Part 9
»Διότι τώρα μεν ίσως και σεις οι ίδιοι εννοείτε ότι προσήλθαν ούτοι εις τας τάξεις του στρατού με αθυμίαν, με αθυμίαν δ' ωσαύτως και εις τας φρουρήσεις (όπου φυλάττουν ως φρουροί). Ώστε, εις τοιαύτην περιελθόντας κατάστασιν, δεν γνωρίζω κ' εγώ πώς θα ηδύνατο τις να τους χρησιμοποιήση, εάν λάβη τις εις τι την ανάγκην των, είτε εν καιρώ νυκτός, είτε εν καιρώ ημέρας.
»Εάν όμως δώση τις εις τον νουν των άλλην κατεύθυνσιν, ώστε να μην ενθυμούνται (να μην έχουν υπ' όψει των) μόνον τι θα πάθουν, αλλά και τι θα κάμουν, θα γείνουν τότε, βέβαια, πολύ ευτολμότεροι.
»Διότι πολύ καλά γνωρίζετε ότι ούτε το πλήθος, ούτε η ισχύς είναι η δίδουσα τας νίκας εις τον πόλεμον, εκείνους δ' ως επί το πλείστον δεν δύνανται να υπομείνουν οι αντίπαλοι, οι οποίοι θα βαδίσουν, με την βοήθειαν των Θεών, ερρωμενέστεροι την ψυχήν κατά των πολεμίων.
»Έχω δ' υπ' όψει μου, ω άνδρες, και τούτο ακόμη: ότι, όσοι μεν επιδιώκουν να ζήσουν διά παντός θεμιτού και αθεμίτου μέσου εν καιρώ πολέμου, ούτοι κακώς (ανάνδρως) και αισχρώς ως επί το πολύ αποθνήσκουν. Όσοι δε γνωρίζουν &(έχουν καταλάβη)& ότι ο θάνατος είναι κοινός και αναγκαίος δι' όλους τους ανθρώπους, αγωνίζονται όμως περί του πώς να αποθάνουν εντίμως εις την μάχην, τούτους βλέπω περισσότερον πως των άλλων να φθάνουν εις το γήρας, και να διάγουν, εφ' όσον ζουν, ευδαιμονέστερον.
Πρέπει, λοιπόν, αφού τώρα μάθωμεν και ημείς καλά &(χωνέψωμε)& όλα αυτά, διότι είπερ ποτέ μας δίδεται σήμερα η προς τούτο κατάλληλος περίστασις, και ημείς ν' αναδειχθώμεν άνδρες γενναίοι, και τους άλλους προς την γενναιότητα να παρορμήσωμεν».
Ούτος μεν, αφού είπε ταύτα, εσιώπησε. Μετά τούτον δ' είπεν ο Χειρίσοφος τα εξής: «Αλλά μέχρι προς ολίγου ακόμη, ω Ξενοφών, ουδέν άλλο εγνώριζα περί σου παρά μόνον ότι είσαι Αθηναίος. Τώρα όμως και σε επαινώ δι' όσα και λέγεις και πράττεις και θα ηυχόμην τοιούτοι άνδρες όπως συ να ήσαν όσον το δυνατόν περισσότεροι εις το στράτευμα. Διότι τοιούτον ευτύχημα θα ήτον αληθώς ευτύχημα δι' όλους μας. Και τώρα — προσέθηκεν — ας μη χάνωμεν καιρόν πλέον, ω άνδρες, αλλ', απελθόντες αμέσως, εκλέξατε όσοι εξ υμών έχετε ανάγκην αρχηγούς, αφού δε τους εκλέξετε, έρχεσθε εις το μέσον του στρατοπέδου φέροντες μαζή και τους εκλεγέντας. Κατόπιν συγκαλούμεν εκεί και τους λοιπούς στρατιώτας. Ας προσέλθη δ' ενώπιόν μας, διά να κηρύξη την πρόσκλησιν, και Τολμίδης ο κήρυξ».
Και αμέσως, αφού είπε ταύτα, ηγέρθη, διά να μη χάνη πλέον καιρόν, φέρη δε εις πέρας όσα η περίστασις και αι ανάγκαι επέβαλλον•
Μετά ταύτα εξελέγησαν στρατηγοί αντί μεν του Κλεάρχου Τιμασίων ο Δαρδανεύς, αντί δε του Σωκράτους Ξανθικλής ο Αχαιός, αντί του Αγίου Κλεάνωρ ο Αρκάς, αντί του Μένωνος Φιλήσιος ο Αχαιός και αντί του Προξένου Ξενοφών ο Αθηναίος.
Κεφάλαιον δεύτερον.
Μετά το τέλος δε της εκλογής και ενώ ήδη ήρχιζε να ξημερώνη, ήλθαν οι στρατηγοί εις το μέσον του στρατοπέδου, και απεφάσισαν, αφού εγκαταστήσουν προφυλακάς, να συγκαλέσουν τους στρατιώτας. Αφού δε και οι (άλλοι) στρατιώται συνήλθον, ηγέρθη πρώτος Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος και είπε τα εξής:
«Ω άνδρες στρατιώται, αι μεν περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, καθ' ας και στρατηγών καλών και λοχαγών και στρατιωτών (ακόμη) στερούμεθα, είναι δυσκολώταται. Επί πλέον δε και οι περί τον Αριαίον, οίτινες πρότερον ήσαν σύμμαχοι μας, μας επρόδωσαν.
»Εν τούτοις, είναι ανάγκη από τους παρευρισκομένους εδώ να προέλθουν (εμφανισθούν) άνδρες γενναίοι, ανάγκη δε να μην υποχωρήσωμεν, αλλά να προσπαθήσωμεν όπως, εάν μεν έχωμεν την δύναμιν, νικώντες τελείως τον εχθρόν (κατισχύοντες των περιστάσεων), σωθώμεν, εάν δε όχι, αποθάνωμεν γενναίως, μη καταδεχόμενοι ποτέ να συλληφθώμεν ζώντες υπό των πολεμίων. Διότι φρονώ ότι δυνάμεθα να υποστώμεν και τοιαύτας ακόμη συμφοράς, τας οποίας όμως είθε οι Θεοί ν' αποστείλουν μόνον εις τους εχθρούς μας».
Μετ' αυτόν Κλεάνωρ ο Ορχομένιος ηγέρθη και είπε τα εξής: «Αλλά βλέπετε μεν (έχετε ενώπιόν σας), ω άνδρες, την επιορκίαν και την ασέβειαν του βασιλέως, βλέπετε δ' επίσης και την απιστίαν του Τισσαφέρνους, όστις, αν και μας διεβεβαίου ότι και γειτονικός φίλος της Ελλάδος ήτο και ιδιαιτέρας θα κατέβαλλε φροντίδας, διά να μας σώση (διά να μας αποστείλη ζώντας εις την πατρίδα μας), ορκισθείς ότι θα τηρήση όλα αυτά και δώσας εις βεβαίωσιν της καλής του πίστεως την δεξιάν του, εν τούτοις, εξαπατήσας ημάς, συνέλαβε τους στρατηγούς μας και, αφού ως ομοτράπεζος αυτός ούτος συνέφαγε και συνωμίλησε με τον Κλέαρχον, εφόνευσε πάντας, και δείπνα και υποσχέσεις και όρκους καταπατήσας, χωρίς να φοβηθή ουδέ αυτόν τον επί της φιλοξενίας εφορεύοντα Θεόν, Δία τον Ξένιον.
»Ο δε Αριαίος, τον οποίον ημείς ηθέλαμεν να ανακηρύξωμεν βασιλέα, και προς ον εδώσαμεν και από τον οποίον ελάβαμεν υποσχέσεις και όρκους ότι δεν θα προδώσωμέν ποτε αλλήλους, και αυτός ακόμη, ούτε τους Θεούς φοβηθείς, ούτε την μνήμην του αποθαμμένου ήδη Κύρου σεβασθείς, αν και υπ' αυτού, εφ' όσον έζη, ιδιαιτέρως όλως ετιμάτο, και αυτός, λοιπόν, αποστατήσας ήδη προς τους μεγαλειτέρους εκ των εχθρών εκείνου (προς τους μισητοτέρους του εχθρούς), προσπαθεί με κάθε τρόπον ημάς τους φίλους του Κύρου να (μας) βλάψη.
»Και αυτοί μεν όλοι θα τιμωρηθούν από τους Θεούς &(θα δώσουν λόγο στους Θεούς)&. Εμείς δε πρέπει, έχοντες υπ' όψει πάντα ταύτα, να μην εξαπατηθώμεν πλέον υπ' αυτών, αλλά, πολεμούντες όσον δυνάμεθα καλλίτερα &(με τα σωστά μας)&, να υποστώμεν ό,τι θα ήτο αρεστόν εις τους Θεούς».
Μετά τούτον ο Ξενοφών εγείρεται ενδεδυμένος την ωραιοτέραν του στολήν, ως εάν επρόκειτο να πολεμήση, νομίζων ότι, εάν μεν δώσουν την νίκην οι Θεοί (εάν με την βοήθειαν των Θεών νικήσουν), αρμόζει η λαμπροτέρα στολή εις τον νικώντα, εάν δε παραστή ανάγκη ν' αποθάνουν, ότι είναι ορθόν, αφού έκρινεν εαυτόν άξιον του καλλιτέρου στολισμού, με τον στολισμόν αυτόν και ν' αποθάνη. Ήρχισε δε να λέγη τα εξής:
«Την των βαρβάρων επιορκίαν και απιστίαν ανέφερε προ ολίγου και ο Κλεάνωρ, γνωρίζετε δε και σεις, νομίζω. Εάν μεν, λοιπόν, θέλωμεν να φιλιωθώμεν και πάλιν προς αυτούς, θα ευρεθώμεν εις την ανάγκην ν' αποδειλιάσωμεν εκ νέου, λαμβάνοντες υπ' όψει ποία και πόσα έπαθαν οι στρατηγοί μας, παραδώσαντες εαυτούς εις χείρας των βαρβάρων, διότι έδωκαν πίστιν εις τους λόγους των. Εάν όμως έχωμεν απόφασιν, δι' όσα από αυτούς έως τώρα υπέστημεν, να τους τιμωρήσωμεν διά των όπλων και εν τω μέλλοντι να εξακολουθώμεν πολεμούντες προς αυτούς, πολλάς και μεγάλας τότε ελπίδας περί της σωτηρίας μας θα έχωμεν με την βοήθειαν των Θεών &(αν θέλουν οι Θεοί)&.
Ενώ δε έλεγε ταύτα, κάποιος επταρνίσθη. Ακούσαντες δε οι στρατιώται, όλοι ομοθύμως προσεκύνησαν τον Θεόν, ο δε Ξενοφών εξηκολούθησε:
«Νομίζω, καλόν, ω άνδρες επειδή, ενώ εκάναμεν λόγον περί σωτηρίας, εφάνη (ο πταρμός ούτος) ως οιωνός Διός του Σωτήρος, νομίζω, λέγω, καλόν να τάξωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας (να υποσχεθώμεν ότι θα προσφέρωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας) εις το πρώτον φιλικόν έδαφος το οποίον ηθέλαμεν πατήση, επίσης δε και εις τους λοιπούς Θεούς (να τάξωμεν θυσίας) αναλόγως των δυνάμεών μας &(το κατά δύναμιν)&. Εις οιονδήποτε δε εξ υμών προσέθηκε — φαίνονται ορθοί οι λόγοι μου ούτοι, ούτος ας υψώση την χείρα». Και ανύψωσαν ταύτην πάντες, μεθ' ο, αφού έταξαν εις τους Θεούς, έψαλαν προς αυτούς άσμα ικετήριον. Αφού δε ούτω τα προς τους Θεούς θρησκευτικά καθήκοντα εξετελέσθησαν, ο Ξενοφών ήρχισε και πάλιν λέγων τα εξής:
»Σας έλεγα, λοιπόν, ω άνδρες, ότι θα είχομεν πολλάς και καλάς ελπίδας περί της σωτηρίας μας. Πρώτον μεν διότι ημείς φυλάττομεν τους όρκους των Θεών, ενώ οι πολέμιοι εφάνησαν επίορκοι και, παρά τους όρκους, παρέβησαν τας συνθήκας. Ούτω δ' εχόντων των πραγμάτων, επόμενον είναι προς μεν τους πολεμίους να διάκηνται οι Θεοί εχθρικώς, προς ημάς δε ως βοηθοί και φίλοι, οίτινες πάντοτε είναι ικανοί και τους μεγάλους ταχέως να καθιστούν μικρούς, και τους μικρούς, ακόμη και όταν ευρίσκωνται εν μέσω συμφορών, να σώζουν ευκολώτατα όταν θέλουν.
»Αλλ' εκτός τούτων, σας υπενθυμίζω και τους κινδύνους των προγόνων μας, διά να μάθετε και ότι σας πρέπει (σας αρμόζει) να ήσθε γενναίοι, και ότι, τη βοήθεια των Θεών, πάντοτε οι γενναίοι σώζονται, ακόμη και από τας μεγαλητέρας συμφοράς. Διότι, όταν οι Πέρσαι και οι περί αυτούς εξεστράτευσαν με μέγαν στρατόν και στόλον κατά της Ελλάδος, με τον σκοπόν αμέσως να καταστρέψουν τας Αθήνας, οι Αθηναίοι, τολμήσαντες να αντιστούν κατ' αυτών, κατά κράτος τους ενίκησαν.
»Και, αφού έταξαν (να προσφέρουν) ως θυσίαν εις την Θεάν Αρτέμιδα τόσας αίγας όσους ήθελαν φονεύση εκ των πολεμίων, επειδή ήτον αδύνατον να εύρουν αναλόγους προς τον αριθμόν των φονευθέντων εχθρών (αίγας), απεφάσισαν να θύουν κατ' έτος πεντακοσίας εξ αυτών, αίτινες και μέχρι σήμερον ακόμη προσφέρονται εις την Θεάν.
»Ότε δε κατόπιν ο Ξέρξης, συναθροίσας τον αναρίθμητον στρατόν του, επήλθε κατά της Ελλάδος, και τότε ακόμη ενίκων οι ημέτεροι πρόγονοι τους προγόνους τούτων και κατά γην και κατά θάλασσαν. Πάντων τούτων προφανείς αποδείξεις έχετε τα εγερθέντα τρόπαια, ως μαρτύριον δε μέγιστον την ελευθερίαν των πόλεων, εις τας οποίας εγεννήθητε και ανετράφητε. Διότι κανένα εκ των ανθρώπων δεν προσκυνείτε (αναγνωρίζετε) ως εξουσιαστήν και κύριον υμών, αλλά μόνον τους Θεούς.
»Και, λοιπόν, από τοιούτους μεν κατάγεσθε προγόνους. Δεν θέλω, βέβαια, να είπω ότι τους καταισχύνετε. Παν άλλο. Δεν έχουν παρέλθη ακόμη πολλαί ημέραι, αφ' ης, αντιταχθέντες εις τους απογόνους των Περσών εκείνων, ενικάτε πολύ περισσοτέρους υμών με την βοήθειαν των Θεών.
»Και τότε μεν εφάνητε γενναίοι άνδρες, αγωνιζόμενοι περί της βασιλείας του Κύρου. Τώρα όμως, οπότε ο αγών είναι περί της σωτηρίας σας, οφείλετε βεβαίως και πολύ καλλίτεροι και προθυμότεροι ν' αναδειχθήτε.
»Αλλά και πλέον θαρραλέοι πρέπει να φανήτε τώρα πολεμούντες κατά των πολεμίων. Διότι τότε, μη έχοντες πείραν αυτών, αν και είχατε ακαταμέτρητον ενώπιόν σας πλήθος, εν τούτοις ετολμήσατε με το πατροπαράδοτον εκείνο φρόνημα εις την ψυχήν σας να βαδίσετε εναντίον των. Τώρα όμως, οπότε και πείραν έχετε αυτών, την πείραν ότι θ' αποφύγουν, όσον και αν ήναι πολυπληθέστεροι από σας, να συγκρουσθούν μαζή σας, υπάρχει τι πλέον το οποίον να σας εμπνέη τον προς αυτούς φόβον;
Αλλά ούτε ως μειονέκτημά σας να νομίσετε το γεγονός, ότι οι περί τον Κύρον βάρβαροι, ενώ προτήτερα ήσαν σύμμαχοί μας &(με το μέρος μας)&, μας έχουν εγκαταλείψη πλέον. Διότι ούτοι είναι έτι ανανδρότεροι εκείνων τους οποίους ενικήσαμεν. Και βεβαίως, αφού ηυτομόλησαν προς τους νικηθέντας, εγκαταλείψαντες ημάς τους νικητάς. Είναι δε πολύ προτιμότερον, εκείνοι οίτινες θέλουν να ήναι αρχηγοί φυγής (να δίδουν το σύνθημα της φυγής, να διδάσκουν εις τους άλλους την φυγήν) να τάσσωνται εις το πλευρόν των πολεμίων μας, παρά να τους βλέπωμεν εις τας τάξεις του στρατεύματός μας.
»Εάν δε κανείς εξ υμών λυπήται &(στενοχωρείται)&, διότι στερούμεθα ιππικού, ενώ τουναντίον αφθονούν τοιούτου οι εχθροί μας, ενθυμήθητε ότι δέκα χιλιάδες ιππείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Διότι ουδείς ουδέποτε (έως τώρα) απέθανε δηχθείς ή λακτισθείς από ίππον εν ώρα μάχης, ουχί δε οι ίπποι, αλλ' οι άνδρες (οι ιππείς) είναι εκείνοι οίτινες κατορθώνουν παν ό,τι γενναίον συμβαίνει εις τας μάχας.
»Μη δεν ευρισκόμεθα ημείς (μη δεν πολεμούμεν ημείς) επί εδάφους πολύ ασφαλεστέρου εκείνου, επί του οποίου πολεμούσιν οι ιππείς; Και τω όντι. Ούτοι μεν είναι κρεμασμένοι επί των ίππων, φοβούμενοι όχι μόνον ημάς, αλλά και (ενδεχομένην) από των ίππων πτώσιν των. Ημείς δε, βαδίζοντες ασφαλώς επί εδάφους, πολύ μεν ισχυρότερον κτυπώμεν πάντα όστις ήθελε μας πλησιάση, πολύ δε ευστοχώτερον επιτυγχάνομεν οιονδήποτε ηθέλομεν κτυπήση. Κατά έν δε και μόνον δύνανται να μας υπερτερήσουν οι ιππείς: Κατά το ότι πολύ ασφαλέστερον ημών δύνανται να τραπώσιν εις φυγήν.
»Εάν δε, ενώ τας μάχας (τους εκ των μαχών κινδύνους) υπομένετε με θάρρος, στενοχωρήσθε, εξ άλλου, διότι ούτε ο Τισσαφέρνης πλέον δύναται να γείνη οδηγός μας, ούτε ο βασιλεύς να μας παράσχη τροφάς προς αγοράν — σκεφθήτε ποίον εκ των δύο είναι προτιμότερον: να έχωμεν οδηγόν εις την πορείαν μας τον Τισσαφέρνην τούτον, όστις τόσον καταφώρως επεβουλεύθη ημάς ή εκείνους τους οποίους, αιχμαλωτίζοντες καθ' οδόν ημείς, θα ηδυνάμεθα να τους διατάσσωμεν να γείνουν οδηγοί μας, και οίτινες δεν θ' αγνοούν βεβαίως ότι, εάν σφάλουν εις παν ό,τι μας αφορά (εις παν ό,τι αφορά τα συμφέροντά μας), θα πληρώσουν τα σφάλματά των με θάνατον ή με σωματικάς ποινάς;
»Ποίον δ' εκ των δύο είναι επίσης προτιμότερον: ν' αγοράζωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία από αγοράν, την οποίαν θα μας παρείχον οι εχθροί μας, αντί πολλού χρήματος — του οποίου (σημειωθήτω εν παρόδω) και στερούμεθα πλέον, αφού δεν μισθοδοτούμεθα — αγοράζοντες ελαχίστας εξ αυτών ποσότητας, ή ημείς οι ίδιοι δικαιωματικώς να τας προμηθευώμεθα, μεταχειριζόμενοι οιονδήποτε έκαστος εξ ημών ήθελεν εγκρίνη μέτρον;
»Εάν, λοιπόν, έχετε μεν υπ' όψει ότι πάντα ταύτα είναι όντως προτιμότερα, αλλά και νομίζετε ότι οι προ ημών ποταμοί ούτοι είναι αδιάβατοι ή ότι επίτηδες και δολίως οι πολέμιοι μας προσείλκυσαν πέραν ακόμη και του Τίγρητος, σκεφθήτε ότι, προβάντες εις τοιαύτην τινά πράξιν οι βάρβαροι, εσκέφθησαν αληθώς μωρότατα. Διότι όλοι οι ποταμοί, αν και είναι αδιάβατοι πέραν των πηγών των, εις τους πλησιάζοντας προς τας πηγάς των γίνονται διαβατοί, ουδέ καν το γόνυ τούτων βρέχοντες.
»Εάν δε ούτε οι ποταμοί μας επιτρέψουν την επάνοδον (μας αποκλείσουν), ούτε κανείς πλέον οδηγός της προς την πατρώαν οδού εμφανισθή, φρονώ ότι και τότε ακόμη δεν μας είναι επιτετραμμένον να μικροψυχήσωμεν (αποδειλιάσωμεν). Διότι έχομεν υπ' όψει ότι και οι κάτοικοι της Μυσίας, οίτινες θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι δεν ευρίσκονται εις καλλιτέραν από ημάς θέσιν, κατοικούν εντός της επικρατείας του βασιλέως πολλάς και ευδαίμονας και μεγάλας πόλεις παρά την θέλησίν του, ότι δ' επίσης και οι κάτοικοι της Πισιδίας και της Λυκαονίας — τους τελευταίους δε τούτους, ενθυμείσθε ότι και ημείς οι ίδιοι εγνωρίσαμεν — καρπούνται τας χώρας ταύτας (του βασιλέως), αφού κατέλαβον ανά τας πεδιάδας τα πλέον οχυρά και απόκρημνα αυτών μέρη.
»Εγώ τουλάχιστον θα σας έλεγα ότι δεν μας συμφέρει ακόμη να φαινώμεθα εις τους βαρβάρους ότι όντως έχομεν ξεκινήση διά την πατρίδα μας, αλλ' ότι παρασκευαζόμεθα, διά να εγκατασταθώμεν εις κάποιο εδώ τριγύρω μέρος. Διότι γνωρίζω ότι και εις τους κατοίκους της Μυσίας ο βασιλεύς θα εχορήγει πολλούς οδηγούς, ακόμη δε, (προς ασφάλειάν των περί της καλής του πίστεως), ότι θα τους έδιδε και πολλούς αιχμαλώτους ως εγγύησιν της άνευ δόλου απομακρύνσεώς των εκ της χώρας του, ότι δε και δρόμους ευρυτάτους προς χάριν των θα κατεσκεύαζε, τοιούτους ώστε ν' απέλθουν και επί τεθρίππων ακόμη αρμάτων, εάν ήθελαν (19). Βεβαίως δε και προς χάριν μας γνωρίζω ότι πάντα όσα ανέφερα (διά τους Μυσούς) θα έπραττε με μεγάλην του ευχαρίστησιν, εάν μας έβλεπεν ότι προετοιμαζόμεθα να μείνωμεν (να εγκατασταθώμεν) διά παντός εις την χώραν του.
»Φοβούμαι όμως μήπως, αν άπαξ μάθωμεν να ζώμεν εδώ άνευ εργασίας και να διερχώμεθα τον βίον μας εν αφθονία τροφών και απολαύσεων, με ωραίας δε και ευσώμους γυναίκας και παρθένους των Μήδων και Περσών συναναστρεφώμεθα, φοβούμαι, λέγω, μήπως, καθώς οι λωτοφάγοι εκείνοι, λησμονήσωμεν πλέον διά παντός την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν.
»Νομίζω, λοιπόν, ότι συνεπές και δίκαιον είναι κατά πρώτον λόγον να προσπαθήσωμεν να φθάσωμεν εις την Ελλάδα, εκεί δε να αποδείξωμεν εις την Ελλάδα και τους οικίους μας, ότι εκουσίως των πένονται, αφού ημπορούν όλους εκείνους, οίτινες ζουν εκεί τώρα με στερήσεις, να τους ίδουν, μετά τον ενταύθα αποικισμόν αυτών, ποριζομένους τα προς το ζην εν αφθονία. Αλλ' είναι φανερόν, ω άνδρες, ότι πάντα ταύτα τα αγαθά (όσα μέχρι τούδε ανέφερα) ανήκουν εις τους νικητάς (τους ισχυρούς).
»Λοιπόν, διά να πορευώμεθα όσον το δυνατόν ασφαλέστερον και, εάν παραστή ανάγκη μάχης, διά να πολεμώμεν όσον το δυνατόν γενναιότερον, πρέπει να σας προτείνω ταύτα: πρώτον μεν ότι νομίζω ορθόν &(είμαι της γνώμης)& να κατακαύσωμεν όσας έχομεν (σκευοφόρους) αμάξας, διά να μη μας ήναι στρατηγοί (διά να μη μας διευθύνουν) κατά την πορείαν μας αι άμαξαι, αλλά να βαδίζωμεν προς οιονδήποτε μέρος μας συμφέρει (ελεύθερα). Μετά τούτο δε, να συγκατακαύσωμεν και τας σκηνάς, αίτινες και κατά την μετακόμισίν των είναι οχληραί και εις ουδέν χρησιμεύουν, ούτε εις το πολεμείν ούτε εις το συγκρατείν τα τρόφιμα.
»Προσέτι δε να εξαφανίσωμεν (καταστρέψωμεν) και εκ των άλλων σκευών τα περιττά, εκτός εκείνων τα οποία φέρομεν μαζή μας χάριν του πολέμου ή προς μεταφοράν των τροφών ή ποτών, και τούτο, διά να ήναι όσον το δυνατόν περισσότεροι οι ωπλισμένοι, όσον το δυνατόν δε ολιγώτεροι οι σκευοφορούντες. Διότι γνωρίζετε καλώς ότι, όταν μεν ηττώμεθα, τα πάντα είναι ξένα. Όταν δε νικώμεν, είμεθα εις θέσιν να μεταχειριζώμεθα και αυτούς ακόμη τους εχθρούς ημών ως σκευοφόρους.
»Αλλά μου υπολείπεται ακόμη να σας είπω κάτι, όπερ νομίζω σπουδαιότατον. Όλοι, βέβαια, γνωρίζετε ότι οι πολέμιοι δεν ετόλμησαν να κηρύξουν καθ' ημών τον πόλεμον πριν ή συλλάβουν τους στρατηγούς μας, φρονούντες ότι, εφ' όσον μεν ζουν οι άρχοντες, πειθαρχούμεν δε προς αυτούς ημείς, ότι ημπορούμεν να κατισχύσωμεν του πολέμου (να νικήσωμεν), ότι όμως μετά την σύλληψίν των θα καταστραφώμεν εκ της εν τω στρατεύματι αναρχίας και αταξίας.
»Πρέπει, λοιπόν, οι μεν ήδη εκλεγέντες στρατηγοί να γείνουν επιμελέστεροι των πρώην (των φονευθέντων), οι δε αρχόμενοι πολύ ευτακτότεροι και μάλλον πειθαρχικοί προς τους στρατηγούς ή πριν.
»Εάν δε διά ψηφίσματος αποφασίσετε: έκαστος στρατιώτης μαζή με τον στρατηγόν (συμπράττων με τον στρατηγόν) να τιμωρή κάθε απειθούντα, τότε έτι περισσότερον θα διαψευσθούν αι (καθ' ημών) προσδοκίαι των εχθρών μας. Ψηφιζομένου τούτου, θα ίδουν ούτοι κατά την σημερινήν ημέραν να παρουσιάζωνται εις τον στρατόν μας αναρίθμητοι αντί ενός Κλέαρχοι, οίτινες δεν θα επιτρέψουν ποτέ εις κανένα να φανή δειλός.
»Αλλ' είναι πλέον ώρα να μεταβώμεν από τους λόγους εις τα έργα. Διότι ίσως εμφανισθούν προ ημών αιφνιδίως οι πολέμιοι. Λοιπόν, εις οιονδήποτε εξ υμών φανούν όσα επρότεινα ορθά, ούτος όσον το δυνατόν ταχύτερον ας τα επικυρώση, ίνα τα ίδωμεν ευθύς και εφαρμοζόμενα. Εάν δε τυχόν υπάρχη και καμμία άλλη γνώμη καλλιτέρα της ιδικής μου, ταύτην ακόμη και εις τον απλούν στρατιώτην επιτρέπεται να προτείνη θαρραλέως. Διότι όλοι εξ ίσου έχομεν ανάγκην σωτηρίας».
Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος, Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος είπεν: «Αλλ' εάν, παρ' όσα επρότεινεν ο Ξενοφών, παρίσταται και άλλου τινός ακόμη ανάγκη, οφείλομεν αμέσως να το εξετάσωμεν. Όσα δε προ ολίγου είπε, φρονώ ότι είναι καλόν να ψηφίσωμεν ως τάχιστα. Όστις, λοιπόν, νομίζει ορθά (εγκρίνει) τα προταθέντα, ας υψώση την χείρα».
Και ταύτην μεν ύψωσαν όλοι ανεξαιρέτως. Ο δε Ξενοφών εγερθείς και πάλιν είπε τα εξής: «Ω άνδρες, ακούσατε όσα, προς τούτοις, νομίζω ακόμη ότι χρειάζονται. Είναι βεβαίως φανερόν εις όλους ότι πρέπει να πορευώμεθα όπου δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία. Ακούω δε ότι εις απόστασιν ουχί μεγαλητέραν των είκοσι σταδίων υπάρχουν χωρία πλουσιώτατα (ευφορώτατα).
»Δεν θα μου εφαίνετο, λοιπόν, περίεργον, αν οι πολέμιοι, καθώς οι δειλοί κύνες καταδιώκουν μεν και δαγκάνουν τους πλησιάζοντας αυτούς (τους παρερχομένους προ αυτών), όταν ημπορούν, τρέπονται δε εις φυγήν προ εκείνων οίτινες τους καταδιώκουν, εάν, λέγω, οι πολέμιοι μας ηκολούθουν, απερχομένους, κατά πόδας &(μας έπαιρναν το κατόπιν)&.
»Ίσως, λοιπόν, θα ήμεθα περισσότερον εξησφαλισμένοι, εάν εβαδίζαμεν κατά φάλαγγα τετράπλευρον, εκάστην πλευράν της οποίας να απετέλουν οι οπλίται, διά να φυλάσσωνται ούτω ασφαλέστερον εντός του τετραπλεύρου τούτου τα φέροντα τα σκεύη υποζύγια και ο πολύς όχλος (οι μη μάχιμοι). Εάν, λοιπόν, από τώρα παρίστατο ανάγκη να ορισθή ποίοι πρέπει να ήναι εκείνοι οίτινες θα ηγούνται του τετραπλεύρου αυτού, τασσόμενοι κατά μέτωπον (επί της κατέμπροσθεν αυτού πλευράς), και ποίοι (θα είναι) επί των εκατέρωθεν αυτού (πλευρών), ποίοι δε θ' αποτελούν την οπισθοφυλακήν αυτού, βεβαίως δεν θα έπρεπε να περιμένωμεν να έλθουν πρώτα οι πολέμιοι, διά να σκεφθώμεν περί του πρακτέου (διά ν' αποφασίσωμεν ποίους πρέπει να ορίσωμεν), αλλ' αμέσως τώρα να χρησιμοποιήσωμεν τους προς τον σκοπόν αυτόν ενδεδειγμένους.
»Εάν μεν, λοιπόν, έχη τις υπ' όψει του άλλο τι καλλίτερον των όσων είπα, ας το προτείνη, διά να τεθή εις εφαρμογήν ευθύς. Άλλως θα ηυχόμην γενικός μεν αρχηγός του στρατού, επί της έμπροσθεν πλευράς τασσόμενος, να ωρίζετο ο Χειρίσοφος, και δι' άλλους μεν λόγους, αλλά και διότι τυγχάνει να ήναι Λακεδαιμόνιος. Επιμεληταί δε των εκατέρωθεν πλευρών ας ορισθούν δύο εκ των αρχαιοτέρων στρατηγών. Ως οπισθοφυλακή δε, επί του παρόντος, οι νεώτατοι ημείς, εγώ δηλαδή και ο Τιμασίων.
»Ως προς τα άλλα δε, αφού άπαξ θέσωμεν εις εφαρμογήν την τακτικήν αυτήν, θα σκεφθώμεν πάντοτε παν ό,τι ηθέλαμεν κρίνη ως καλλίτερον. Αλλ' εάν, παρά ταύτα, έχη τις να προτείνη τίποτε άλλο καλλίτερον, ας το είπη». Επειδή όμως ουδείς είχεν εναντίαν γνώμην, είπε: «Πας όστις εξ υμών εγκρίνει όσα επρότεινα, ας υψώση την χείρα». Ούτω δε απεφασίσθησαν και ταύτα.
»Και, λοιπόν, τώρα» είπεν ο Ξενοφών «απερχόμενοι ας πράξωμεν (ας θέσωμεν εις εφαρμογήν) τα αποφασισθέντα. Όστις δε από σας τρέφει την επιθυμίαν να επανίδη τους συγγενείς και φίλους του, ας μη λησμονή ότι από τούδε και εις το εξής οφείλει να ήναι γενναίος. Διότι δεν θα ηδύνατο ή μόνον διά της γενναιότητος να εκπληρώση την επιθυμίαν του ταύτην. Όστις επιθυμεί να ζη, ας προσπαθή να ήναι πάντοτε νικητής (των περιστάσεων), έχων υπ' όψει του ότι των μεν νικώντων ίδιον είναι να φονεύουν, των δε ηττωμένων να φονεύωνται. Και εάν δε κανείς εξ υμών επιθυμή να αποκτήση χρήματα, ας προσπαθήση να γείνη κύριος της επιθυμίας του αυτής. Διότι οι νικηταί έχουν πάντοτε την δύναμιν και τα ιδικά των (χρήματα) να σώζουν και τα των ηττημένων να λαμβάνουν (ν' αποκτούν)».
Κεφάλαιον τρίτον.
Αφού ελέχθησαν ταύτα, ηγέρθησαν και, απελθόντες, κατέκαιον τας αμάξας και τας σκηνάς, από τα περιττά δε, κάθε μεν πράγμα χρήσιμον εμοίραζεν ο ένας εις τον άλλον, τα δε άλλα έρριπτον εις το πυρ. Αφού δε έπραξαν ταύτα, ήρχισαν να ετοιμάζουν το γεύμα των. Αλλά, ενώ το ετοίμαζαν, έρχεται ο Μιθραδάτης με τριάκοντα περίπους ιππείς και, προσκαλέσας τους στρατηγούς εις μέρος, από το οποίον ηδύνατο ν' ακούεται παρ' όλων, λέγει εις αυτούς τα εξής:
«Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, και εις τον Κύρον ήμην πιστός φίλος, καθώς γνωρίζετε όλοι σας, και τώρα διάκειμαι προς σας ευνοϊκώς. Αλλά, εδώ όπου ευρίσκομαι την στιγμήν αυτήν, πολύ φοβούμαι μήπως με κρίνετε ως ύποπτον διά την προς τον Κύρον φιλίαν μου αυτήν και πίστιν. Ουχ ήττον εγώ, εάν σας έβλεπα να λαμβάνετε κανένα σοβαρόν μέτρον (να σκέπτεσθε σοβαρόν τι) περί της σωτηρίας σας, θα έσπευδα με όλους τους οπαδούς μου προς βοήθειάν σας. Εις εμέ, λοιπόν, ως εις φίλον σας και καλοθελητήν σας και επιθυμούντα μαζή σας να εκστρατεύση ειπέτε τι σκέπτεσθε να πράξετε».
Αφού συνεσκέφθησαν επ' αυτών οι στρατηγοί, κατ' απόφασίν των και επ' ονόματι όλων απήντησε Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος τα εξής: «Απεφασίσαμεν: εάν μεν κανείς δεν μας εμποδίση να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, να διερχώμεθα την χώραν όσον δυνάμεθα αβλαβέστατα. Εάν όμως μας παρουσιάση εμπόδια εις τον δρόμον μας, θα τον πολεμούμεν εφ' όσον προχωρούμεν και όσον δυνάμεθα σφοδρότερον».
Μετά τους λόγους τούτους ο Μιθραδάτης προσεπάθει να τους πείση ότι είναι εντελώς αδύνατον να σωθούν (να επιστρέψουν σώοι εις την πατρίδα των) παρά την θέλησιν του βασιλέως. Εις το σημείον ακριβώς αυτό εγίνετο γνωστόν εις τον στρατόν ότι ο Μιθραδάτης είχε σταλή κρυφά προς κατασκόπευσιν. Διότι (συν τοις άλλοις) και κάποιος εκ των οπαδών του Τισσαφέρνους τον παρηκολούθει λαμβάνων περί του στρατού πληροφορίας.
Ως εκ τούτου δε ενόμισαν οι στρατηγοί ότι η καλλιτέρα απόφασις, την οποίαν ηδύναντο να λάβουν, ήτο να κηρύξουν αδιάλλακτον καθ' όλην την γραμμήν τον πόλεμον κατά του εχθρού, εφ' όσον ευρίσκοντο εν χώρα εχθρική. Εις τούτο προέβησαν και διότι οι πολέμιοι πλησιάζοντες διέφθειρον (μετέβαλλον το φρόνημα) των στρατιωτών. Ένα λοχαγόν μάλιστα, Νίκαρχον ονομαζόμενον, εξ Αρκαδίας, παρέσυραν προς το μέρος των &(ξελόγιασαν)&, ώστε ν' αποσκιρτήση με είκοσι περίπου στρατιώτας προς τους πολεμίους εν καιρώ νυκτός.