Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς

Part 11

Chapter 1132 wordsPublic domain

Λ. Επί δε της βασιλείας του Άγιδος εισεχώρησε κατά πρώτον το νόμισμα εις την Σπάρτην, και μετά του νομίσματος η πλεονεξία και η επιθυμία του πλούτου, εξ αιτίας του Λυσάνδρου· και αυτός μεν ήτον χρημάτων ανώτερος, αλλά την πατρίδα του ενέπλησε τρυφής και φιλοπλουτίας, εισαγαγών εκ του πολέμου χρυσόν και άργυρον, και καταργών του Λυκούργου τους νόμους· εν ώ καθ' όσον επεκράτουν εκείνοι πρότερον, η Σπάρτη έχουσα όχι πολίτευμα πόλεως, αλλά μάλλον βίον ανδρός ασκητού και σοφού, ή, ως οι ποιηταί μυθολογούσι τον Ηρακλέα δέρμα και ξύλον έχοντα, και περιερχόμενον την οικουμένην, και τιμωρούντα τους παρανόμους και θηριώδεις τυράννους, ούτως η πόλις σκυτάλην μόνον και τρίβωνα έχουσα, και εξουσιάζουσα επί της Ελλάδος δεχομένης την αρχήν της προθύμως, κατέστρεψε τας αδίκους δυναστείας και τας τυραννίας εις τα πολιτεύματα, και τους πολέμους εδίκαζε, και τας στάσεις κατέπαυε, πολλάκις ουδ' ασπίδα κινήσασα μίαν, αλλ' ένα μόνον πέμψασα πρέσβυν, ού πάντες εξεπλήρουν την προσταγήν, καθώς αι μέλισσαι, όταν φανή ο ηγεμών αυτών, συντρέχουσι πέριξ του και κατατάττονται ευπρεπώς. Τόσον ίσχυσεν η πόλις διά την ευνομίαν και την δικαιοσύνην αυτής. Ώστε απορώ πώς τινες λέγουσιν ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήξευρον να κυβερνώνται, όχι όμως και να κυβερνώσι, και πως επαινούσι τον λόγον του Βασιλέως Θεοπόμπου (373), όστις είς τινα ειπόντα ότι την Σπάρτην έσωζε το ότι οι Βασιλείς αυτής ήξευρον να άρχωσι, «μάλλον, είπεν, ότι οι πολίται αυτής ήξευρον να υπακούωσι», διότι δεν υπακούουσιν ευκόλως εις τους μη ηξεύροντας να τους διοικώσιν. Αλλ' η ευπείθεια είναι μάθημα του άρχοντος· διότι, όστις καλώς οδηγεί, εκείνος διδάσκει καλώς να τον ακολουθώσι. Και καθώς της ιππικής τέχνης αποτέλεσμα είναι να καθιστά τον ίππον πράον και πειθήνιον, ούτω και της βασιλικής επιστήμης έργον να επιβάλλη την επακοήν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επέβαλλον ουχί ευπείθειαν εις τους άλλους, αλλ' επιθυμίαν του να κυβερνώνται υπ' αυτών και να τοις υπακούωσι· διότι δεν απήτουν παρ' αυτών ούτε πλοία ούτε χρήματα (374), ουδ' έστελλον προς αυτούς οπλίτας, αλλ' ένα διοικητήν Σπαρτιάτην· και τούτον λαβόντες οι διοικούμενοι, ετίμων αυτόν και τον εφοβούντο, καθώς τον Γύλιππον οι Σικελιώται, και τον Βρασίδαν οι Χαλκιδείς, και τον Λύσανδρον, και τον Καλλικρατίδαν (375) και τον Αγησίλαον όλοι οι την Ασίαν κατοικούντες· και τους μεν άνδρας τούτους ωνόμαζον αρμοστάς και σωφρονιστάς των διαφόρων λαών και αρχόντων, προς δε την πόλιν εν γένει των Σπαρτιατών απέβλεπον ως προς παιδαγωγόν ή διδάσκαλον κοσμίου βίου και πολιτείας ευτάκτου. Τούτο φαίνεται θέλων να ειρωνευθή ο Στρατόνικος (376) αστειευόμενος νομοθετεί και διατάττει οι μεν Αθηναίοι να τελώσι μυστήρια και πομπάς, οι δ' Ηλείοι να προεδρεύωσιν αγώνων, διότι εισίν άριστοι αγωνοθέται, οι δε Λακεδαιμόνιοι, αν αυτοί σφάλλωσι, να δέρωνται. Και τούτο μεν έλεγε προς γέλωτα. Ο δ' Αντισθένης ο Σωκρατικός (377), βλέπων τους Θηβαίους κομπάζοντας διά την εν Λεύκτροις μάχην, είπεν ότι ομοιάζουσι παιδάρια καυχώμενα διότι έδειραν τον παιδαγωγόν των.

ΛΑ. Τούτο όμως δεν ήτον βεβαίως ο κύριος του Λυκούργου σκοπός, το ν' αφήση την πόλιν άλλων πολλών ηγεμόνα. Αλλά καθώς εις του ανθρώπου τον βίον, ούτω και εις της πόλεως ολοκλήρου, νομίζων ότι η ευδαιμονία προέρχεται εκ της αρετής και εκ της εσωτερικής ομονοίας, συνέταξε την πόλιν και την συνηρμολόγησεν ούτως, ώστε οι πολίται, ελεύθεροι γινόμενοι και αυτάρκεις, να πολιτεύωνται σωφρόνως εφ' όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν. Τούτο και ο Πλάτων έλαβεν ως βάσιν του πολιτεύματος του, και ο Διογένης (378)· και ο Ζήνων (379) και πάντες όσοι επιχειρήσαντες περί τούτων να ομιλήσωσιν επαινούνται, ει και μόνον γράμματα και λόγους αφήσαντες. Ο δε Λυκούργος, ουχί γράμματα και λόγους, αλλ' έφερεν εμπράκτως εις φως αμίμητον πολιτείαν, και εις τους νομίζοντας ότι ανύπαρκτος είναι η φημιζομένη σοφία αυτού, επέδειξεν ολόκληρον πόλιν φιλοσοφούσαν, υπερτερήσας κατά την δόξαν πάντας τους εις τα πολιτικά αναμιγέντας Έλληνας. Διό και ο Αριστοτέλης λέγει ότι τω απεδόθησαν εν Λακεδαίμονι τιμαί ολιγώτεραι των όσαι τω ωφείλοντο, αν και έλαβε τας μεγίστας· διότι και ιερόν ιδρύθη εις αυτόν, και θυσίαι κατ' έτος τω προσεφέροντο ως εις Θεόν. Λέγεται δ' ότι και τα λείψανα αυτού εκομίσθησαν εις την πατρίδα του, και ότι κεραυνός έπεσεν εις τον τάφον του, όπερ σπανίως συνέβη εις άλλους των επισήμων, πλην του Ευριπίδου μεταγενεστέρως, όστις αποθανών ετάφη περί την Αρέθουσαν, πόλιν της Μακεδονίας. Ώστε επιχείρημα και μαρτυρία μεγάλη είναι αύτη παρά τοις αγαπώσι τον Ευριπίδην, ότι εις μόνον αυτόν συνέπεσε και έγινε μετά θάνατον ό,τι είχε συμπέσει πριν εις τον θεοφιλέστατον και οσιώτατον των ανθρώπων. Λέγουσι δ' άλλοι μεν ότι απέθανεν ο Λυκούργος εις την Κίρραν (380)· ο δ' Απολλόθεμις (381) ότι μετεκομίσθη εις Ήλιν ο δε Τίμαιος (382) και ο Αριστόξενος (383), ότ' έζησε μέχρι του τέλους του εις την Κρήτην, και ο Αριστόξενος λέγει ότι οι Κρήτες δεικνύουσι τάφον αυτού περί την Περγαμίαν (384), κατά την ξενικήν οδόν, λέγεται δ' ότι αφήκε μονογενή υιόν, Αντίωρον καλούμενον, και ότι αυτός απέθανεν άτεκνος και το γένος εξέλιπεν. Οι δε φίλοι και οικείοι του συνέστησαν διαδοχικήν εταιρίαν, διαμείνασαν χρόνους πολλούς, και τας ημέρας καθ' άς συνήρχοντο ωνόμασαν Λυκουργίδας. Αριστοκράτης (385) δ' ο υιός του Ιππάρχου λέγει ότι οι φιλοξενήσαντες τον Λυκούργον εις την Κρήτην, όταν απέθανεν, έκαυσαν το σώμα του και διέσπειραν την τέφραν του εις την θάλασσαν, κατά παράκλησιν αυτού, θελήσαντος ν' αποφύγη μη μετακομισθώσι ποτέ τα λείψανά του εις Λακεδαίμονα, και οι Λακεδαιμόνιοι, θεωρούντες αυτόν ως επιστρέψαντα, και λελυμένους τους όρκους των, μη μεταβάλωσι την πολιτείαν. Ταύτα λοιπόν περί του Λυκούργου.

ΝΟΥΜΑΣ

Α. Και περί των χρόνων δε καθ' ούς έζη ο Βασιλεύς Νουμάς υπήρξε σφοδρά φιλονεικία, ει και αι αρχαιόταται γενεαλογίαι εις αυτόν φαίνονται ακριβώς αναγόμεναι (386). Αλλά Κλώδιός τις, εν τω «Ελέγχω των χρόνων», διότι ούτω περίπου ονομάζεται το βιβλίον, διισχυρίζεται ότι αι μεν αρχαίαι εκείναι οικογενειακαί αναγραφαί κατεστράφησαν επί της αλώσεως της πόλεως υπό των Κελτών (387)· αι δε ήδη δεικνύμεναι ότι συνετέθησαν ουχί κατά την αλήθειαν, αλλ' υπ' ανθρώπων θελόντων να ευχαριστήσωσί τινάς οίτινες, χωρίς τινος δικαιώματος, είχον την αξίωσιν να εισχωρήσωσιν εις τα πρώτα γένη και τους ενδοξοτάτους οίκους. Και λέγεται μεν ότι ο Νουμάς υπήρξεν ακροατής του Πυθαγόρου· αλλά τινές διισχυρίζονται ότι δεν ήτον διόλου μέτοχος ελληνικής παιδείας, ως θέλοντες ή να τον παραστήσωσιν ως εκ φύσεως έχοντα αφ' εαυτής αναπτυσσομένην την δύναμιν προς την αρετήν, ή ν' αποδώσωσι την εκπαίδευσιν του Βασιλέως εις βάρβαρόν τινα καλήτερον του Πυθαγόρου. Άλλοι δε λέγουσιν ότι ο Πυθαγόρας ήτον μεταγενέστερος, ζήσας πέντε περίπου γενεάς μετά τους χρόνους του Νουμά· ότι δε Πυθαγόρας ο Σπαρτιάτης, νικήσας εις τα Ολύμπια στάδιον κατά την δεκάτην έκτην Ολυμπιάδα, καθ' ήν επί του τρίτου έτους ο Νουμάς εβασίλευσε, και πλανηθείς κατά την Ιταλίαν, συνανεστράφη μετά του Νουμά, και διερρύθμισε μετ' αυτού την βασιλείαν και εκ τούτου ότι εις τα Λακωνικά έθιμα συνανεμίγησαν και πολλά Ρωμαϊκά, εκ διδασκαλίας του Πυθαγόρου. Άλλως δε ήτον ο Νουμάς κατά το γένος εκ Σαβίνων, και οι Σαβίνοι θέλουσιν ότι κατάγονται εκ Λακεδαιμονίων. Η εξακρίβωσις λοιπόν των χρόνων είναι δύσκολος, και μάλιστα καθ' όσον εξάγεται εκ των ολυμπιακών νικών (388), ών την αναγραφήν λέγουσιν ότι μετά καιρόν εξέδωκεν Ιππίας ο Ηλείος, εις ουδεμίαν στηριχθείς αξιόπιστον βάσιν. Διηγούμεθα δ' όσα γνωρίζομεν άξια λόγου ημείς περί του Νουμά, δεόντως αρχίζοντες την εξιστόρησιν από των προ αυτού.

Β. Η Ρώμη κατωκείτο ήδη προ τριακονταεπτά ετών, και εβασιλεύετο υπό του Ρωμύλου. Κατά δε την πέμπτην του μηνός ημέραν (389), την καλουμένην σήμερον Νόννας Καπρατίας, ο Ρωμύλος ετέλει δημοσίως θυσίαν περί το καλούμενον Αιγός έλος (390), επί παρουσία της Βουλής και του πλείστου μέρους του δήμου. Εξαίφνης δ' έγινε μεγάλη του αέρος ανατροπή, και νέφος κατέβη εις την γην μ' ανεμοζάλην σφοδράν. Και τότε το μεν άλλο πλήθος εσκορπίσθη και έφυγε φοβηθέν, ο δε Ρωμύλος έγινεν άφαντος, και ούτε αυτός πλέον, ούτε το σώμα του ευρέθη νεκρόν. Βαρεία δ' υποψία επεβάρυνεν επί των πατρικίων, και λόγος διέτρεχε μεταξύ του λαού κατ' αυτών, ότι προ πολλού βαρυνθέντες να βασιλεύωνται, και θέλοντες να λάβωσιν αυτοί την εξουσίαν, εφόνευσαν τον βασιλέα· διότι από τινος, ως φαίνεται, εφέρετο τραχέως πως και δεσποτικώς κατ' αυτών. Αλλ' αυτήν μεν την υποψίαν επράυνον εκείνοι, εις Θεόν αναβιβάζοντες τον Ρωμύλον, ως αν δεν είχεν αποθάνει, αλλά τύχης αξιωθή ανωτέρας. Και ο Πρόκλος, άνθρωπος επίσημος, ώμοσεν ότι είδε τον Ρωμύλον αναβαίνοντα ένοπλον εις τον ουρανόν, και ότι ήκουσε φωνήν, ήτις τον διέταττε να ονομασθή Κυρίνος. Άλλη δε ταραχή και στάσις επήλθεν εις την πόλιν περί του μέλλοντος να διαδεχθή την βασιλείαν· διότι οι ξένοι δεν είχον εισέτι εντελώς συγχωνευθή μετά των πολιτών, αλλ' ο μεν λαός εισέτι πολύ εκυμαίνετο καθ' εαυτόν, και οι πατρίκιοι ενδιαφερόμενοι, υπώπτευον αλλήλους. Και όλοι μεν ήσαν σύμφωνοι ότι πρέπει να έχωσι βασιλέα· αλλ' ήλθον εις έριδας και διαιρέσεις, ουχί μόνον ως προς τον άνθρωπον, αλλά και ως προς το γένος εξ ού ώφειλε να ληφθή ο ηγεμών. Διότι οι πρώτοι συνοικίσαντες την πόλιν μετά του Ρωμύλου, εφρόνουν ανυπόφορον, αφ' ού οι Σαβίνοι έγιναν κοινωνοί της πόλεως και της χώρας των, ήδη βιαίως να κατεξουσιάζωσιν εκείνων οίτινες επί τούτω τους εδέχθησαν. Είχον δε και οι Σαβίνοι ευλογοφανή τινα λόγον, ότι, αφ' ού απέθανεν ο βασιλεύς αυτών Τάτιος, αυτοί δεν επανέστησαν κατά του Ρωμύλου, αλλά τον αφήκαν να κυβερνά μόνος· επομένως απήτουν ο άρχων να γίνη πάλιν εκ του γένους των διότι ούτε ηνώθησαν μετ' αυτών, κατώτεροι μετά καλητέρων, και αφ' ού ηνώθησαν, ηύξησαν το πλήθος εκείνων, και ηύξησαν την σημασίαν της πόλεως. Διά ταύτα λοιπόν είχον διχονοίας. Διά να μη φέρη δ' η στάσις σύγχυσιν ως εκ της αναρχίας, και να μη μένη μετέωρον το πολίτευμα, απεφάσισαν οι πατρίκιοι, όντες εκατόν πεντήκοντα (391), κατά σειράν έκαστος εξ αυτών να κοσμήται διά των βασιλικών παρασήμων, να προσφέρη την προσδιωρισμένην θυσίαν εις τους Θεούς, και να ενεργή τα δημόσια έξ μεν ώρας της νυκτός, έξ δε της ημέρας, εν ονόματι του Κυρίνου και του Τατίου· διότι η τοιαύτη διαίρεσις των καιρών εις έκαστον, ήρεσκεν εις τους άρχοντας διά την ισότητα, και εις τον λαόν η αλλαγή της εξουσίας εφαίνετο ως ν' αφήρει τον φθόνον, όταν έβλεπον την ιδίαν ημέραν και νύκτα τον ίδιον από βασιλέως ιδιώτην γινόμενον. Ονομάζουσι δε το σχήμα τούτο της κυβερνήσεως οι Ρωμαίοι Μεσοβασιλείαν.

Γ. Αλλ' αν και εφαίνοντο κυβερνώντες τοσούτον δημοτικώς και μετρίως, υπέκυπτον όμως πάλιν εις υποψίας και εις θορύβους, ότι μετέβαλλον το πολίτευμα εις ολιγαρχίαν, και εσφετερίζοντο την πολιτείαν, μη θέλοντες να εκλεχθή βασιλεύς. Διά τούτο συνεφώνησαν μεταξύ των αι φατρίαι, να εκλέξη εκάστη εκ της άλλης βασιλέα, διότι ούτως ήθελε παύσει αμέσως η μεταξύ των φιλονεικία, και ο εκλεχθησόμενος ήθελεν είσθαι επίσης εύνους προς αμφοτέρους, αγαπών τους μεν διότι υπ' αυτών εξελέγη, τους δε διότι ήτον αυτών συγγενής. Αφήκαν δ' οι Σαβίνοι εις τους Ρωμαίους να εκλέξωσι πρώτοι, και εις τούτους προτιμότερον εφάνη να εκλέξωσι Σαβίνον, αλλ' αυτοί να είναι οι εκλογείς, παρά να δώσωσι Ρωμαίον και να μείνη η εκλογή εις εκείνους. Συσκεφθέντες δε, ανέδειξαν βασιλέα εκ των Σαβίνων τον Νουμάν Πομπίλιον, άνθρωπον ουχί εκ των αποκαταστάντων εις Ρώμην, αλλά τοσούτον γνωστόν διά την αρετήν του, ώστε όταν ωνομάσθη, οι Σαβίνοι τον εδέχθησαν προθυμότερον ακόμη από τους εκλογείς του. Αφ' ού λοιπόν είπον εις τον λαόν τι απεφασίσθη, έπεμψαν προς αυτόν πρέσβεις, τους πρωτεύοντας εξ αμφοτέρων των μερών, να τον παρακαλέσωσι να έλθη και να παραλάβη την βασιλείαν. Ήτον δ' ο Νουμάς εκ της παρά Σαβίνοις επισήμου πόλεως των Κυρέων, εξ ής οι Ρωμαίοι ωνομάσθησαν Κυρήται ομού μετά των Σαβίνων, οίτινες συνανεμίγησαν μετ' αυτών· υιός δε Πομπωνίου, ανδρός επισήμου, εκ τεσσάρων αδελφών ο νεώτατος· και εγεννήθη, κατά θείαν τινά συγκυρίαν, καθ' ήν ημέραν ο Ρωμύλος έκτισε την Ρώμην. Είναι δ' αύτη η προ της ενδεκάτης των καλανδών μαΐων (392) Έχων δε το ήθος εκ φύσεως προς πάσαν αρετήν επιτήδειον, εγένετο έτι ημερώτερος διά της παιδείας, της κακοπαθείας και της φιλοσοφίας. Και ου μόνον τα κατηγορούμενα πάθη απέβαλε της ψυχής του, αλλά προσέτι και τα αρέσκοντα εις τους βαρβάρους, την βίαν και την πλεονεξίαν, ανδρείαν αληθή νομίζων τον υπό του λογικού περιορισμόν των επιθυμιών του. Ως εκ τούτων δε, εξορίσας εκ του οίκου του πάσαν πολυτέλειαν και τρυφήν, άμεμπτος δε δικαστής και σύμβουλος γινόμενος εις πάντα πολίτην και πάντα ξένον, κατά δε τας ώρας της αργίας του αυτός εαυτόν μεταχειριζόμενος ουχί προς τρυφάς και χρηματολογίαν, αλλά προς λατρείαν των Θεών, και την διά του λογικού θεωρίαν της φύσεως και της δυνάμεως αυτών, μέγα απέκτησεν όνομα και δόξαν τοσαύτην, ώστε ο Τάτιος, ο βασιλεύσας εν Ρώμη μετά του Ρωμύλου, μίαν έχων θυγατέρα Τατίαν, τον έκαμε γαμβρόν του. Αλλά δεν εμεγαλοφρόνησε διά τον γάμον του, ουδέ συγκατώκησε μετά του πενθερού του, αλλ' έμεινεν εις τους Σαβίνους, περιποιούμενος τον γέροντα πατέρα του· διότι και η Τατία επροτίμησε την ιδιωτικήν του ανδρός της ησυχίαν παρά την τιμήν και την δόξαν ήν θα είχεν εν Ρώμη διά τον πατέρα της. Και αύτη μεν λέγεται ότι απέθανε δεκατρία έτη μετά τον γάμον των.

Δ. Ο δε Νουμάς, αφήσας την κατοικίαν της πόλεως, ήθελε να διαμένη συνεχώς εις τας εξοχάς, και να πλανάται μόνος εις άλση Θεών, και εις ιερά πεδία, και να ζη εις τόπους ερήμους. Εκ τούτου δε κατά μέγα μέρος έλαβε την αρχήν του ο λόγος περί της Θεάς, ότι ο Νουμάς απέφευγε των ανθρώπων την κοινωνίαν ουχί εκ ψυχικής αδημονίας και εξ αγάπης προς τας πλανήσεις, αλλά διότι απελάμβανεν συναναστροφής υψηλοτέρας, και θείων ηξιώθη γάμων, συνομιλών και συζών μετά της Θεάς Ηγερίας ήτις τον ηγάπα, άνθρωπος ευδαίμων και περί τα θεία σοφός. Και ότι μεν ταύτα ομοιάζουσι πολλούς των παλαιοτάτων μύθων, και τας παραδόσεις εις άς εντέρπονται οι Φρύγες περί Άττου (393) και οι Βιθυνοί περί Ηροδότου, και οι Αρκάδες περί Ενδυμίωνος, και περί άλλων πολλών, οίτινες υποτίθεται ότι εγένοντο ευδαίμονες, και ηγαπήθησαν υπό των Θεών, δεν είναι δύσκολον να εννοηθή, και εύλογον φαίνεται, ο Θεός, όστις δεν αγαπά τους ίππους και τα πτηνά, αλλά τους ανθρώπους, να θέλη να συναναστρέφηται μετά των εξόχως αγαθών, και να μη δυσαρεστήται προς σώφρονος και θείου ανδρός ομιλίαν, ουδέ να την περιφρονή· ότι δε Θεοί αγαπώσι και σώμα και κάλλος ανθρώπινον, και κοινωνούσι μετ' αυτού, δυσκόλως δύναται να πιστευθή, ει και οι Αιγύπτιοι φαίνονται μετά τινος πιθανότητος διακρίνοντες, και λέγοντες ότι μετά γυναικός μεν δεν είναι αδύνατον να συναφθή πνεύμα Θεού, και να εμφυσήση εις αυτήν αρχάς γεννήσεως, ανήρ όμως ότι δεν δύναται να ενωθή μετά θεάς, και να κοινωνήση σωματικώς μετ' αυτής. Αγνοούσι δ' ότι και το ενούμενον πρόσωπον αποδίδωσιν εις εκείνο μεθ' ού ενούται της ιδίας ουσίας όσον μέρος λαμβάνει εκ της εκείνου. Και όμως ως πρέπουσα δύναται να πιστευθή η φιλία Θεού προς άνθρωπον, και ο ούτω καλούμενος έρως, όστις επ' αυτής στηριζόμενος, αναπτύσσεται προς επιμέλειαν της αρετής και του ήθους. Και δεν αμαρτάνουσιν οι μυθολογούντες ότι ο Φόρβας και ο Υάκινθος και ο Άδμητος (394), ηγαπώντο υπό του Απόλλωνος, ως και τον Σικυώνιον Ιππόλυτον (395), περί ού λέγουσιν ότι οσάκις ετύγχανε διαπλέων εκ Σικυώνος εις Κίρραν, ως αν ησθάνετο τούτο ο Θεός και έχαιρεν, η Πυθία εχρησμοδότει τούτον τον εξάμετρον.

«Επί την θάλασσαν βαίνει ο φίλος Ιππόλυτος πάλιν».

Μυθολογούσι δε και περί του Πανός ότι ήτο εραστής του Πινδάρου (396) και των ασμάτων αυτού· και χάριν των Μουσών, ετιμήθησαν υπό των Θεών και ο Αρχίλοχος (397) και ο Ησίοδος (398) μετά θάνατον. Λέγεται δ' ότι και ζων ο Σοφοκλής εφιλοξένησε τον Ασκληπιόν, και πολλαί μέχρι τούδε υπάρχουσι του λόγου τούτου αι αποδείξεις (399)· προσέτι δ' ότι και μετά θάνατον τον ηξίωσε ταφής άλλος θεός. Είναι λοιπόν δίκαιον, όταν ταύτα παραδεχώμεθα περί τούτων, να μη πιστεύωμεν ότι ο Θεός συνανεστρέφετο μετά του Ζαλεύκου (400), και του Μίνωος, και του Ζωροάστρου (401), και του Νουμά και του Λυκούργου, οίτινες εκυβέρνων βασιλείας, και ωργάνιζον πολιτεύματα; Και όμως μετ' αυτών ηδύναντο σπουδάζοντες να συνομιλώσιν οι θεοί, όπως τους διδάσκωσι και τοις συμβουλεύωσι τα άριστα, εν ώ μετά των ποιητών και των λυρικών, οίτινες τερετίζουσιν, αν έχωσι τοιαύτας σχέσεις, είναι επόμενον παίζοντες να τας έχωσι μόνον. Αν δέ τις άλλως λέγη, «πλατύς ο δρόμος», κατά Βακχυλίδην (402),διότι ούτε η άλλη υπόθεσις είναι απαράδεκτος, ήν λέγουσί τινες περί Λυκούργου και Νουμά και άλλων τοιούτων ανδρών, ότι δαμάζοντες πλήθη δυσδιοίκητα και δυσκόλως ευχαριστούμενα, και μεγάλας επιφέροντες καινοτομίας εις τας πολιτείας, διά προσποιήσεως διέδωκαν τα περί της κοινωνίας αυτών μετά των Θεών, φέροντα σωτηρίαν εις αυτούς εκείνους προς ούς προςεποιούντο.

Ε. Τεσσαρακοντούτης δ' ήτον ο Νουμάς, όταν ήλθον εκ Ρώμης οι πρέσβεις, οι παρακαλούντες αυτόν να δεχθή την βασιλείαν. Ωμίλησαν δε προς αυτόν ο Πρόκλος και ο Ουέλεσος, εξ ών ο δήμος εφαίνετο πριν διατεθειμένος να εκλέξη τον ένα βασιλέα· και υπέρ μεν του Πρόκλου ήσαν οι λαοί του Ρωμύλου, υπέρ δε του Ουελέσου οι του Τατίου. Και αυτοί μεν ολίγα είπον, νομίζοντες ότι ο Νουμάς ήθελε δεχθή ευχαρίστως την πρότασιν. Αλλ' ως φαίνεται, δεν ήτον πράγμα μικρόν, αλλά και παρακλήσεις και λόγοι πολλοί απητήθησαν διά να πεισθή άνθρωπος ζήσας εις ειρήνην και ησυχίαν, ν' αναλάβη την κυβέρνησιν πόλεως ήτις τρόπον τινά εγεννήθη διά τον πόλεμον, και μετ' αυτού συνηυξήθη. Έλεγε λοιπόν, παρουσία του πατρός του, και Μαρκίου, ενός των συγγενών του, ότι «επισφαλής μεν είναι πάσα μεταβολή εις των ανθρώπων τον βίον, άνθρωπον όμως όστις ούτε στερείται τινος των αναγκαίων, ούτε παραπονείται εκ της καταστάσεως αυτού, ανοησία μόνη και τίποτε άλλο δύναται αποσπάση και τον μετατρέψη εκ των συνηθειών του, αίτινες και άλλο καλόν αν δεν έχωσι, κατά τούτο καν υπερτερούσι των αδήλων, ότι αύται εισί βέβαιαι. Αλλ' ουδέ καν άδηλοι εισί της βασιλείας οι κίνδυνοι, και αποδεικνύουσιν αυτούς τα παθήματα του Ρωμύλου, όστις διεβλήθη ότι επεβουλεύθη τον συνάρχοντα αυτού Τάτιον, έγινε δε και παραίτιος διαβολής κατά των ομοτίμων, ότι υπ' αυτών εφονεύθη· και ταύτα εν ώ τον μεν Ρωμύλον φημίζουσιν ως Θεών υιόν, και λέγουσιν ότι εκ θαύματος ανετράφη, και ότι ως νήπιον έτι εσώθη κατά τρόπον απίστευτον. Εγώ δε και καταγωγήν έχω θνητού, και η ανατροφή και η εκπαίδευσίς μου υπ' ανθρώπων έγινεν, ως δεν αγνοείτε. Όσοι δε των τρόπων μου επαινούνται, μακράν απέχουσιν ανθρώπου μέλλοντος να βασιλεύση, η πολλή ησυχία, και η αγάπη λογίων και απραγμόνων ενασχολήσεων, και ο θερμός και της ειρήνης σύντροφος έρως των πραγμάτων όσα δεν αφορώσι τον πόλεμον, και των ανθρώπων όσοι συνέρχονται ίνα τιμώσι τους Θεούς και προς αμοιβαίαν φιλοφροσύνην, άλλως δε κατ' ιδίαν επιδιδομένων εις την γεωργίαν ή εις την ποιμαντικήν. Διά σας δε, ω Ρωμαίοι, πολλούς μεν ίσως αφήκεν ο Ρωμύλος πολέμους ούς δεν ηθέλετε, δι' ούς όμως η πόλις χρειάζεται βασιλέα δυνάμενον ν' ανθέξ' εις αυτούς, και δραστήριον και ακμάζοντα, πολλήν δ' απέκτησεν ο δήμος και συνήθειαν των πολέμων και προθυμίαν, και όλοι γνωρίζουσιν ότι θέλει και ν' αυξάνη και να κυριεύη των άλλων. Ώστε και γελοίος θα ήμην περί τα θεία ασχολούμενος, και διδάσκων να τιμά την δικαιοσύνην, και ν' αποστρέφηται τον πόλεμον και την βίαν, εις πόλιν ήτις έχει στρατηγού μάλλον ή βασιλέως ανάγκην».

ΣΤ. Και αυτός μεν διά τοιούτων λόγων απεποιείτο την βασιλείαν· οι δε Ρωμαίοι πάσαν κατέβαλλον προσπάθειαν, θερμώς παρακαλούντες αυτόν, να μη τους ρίψη και πάλιν εις στάσιν και εις εμφύλιον πόλεμον, διότι δεν υπήρχεν άλλος ουδείς προς όν να κλίνωσιν αμφότεραι αι φατρίαι· και αφ' ού αυτοί απεσύρθησαν, ο πατήρ του και ο Μάρκιος, επιμείναντες ιδιαιτέρως, επροσπάθουν να πείσωσι τον Νουμάν να δεχθή το μέγα και θείον δώρον. «Αν συ, τω έλεγον, ολιγαρκής ων, δεν θέλης πλούτον, ούτε επιθυμής την δόξαν του θρόνου και της εξουσίας, έχων την καλλητέραν δόξαν, ήν δίδει η αρετή, αλλά, θεωρών την βασιλείαν ως υπηρεσίαν του Θεού, όστις την τοσαύτην δικαιοσύνην ανεγείρει εν σοι, και δεν την αφήνει να κείται άχρηστος και αργή, μη αποφεύγης την εξουσίαν, μηδέ λειποτάκτει απ' αυτής, διότι διά φρονίμους άνδρας αύτη είναι των μεγάλων και καλών πράξεων στάδιον, όπου και οι θεοί μεγαλοπρεπώς λατρεύονται, και οι άνθρωποι τάχιστα και ευκολώτατα εξημερούνται, και εις ευσέβειαν ανατρέφονται υπό του άρχοντος. Οι Ρωμαίοι έστερξαν και τον Τάτιον, καίτοι ξένον, και τιμώσι και αποθεούσι του Ρωμύλου την μνήμην. Τις ηξεύρει δ' αν και νικών ο δήμος δεν θα χορτάση τον πόλεμον, και αν, μετά τοσούτους θριάμβους και τόσα λάφυρα, δεν ποθούσιν ηγεμόνα πράον, και φίλον της δικαιοσύνης, όπως ζήσωσιν εις ειρήνην και ευνομίαν; Αν δε και μανίαν έχωσι πολέμου, και εισίν ακόρεστοι προς αυτόν, δεν είναι καλόν μάλιστα να στρέψης αλλαχού την ορμήν των, κρατών συ τας ηνίας, η δε πατρίς σου και των Σαβίνων όλον το έθνος να συνδεθή δι' αγάπης και φιλίας προς πόλιν ισχυράν και ακμάζουσαν;» Εις ταύτα δε προσετέθησαν, ως λέγεται, και καλοί τίνες οιωνοί, και ζήλος των πολιτών και προσπάθεια, όταν ηχούσαν περί της πρεσβείας, και παρακλήσεις προς τον Νουμάν ν' απέλθη και παραλάβη την βασιλείαν, όπως συνδέση και συναναμίξη τους πολίτας.

Ζ. Το απεφάσισεν επομένως, και θυσιάσας εις τους Θεούς, απήλθεν εις Ρώμην. Τον προϋπάντησε δ' η Βουλή και ο δήμος, μετά μεγίστης στοργής προς τον άνδρα· και ευπρεπείς ηγείροντο πανταχόθεν ευφημίαι των γυναικών, και θυσίαι εγίνοντο εις τα ιερά, και χαρά επλήρου τα πάντα, ως δεχομένης της πόλεως ουχί Βασιλέα, αλλά βασιλείαν. Τότε δε συνήλθεν ο λαός εις συνέλευσιν, και ο κατά κλήρον τυχών μεσοβαλεύς κατά τας ώρας εκείνας Σπόριος Ουέττιος προσεκάλεσε τους πολίτας να ψηφοφορήσωσι, και όλοι τον εψηφοφόρησαν. Ότε δε τω προσεφέροντο τα βασιλικά παράσημα, είπε να σταθώσι, διότι ήτον ανάγκη και ο Θεός να επικυρώση την βασιλείαν του, δι' ό, συμπαραλαβών και μάντεις και ιερείς, ανέβη εις το Καπιτώλιον, καλούμενον τότε Ταρπήιον λάφον υπό των Ρωμαίων, και εκεί ο πρώτιστος των μάντεων, τρέψας αυτόν προς μεσημβρίαν, έχοντα κεκαλυμμένην την κεφαλήν, και σταθείς αυτός όπισθεν, και διά της δεξιάς χειρός εγγίζων την κεφαλήν του, ηυχήθη, και παρετήρει των Θεών τα σημεία, δηλούμενα εις οιωνούς ή εις σύμβολα, και έστρεφε προς πάντα τα μέρη τους οφθαλμούς του. Σιωπή δ' απίστευτος κατείχε την αγοράν, εν μέσω τοσούτου πλήθους περιμενόντων και την ψυχήν εχόντων εις το μέλλον προσηλωμένην, μέχρις ού πτηνά εφάνησαν αίσια, και επέταξαν προς τα δεξιά. Ούτως ενδυθείς την βασιλικήν χλαμύδα, κατέβη ο Νουμάς προς το πλήθος από της Ακροπόλεως. Τότε δε και φωναί τον υπεδέχοντο και δεξιώσεις, ως ευσεβέστατον και θεοφιλέστατον. Παραλαβών δε την αρχήν, πρώτον μεν κατήργησε το σύστημα των τριακοσίων δορυφόρων, ούς είχεν ο Ρωμύλος πάντοτε περί εαυτόν, καλών αυτούς Κ έ λ ε ρ α ς, τούτ' έστι ταχείς· διότι δεν ήθελεν ούτε να δυσπιστή προς τους Ρωμαίους, όταν αυτοί τω ενεπιστεύοντο, ούτε να βασιλεύη επί αυτών εάν εδυσπίστουν. Δεύτερον δε, εις τους ιερείς του Διός και του Άρεως, προσέθηκε και τρίτον, του Ρωμύλου, και ωνόμασεν αυτόν Φ λ α μ ίν α Κ υ ρ ι ν ά λ ι ο ν. Ωνόμαζον δε και τους προγενεστέρους Φλαμίνας (403), από των πίλων ούς εφόρουν εις την κεφαλήν, ως αν έλεγον Πιλαμένας, καθώς ιστορούσι τινές, διότι τότε αι ελληνικαί λέξεις ήσαν περισσότερον παρ' ό,τι σήμερον αναμεμιγμέναι μετά των Λατινικών. Ούτω και αι Λ α ί ν α ι, άς εφόρουν οι βασιλείς, ήσαν χλαίναι, ως λέγει ο Ιόβας (404), και ο παις, ο ζώντας έχων και τους δύω γονείς του, όστις υπηρέτει τον ιερέα του Διός, ελέγετο Κάμιλλος, καθώς και τον Ερμήν τινές των Ελλήνων ωνόμαζον Κάμιλλον, ως των Θεών υπηρέτην.