Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 1 Θησεύς - Ρωμύλος - Λυκούργος - Νουμάς
Part 10
Κ. Της δε προς το μήκος των λόγων αποστροφής των Λακεδαιμονίων δείγματα τοιαύτα υπάρχουσι. Λεωνίδας ο βασιλεύς, ακούσας τινά ομιλούντα ακαίρως περί πραγμάτων χρησίμων, «Ω ξένε, τω είπε, το δέον μεταχειρίζεσαι εν ου δέοντι» Ο Χαρίλαος δ' ο ανεψιός του Λυκούργου, ερωτηθείς περί της ολιγότητος των νόμων αυτού, είπεν ότι «Όσοι δεν έχουσι πολλούς λόγους, δεν χρειάζονται και πολλούς νόμους». Ο δ' Αρχιδαμίδας (337) όταν τινές κατηγόρουν τον σοφιστήν Εκαταίον, (338) ότι προσκληθείς εις το συσσίτιον ουδέν έλεγεν, «Όστις, είπεν, ηξεύρει τον λόγον, ηξεύρει και τον καιρόν δι' αυτόν». Ιδού δε και απομνημονεύματα, περί ών έλεγον ότι πικρά μεν ήσαν, αλλ' ουχί και αμέτοχα χάριτος. Άνθρωπος πονηρός παρηνόχλει τον Δημάρατον (339) δι' ακαίρων ερωτήσεων, και μεταξύ άλλων πολλάκις τον ηρώτα τις ήτον ο άριστος των Σπαρτιατών; «Όστις ολιγώτερον δε ομοιάζει» (340)είπεν ο Δημάρατος. Ακούσας δ' ο Άγις (341) τινάς επαινούντας τους Ηλείους ότι καλώς και δικαίως διευθύνουσι τα Ολύμπια (342), «Και τι μέγα, είπε, πράττουσιν οι Ηλείοι ότι εν διαστήματι πέντε ετών επί μίαν ημέραν μεταχειρίζονται την δικαιοσύνην;» Ο δε Θεόπομπος (343), προς ξένον τινά όστις επεδείκνυεν εύνοιαν προς τους Λακεδαιμονίους, και έλεγεν ότι υπό των συμπολιτών του εκαλείτο φιλολάκων, «Καλόν, τω είπε, θα ήτον διά σε, ω ξένε, να καλήσαι φιλοπολίτης». Ο δ' υιός του Παυσανίου Πλειστώναξ (344), προς ρήτορα Αθηναίον, όστις έλεγεν αμαθείς τους Λακεδαιμονίους, «Καλά λέγεις, απεκρίθη, διότι μόνοι εκ των Ελλήνων ημείς ουδέν κακόν εμάθομεν από σας». Ο δ' Αρχιδαμίδας (345) προς τον ερωτήσαντα, πόσοι εισίν οι Σπαρτιάται, «Αρκετοί, είπεν, ω ξένε, ώστε να διώκωσι τους κακούς». Και εξ αυτών δε των αστεϊσμών των δύναται τις να συμπεράνη τα ήθη των διότι συνείθιζον ποτέ να μη λέγωσι λόγον περέργως, ουδέ φωνήν καν να εκβάλλωσι μη εκφράζουσαν όπως δήποτε έννοιαν. Παρακινούμενός τις ν' ακούση άνθρωπον όστις εμιμείτο την αηδόνα, « Αλλά την ήκουσα την ιδίαν (346)», απεκρίθη. Άλλος δε, αναγνούς το επίγραμμα τούτο,
«Την τυραννίαν σβέννυντας χαλκούς τους εθέρισεν Άρης· Της Σελινούντος δ' εμπρός έπεσαν ούτοι ομού».
«Δικαίως, είπεν, απέθανον οι άνδρες, διότι έπρεπε να την αφήσωσι να καή ολόκληρος». Νεανίας δέ τις, προς τον υποσχόμενον να τω δώση αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι (347) απέθνησκον, «Όχι, παρακαλώ, είπε· δος μοι αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι να φονεύωσιν». Άλλος δε, ιδών τινας καθημένους επί εδρών προς χρείαν των, «Μη γένοιτο, είπε, να καθήσω εδώ, όθεν δεν ημπορώ να προσηκωθώ εις τους γεροντοτέρους». Τοιούτον λοιπόν ήτον το είδος των Λακωνικών αποφθεγμάτων, ώστε να λέγωσί τινες ουχί παραλόγως, ότι ο λακωνισμός ήτον κλίσις μάλλον προς την φιλοσοφίαν, παρά προς τα γυμνάσια (348).
ΚΑ. Η δε περί τας ωδάς και την μουσικήν εκπαίδευσις επεδιώκετο μετά της αυτής επιμελείας, μεθ' όσης και η ως προς τους λόγους βραχύτης και σαφήνεια. Είχον όμως και τα μέλη κέντρον πάντοτε διεγείρον την ψυχήν, και παριστών οργήν ενθουσιώδη προς δραστήριον πράξιν και η λέξις των ασμάτων ήτον αφελής και έντονος επί πραγμάτων σοβαρών και τα ήθη διαμορφούντων. Τα πλείστα εξ αυτών ήσαν έπαινοι και μακαρισμοί των υπέρ της Σπάρτης αποθανόντων, και κατηγορίαι των ριψασπίδων (349), ότι έζων ζωήν θλιβεράν και δυστυχεστάτην· και υπόσχεσις και καύχησις αρετής, αναλόγως προς τας ηλικίας· διότι εις τας εορτάς τρεις υπήρχον χοροί κατά τας τρεις ηλικίας συνεστημένοι. Εξ αυτών, αρχίζων ο των γερόντων, έψαλλεν·
Ήμεθ' ανδρείοι νεανίαι άλλοτε».
Αποκρινόμενος δ' ο των ανδρών, έλεγεν
«Είμεθα τώρα· Αν τολμάς, δοκίμασε»
Και τρίτος ο των παιδίων·
«Θα γίνωμεν ημείς πολύ καλλίτεροι».
Και εν γένει όστις επιστήση την προσοχήν του εις τα Λακωνικά ποιήματα, ών τινα σώζονται έτι μέχρις ημών, και αναλογισθή τους εμβατηρίους ρυθμούς, ούς μετεχειρίζοντο μετ' αυλού κινούμενοι κατά των εχθρών, θα εννοήση ότι ευλόγως και ο Τέρπανδρος (350) και ο Πίνδαρος συνήπτον την ανδρείαν μετά της μουσικής, διότι ο μεν ταύτα λέγει εις τα ποιήματά του περί Λακεδαιμονίων·
«Όπου ακμάζει των νέων αιχμή και λιγύφθογγος μούσα η μεγαλόδωρος δίκη— »
Ο δε Πίνδαρος λέγει·
. . . . Όπου βουλαί γερόντων και νέων αιχμαί ανδρών αριστεύουσι, όπου μούσα και χοροί κ' ευθυμία.
Διότι τους λέγουσι συγχρόνως μουσικωτάτους και πολεμικωτάτους·
«Ίσον εστί τω καλώς πολεμείν το καλώς κιθαρίζειν»,
ως είπεν ο Λακωνικός ποιητής (351)· διότι και εις τας μάχας ο Βασιλεύς έθυε πρώτον εις τας Μούσας, ενθυμίζων, ως φαίνεται, την ανατροφήν των πολιτών και τας ωδάς ας εδιδάχθησαν, όπως τας έχωσι προχείρους εις τους κινδύνους, και προτρέπωνται υπ' αυτών οι μαχόμενοι εις πράξεις αξίας να υμνηθώσι.
ΚΒ. Τότε δε, χαλαρούντες και το σκληρότατον μέρος της των παίδων ανατροφής, δεν τοις απηγόρευον να καλλωπίζωσι την κόμην των, και να στολίζωσι τα ιμάτια και τα όπλα των, και έχαιρον βλέποντες αυτούς γαυριώντας και επαιρομένους προς τους αγώνας. Δι' ό και έτρεφον κόμην ευθύς ως εξήρχοντο της εφηβικής ηλικίας, και επεριποιούντο αυτήν μάλιστα κατά τους κινδύνους, διά να φαίνηται παχεία και καλώς εκτενισμένη· αναφέροντες και τον λόγον όν είπεν ο Λυκούργος περί της κόμης, ότι «Τους μεν ωραίους καθιστά ωραιοτέρους, τους δ' ασχήμους φοβερωτέρους». Επεδίδοντο δε και εις γυμνάσια μαλακώτερα εις τας εκστρατείας· και καθ' όλα τα άλλα καθιστών τον βίον των νέων ούτε τόσον αυστηρόν, ούτε τόσον κεχαλινωμένον, ώστε μεταξύ των ανθρώπων όλων εις μόνους αυτούς ο πόλεμος ήτον ανάπαυσις της προς τον πόλεμον ασκήσεις. Αφ' ού δε κατετάττετο η φάλαγξ αυτών, επί παρουσία των πολεμίων, ο Βασιλεύς έθυε μικράν αίγα, και παρήγγελλεν εις όλους να στεφανωθώσι, και εις τους αυλητάς ν' αυλήσωσι το Καστόριον μέλος (352). Ήρχιζε δε συγχρόνως αυτός τον πολεμιστήριον παιάνα, ώστε ήτον επίσημον το θέαμα και καταπληκτικόν, όταν εβάδιζον προς τον ρυθμόν του αυλού, και ούτε αποστήματα άφηνον εις την φάλαγγα, ούτε τας ψυχάς εταράττοντο, αλλά πράως και ιλαρώς υπό της μουσικής εφέροντο εις τον κίνδυνον διότι φυσικόν είναι οι ούτω διατεθειμένοι ούτε εις φόβον ούτε εις παραφοράν πολλήν να υπόκεινται, αλλά σταθερόν να έχωσι φρόνημα, μετ' ελπίδος και θάρρους, ως πεποιθότες ότι παρών ο Θεός τους υπερασπίζει. Επροχώρει δ' ο Βασιλεύς κατά των εχθρών, έχων πλησίον του νέον τινα νικήσαντα εις στεφανίτην αγώνα (353). Και λέγουσιν ότι Λακεδαιμόνιός τις, εις όν κατά τα Ολύμπια εδίδοντο πολλά χρήματα, δεν τα εδέχθη, αλλά μετά πολλού κόπου κατεπάλαισε τον ανταγωνιστήν του. Όταν δέ τις ηρώτησεν αυτόν «Και τι εκέρδισας εκ της νίκης, ω Λάκων;» είπε μειδιών « Ότι θα πολεμώ τους εχθρούς τεταγμένος εμπρός του Βασιλέως». Όταν δ' έτρεπον εις φυγήν και ενίκων τους εχθρούς, τους εδίωκον όσον μόνον απητείτο, όπως εξασφαλίσωσι την νίκην διά της φυγής των εχθρών, και ευθύς έπειτα επέστρεφον, ούτε γενναίον ούτε ελληνικόν θεωρούντες να κόπτωσι και να φονεύωσι τους αποκάμοντας και υποχωρήσαντας. Τούτο δε ήτον όχι μόνον καλόν και μεγαλόψυχον, αλλά προσέτι και χρήσιμον. Διότι οι πολεμούντες προς αυτούς, ηξεύροντες ότι τους μεν ανθισταμένους φονεύουσιν, αφήνουσι δ' ανενοχλήτους τους ενδίδοντας, επροτίμων ως ωφελιμώτερον να φεύγωσι μάλλον παρά να μένωσι.
ΚΓ. Περί δε του Λυκούργου λέγει Ιππίας ο σοφιστής (354), ότι ήτον πολεμικώτατος και αυτός, και πολλάκις ότι εστρατήγησεν. Ο δε Φιλοστέφανος (355) αποδίδωσιν εις τον Λυκούργον και την κατ' ουλαμούς διαίρεσιν των ιππέων, λέγων ότι ο ουλαμός ήτον σύστημα εκ πεντήκοντα ιππέων, εις τετράγωνον σχήμα τεταγμένων. Ο Δημήτριος όμως ο Φαληρεύς (356) διισχυρίζεται ότι ουδεμίαν επεχείρησε πολεμικήν πράξιν, αλλ' ότι εν καιρώ ειρήνης ερρύθμισε την πολιτείαν. Και η επίνοια δε της Ολυμπιακής ανακωχής (357) φαίνεται ότι είναι ανθρώπου πράου την διάθεσιν και ειρηνικού. Αλλά τινές λέγουσιν, ως ο Έρμιππος (358) μνημονεύει, ότι ο Λυκούργος ουδεμίαν είχε κατ' αρχάς συνάφειαν και σχέσιν μετά του Ιφίτου (359), αλλ' ότι κατά τύχην ευρίσκετο εις την Ολυμπίαν μεταξύ των θεατών, ό,τι δ' ήκουσε φωνήν ως ανθρώπου τινός, όστις όπισθέν του τον επέπληττε, και εξίστατο ότι δεν παρεκίνει τους συμπολίτας του να συμμετέχωσι της πανηγύρεως. Επειδή όμως στραφείς δεν είδεν ουδαμού τον ομιλήσαντα, επίστευσεν ότι ήτο φωνή Θεού, και ούτω προσήλθε προς τον Ίφιτον, και επιμεληθείς μετ' αυτού την εορτήν, την κατέστησεν ενδοξοτέραν και μονιμωτέραν.
ΚΔ. Εξετείνετο δ' η ανατροφή μέχρι της ανδρικής ηλικίας, διότι ουδείς είχε την άδειαν να ζη ως ήθελεν αλλ' ήσαν εις την πόλιν ως εις στρατόπεδον, προσδιωρισμένην έχοντες την δίαιταν, και τας κοινάς ασχολήσεις, και εν γένει νομίζοντες ότι δεν ανήκον εις εαυτούς, αλλ' εις την πατρίδα· και όταν δεν είχον διαταγήν άλλο τι να πράξωσιν, επετήρουν τους παίδας, και τοις εδίδασκον χρήσιμόν τι ή εδιδάσκοντο αυτοί υπό των πρεσβυτέρων. Διότι έν ήτο και τούτο από τα καλά και μακάρια όσα επρομήθευσεν ο Λυκούργος εις τους συμπολίτας του, η μακρά άνεσις, καθ' όσον εις τέχνην βάναυσον να επιδοθώσι δεν τοις επέτρεπε, ν' ασχολώνται δε εις την επίπονον και πολύφροντιν σύναξιν χρημάτων δεν είχον ανάγκην, αυτοί οίτινες ουδ' επεθύμουν διόλου ουδ' ετίμων τον πλούτον· ειργάζοντο δε την γην αυτών οι Είλωτες, δίδοντες εισόδημα όσον είπομεν ανωτέρω. Ελθών δέ τις ποτέ εις Αθήνας, όταν ενήργουν τα δικαστήρια, και ακούσας ότι κατεδικάσθη τις δι' αργίαν, και απήρχετο λυπούμενος, και συνοδευόμενος υπό των φίλων του αγανακτούντων μετ' αυτού και θλιβομένων, παρεκάλεσε τους παρευρισκομένους να τω δείξωσι τις ήτον ο τιμωρηθείς διά την ελευθερίαν· τόσον εθεώρουν δουλοπρεπές το ν' ασχολώνται εις τέχνας ή εις χρημάτων κέρδος. Ως δ' ήτον επόμενον, μετά του νομίσματος εξέλειπαν και αι δίκαι, διότι ούτε πλεονεξίαν, ούτε ένδειαν είχον, αλλ' ισότητα ευπορίας, και ζωής ευκολίαν διά την λιτότητα. Είχον δε χορούς, και πανηγύρεις και συμπόσια, και διασκεδάσεις εις κυνήγια και γυμνάσια καθ' όλον τον καιρόν όταν δεν εξεστράτευον.
ΚΕ. Και οι μεν νεώτεροι των τριάκοντα ετών δεν κατέβαινον διόλου εις την αγοράν, αλλ' επρομηθεύοντο τα του οίκου διά των συγγενών και των φίλων των. Και εις τους γεροντοτέρους δ' έφερεν αισχύνην να φαίνωνται συνεχώς εκεί διατρίβοντες, και να μη μένωσι το πλείστον της ημέρας εις τα γυμνάσια και εις τας λεγομένας λέσχας, όπου, συνερχόμενοι, ευγενώς συνανεστρέφοντο, χωρίς ν' αναφέρωσιν υποθέσεις χρηματικάς και αγοραία συμφέροντα. Το περισσότερον δ' αι τοιαύται συνδιαλέξεις περιεστρέφοντο εις έπαινον των καλών ή κατηγορίαν των κακών πράξεων, μετά χαριεντισμών και γέλωτος, ελαφρώς φέροντος εις νουθεσίαν και διόρθωσιν· διότι ουδ' αυτός ο Λυκούργος ήτον καθ' υπερβολήν αυστηρός, και ο Σωσίβιος (360) ιστορεί ότι έστησεν αγαλμάτιον του Γέλωτος, προσθέτων εγκαίρως και τον χαριεντισμόν εις τα συμπόσια και εις τας τοιαύτας συναναστροφάς, ως γλύκυσμα των κόπων και της άλλης διαίτης. Εν γένει δε συνείθιζε τους πολίτας να μη θέλωσιν ουδέ να ηξεύρωσι να ζώσι κατ' ιδίαν, αλλά καθώς αι μέλισσαι, συζώντες πάντοτε εν κοινώ, και τον άρχοντα περιστοιχίζοντες πάντες ομού, να διατελώσι διαρκώς εκτός σχεδόν εαυτών υπ' ενθουσιασμού και φιλοτιμίας, και να είναι όλοι της πατρίδος, ως δυνάμεθα να εννοήσωμεν και έκ τινων ρήσεων την διάνοιαν αυτού. Ο Παιδάρετος (361) φέρ' ειπείν, μη εκλεχθείς είς των τριακοσίων (362), ανεχώρησε λίαν φαιδρός, και χαίρων ότι η πόλις έχει τριακοσίους καλλιτέρους αυτού. Ο δε Πολυκρατίδας, σταλείς μετ' άλλων πρέσβυς προς τους στρατηγούς του Βασιλέως (363), και ερωτηθείς αν έρχηται ιδιωτικώς ή δημοσίως, είπεν «Αν επιτύχωμεν, δημοσίως, αν αποτύχωμεν ιδιωτικώς (364)». Η δε μήτηρ του Βρασίδου (365) Αργιλεωνίς, ηρώτησέ τινας ελθόντας εις Σπάρτην εξ Αμφιπόλεως, και προσελθόντας εις αυτήν, αν ο Βρασίδας απέθανεν ανδρείως και της Σπάρτης αξίως· όταν δ' εκείνοι τον εμεγάλυνον, και έλεγον ότι δεν έχει άλλον τοιούτον η Σπάρτη, «Μη λέγετε τούτο, είπεν, ω ξένοι. Καλός και άξιος ήτον ο Βρασίδας, αλλ' η Σπάρτη έχει πολλούς καλλητέρους αυτού.»
ΚΣΤ. Την δε Γερουσίαν, αυτός, ως είπομεν, πρώτος κατέστησεν, εκ των συμπραξάντων εις την επιχείρησιν. Έπειτα δε, αντί εκάστου αποθνήσκοντος, διέταξε ν' αντικαθίσταται ο κρινόμενος άριστος κατά την αρετήν, έχων δ' ηλικίαν ανωτέραν των εξήκοντα ετών. Και ο αγών ούτος εφάνη ο μέγιστος και ο μάλλον περιμάχητος όλων όσους άνθρωποι αγωνίζονται· διότι έπρεπε να κριθή τις ουχί ταχύτατος μεταξύ των ταχέων, ουδ' ισχυρότατος μεταξύ των ισχυρών, αλλά μεταξύ των αγαθών και σωφρόνων άριστος και σωφρονέστατος, όπως έχη διά βίου, ως άθλον της αρετής του όλην, ούτως ειπείν, την εξουσίαν της πολιτείας, και διαθέτη εις την διάκρισίν του και τον θάνατον και την ατιμίαν, και όλα τα μέγιστα. Εγίνετο δ' η κρίσις κατά τούτον τον τρόπον· Συνήρχετο συνέλευσις του λαού, και άνδρες τινές εκλεγόμενοι εκλείοντο εις πλησιόχωρον οίκημα, ούτως ώστε ούτε να βλέπωσιν ούτε να φαίνονται, αλλά μόνον ν' ακούωσι την κραυγήν των συνεδριαζόντων. Διότι, ως όλα τ' άλλα, ούτω και τούτον τον αγώνα έκρινον διά βοής, όχι όλους ομού τους συναμιλλωμένους, αλλ' ως καθείς κατά κλήρον εισήγετο και διήρχετο την Εκκλησίαν. Έχοντες λοιπόν οι κατάκλειστοι γραμμάτια, εσημείωνον δι' έκαστον το μέγεθος της κραυγής, μη ηξεύροντες ποίον απέβλεπεν, αλλά μόνον ότι ήτον ο πρώτος, ή ο δεύτερος, ή ο τρίτος, ή ο όστις δήποτε εις την τάξιν των εισαγομένων. Ανηγόρευον δ' εκείνον υπέρ ού είχεν εγερθή η περισσοτέρα και μεγίστη κραυγή. Ούτος δε τότε, στέφανον φέρων, περιήρχετο εις τ' αγάλματα των Θεών, και πολλοί νέοι τον ηκολούθουν, ζηλούντες και μεγαλύνοντες τον άνδρα, και πολλαί γυναίκες εγκωμιάζουσαι την αρετήν αυτού δι' ασμάτων, και μακαρίζουσαι τον βίον αυτού. Έκαστος δε των φίλων του τω επρόσφερε δείπνον και τω έλεγε, Διά της τραπέζης ταύτης σε τιμά η πόλις». Αφ' ού δε περιήρχετο ταύτα, απήρχετο εις το συσσίτιον, όπου όλα μεν τα λοιπά εγίνοντο κατά την συνήθειαν· προσεφέρετο δ' εις αυτόν και δευτέρα μερίς, ήν ελάμβανε μεθ' εαυτού και την εφύλαττε· και μετά το δείπνον, όταν παρουσιάζοντο εις τας θύρας του φιδιτίου αι οικείαι αυτού γυναίκες, την έδιδε εις οποίαν προ πάντων ετίμα, λέγων ότι, λαβών αυτός την μερίδα ταύτην εις αρετής βραβείον, τη την δίδει, ώστε και εκείνη μακαριζομένη να προπεμφθή υπό των άλλων γυναικών.
ΚΖ. Άριστα δε διέταξε και τ' αφορώντα τας ταφάς· διότι αφαιρέσας πάσαν δεισιδαιμονίαν, δεν εμπόδισε να θάπτωσι τους νεκρούς εντός της πόλεως, και να έχωσι τα μνήματα πλησίον εις τους ναούς, συνανατρέφων και συνηθίζων τους νέους εις τα τοιαύτα θεάματα, ώστε να μη τους ταράττη ο θάνατος, ουδέ να τον φοβώνται, ουδέ να νομίζωσιν ότι μιαίνεται όστις εγγίση σώμα νεκρόν ή διέλθη διά νεκροταφείου. Έπειτα δε δεν επέτρεψε να θάπτωσι τίποτε μετά του νεκρού, αλλά περιετίλυσσον το σώμα εις ύφασμα ερυθρόν και εις φύλλα ελαίας, και ούτω το έθαπτον. Δεν επετρέπετο δε να επιγράφωσι το όνομα του νεκρού, εκτός αν ήτον ανήρ πεσών εις τον πόλεμον, ή γυνή ιερατεύσασα. Καιρόν δε του πένθους ολίγον προσδιώρισεν, ημέρας ένδεκα· την δε δωδεκάτην έπρεπε να προσφέρωσι θυσίαν εις την Δήμητραν, και να παύσωσι το πένθος. Διότι παρ' αυτώ τίποτε δεν ήτον άσκοπον και τυχαίον, αλλ' εις όλας τας ανάγκας του βίου εμίγνυεν ή προτροπήν τινα προς αρετήν, ή αποτροπήν από της κακίας, και επλήρου την πόλιν διά πλήθους παραδειγμάτων, ά ήσαν ή ηναγκασμένοι ν' απαντώσι πανταχού, και να συνανατρέφωνται μετ' αυτών, και να σχηματίζωνται ούτω προς το καλόν φερόμενοι. Όθεν ουδ' επέτρεψεν εις τους θέλοντας ν' αποδημώσιν από της πόλεως και να πλανώνται, ξενικά συνάγοντες ήθη, και μιμήσεις τρόπων απαιδεύτων, και πολιτευμάτων διαφοράς· αλλ' εμάκρυνε και της πόλεως τους συναθροιζομένους και εισχωρούντας εις αυτήν χωρίς χρησίμου τινος σκοπού, ουχί, ως λέγει ο Θουκυδίδης, διότι εφοβείτο μήπως μιμηθώσι το πολίτευμά των, και μάθωσι τα χρήσιμα προς αρετήν, αλλά μάλλον ίνα μη γίνωσι κακού τινος διδάσκαλοι· διότι μετά των ξένων ανθρώπων επόμενον είναι να εισέρχωνται και λόγοι ξένοι, οι δε νέοι λόγοι επιφέρουσι νέας κρίσεις, εξ ών αναγκαίως πολλά γεννώνται παθήματα, και προαιρέσεις παραφωνίαν αποτελούσαι εις της εγκατεστημένης πολιτείας την αρμονίαν. Διά τούτο ενόμιζεν ότι πρέπει να προφυλάττη την πόλιν όπως μη εισέρχωνται εις αυτήν έξωθεν κακά ήθη μάλλον παρά νοσηρά σώματα.
ΚΗ. Και εις μεν ταύτα λοιπόν ουδέν υπάρχει αδικίας ίχνος ουδέ πλεονεξίας, ήν αποδίδουσί τινες εις του Λυκούργου τους νόμους, λέγοντες ότι καλοί μεν εισίν όπως προάγωσι την ανδρείαν, ουχί όμως και την δικαιοσύνην. Η δε καλουμένη παρά τοις Λακεδαιμονίοις Κρυπτία, αν και αύτη είναι νομοθέτημα του Λυκούργου, ως διηγείται ο Αριστοτέλης, αυτή βεβαίως έδωκε και εις τον Πλάτωνα την κακήν περί του ανδρός και του πολιτεύματος αυτού υπόληψιν. Ήτον δε τοιαύτη· Οι άρχοντες εξαπέστελλον κατ' έτος εις την χώραν άλλοι αλλαχού τους νέους όσοι διεκρίνοντο διά τον νουν των, έχοντας εγχειρίδια, και την αναγκαίαν τροφήν, και τίποτε άλλο· ούτοι δε, την μεν ημέραν διασπειρόμενοι εις χωρία παράμερα, εκρύπτοντο και ανεπαύοντο· την δε νύκτα, καταβαίνοντες εις τας οδούς έσφαζον πάντα Είλωτα όν συνελάμβανον. Πολλάκις δε, περιερχόμενοι και τους αγρούς, εφόνευον τους ρωμαλεωτέρους αυτών και τους ισχυροτέρους· καθώς ο Θουκυδίδης εις τα Πελοποννησιακά αυτού ιστορεί (366), ότι οι διά την ανδρείαν των διακριθέντες υπό των Σπαρτιατών, εστεφανώθησαν μεν, ως ελευθερωθέντες, και περιήλθον τα των Θεών ιερά, αλλά μετ' ολίγον όλοι έγιναν άφαντοι, όντες περισσότεροι των δισχιλίων, ώστε ούτε τότε ούτε έπειτα εδυνήθη τις να ειπή κατά τίνα τρόπον εχάθησαν. Ο Αριστοτέλης μάλιστα λέγει ότι όταν οι έφοροι κατ' αρχάς αναλαμβάνωσι την εξουσίαν, κηρύττουσι πάντοτε πόλεμον κατά των Ειλώτων, ώστε να μη είναι ανόσιον το να τους φονεύωσι. Και κατά τ' άλλα δ' εφέροντο τραχέως και σκληρώς προς αυτούς· ούτω τους ηνάγκαζον να πίνωσι πολύν άκρατον οίνον, και τους έφερον τότε εις τα συσσίτια, διά να δεικνύωσιν εις τους νέους τι είναι η μέθη. Και ωδάς δε τους διέταττον να ψάλλωσι, και χορούς να χορεύωσιν αγενείς και γελοίους, και ουχί τους των ελευθέρων. Διό και λέγεται ότι ύστερον, κατά την εκστρατείαν των Θηβαίων εις την Λακωνικήν (367), οι αιχμαλωτιζόμενοι Είλωτες, διαταττόμενοι να ψάλλωσι τα άσματα του Τερπάνδρου (368), του Αλκμάνος (369), και Σπένδοντος του Λάκωνος (370), απεποιούντο, λέγοντες ότι δεν θέλουσι τα α υ θ ε ν τ ι κ ά (371). Ώστε οι διατεινόμενοι ότι εις την Λακεδαίμονα ο ελεύθερος είναι υπέρ παν άλλο μέρος ελεύθερος, και ο δούλος υπέρ παν άλλο μέρος δούλος, δεν ώρισαν κακώς την διαφοράν. Νομίζω όμως ότι αι τοιαύται σκληρότητες ύστερον προσετέθησαν υπό των Σπαρτιατών, μάλιστα μετά τον μέγαν σεισμόν (372), ότε λέγουσιν ότι οι Είλωτες επετέθησαν κατ' αυτών ομού μετά των Μεσσηνίων, και πολλά την χώραν εκακοποίησαν, και η πόλις περιήλθεν εις μέγιστον κίνδυνον. Διότι, το κατ' εμέ, δεν δύναμαι ν' αποδώσω εις τον Λυκούργον την Κρυπτείαν, το μιαρόν τούτο έργον, εκ της λοιπής αυτού πραότητος και δικαιοσύνης συμπεραίνων τον τρόπον του, όν και ο Θεός εβεβαίωσεν.
ΚΘ. Αφ' ού δε ήδη διά της συνηθείας εστερεώθησαν αι κυριώτεραι των διατάξεων αυτού, και η πολιτεία του ικανώς ετράφη, και εδύνατο ήδη μόνη της να σώζηται και να συντηρήται, καθώς ο Πλάτων λέγει περί του κόσμου, ότι όταν επλάσθη και εκινήθη την πρώτην κίνησιν, ο Θεός ηυφράνθη, ούτω χαίρων και αυτός και ευχαριστηθείς διά το κάλλος και το μέγεθος της νομοθεσίας του όταν εφηρμόσθη και επρόκοπτε βαδίζουσα, επεθύμησε, καθ' όσον κατορθωτόν εις ανθρωπίνην πρόνοιαν, ν' αφήση αυτήν αθάνατον και αμετακίνητον εις το μέλλον. Συναθροίσας λοιπόν όλους εις συνέλευσιν, τοις είπεν ότι τα μεν άλλα καλώς οπωσούν έχουσι, και αρκούσιν όπως φέρωσιν εις την πόλιν αρετήν και ευδαιμονίαν αλλά το κυριώτατον και το μέγιστον ότι δεν δύναται να τοις γνωστοποιήση, πριν ή ερωτήση τον χρησμόν^ ότι δ' εκείνοι πρέπει να εμμένωσιν εις τους τεθέντας νόμους, και να μη τους μεταβάλωσι κατ' ουδέν έως ού εκείνος επιστρέψη εκ των Δελφών, διότι, όταν έλθη, θέλει πράξει ό,τι ο Θεός θέλει. Εις ταύτα όλοι συγκατετέθησαν, και τω είπον ν' απέλθη. Λαβών δε όρκους παρά των βασιλέων και των γερόντων, έπειτα και παρά των λοιπών πολιτών, ότι θέλουσιν επιμείνει εις το παρόν πολίτευμα και εφαρμόζει αυτό έως ού επανέλθη ο Λυκούργος, ανεχώρησεν εις τους Δελφούς. Ελθών δ' εις το μαντείον, και θυσιάσας εις τον Θεόν, ηρώτησεν αν είναι καλοί οι νόμοι του, και ικανοί να παράσχωσιν ευτυχίαν και αρετήν εις την πόλιν. Λαβών δ' απόκρισιν παρά του Θεού, ότι και οι νόμοι καλοί ήσαν, και η πόλις θέλει μείνει ενδοξοτάτη, αν εφαρμόζη το πολίτευμα του Λυκούργου, την μεν μαντείαν έγραψε και έπεμψεν εις την Σπάρτην· αυτός δε, αφ' ού πάλιν προσέφερε θυσίαν εις τον Θεόν, και απεχαιρέτισε τους φίλους και τον υιόν του, απεφάσισε να μη λύση πλέον τους συμπολίτας του από του όρκου αυτών, αλλά ν' αποθάνη εκεί εκουσίως, ων ήδη εις την ηλικίαν εκείνην, καθ' ήν πάρωρον δεν είναι και να ζη τις έτι, αλλ' ουδέ να θέλη να εγκαταλείψη την ζωήν, ικανής νομίζων ευδαμονίας ότι απήλαυσεν. Απέθανε λοιπόν εκουσίως εξ ασιτίας, νομίζων ότι πρέπει των πολιτικών ανδρών ουδ' ο θάνατος να είναι ανωφελής εις την πολιτείαν, ουδέ μάταιον το τέλος του βίου, αλλά και αυτό να έχη αρετής και χρησίμου πράξεως χαρακτήρα· και ότι αφ' ού έπραξεν αυτός τα κάλλιστα, έπρεπε και το τέλος του να είναι αληθώς κορύφωσις της ευδαιμονίας, και ν' αφήση τον θάνατόν του φύλακα των καλών και των αγαθών όσα επρομήθευσεν εις τους συμπολίτας του, οίτινες ώμωσαν να πολιτεύωνται κατά τους νόμους του μέχρις ού επανέλθη εκείνος. Και δεν ηπατήθη εις τας σκέψεις του· τοσούτον διέπρεψεν η πόλις εις όλην την Ελλάδα κατ' ευνομίαν και δόξαν, επί πεντακόσια έτη εφαρμόζουσα του Λυκούργου τους νόμους, ούς ουδείς κατ' ελάχιστον μετέβαλεν εκ των δεκατεσσάρων βασιλέων οίτινες ήρξαν από της εποχής εκείνου μέχρις Άγιδος του υιού Αρχιδάμου· διότι η διάταξις των Εβόρων δεν ήτον χαλάρωσις, αλλ' επίτασις μάλιστα του πολιτεύματος, και εν ώ εφαίνετο ότι έγινεν υπό του δήμου, κατέστησεν εξ εναντίας σφοδροτέραν την αριστοκρατίαν·