Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Part 8

Chapter 85 wordsPublic domain

Ελέγετο δε ότι είχε την ικανότητα του άρχειν, εφ' όσον του το επέτρεπεν ο δύσκολος όντως χαρακτήρ του, τον οποίον (όπως και οι άλλοι Στρατιώται) είχε (δυστυχώς) κ' εκείνος. Διότι ήτον ικανός εις το να φροντίζη καλλίτερον παντός άλλου πώς ο στρατός του να έχη άφθονα τα προς τροφήν του αναγκαία και εις το να προμηθεύεται αυτά εγκαίρως, ικανός δ' επίσης και εις το να εμπνέη εις πάντα μετ' αυτού αναστρεφόμενον πειθώ και υπακοήν.

Τούτο δ' επετύγχανεν εκ του ότι ήτο βαρύς τον χαρακτήρα. Διότι και βλέμμα άγριον είχε και φωνήν τραχείαν και ετιμώρει πάντοτε αυστηρότατα, ενίοτε δε και θυμωμένος, τόσον, ώστε να μετανοή και αυτός ο ίδιος κάποτε.

Αλλ' ετιμώρει πάντοτε κατόπιν αποφάσεως (δικαιολογημένως), διότι ενόμιζεν ότι εις τίποτε δεν δύναται να χρησιμεύση στράτευμα ατακτούν και μη τιμωρούμενον. Λέγεται δε ότι είχε ποτε είπη ότι πρέπει ο στρατιώτης να φοβήται περισσότερον τον στρατηγόν πάρα τους εχθρούς, προκειμένου να διαταχθή ή να φυλάξη την θέσιν του ως φρουρός ή να μη ενοχλή τους φίλους (του στρατεύματος) ή να βαδίση κατά του εχθρού απροφασίστως.

Διά τούτο εις μεν τας δυσκόλους περιστάσεις με μεγάλην προθυμίαν ο στρατός υπήκουεν εις αυτόν, ουδένα άλλον στρατηγόν προτιμών αυτού. Διότι η σκυθρωπότης τότε του προσώπου του λέγεται ότι εις τους θεωμένους αυτόν εφαίνετο φαιδρά, και η αγριότης του ενομίζετο ως παλληκαριά κατά των πολεμίων, ώστε εφαίνετο πλέον ουχί ως αγριότης, αλλ' ως σωτηρία.

Όταν όμως απηλλάσσοντο πλέον του κινδύνου και είχαν όλην την ελευθερίαν να απέλθουν του στρατεύματος, ίνα τεθούν υπό τας διαταγάς άλλου στρατηγού, πολλοί τον εγκατέλειπον. Διότι εστερείτο επαγωγότητος και χάριτος, φαινόμενος πάντοτε άγριος την όψιν και ωμός. Τόσον, ώστε οι στρατιώται διέκειντο προς αυτόν ως παίδες προς διδάσκαλον.

Διότι ουδέποτε τον ηκολούθουν παρακινούμενοι από φιλίαν ή από αγάπην. Όσοι όμως ήσαν πλησίον του ή κατά διαταγήν πόλεώς τινος ή ένεκα ενδείας ή οιασδήποτε άλλης ανάγκης, όλοι αυτοί τυφλώς υπήκουον εις αυτόν.

Όταν ήδη είχαν αρχίση να νικούν τους εχθρούς υπό την αρχηγίαν του, δύο ήσαν οι σπουδαιότεροι λόγοι, οι οποίοι καθίστων τους μετ' αυτού συμπολεμούντας στρατιώτας, πολεμιστάς γενναίους και ευπειθείς: η μεγάλη αφοβία απέναντι των πολεμίων και ο φόβος μήπως, φαινόμενοι δειλοί, τιμωρηθούν από τον Κλέαρχον.

Τοιούτος μεν, λοιπόν, ήτον ως άρχων. Το να άρχεται όμως υπό άλλων (το να ήναι όμως υπό την εξουσίαν άλλων) ελέγετο ότι δεν το πολυήθελεν. Ότε δε απέθνησκεν, ήτον ηλικίας πεντήκοντα περίπου ετών.

Πρόξενος δε ο Βοιώτιος, από της παιδικής του ακόμη ηλικίας επόθει να γείνη ανήρ μεγαλουργός. Δι' αυτήν του δε την επιθυμίαν έλαβεν επί μισθώ ως διδάσκαλον του Γοργίαν τον Λεοντίνον.

Αφού δε (αρκετά) εδιδάχθη παρ' αυτού, νομίσας ότι ήτον ήδη ικανός και να άρχη και, φίλος ων των καλλιτέρων ανδρών της εποχής του, ότι δεν θα ήναι κατώτερος αυτών εις το ευεργετείν, ήλθεν εις τον Κύρον και μετέσχε της (ην ανωτέρω διηγήθην) εκστρατείας του. Ήλπιζε δε ότι εκ ταύτης (της εκστρατείας) ήθελεν αποκτήση και όνομα μέγα και δύναμιν μεγάλην και χρήματα πολλά.

Αν και επιθύμει δε τόσα, ήτον, εν τούτοις, λίαν φανερόν ότι δεν θα ήθελε τίποτε απ' όλα αυτά να αποκτήση με αδικίαν, νομίζων ότι έπρεπε να επιτύχη ταύτα με δικαιοσύνην και τιμιότητα, ποτέ δε άνευ τούτων.

Και καλών μεν και αγαθών στρατιωτών ήτον άξιος να ήναι αρχηγός. Δεν ήτον όμως ικανός ούτε σέβας ούτε φόβον να εμπνεύση εις τους στρατιώτας του, αλλ' αυτός μάλιστα εσέβετο τους στρατιώτας ή αυτοί εκείνον. Και εφαίνετο ότι μάλλον εφοβείτο μη γείνη μισητός εις τους στρατιώτας ή όσον εφοβούντο ούτοι μη δεν είναι πειθαρχικοί εις αυτόν. Ενόμιζε δε ότι ήτον αρκετόν, διά να ήναι και να φαίνεταί τις ικανός εις το άρχειν, να επαινή μεν τον εκτελούντα το καθήκον του, να μην επαινή δε τον αδικούντα. Διά τον λόγον δε τούτον οι μεν καλοί και αγαθοί των συναναστρεφομένων αυτόν διέκειντο προς αυτόν ευνοϊκώτατα (τον ηγάπων), οι δε άδικοι τον επεβούλευον ως ευμεταχείριστον &(του χεριού των)&. Ήτο δε, ότε απέθανεν, έως τριάκοντα ετών.

Μένων δε ο Θεσσαλός εφαίνετο ότι είχε μεγάλην επιθυμίαν να γείνη πλούσιος και ότι ήθελε (επεδίωκε) να ήναι αρχηγός, διά ν' απολαμβάνη όσω το δυνατόν περισσότερα, να τιμάται δε, διά να κερδίζη όσω το δυνατόν πλειότερα. Ήθελε δε να ήναι φίλος των ισχυρών, διά να μη τιμωρήται όταν αδική.

Διά να επιτυγχάνη δε όσα επεθύμει, ως συντομωτέραν εξέλεγεν (ενόμιζεν) οδόν την διά της επιορκίας και του ψεύδους και της απάτης, νομίζων την απλότητα και την αλήθειαν ανταξίαν μόνον ηλιθίων ανθρώπων.

Εφαίνετο δε ότι δεν ηνείχετο &(εχώνευε)& κανένα, εις όντινα δε έλεγεν ότι ήτο φίλος του, τούτον καταφώρως επεβούλευε &(του έσκαβε το λάκκο).& Και κανένα μεν εκ των εχθρών του δεν επερίπαιζεν (επίτηδες), συνομιλών όμως με όσους ανεστρέφετο, ωμίλει πάντοτε μαζή των σαν να τους εκορόιδευε.

Και τα μεν κτήματα των πολεμίων δεν επεβούλευε. Διότι ενόμιζεν ότι είναι δύσκολον να σφετερισθή &(αρπάξη)& κανείς την περιουσίαν εκείνων οίτινες την φυλάττουν &(έχουν την έννοια της).& Τα των φίλων όμως, μόνος αυτός ενόμιζεν ότι εγνώριζε την τέχνην να τα σφετερίζεται ευκολώτατα ως αφύλακτα.

Και όσους μεν εγνώριζεν επιόρκους και αδίκους, τούτους, ως καλώς ωπλισμένους, (ως ακαταβλήτους, &ως ανθρώπους, με τους οποίους δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα&), εφοβείτο. Τους δε εναρέτους και την αλήθειαν λέγοντας προσεπάθει να μεταχειρίζεται ως ανάνδρους.

Και καθώς χαίρει κανείς (και όπως κάθε τίμιος άνθρωπος χαίρει) διά την θεοσέβειαν και την αλήθειαν και την δικαιοσύνην, ούτω ο Μένων έχαιρε, διότι ήτον ικανός να εξαπατά, να πλάττη ψεύδη και να περιγελά τους φίλους του. Πάντα δε μη πανούργον ενόμιζε πάντοτε ως απαίδευτον. Και δι' όσους μεν διενοείτο &(έβαζε στο νου του)& ότι πρέπει ν' αποκτήσουν την πανουργίαν ταύτην, διέβαλλε τους καλλιτέρους φίλους των (14).

Διά να έχη δε πειθαρχικούς προς εαυτόν τους στρατιώτας, κατώρθωνε να τους έχη συνεργούς στας αδικίας του. Είχε δε την αξίωσιν να τιμάται και να κολακεύεται, εκφοβίζων επιδεικτικώς τον κόσμον (επισείων επιδεικτικώς την απειλήν) ότι και την δύναμιν πολλήν είχε και την θέλησιν να αδική. Οσάκις δ' απεχώρει (απεμακρύνετο) κανείς από αυτόν, του κατελόγιζεν ως ευεργεσίαν ότι, καθ' ον χρόνον τον είχεν εις την υπηρεσίαν του, δεν τον εφόνευσε.

Και όσα μεν ως αναπόδεικτα φέρονται περί αυτού, καλόν είναι να μη πιστεύωνται. Όσα δε πάντες γνωρίζουν, είναι τα εξής: Ότε ακόμη ήτον εις ανθηράν ηλικίαν, κατώρθωσεν ως ερωμένη του Αριστίππου (15) να επιτύχη της στρατηγίας των ξένων. Με τον Αριαίον δε, αν και ήτο βάρβαρος, διότι ούτος ηυχαριστείτο αναστρεφόμενος ωραίους παίδας, ήλθεν εις μεγάλην οικειότητα. Ο ίδιος δε, αγένειος ακόμη ων, είχεν ως ερωμένην του τον Θαρύπαν γενειώντα (φέροντα πώγωνα).

Όταν δ' εφονεύθησαν οι συστράτηγοί του, επειδή εξεστράτευσαν με τον Κύρον κατά του μεγάλου βασιλέως, ει και ηνείχετο διά την αυτήν, εις ην και εκείνοι, πράξιν, δεν εφονεύθη αμέσως, θανατωθείς υπό του βασιλέως μετά τον θάνατον των άλλων στρατηγών, ουχί καθώς ο Κλέαρχος και οι άλλοι στρατηγοί δι' αποκεφαλισμού, όστις θεωρείται ακαριαίος θάνατος, αλλ', ως λέγεται, δι' ακρωτηριασμών ως έσχατος κακούργος, μετά έν έτος (από της συλλήψεώς του) αποθανών.

Κατά τον αυτόν επίσης τρόπον εφονεύθησαν Αγίας ο Αρκάς και Σωκράτης ο Αχαιός. Τούτους δε ούτε ως δειλούς εν ώρα πολέμου ενέπαιξε κανείς ποτε, ούτε ποτέ ως φίλους τους εμέμφθη. Ήσαν δε και οι δύο ηλικίας σχεδόν τριάκοντα πέντε ετών.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον

Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν του Κύρου, έπραξαν οι Έλληνες μέχρι της ημέρας της μάχης, και όσα μετά τον θάνατόν του συνέβησαν, εμπιστευθέντων των Ελλήνων εις τας μετά του Τισσαφέρνους συνθήκας, εγένοντο γνωστά εις όσα μέχρι τούδε διηγήθημεν.

Αφού δε οι στρατηγοί συνελήφθησαν (ηχμαλωτίσθησαν), και εθανατώθησαν όσοι εκ των λοχαγών και των στρατιωτών ενέπεσαν εις την παγίδα, οι Έλληνες ευρέθησαν ήδη εις μεγάλην στενοχωρίαν περί του πρακτέου, αναλογιζόμενοι ότι ευρίσκονται εις τα πρόθυρα της βασιλικής καθέδρας (της Βαβυλώνος), και ότι γύρω των ήσαν πολλά και διάφορα έθνη και πόλεις εχθρικαί, και ότι ουδείς πλέον εν τω μέλλοντι θα παρείχεν εις αυτούς τροφάς προς αγοράν, ότι δε απείχον της Ελλάδος όχι ολιγώτερον των χιλίων σταδίων, χωρίς εις τον δρόμον των να έχουν κανένα οδηγόν, ποταμοί δε αδιάβατοι διεχώριζαν εν τω μεταξύ την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν, και ότι είχαν πλέον προδοθή και από τους μετά του Κύρου συνεκστρατεύσαντας βαρβάρους, ούτω δε απέμεναν τελείως πλέον εγκαταλελειμμένοι και έρημοι, ούτε ένα καν ιππέα έχοντες σύμμαχόν των (ουδέ συμμαχικόν ιππικόν έχοντες), ώστε να ήναι ήδη κατάφωρον ότι, εάν μεν ενίκων, δεν θα ηδύναντο ούτε ένα να φονεύσουν, εάν δε ηττώντο, δεν θα έμενεν ούτε ένας εξ αυτών — όλα αυτά αναλογιζόμενοι και εν μεγίστη διατελούντες αθυμία, ολίγοι μεν εξ αυτών έφαγαν &(ψωμί)& την εσπέραν εκείνην, ολίγοι δε άναψαν φωτιά (προς θέρμανσίν των), πολλοί δε την νύκτα αυτήν δεν ήλθαν ούτε εις το στρατόπεδόν των, αναπαυόμενοι όπου ετύχαινε έκαστος, μη δυνάμενοι ως εκ της μεγάλης των λύπης να ησυχάσουν &(να κλείσουν 'μάτι)& και ως εκ του μεγάλου πόθου πατρίδων, γονέων, γυναικών, παίδων, τους οποίους ενόμιζαν ότι δεν θα ίδουν πλέον. Εις τοιαύτην μεν, λοιπόν, οδυνηράν θέσιν ευρισκόμενοι όλοι, ανεπαύοντο.

Ήτο δε κάποιος εις τον στρατόν, ονομαζόμενος Ξενοφών, Αθηναίος την πατρίδα, όστις ούτε ως στρατηγός, ούτε ως λοχαγός, ούτε ως στρατιώτης συνηκολούθει, αλλ' όστις είχε προσκληθή εκ της πατρίδος του από τον Πρόξενον, φίλον αυτού αρχαίον. Ούτος υπεσχέθη εις αυτόν, ότι, εάν έλθη, θα τον κάμη φίλον του Κύρου, όστις, κατά την γνώμην του, ήτον ο ικανώτερος ανήρ της πατρίδος του.

Ο Ξενοφών, λοιπόν, αναγνώσας την επιστολήν, εμπιστεύεται τα περί του ταξειδίου εις τον Σωκράτην τον Αθηναίον (ζητών επ' αυτού την συμβουλήν του). Ο δε Σωκράτης, φοβηθείς μήπως το να γείνη φίλος του Κύρου (ο Ξενοφών) κριθή από την πόλιν των Αθηνών ως πράξις αξιοκατάκριτος (αξιόποινος), διότι ο Κύρος εφαίνετο (τότε) ότι προθύμως θα επολέμει με τους Λακεδαιμονίους κατά των Αθηναίων, συμβουλεύει τον Ξενοφώντα να έλθη εις το μαντείον των Δελφών και να κάμη γνωστά εις τον Θεόν (Απόλλωνα) τα περί του ταξειδίου του, ζητών παρ' αυτού την συμβουλήν του.

Ελθών ο Ξενοφών εις τους Δελφούς ηρώτα τον Απόλλωνα εις ποίον εκ των Θεών πρέπει να προσφέρη θυσίαν και να προσευχηθή (ν' απευθύνη τας ικεσίας του), διά να έχη το, όπερ σκέπτεται, ταξείδιον ευτυχές και ωραίον, επιστρέψη δε, αφού επιτύχη του σκοπού του, σώος και υγιής εις την πατρίδα του. Και εχρησμοδότησεν εις αυτόν ο Απόλλων: «να την προσφέρη εις τους Θεούς, εις τους οποίους πρέπει να την προσφέρη» (!).

Αφού δε επέστρεψεν εις τας Αθήνας, λέγει τον χρησμόν αυτόν εις τον Σωκράτην, όστις, αφού τον ήκουσε, τον εμέμφθη, διότι δεν ηρώτησε πρώτα τον Θεόν, ποίον εκ των δύο να προτιμήση: ν' αναχωρήση ή να φύγη; Εν τούτοις αυτός (ο Σωκράτης), επειδή ήτο της γνώμης ότι πρέπει (του χρησμού μη απαγορεύοντος τούτο) ν' αναχωρήση, περί τούτου προ πάντων ενδιεφέρετο να μάθη τώρα: πώς θα ταξειδεύση όσον το δυνατόν καλλίτερα. «Αφού όμως ούτω ηρώτησες (τον Θεόν)» του είπε «τότε πρέπει να εκτελέσης όσα σου διέταξεν ο Θεός».

Ο μεν Ξενοφών, λοιπόν, αφού προσέφερε θυσίας εις τους Θεούς, σύμφωνα με τον χρησμόν του Απόλλωνος, εξέπλευσε. Προφθάνει δε εις τας Σάρδεις τον Πρόξενον και τον Κύρον, σκοπεύοντας ήδη να βαδίσουν την προς την Άνω Ασίαν οδόν (να εκστρατεύσουν προς την Ά. Α.), εκεί δε (εις τας Σάρδεις) και συνεστήθη ο Ξενοφών προς τον Κύρον (από τον Πρόξενον).

Επειδή δε ο Πρόξενος έδειξε μεγάλην προθυμίαν να μείνη ο Ξενοφών, την αυτήν έδειξε και ο Κύρος, όστις και του είπεν ότι, ευθύς άμα τελειώση η εκστρατεία, θα τον αποστείλη αμέσως στην πατρίδα του. Ελέγετο δε ότι η εκστρατεία θα γείνη κατά των Πισιδών. Και εξεστράτευσε μεν, λοιπόν, (εστρατολογήθη, προσελήφθη εις τον στρατόν) ο Ξενοφών, ούτως εξαπατηθείς — ουχί βέβαια υπό του Προξένου. Διότι ούτε αυτός (ο Πρόξενος) ούτε κανείς άλλος εκ των Ελλήνων, πλην του Κλεάρχου, εγνώριζαν ότι η εκστρατεία γίνεται κατά του μεγάλου βασιλέως. Άμα όμως έφθασαν εις Κιλικίαν, έγεινε πλέον γνωστός εις όλους ο σκοπός του Κύρου. Αν και εφοβούντο δε &(ετρόμαζαν)& τον δρόμον, εν τούτοις οι περισσότεροι χωρίς να θέλουν, εντρεπόμενοι αλλήλους και τον Κύρον, ηκολούθησαν (διά να μη νομισθούν δειλοί). Εξ αυτών, λοιπόν, ένας ήτο και ο Ξενοφών.

Επειδή δε, εις ην κατάστασιν είχαν περιέλθη πλέον, ευρίσκοντο εις μεγάλην αμηχανίαν περί του πρακτέου, ελυπείτο μεν και ο Ξενοφών μαζή με όλους τους άλλους, μη δυνάμενος να κοιμηθή. Μόλις δε ηυτύχησε να κοιμηθή ολίγον &(μόλις τον πήρε ο ύπνος)&, είδεν όνειρον. Του εφάνη δηλαδή ότι, κατόπιν βροντής, έπεσε κεραυνός εις τον πατρικόν του οίκον, και ότι έλαμψεν ως εκ τούτου ολόκληρος. Τρομάξας αμέσως εσηκώθη. Και το όνειρον εκ της μιας του μεν όψεως εξήγει ως καλόν, διότι, αν και ευρίσκετο εν μέσω τόσων πόνων και κινδύνων, είχεν αξιωθή να ίδη σταλμένον από τον Δία φως τοσούτον μέγα. Εκ της άλλης του όμως όψεως εξηγών αυτό, εφοβείτο, διότι επίστευε μεν ότι προήρχετο από τον βασιλέα Δία, αλλ' ότι το πυρ, το οποίον κατέλαμψεν ολόγυρα τον οίκον του, εσήμαινεν ότι δεν θα ηδύνατο να εξέλθη εύκολα από την χώραν του βασιλέως, εμποδιζόμενος από αρκετάς πανταχόθεν δυσχερείας.

Και ποίαν μεν σημασίαν ηδύνατο να έχη το τοιούτον όνειρον, τούτο θα το έβλεπέ τις από τα μετά το όνειρον μέλλοντα να λάβουν χώραν γεγονότα, άτινα και είναι τα εξής: Ευθύς αφού εξύπνησεν ο Ξενοφών, η πρώτη σκέψις που του ήλθεν ήτο: «Τι κάθημαι αδρανής εδώ; Η νυξ προχωρεί. Μόλις δε ξημερώση, αφεύκτως θα μας καταλάβη ο εχθρός. Εάν, πάλιν, προσέλθωμεν εις τον βασιλέα (ως φίλοι), ουδέν εμποδίζει, ύστερα από τους κόπους τους οποίους υπέστημεν και ύστερα από τας συμφοράς τας οποίας επάθαμεν, να αποθάνωμεν εν τω μέσω των χειροτέρων προσβολών και ύβρεων.

»Ουδεμία δε προετοιμασία γίνεται, ουδ' η ελαχίστη καταβάλλεται φροντίς, διά να υπερασπίσωμεν εαυτούς κατά των πολεμίων, καθήμεθα δε όλοι εδώ αμέριμνοι, σαν να μας ήναι επιτετραμμένον να ησυχάζωμεν. Από ποίαν, λοιπόν, πόλιν περιμένω εγώ να έλθη ο στρατηγός εκείνος, ο οποίος θα βάλη όλα αυτά εις ενέργειαν; Ποίαν δε τάχα ηλικίαν έπρεπε να έχω (διά να κινηθώ); Εγώ τουλάχιστον δεν θα μεγαλώσω βέβαια περισσότερον, εάν σήμερα προδώσω τον εαυτόν μου εις τον εχθρόν». (16)

Μετά τους λόγους τούτους εγείρεται και συναθροίζει πρώτον τους λοχαγούς του Προξένου. Αφού δε συνήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής: «Εγώ, ω άνδρες λοχαγοί, δεν δύναμαι να μένω αδρανής, όπως ούτε σεις, νομίζω, ουδέ να ησυχάζω πλέον &(να μένω εδώ κρυμμένος)&, βλέπων εις ποίας περιστάσεις ευρισκόμεθα.

»Διότι οι μεν πολέμιοι είναι φανερόν ότι δεν εκήρυξαν καθ' ημών τον πόλεμον, πριν ή νομίσουν ότι είναι εντελώς παρασκευασμένοι δι' αυτόν, ενώ, τουναντίον, εξ ημών κανείς διά τίποτε απολύτως δεν φροντίζει, όπως αποδυθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα εις τον αγώνα.

»Εάν υποχωρήσωμεν και αφεθώμεν εις την εξουσίαν του βασιλέως, διά ποίων άραγε τρόπων ελπίζομεν να τον καταπραΰνωμεν; Αυτόν ο οποίος και νεκρόν ακόμη τον ομομήτριον και ομοπάτριον αδελφόν του ανεσταύρωσεν, αφού πρότερον του απέκοψε την κεφαλήν και την χείρα; Φαντάζεσθε άρα γε τι έχομεν να πάθωμεν, ουδένα έχοντες προστάτην, εκστρατεύσαντες δ' εναντίον του με τον σκοπόν να τον καταστήσωμεν αντί βασιλέως δούλον, και στο τέλος, εάν μας ήτο δυνατόν, να τον φονεύσωμεν;

»Άρα γε δεν θα εξαντλήση όλην την οργήν του καθ' ημών, αποφασισμένος, αφού μας κακομεταχειρισθή μέχρις εσχάτων (αφού μας βασανίση), να εμπνεύση εις όλον τον κόσμον τον φόβον: κανείς να μην εκστρατεύση πλέον του λοιπού εναντίον του; Βεβαίως, λοιπόν, διά να μη περιέλθωμέν ποτε υπό την εξουσίαν του, τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν.

»Όσον μεν αφορά εμέ, καθ' όλην την διάρκειαν των συνθηκών, ουδέποτε έπαυσα να ελεεινολογώ μεν τους εαυτούς μας, να μακαρίζω δε τον βασιλέα και τους ιδικούς του, εξετάζων τα κατ' αυτούς λεπτομερώς, πόσην μεν δηλ. και ποίαν χώραν έχουν υπό τας διαταγάς των, πόσον δε άφθονα τα προς διατροφήν, πόσους δε υπηρέτας, πόσα δε κτήνη και χρυσόν και ενδύματα.

»Όταν δε πάλιν ανελογιζόμην τα του στρατού των, ότι δηλ. ουδενός μεν των αγαθών του μετείχομεν ημείς (εις κανένα μεν από τα αγαθά του δεν ελαμβάναμεν μέρος), εάν δεν το εξαγοράζαμεν, οιονδήποτε δε πράγμα, το οποίον ηθέλαμεν ν' αγοράσωμεν &(επαζαρεύαμεν)&, εγνώριζαν (εκείνοι) ότι ολίγοι ακόμη εξ ημών είχαμε τα μέσα &(τον παρά)&, διά να τ' αποκτήσωμεν, εμποδιζόμενοι πλέον από τους όρκους να προμηθευθώμεν κατ' άλλον ή διά της αγοράς των τρόπον τα προς διατροφήν μας αναγκαία — ταύτα πάντα, λοιπόν, όταν ανελογιζόμην κάποτε, εφοβούμην πολύ περισσότερον τας συνθήκας παρ' όσον φοβούμαι σήμερα τον πόλεμον.

»Αφού όμως, επί τέλους, παρέβησαν (διέλυσαν) εκείνοι τας συνθήκας, νομίζω ότι και η περί αυτάς ολιγωρία και αυθαιρεσία των, καθώς και αι επί της τηρήσεώς των ή μη υποψίαι μας δεν υπάρχουν πλέον (διελύθησαν). Και τώρα μεταξύ ημών και εκείνων προβάλλεται το ευγενέστατον αυτό αγώνισμα: περί του ποίοι εκ των δύο μας θα αναδειχθούν καλλίτεροι άνδρες εις τον αγώνα αυτόν, του οποίου είναι αγωνοθέται οι Θεοί, οίτινες φυσικά θα ήναι με το μέρος μας.

»Διότι οι μεν βάρβαροι προσέβαλον δι' επιορκίας τους Θεούς, ημείς δε, αν και είχαμεν πάντοτε ενώπιόν μας τόσα αγαθά, εμείναμεν όμως σταθερώς (μ' απόφασιν) μακράν των (χωρίς να τα εγγίζωμεν), και τούτο, διά να μην ασεβήσωμεν στους όρκους μας. Ώστε νομίζω ότι μας επιτρέπεται να βαδίσωμεν προς τον αγώνα με φρόνημα πολύ μεγαλήτερον του των βαρβάρων.

»Προσέτι δε έχομεν και σώματα ικανώτερα εκείνων εις το να υποφέρουν το ψύχος και την ζέστην και τους κόπους. Έχομεν δ' ακόμη με την βοήθειαν των Θεών και ψυχάς περισσότερον γενναίας. Οι δε άνδρες των είναι πλέον ευκολοπλήγωτοι και ευκολοθάνατοι ημών, (17) εάν, καθώς προτήτερα, μας χαρίσουν και πάλιν την νίκην οι Θεοί.

»Ίσως και πολλοί άλλοι εξ ημών έχουν υπ' όψει &(έχουν στο μυαλό των)& όσα είπα, αλλά, δι' όνομα του Θεού, ας μην αναμένωμεν πλέον άλλους να έλθουν προς ημάς, διά να μας παρακινήσουν προς τας ωραίας αυτάς πράξεις (ας ανέφερα), τουναντίον μάλιστα ημείς πρώτοι πρέπει να παρορμήσωμεν και τους άλλους προς την αρετήν και την ανδρείαν. Εμπρός, λοιπόν! Φανήτε σεις οι καλλίτεροι των λοχαγών και οι αξιοστρατηγότεροι των στρατηγών.

»Ως προς εμέ δε, εάν αποφασίσετε να ορμήσετε προς την πραγμάτωσίν των, θα σας ακολουθήσω. Εάν δε πάλιν με νομίσετε άξιον να διευθύνω εγώ την καθόλου προς άμυναν ενέργειαν, δεν θα προβάλω την ηλικίαν μου ως πρόφασιν, τουναντίον μάλιστα νομίζω και ότι έχω όλην την δύναμιν (είμαι εις θέσιν) ν' απομακρύνω από τον εαυτόν μου και όσας τυχόν δυσχερείας απαντήσω».

Και ο μεν Ξενοφών είπε ταύτα. Οι δε λοχαγοί, αφού τον ήκουσαν, του είπαν όλοι ομοθύμως ν' αναλάβη την διεύθυνσιν των υπέρ της αμύνης καθόλου εργασιών. Κάποιος όμως, ονομαζόμενος Απολλωνίδης, ομιλών Βοιωτικήν διάλεκτον, είπεν «ότι θα εφλυάρει πας όστις ήθελε τολμήση να προτείνη ότι ηδυνάμεθα να επιτύχωμεν την σωτηρίαν μας κατά τρόπον διαφορετικώτερον του διά του εξευμενισμού του βασιλέως». Και συγχρόνως ήρχισε, μόλις είπε ταύτα, ν' αναφέρη τους λόγους (ν' απαριθμή τας δυσχερείας).

Διακόψας όμως αυτόν εις το μέσον του λόγου του ο Ξενοφών του είπε τα εξής: «Ω παράξενε άνθρωπε, συ βεβαίως ούτε όσα βλέπεις κατανοείς &(νοιώθεις)&, ούτε όσα ακούεις ενθυμείσαι. Εν τούτοις, ευρίσκεσο και συ εις το ίδιο μέρος με αυτούς εδώ, ότε ο βασιλεύς, αφού εφόνευσε τον Κύρον, επαρθείς διά το κατόρθωμά του αυτό, μας διέταξε δι' απεσταλμένων του να παραδώσωμεν τα όπλα.

»Αφού δε ημείς δεν του τα παρεδώσαμεν, αλλ' εξοπλισμένοι ελθόντες εστρατοπεδεύσαμεν πλησίον του, και τι δεν εμηχανεύθη (διά να μας ελκύση) τότε, αποστέλλων πρέσβεις, ζητών συνθήκας και προσφέρων τα προς διατροφήν μας, έως ότου επί τέλους επέτυχε τας συνθήκας ταύτας;

»Όταν δε πάλιν οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, βασιζόμενοι εις τας συνθήκας, προσήλθον, καθώς τώρα δα συ μας συμβουλεύεις, εις τας σκηνάς των άοπλοι, διά να συνομιλήσουν, μη τάχα &(για σένα)& έπαυσαν πλέον σήμερα να ήναι αυτοί εκείνοι &(οι ίδιοι)&, οίτινες, κτυπώμενοι, κεντώμενοι, υβριζόμενοι, δεν είχαν τα μέσα ουδέ να αυτοκτονήσουν καν οι ταλαίπωροι, αν και φαντάζομαι πόσον θα το επεθύμουν; Πάντα ταύτα, αν και γνωρίζεις πολύ καλά συ, εν τούτοις τους μεν συνιστώντας την περί των όλων άμυναν χαρακτηρίζεις ως φλυάρους, αποφαίνεσαι δε και πάλιν: μεταβαίνοντες προς τον βασιλέα, να καταπραΰνωμεν με παρακλήσεις την οργήν του.

»Εγώ, ω άνδρες, νομίζω ότι ο άνθρωπος ούτος ούτε πρέπει να μας πλησιάζη πλέον όπου και αν είμεθα, αφού δε του αφαιρέσωμεν την λοχαγίαν και τον φορτώσωμεν με σκεύη, να τον χρησιμοποιούμεν πλέον του λοιπού ως σκευοφόρον κτήνος. Διότι ούτος και την πατρίδα καταισχύνει και όλην την Ελλάδα, τοιούτος ων προδότης, αν και Έλλην».

Εις το σημείον αυτό διακόψας τον Ξενοφώντα Αγασίας ο Στυμφάλιος του είπεν: Αλλ' αυτός ουδέν, ουδέ τα ελάχιστον, έχει κοινόν ούτε με την Βοιωτίαν, ούτε με την Ελλάδα. Αφού εγώ, τον είδα άλλοτε να έχη τρυπημένα τα ώτα του &(και τα δυο του αυτιά)& όπως οι κάτοικοι της Λυδίας». Και πράγματι τα είχεν.

Αυτόν μεν, λοιπόν, τον έδιωξαν από τον στρατόν. Οι δε άλλοι, ελθόντες εις τας τάξεις των (έκαστος εις το τάγμα του), όπου μεν υπήρχε στρατηγός (όπου μεν έζη ο στρατηγός), τον εκάλουν (ν' αναλάβη τα καθήκοντά του), όπου δε είχεν αποθάνη (φονευθή), αντικαθίστων τον στρατηγόν δι' υποστρατήγου. Και όπου πάλιν ήτο σώος (έζη) ο λοχαγός, εκάλουν εις το τάγμα του τον λοχαγόν.

Αφού δε όλοι συνήλθον, ετοποθετούντο έμπροσθεν των όπλων. Ανήλθον δε οι συνελθόντες στρατηγοί και λοχαγοί περίπου εις εκατόν. Ότε δε εγένοντο ταύτα, ήσαν σχεδόν μεσάνυκτα.

Ενταύθα Ιερώνυμος ο Ηλείος, ων ο γηραιότερος (σεβαστότερος) των λοχαγών του Προξένου, ήρχισε να λέγη τα εξής: «Ω άνδρες στρατηγοί και λοχαγοί, βλέποντες τας περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, απεφασίσαμεν και ημείς να συνέλθωμεν και σας να προσκαλέσωμεν, όπως σκεφθώμεν όλοι μαζή, αν είμεθα εις θέσιν να πράξωμεν τίποτε γενναίον (προς βελτίωσιν της καταστάσεώς μας). Ειπέ μας, λοιπόν, και συ, ω Ξενοφών» είπεν απευθυνόμενος προς αυτόν «όσα φρονείς ότι πρέπει να λεχθούν και εις ημάς».

Εκ τούτου (λαβών αφορμήν) ο Ξενοφών λέγει τα εξής: «Αλλά βεβαίως όλοι γνωρίζομεν όσα μου ζητείτε να σας είπω, ότι δηλαδή βασιλεύς και Τισσαφέρνης όσους μεν ημπόρεσαν εξ ημών συνέλαβον (ηχμαλώτισαν), τους δ' άλλους είναι φανερόν ότι επιδιώκουν (έχουν κατά νουν) πώς να τους φονεύσουν, εάν ημπορούν &(αν περνάει απ' το χέρι τους)&. Νομίζω, λοιπόν, ότι τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν, διά να μη πλησιάσωμεν ποτέ, υπό οιασδήποτε και αν ευρισκώμεθα περιστάσεις, τους βαρβάρους, αλλά να επιτύχωμεν μάλλον να έλθουν εκείνοι προς ημάς.

»Κατανοείτε, λοιπόν, καλώς ότι, αν και είσθε τόσοι μόνον, όσοι αυτήν την στιγμήν συνήλθατε εδώ, σας δίδεται, εν τούτοις, σπουδαιοτάτη ευκαιρία, διά να φανήτε επωφελείς εις τον στρατόν.

»Διότι όλοι οι στρατιώται αυτοί έχουν προς σας τα βλέμματα εστραμμένα, και αν τυχόν μεν σας ίδουν μικροψυχούντας, όλοι θα φανούν δειλοί. Εάν όμως και σεις οι ίδιοι ολοφάνερα παρασκευάζεσθε προς πόλεμον και τους άλλους παροτρύνετε προς τούτο, μάθετε καλώς ότι θα σας ακολουθήσουν και ότι θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να σας μιμηθούν.

»Ίσως δε και δίκαιον είναι να ξεχωρίζετε σεις κατά τι από αυτούς. Διότι σεις είσθε στρατηγοί, σεις λοχαγοί και ταξίαρχοι. Και όταν ήναι ειρήνη, σεις απολαμβάνετε περισσότερον από αυτούς και τιμάς και χρήματα. Διά τούτο, λοιπόν, αφού τώρα ευρισκόμεθα εις εμπόλεμον κατάστασιν, πρέπει σεις οι ίδιοι να θελήσετε να φανήτε καλλίτεροι από το πλήθος τούτο, προνοούντες υπέρ αυτού και κοπιάζοντες, εάν και όπου παρίσταται ανάγκη.

»Και εν πρώτοις μεν φρονώ ότι θα ωφελήσετε εις μέγαν βαθμόν το στράτευμα, εάν φροντίσετε όπως αντικαταστήσουν όσον το δυνατόν ταχύτερα τους αποθανόντας (νέοι) στρατηγοί και λοχαγοί. Διότι άνευ αρχηγών ουδέν, ούτε καλόν, ούτε γενναίον, δύναται να γείνη, και γενικώς μεν εις οιανδήποτε περίπτωσιν, εις τα πολεμικά όμως, απολύτως τίποτε. Διότι είναι φανερόν ότι η μεν πειθαρχία σώζει, η δε απείθεια και παραλυσία πολλούς μέχρι σήμερον κατέστρεψεν.

»Άμα δε ως εγκαταστήσετε τους αρχηγούς (18), όσους είναι αναγκαίοι, και τους άλλους (τήδε κακείσε διεσπαρμένους) στρατιώτας συναθροίσετε και ενθαρρύνετε, νομίζω ότι τότε θα ήσθε πλέον έτοιμοι να αντιμετωπίσετε οιανδήποτε περίστασιν.