρ ά τ τ ε, στρέφουσα τους παρευρισκομένους εις προσοχήν, και προσκαλούσα εις κοσμιότητα. Και εκ των λοιπών δε παραγγελμάτων αυτού πολλά ήσαν όμοια προς τα πυθαγορικά. Διότι, καθώς εκείνοι εσυμβούλευον να μη καθήμεθα εις χοίνικα (424), να μη σκαλίζωμεν διά μαχαίρας το πυρ, απερχόμενοι εις οδοιπορίαν να μη στριφωμένα οπίσω την κεφαλήν, εις τους ουρανίους Θεούς να θύωμεν μονά, εις δε τους καταχθονίους ζυγά, και τούτων όλων έκρυπτον την σημασίαν εις τον όχλον (425), ούτω καί τινες των παραδόσεων του Νουμά έχουσιν απόκρυφον την έννοιαν, ως το να μη σπένδωσιν εις τους Θεούς εξ ακλαδεύτων αμπέλων, και να μη θυσιάζωσι χωρίς αλεύρου, και να προσκυνώσι στρεφόμενοι πέριξ, και να κάθονται αφ' ού προσεκύνησαν. Εκ τούτων τα δύο πρώτα φαίνονται της γης διδάσκοντα την εξημέρωσιν, ως μέρος ούσαν της ευσεβείας· η δε περιστροφή των προσκυνούντων λέγεται μεν ότι είναι μίμησις της περιφοράς της γης· φαίνεται δε μάλλον ότ', επειδή οι ναοί βλέπουσι προς ανατολάς, και επομένως ο εισερχόμενος να προσκυνήση, έχει τα νώτα προς ανατολήν εστραμμένα, πρώτον εγύριζε οπίσω, και έπειτα πάλιν μετεστρέφετο προς τον Θεόν, κάμνων κύκλον, και συνάπτων αμφότερα τα άκρα εις την τελείωσιν της ευχής του. Εκτός όμως αν διδάσκη και αινίττηται η μεταστροφή του σχήματος όμοιόν τι προς τους τροχούς των Αιγυπτίων (426), ότι ουδέν ανθρώπινον είναι σταθερόν, και ότι πρέπει να στέργωμεν και να δεχώμεθα τον βίον ημών όπως αν ο Θεός τον στρέφη και τον εκτυλίσση. Το δε να κάθηνται αφ' ού προσεκύνησαν, λέγουσιν ότι είναι οιωνός ασφαλείας των ευχών και διαμονής των αγαθών. Λέγουσι δε και ότι η ανάπαυσις είναι των πράξεων χωρισμός· και ότι ως περατώσαντες την προτέραν πράξιν, κάθηνται πλησίον των Θεών διά να λάβωσι πάλιν άλλην αρχήν παρ' εκείνων. Δύναται δε τούτο να θεωρηθή και ως συμφωνούν προς όσα προείπομεν, ότι ο νομοθέτης μας συνηθίζει να μη προσερχώμεθα προς τους Θεούς όντες άλλως ησχολημένοι παρέργως πώς, και ως σπεύδοντες, αλλ' όταν έχωμεν καιρόν και σχολάζωμεν.

ΙΕ. Εκ δε της τοιαύτης θρησκευτικής παιδαγωγίας η πόλις τοσούτον έγινεν ευδιοίκητος, και τοσούτον κατεθαμβώθη υπό της δυνάμεως του Νουμά, ώστε παρεδέχετο και λόγους μυθώδεις και αλλοκότους, και τίποτε δεν ενόμιζεν απίστευτον ή αδύνατον, αν εκείνος το ήθελε. Λέγεται λοιπόν ότι εκάλεσεν εις γεύμα πολλούς πολίτας, και έστρωσε σκεύη πρόστυχα, και έφερε δείπνον ευτελές και απλούν· αφ' ού δ' ήρχισαν να δειπνώσι, τοις έρριψε λόγον ότι ήλθε προς αυτόν η Θεά μεθ' ής συνανεστρέφετο, και αιφνηδίως έδειξε τον οίκον του πλήρη ποτηρίων πολυτελών, και τας τραπέζας γεμούσας φαγητών παντοδαπών και αφθονίας μεγάλης. Πάσης δε παραδοξίας απιθανώτερον είναι το ιστορούμενον περί της σχέσεως αυτού μετά του Διός. Διότι μυθολογούσιν ότι εις τον Αβεντίνον λόφον, όστις δεν ήτον εισέτι μέρος της πόλεως, ουδέ κατωκείτο, αλλ' είχε πηγάς αφθόνους και σκιεράς κοιλάδας, ήρχοντο δύω δαίμονες, ο Πίκος και ο Φαύνος, οίτινες κατά μεν τα λοιπά δύνανται να θεωρηθώσιν ως σχέσιν έχοντες προς των Σατύρων το γένος ή των Πανών, περιήρχοντο όμως την Ιταλίαν σοφιζόμενοι, ως προς την ενέργειαν και την δύναμιν των φαρμάκων και ως προς τας θείας μαγείας, τα αυτά όσα οι υπό των Ελλήνων ονομαζόμενοι Ιδαίοι δάκτυλοι (427). Τούτους λέγουσιν ότι υπέταξεν ο Νουμάς, συγκεράσας οίνον και μέλι εις την κρήνην αφ' ής συνήθως έπινον. Αφ' ού δε συνελήφθησαν, ότι πολλάς μεν μορφάς μετέβαλλον, και ήλλαζον την φύσιν των, παριστώντες εις τα βλέμματα φοβερά φαντάσματα και αλλόκοτα. Αφ' ού δ' ενόησαν ότι συνελήφθησαν εις ισχυράν και αναπόδραστον αιχμαλωσίαν, τότε και άλλα πολλά επροφήτευσαν των μελλόντων, και τω εδίδαξαν τον τρόπον του καθαρισμού όταν πέση κεραυνός, και όν μέχρι τούδε εκτελούσιν εισέτι, λαμβάνοντες κρομμύδια, τρίχας και σαρδέλλας. Τινές δε λέγουσιν ότι δεν έδειξαν τον καθαρμόν οι δαίμονες, αλλ' ότι εκείνοι μεν έφερον κάτω τον Δία διά μαγειών ο δε Θεός, οργιζόμενος κατά του Νουμά, τον διέταξεν ότι πρέπει να γίνη ο καθαρισμός διά κεφαλών και ο Νουμάς ηρώτησε, κρομμυδίων; ο δε Ζευς απεκρίθη, ανθρώπων. Αποφεύγων δε πάλιν το φοβερόν του προστάγματος, ηρώτησεν εκ νέου ο Νουμάς, με τρίχας; και ο Ζευς απήντησεν, έμψυχα· Σαρδέλλας; είπεν ο Νουμάς· και ταύτα έλεγε διδαχθείς υπό της Ηγερίας. Και ο μεν Θεός απήλθεν εξιλεωθείς, ο δε τόπος ωνομάσθη έκτοτε Ιλίκιος (428), και ο καθαρισμός ούτως εκτελείται. Και ταύτα μεν εισί μυθώδη και γελοία, και δεικνύουσι των τότε ανθρώπων την διάθεσιν προς τα θεία, ήν ενέπνευσεν εις αυτούς η συνήθεια. Ο δε Νουμάς τοσούτον λέγουσιν ότι είχε προσηλωμένας εις τον Θεόν τας ελπίδας του, ώστε όταν τω ανηγγέλθη ποτέ ότι επέρχονται οι εχθροί, εμειδίασε και είπεν· «Εγώ δ' εκτελώ θυσίαν.»