Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Part 5

Chapter 51 wordsPublic domain

Ο δε Αρταπάτης, ο εκ των σκηπτούχων πιστότατος εις αυτόν θεράπων, λέγεται ότι, μόλις είδε να πίπτη ο Κύρος, επήδησεν από του ίππου του και τον ενηγκαλίσθη.

Και άλλοι μεν λέγουν ότι ο βασιλεύς διέταξέ τινα να τον σφάξη επί του πτώματος του Κύρου, άλλοι δε ότι ηυτοκτόνησεν επ' αυτού, διατρυπήσας εαυτόν διά της λόγχης του. Έφερε δε χρυσήν τοιαύτην και περιδέραιον και βραχιόλια και όλα όσα συνηθίζουν να φέρουν οι ευγενείς Πέρσαι. Διότι ο Κύρος τον είχε περιβάλη με μεγάλας τιμάς διά την προς αυτόν αγάπην και αφοσίωσίν του.

Κεφάλαιον ένατον

Ο μεν λοιπόν Κύρος ούτως απέθανεν. Ανήρ εξ όλων όσοι διεδέχθησαν τον παλαιόν εκείνον Κύρον ικανώτατος εις το βασιλεύειν και αξιώτατος εις το άρχειν, καθώς ομολογείται παρά πάντων όσοι έλαβαν πείραν των πραγμάτων της διοικήσεως του Κύρου.

Διότι πρώτον μεν, ότε ακόμη ήτο παις, εκπαιδευόμενος με τον αδελφόν του και με τους άλλους των μεγιστάνων παίδας, εθεωρείτο παρ' όλων και εις όλα ικανώτατος.

Διότι όλοι οι των καλλιτέρων Περσών παίδες ανατρέφονται εις την αυλήν του βασιλέως. Όπου θα ηδύνατό τις να διδαχθή πολλήν μεν (περί τον βίον) φρόνησιν, ουδέν δε το αισχρόν ούτε να ίδη ούτε ν' ακούση.

Εις την αυλήν, προς τούτοις, και βλέπουν και ακούουν τόσον τους τιμωμένους υπό του βασιλέως, όσον και τους ατιμαζομένους υπ' αυτού. Ώστε από της παιδικής των ακόμη ηλικίας μανθάνουν να άρχουν των άλλων και να άρχωνται.

Εκεί ο Κύρος εφαίνετο ότι ήτον ο ντροπαλώτερος όλων των ομηλίκων του και ότι υπήκουε περισσότερον από τους κατωτέρους του εις τους μεγαλειτέρους αυτού την ηλικίαν. Έπειτα δε ηγάπα πάρα πολύ τους ίππους, γνωρίζων την τέχνην να τους μεταχειρίζεται μετά δεξιότητος. Πάντες δε τον έκριναν και εις τας πολεμικάς ακόμη ασχολίας, εις το να ρίπτη το τόξον και το ακόντιον, ότι και φιλομαθέστατος ήτο και μελετηρότατος.

Όταν δ' έγεινεν έφηβος &(εμεγάλωσεν)&, έδειξε μεγάλην κλίσιν εις το κυνήγιον, εις τας επιθέσεις του δε κατά των θηρίων ήτο λίαν ριψοκίνδυνος. Όταν δέ ποτε ώρμησεν άρκτος εναντίον του, δεν την εφοβήθη, αλλά συμπλακείς μαζή της έπεσε κάτω από τον ίππον. Και όσα μεν υπέστη εκ της συμπλοκής τα εφανέρωναν αι επουλωμέναι έκτοτε πληγαί του. Την εφόνευσεν όμως επί τέλους. Εκείνος δε, όστις πρώτος έτρεξεν εις βοήθειάν του, εμακαρίζετο παρ' όλων κατόπιν διά τα δώρα που έλαβεν.

Αφού δε απεστάλη από τον πατέρα του σατράπης της Λυδίας και της μεγάλης Φρυγίας και της Καππαδοκίας, και απεδείχθη εκεί στρατηγός όλων των στρατευμάτων όσα είχαν διαταγάς να συναθροίζωνται εις την πεδιάδα του Καστωλού, πρώτον μεν εφάνη ότι εξαιρετικήν κατέβαλε φροντίδα να μη ψεύδεται ούτε προς εκείνον με τον οποίον έκαμε σπονδάς ειρήνης ή ανακωχής, ούτε προς εκείνον με τον οποίον ήρχετο εις συμφωνίας δι' οιανδήποτε υπόθεσιν, ούτε προς εκείνον εις τον οποίον υπεσχέθη τι.

Διά τούτο βεβαίως και τον ενεπιστεύοντο όσαι πόλεις εκήρυττον αυτόν επίτροπόν των. Επίσης και όλος ο στρατός. Και εάν τις εγίνετο εχθρός του, ήτο βέβαιος ότι, εις ενδεχομένας περί ειρήνης σπονδάς μετά του Κύρου, δεν θα υφίστατο καμμίαν από αυτόν ενόχλησιν παρά τας σπονδάς.

Και τω όντι, ότε εκήρυξεν άλλοτε τον πόλεμον κατά του Τισσαφέρνους, όλαι αι πόλεις εκουσίως των είχον προτιμήση αντί του Τισσαφέρνους τον Κύρον, εκτός των Μιλησίων. Ούτοι δε εφοβούντο αυτόν, μόνον και μόνον διότι δεν ήθελε να εγκαταλείψη τους φυγάδας (εις την τύχην των).

Διότι και εμπράκτως και διά λόγου εβεβαίωνεν ότι δεν θα ήθελέ ποτε να τους εγκαταλείψη, αφού άπαξ έγινε φίλος των, ούτε εάν ακόμη μείνουν ολιγώτεροι, ούτε εάν ακόμη περισσότερον δυστυχήσουν.

Εφαίνετο δε πάντοτε καταβάλλων προσπαθείας να υπερτερήση πάντα όστις ήθελε τον ωφελήση ή τον βλάψη. Τινές δε εκ των φίλων του διηγούντο περί αυτού κάποτε κάποιαν του ευχήν, ότι δηλαδή είχε ποτε ευχηθή εις τους Θεούς, τόσον μόνον χρόνον να ζήση, έως ότου κατώρθωνε να υπερτερήση εις το ευεργετείν μεν πάντα ευεργετούντα, εις το βλάπτειν δε πάντα κακουργούντα.

Διά τούτο λοιπόν και πλείστοι όσοι εκ των συγχρόνων μας ενεπιστεύθησαν εις αυτόν (άφησαν εις την διάκρισίν του) ως εις τον μόνον άξιον πάσης εμπιστοσύνης άνδρα και τας περιουσίας των και τας πόλεις των και τα σώματά των (την ασφάλειαν της ζωής των). Παρά πάντα ταύτα όμως, δεν θα ηδύνατό τις βέβαια να είπη ότι άφηνε να τον ξεγελούν οι αδικούντες και οι κακούργοι, αλλ' αμειλίκτως πάντας ετιμώρει. Πολλάκις δε έβλεπέ τις εις τας μάλλον πολυσυχνάστους οδούς των πόλεων ανθρώπους στερουμένους και ποδών και χειρών και οφθαλμών. Ούτω λοιπόν εις τας επαρχίας τας διοικουμένας από τον Κύρον ηδύνατο αφόβως να βαδίζη οιοσδήποτε Έλλην ή βάρβαρος, ήρκει μόνον να μην είχε βλάψη ουδένα, να μεταβαίνη δε όπου ήθελε, φέρων μαζή του ό,τι του ήτο δυνατόν ή εύκολον.

Πάντα δε γενναίον και χρήσιμον προς πόλεμον υπό πάντων ωμολογείτο ότι εξαιρετικώς ετίμα. Και εις τας αρχάς μεν επολέμησε προς τους Πισίδας και τους Μυσσούς. Λοιπόν, ότε αυτός ο ίδιος είχεν εκστρατεύση ποτέ κατά των χωρών αυτών, όλους εκείνους, τους οποίους έβλεπε ριψοκινδυνεύοντας, εκήρυττεν άρχοντας της χώρας την οποίαν εκυρίευε, κατόπιν δε και με άλλα δώρα τους ετίμα. Ώστε εφαίνετο αξιών οι μεν ανδρείοι να είναι ευτυχέστατοι, οι δε δειλοί και άνανδροι, σκλάβοι των. Διά τούτο και ήσαν πάντοτε αφθονώτατοι εκείνοι οίτινες ήθελαν να κινδυνεύουν υπέρ αυτού παντού όπου τυχόν εφαντάζοντο ότι θα το εμάνθανεν ο Κύρος.

Εάν δέ τις εγίνετο γνωστόν ότι εφιλοδόξει να αναδεικνύεται εις δικαιοσύνην (ως φιλοδίκαιος), κάθε τρόπον κατέβαλλε να αποκαθιστά τούτον πλουσιώτερον εκείνου όστις ήντλει τα κέρδη του από τας αδικίας. Αλλά και πολλών άλλων πραγμάτων δικαίως εγίνετο υπέρ αυτού η διαχείρισις και ένεκα πάντων τούτων αληθινόν στρατόν είχεν αποκτήση. Πράγματι δε. Διότι και οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, όσοι ένεκα κέρδους έπλευσαν προς αυτόν (κατετάχθησαν εις τον στρατόν του), επείσθησαν ότι είναι επικερδέστερον δι' αυτούς να πειθαρχούν τελείως εις τον Κύρον, παρά ν' αποβλέπουν εις το κατά μήνα ωρισμένον κέρδος των (τον μισθόν των).

Αλλά και ο Κύρος πάλιν, εάν τις ήθελε πιστώς τον υπηρετήση, δεν άφηνε ποτε άνευ ανταμοιβής τον ζήλον του. Αυτή δε είναι και η αιτία, διά την οποίαν, καθώς λέγουν, απέκτησεν ο Κύρος εις κάθε έργον του ικανωτάτους υπαλλήλους.

Εάν δε έβλεπε κανένα να ήναι δεινός οικονομολόγος μετά δικαιοσύνης, να καλλιεργή δε την χώραν, της οποίας ήτον ο αρχηγός και να αυξάνη μετ' επιμελείας τας προσόδους της, από αυτόν όχι μόνον δεν αφήρει τίποτε, αλλά και με περισσότερα (μέσα) πάντοτε τον εφωδίαζε. Τοιουτοτρόπως όλοι και ευχαρίστως ειργάζοντο και παρρησία, ενώπιον όλων, απέκτων περιουσίας, οσαδήποτε δε και αν απέκτα τις δεν τα απέκρυπτεν από τον Κύρον. Διότι προς πάντας τους ούτω φανερώς πλουτούντας, ούτος δεν εδοκίμαζε κανένα φθόνον, προσεπάθει δε μόνον να χρησιμοποιή δι' εαυτόν τα χρήματα εκείνων οι οποίοι τα έκρυπτον.

Όσους δε ήθελε κάμη φίλους και ήτο βέβαιος ότι πραγματικώς τον αγαπούν, τους έκρινε δε ότι θα ήσαν ικανοί συνεργάται του εις παν ό,τι ήθελε να φέρη εις πέρας, τούτους ομολογείται παρά πάντων ότι με μεγάλην προθυμίαν επεριποιείτο.

Και λοιπόν, δι' ον λόγον αυτός ενόμιζεν ότι έχει ανάγκην φίλων, όπως έχη τούτους συνεργάτας του, διά τον αυτόν λόγον και αυτός φρόντιζε να είναι συνεργάτης των (βοηθός) όσον του ήτο δυνατόν περισσότερον, εις κάθε τι που εκαταλάβαινεν ότι έκαστος εξ αυτών είχεν ανάγκην.

Ήτο δε ο μόνος εις το Κράτος ανήρ, κατά την γνώμην μου, ο οποίος ελάμβανε τόσα πολλά δώρα διά τόσον πολλάς αιτίας. Τα δώρα δε ταύτα ουδείς γενναιότερον αυτού εσκόρπιζεν (εδώρει εις τους φίλους του, αποβλέπων κυρίως εις τους τρόπους εκάστου και εις ό,τι έκαστος εξ αυτών εστερείτο περισσότερον.

Και ως προς εκείνα, τα οποία του απεστέλλοντο πανταχόθεν προς στολισμόν του σώματός του, είτε εν πολέμω στολισμόν, είτε εν ειρήνη, και ως προς αυτά ακόμη λέγεται ότι κάποτε είπεν ότι το σώμα του δεν θα ήτο δυνατόν ποτε με όλα αυτά να στολισθή, επίστευεν όμως στολισμόν του μέγιστον να βλέπη όλους τους φίλους του καλώς εστολισμένους.

Και το να υπερτερή μεν τους φίλους του εις τας ευεργεσίας δεν ήτο διόλου παράδοξον, επειδή ήτο βέβαια πλουσιώτερός των. Το να τους υπερτερή όμως εις το να φροντίζη υπέρ των αναγκών των και εις το να ευχαριστήται να ήναι προθυμότατος εις όλα, τούτο, εις εμέ τουλάχιστον, φαίνεται εξαιρετικώς θαυμασμού άξιον.

Διότι πολλάκις ο Κύρος, οπότε θα ελάμβανεν οίνον παρά πολύ γλυκύν, απέστελλεν εξ αυτού εις τους φίλους του ημίκενα αγγεία, λέγων εις αυτούς ότι από μακρού ήδη χρόνου δεν έχει λάβη τόσον γλυκύν οίνον. Τούτον, λοιπόν, σου αποστέλλει και σε παρακαλεί να τον πίης σήμερον με τους μάλλον αγαπητούς σου φίλους.

Ημιφαγωμένας δε χήνας επίσης απέστελλε πολλάκις και ημίσεις άρτους και άλλα τοιαύτα, διατάσσων τον υπηρέτην του να λέγη εις εκείνους εις τους οποίους τα απέστελλεν: Από αυτά έφαγεν ο Κύρος και ευχαριστήθη. Επιθυμεί, λοιπόν, να τα δοκιμάσετε και σεις. Οσάκις δε (ένεκα ανομβρίας) ο σανός ήτο σπανιώτατος, αυτός δε, διότι είχε πολλούς φροντιστάς και υπηρέτας, ηδύνατο να προμηθευθή τοιούτον, απέστελλεν εξ αυτού και εις τους φίλους του, παραγγέλλων εις αυτούς να τον δώσουν εις τους προς ιππασίαν προωρισμένους ίππους των, διά να μη φέρουν ούτοι τους φίλους του πεινώντες.

Εάν δέ ποτε εξήρχετο εις περίπατον και επρόκειτο πλείστοι να τον ίδουν καθ' οδόν, προσκαλών ενώπιόν των τους φίλους του, συνομίλει με σοβαρότητα μαζή των, διά να δείξη φανερά εις όλους εκείνους τους οποίους νομίζει αξίους της εκτιμήσεώς του. Ώστε εγώ τουλάχιστον, εξ όσον ακούω, νομίζω ότι ουδείς ηγαπήθη υπό περισσοτέρων Ελλήνων ή Περσών όσον ο Κύρος.

Απόδειξις τούτου είναι και το εξής γεγονός. Από μεν τον Κύρον, εφ' όσον ήτον υπό τον αδελφόν του, ουδείς έφυγε, διά να γείνη οπαδός του βασιλέως, εκτός του Ορόντα εκείνου (ως είδομεν ανωτέρω). Και αυτός δα ο Ορόντας δεν το κατώρθωσε, διότι εκείνον τον οποίον ενόμιζε πιστότατόν του υπηρέτην, πολύ γρήγορα τον ηύρε να αγαπά περισσότερον τον Κύρον ή αυτόν. Από δε τον βασιλέα, πολλοί προς τον Κύρον απεσκίρτησαν, αφ' ότου οι δύο αδελφοί έγειναν πολέμιοι προς αλλήλους, και μάλιστα εκείνοι οι οποίοι ηγαπώντο από τον βασιλέα περισσότερον. Τούτο δε, διότι ενόμιζαν ότι, εάν ήσαν καλοί (πιστοί) παρά τον Κύρον, θα ηξιούντο περισσοτέρων τιμών υπ' αυτού ή υπό του βασιλέως.

Έτι δε μεγαλειτέρα απόδειξις της αγαθότητός του και της κρίσεως, με την οποίαν ορθώς εστάθμιζε τους εύνους και σταθερούς και αφωσιωμένους φίλους του, είναι και εκείνο το οποίον συνέβη κατά τον θάνατόν του.

Ενώ δηλαδή αυτός απέθνησκεν, όλοι οι περί αυτόν φίλοι και ομοτράπεζοι απέθαναν μαχόμενοι υπέρ του Κύρου εκτός του Αριαίου, όστις έτυχε να ήναι τεταγμένος εις το αριστερόν κέρας, ως αρχηγός του ιππικού. Αλλά και αυτός, μόλις έμαθε τον θάνατον του Κύρου, έφυγε μαζή με όλον το στράτευμα, του οποίου ήτον ηγεμών.

Κεφάλαιον δέκατον

Ενταύθα, λοιπόν, αποκόπτεται η κεφαλή και η δεξιά χειρ του Κύρου. Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν, διώκοντες τους πολεμίους, επιπίπτουν εις το στρατόπεδον του Κύρου. Και ο μεν μετά του Αριαίου στρατός δεν μένει εκεί πλέον, αλλά φεύγει διά μέσου του στρατοπέδου του εις τον σταθμόν, από τον οποίον είχεν ορμηθή. Ελέγετο δε ότι το διάστημα της μέχρι του σταθμού οδού ήτο παρασάγγαι τέσσαρες.

Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν πλείστα όσα τότε διαρπάζουν πράγματα, λαμβάνει δε (υπό την κατοχήν αυτού και κυριότητα) και την Φωκαΐδα, παλλακίδα του Κύρου, γυναίκα συνετήν, περί ης ελέγετο ότι ήτον ωραιοτάτη.

Η δε Μιλησία, ήτις ήτο νεωτέρα, αρπαγείσα εις τας αρχάς υπό των περί τον βασιλέα, τους ξεφεύγει κατόπιν, φέρουσα μόνον τον χιτώνα της, και τρέχει προς όσους Έλληνας έτυχε να είναι την στιγμήν εκείνην εις τας σκευοφόρους των αμάξας ωπλισμένοι, οι οποίοι και αντιταχθέντες, πολλούς μεν εκ των διαρπαζόντων εφόνευσαν, τινές δε εξ αυτών και εφονεύθησαν. Δεν ετράπησαν πράγματι εις φυγήν (εγκαταλείποντες την Μιλησίαν εις την τύχην της), αλλά και ταύτην έσωσαν και όσα άλλα πράγματα και ανθρώπους έτυχε να ευρίσκωνται εις τας αμάξας των (καταφυγόντας κατά την ώραν του διωγμού εκεί).

Ενταύθα βασιλεύς και Έλληνες απεμακρύνθησαν αλλήλων έως τριάκοντα στάδια. Αλλ' οι μεν Έλληνες εδίωκον τους προς το μέρος των βαρβάρους, νομίζοντες ότι ενίκων πάντας. Οι δε βάρβαροι ετρέποντο εις διαρπαγάς, νομίζοντες ότι ήσαν ήδη και αυτοί πάντες νικηταί.

Αφού δε οι μεν Έλληνες έμαθαν ότι ο βασιλεύς με όλον του το στράτευμα είχε φθάση μέχρι των αποσκευών, ο δε βασιλεύς, εξ άλλου, εμάνθανεν από τον Τισσαφέρνην ότι οι Έλληνες το καθ' εαυτούς νικούν και προχωρούν προς τα εμπρός διώκοντες, τότε ο μεν βασιλεύς συναθροίζει τον στρατόν του και παρατάσσεται, ο δε Κλέαρχος, καλέσας τον Πρόξενον, διότι αυτός ήτον ο πλησιέστερός του, συνεσκέπτετο μαζή του αν πρέπει ν' αποστείλουν μόνον μερικούς ή όλοι μαζή να σπεύσουν εις βοήθειαν του στρατοπέδου.

Εν τω μεταξύ τούτω οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο βασιλεύς εφαίνετο (εκ των κινήσεών του) ότι έμελλε να τους επιτεθή και πάλιν εκ των όπισθεν. Και οι μεν Έλληνες, στραφέντες, ητοιμάζοντο να τον υποδεχθούν ούτω (εκ των όπισθεν) ερχόμενον. Ο δε βασιλεύς (μετανοήσας ίσως) ήλλαξε διεύθυνσιν, δι' ου δε δρόμου είχε προηγουμένως προσπεράση, ότε ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων, διά του αυτού και επέστρεψεν (απεμακρύνθη των Ελλήνων), αναλαβών και τους εν καιρώ της μάχης προς τους Έλληνας λιποτακτήσαντας και τον Τισσαφέρνην με τους περί αυτόν.

Διότι ο Τισσαφέρνης κατά την πρώτην σύρραξιν δεν είχε φύγη, αλλά διήλθεν έφιππος πλησίον του ποταμού, εις ο μέρος ήσαν παρατεταγμένοι οι Έλληνες πελτασταί. Διερχόμενος δ' εκείθεν ουδένα μεν εφόνευσεν, οι Έλληνες όμως, απομακρυνθέντες, τους εκτύπων και τους ηκόντιζον.

Των πελταστών δε αρχηγός ήτον ο εξ Αμφιπόλεως Επισθένης, περί ου ελέγετο ό,τι ενήργησε κατά την περίστασιν ταύτην συνετώτατα.

Ο Τισσαφέρνης, λοιπόν, μόλις απηλλάγη των ακοντισμών, μειονεκτήσας ούτω, δεν επιστρέφει μεν και πάλιν οπίσω, αλλά, φθάσας εις το στρατόπεδον των Ελλήνων, συναντά εκεί τον βασιλέα και, μαζή ανασυντάξαντες πάλιν τας δυνάμεις των, επορεύοντο.

Ότε δ' έφθασαν κατά το αριστερόν κέρας των Ελλήνων, εφοβήθησαν ούτοι, μήπως ο εχθρός πλησιάζων τον στρατόν του προς το κέρας των και περικυκλώνων και από τα δύο μέρη αυτούς, τους κατακόψη. Ενόμισαν δε καλόν ν' αναπτύξουν το κέρας του στρατού των κατά μέτωπον και να βάλουν όπισθεν αυτών τον ποταμόν.

Ενώ δε εσκέπτοντο ταύτα, ο βασιλεύς, αντιπαρελθών (το αριστερόν κέρας των Ελλήνων), παρέταξε τον στρατόν του απέναντί των, εις ο σχήμα τον είχε παρατάξη, ότε το πρώτον επήρχετο ίνα συνάψη μάχην. Μόλις δε είδαν οι Έλληνες ότι οι Πέρσαι τους επλησίασαν και ότι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι προς μάχην, ευθύς, αφού έψαλαν το πολεμικόν των άσμα, ώρμησαν κατ' αυτών με πολύ μεγαλητέραν ή πρότερον προθυμίαν.

Οι βάρβαροι όμως δεν εδέχθησαν την επίθεσίν των, αλλ' έφευγαν πολύ πλέον μακρύτερα ή πρότερον. Οι Έλληνες δε τους κατεδίωκον μέχρι κώμης τινός, όπου και εστάθησαν.

Διότι άνωθεν της κώμης ήτο λόφος, επί του οποίου, αίφνης επιστρέψαντες εκ της φυγής, εσταμάτησαν οι περί τον βασιλέα, όχι οι πεζοί, αλλ' οι ιππείς του, από τους οποίους και εγέμισεν ο λόφος τόσον, ώστε, ως εκ του πλήθους των, να μη γνωρίζουν οι Έλληνες ποίαν απόφασιν πρόκειται να λάβουν κατ' αυτών οι βάρβαροι. Έλεγαν δε τότε ότι έβλεπαν το βασιλικόν σημείον, χρυσούν τινα δηλαδή αετόν ανυψωμένον επί ξυλίνου ακοντίου.

Επειδή δε και προς τον λόφον επροχώρουν οι Έλληνες, τον εγκαταλείπουν τότε οι ιππείς, όχι όμως πλέον όλοι μαζή, αλλά καθ' ομάδας και προς διαφόρους διευθύνσεις. &(Άλλοι από 'δω και άλλοι από 'κεί)&. Ούτω δε κατ' ολίγον απεγυμνώθη ο λόφος από τους ιππείς, έως ότου όλοι εκείθεν απεχώρησαν.

Ο Κλέαρχος, λοιπόν, δεν ανεβίβαζε τον στρατόν του εις τον λόφον, αλλά, στρατοπεδεύσας κάτωθεν αυτού, αποστέλλει Λύκιον τον Συρακούσιον με κάποιον άλλον (εις τον λόφον) με την διαταγήν, αφού κατοπτεύσουν τι είναι υπέρ αυτόν, να τον ειδοποιήσουν.

Και ο Λύκιος, αφού τον διέτρεξεν έφιππος και παρετήρησε παντού, του αναγγέλλει ότι οι εχθροί φεύγουν κατά κράτος.

Ότε δε συνέβαιναν ταύτα, ο ήλιος ήτο περί την δύσιν του σχεδόν. Ενταύθα, λοιπόν, εσταμάτησαν οι Έλληνες και, θέσαντες κατά γης τα όπλα, ανεπαύοντο. Συγχρόνως δε ηπόρουν ότι ο Κύρος ουδαμού εφαίνετο, ούτε κανείς άλλος παρουσιάσθη εκ μέρους του ερχόμενος. Διότι δεν εγνώριζαν ακόμη ότι εφονεύθη, αλλ' ενόμιζαν ή ότι είναι μακράν ήδη καταδιώκων τους εχθρούς, ή ότι επροχώρησε προς τα εμπρός (προς βορράν), διά να καταλάβη κανένα τόπον (μέρος εύθετον προς υπεράσπισίν του).

Και εσκέπτοντο αν πρέπει, μείναντες εκεί, να μεταφέρουν ενταύθα και τας αποσκευάς των, ή αν πρέπει ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των. Ενόμισαν, λοιπόν, καλλίτερον να απέλθουν και φθάνουν σχεδόν κατά την ώραν του δείπνου εις τας σκηνάς των.

Και ούτω μεν ετελείωσεν η ημέρα αυτή. Ευρίσκουν δε τα περισσότερα πράγματά των διαρπαγέντα, ακόμη και ό,τι τρόφιμον και ποτόν υπήρχε. Τας δε αμάξας, αι οποίαι ήσαν γεμάται άλευρα και οίνον, προετοιμασθείσαι ούτω επίτηδες από τον Κύρον, ίνα, εάν ποτε παρουσιασθή εις τον στρατόν μεγάλη έλλειψις τροφίμων, διανεμηθούν εις τους Έλληνας — ελέγετο δε ότι ήσαν τοιαύται αμάξας περί τας τετρακοσίας — και ταύτας ακόμη (τας αμάξας) είχαν ήδη διαρπάση οι περί τον βασιλέα.

Ώστε οι πλείστοι εκ των Ελλήνων έμειναν την εσπέραν εκείνην χωρίς δείπνον. Είχαν δε μείνη και την μεσημβρίαν χωρίς γεύμα. Διότι πριν ή καταλύση ο στρατός, διά να γευματίση, ανεφάνη ο βασιλεύς. Ούτω λοιπόν επέρασαν την νύκτα ταύτην.

ΒIΒΛIΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον

Κατά ποίον, λοιπόν, τρόπον συνήθροισε τον Ελληνικόν στρατόν ο Κύρος, ότε εξεστράτευσε κατά του αδελφού του Αρταξέρξου, και όσα κατά την ανάβασιν του στρατού αυτού επράχθησαν και πώς έγεινεν η μάχη, και πώς απέθανεν ο Κύρος, και πώς, ελθόντες εις το στρατόπεδον οι Έλληνες, εκοιμήθησαν, νομίζοντες ότι καθ' όλην την γραμμήν ενίκων και ότι ο Κύρος έζη, — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά δι' όσων μέχρι τούδε είπομεν.

Άμα δε εξημέρωσε, συνελθόντες οι στρατηγοί ηπόρουν ότι ο Κύρος ούτε άλλον τινά αποστέλλει, διά να τους ειδοποιήση τι πρέπει να κάμουν, ούτε ο ίδιος πουθενά εφαίνετο. Απεφάσισαν, λοιπόν, αφού προετοιμάσουν τα πράγματά των, όσα τους είχαν μείνη από την διαρπαγήν, και εξοπλισθούν, να βαδίσουν προς τα εμπρός, έως ου συναντηθούν με τον Κύρον.

Ενώ δε ήρχιζαν να βαδίζουν, καθ’ ήν στιγμήν ανέτελλεν ο ήλιος, ήλθεν ο άρχων της Τευθρανίας Προκλής, καταγόμενος από τον Λάκωνα Δημάρατον (βασιλέα της Σπάρτης), και Γλους ο υιός του Ταμώ, οίτινες έλεγαν ότι ο μεν Κύρος εφονεύθη, ο δε Αριαίος ότι έχει ήδη φύγη, ευρισκόμενος με τους λοιπούς βαρβάρους εις τον σταθμόν, από τον οποίον την προηγουμένην ημέραν είχαν ξεκινήση, ότι δε τους ειδοποίει ότι καθ' όλην εκείνην την ημέραν θα τους επερίμενεν, εάν εσκόπευαν να έλθουν (πλησίον του), την επομένην όμως ότι εμελέτα ν' αναχωρήση διά την Ιωνίαν, από την οποίαν ήλθεν.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και οι άλλοι Έλληνες ελυπούντο κατάκαρδα. Ο δε Κλέαρχος τους είπε τα εξής: «Είθε ο Κύρος να έζη! Επειδή όμως απέθανεν, αναγγείλατε εις τον Αριαίον ότι και τον βασιλέα νικώμεν και, όπως βλέπετε, ουδείς πλέον μάχεται εναντίον μας, και, εάν δεν ήρχεσθε σεις, θα εβαδίζαμεν ήδη ημείς κατά του βασιλέως. Υποσχόμεθα δε εις τον Αριαίον, εάν έλθη εδώ, να τον ανακηρύξωμεν βασιλέα. Διότι εις τους κατόπιν μάχης νικητάς (καθώς γνωρίζετε) ανήκει και η Αρχή.

Αφού είπε ταύτα, αποστέλλει (προς τον Αριαίον) τους αγγελιοφόρους και μαζή με αυτούς τον Λάκωνα Χειρίσοφον και τον Θεσσαλόν Μένωνα. Όστις και αφ' εαυτού ήθελε (μόνος του επρότεινε) να υπάγη. Διότι και φίλος του Αριαίου ήτο και είχε ποτε φιλοξενηθεί υπ' αυτού. Και αυτοί μεν ανεχώρησαν, ο Κλέαρχος δ' επερίμενε (την απάντησιν).

Το δε στράτευμα επρομηθεύετο τροφήν και ύδωρ, όπως ηδύνατο, σφάζον εκ των φορτηγών του ζώων τους βους και τους όνους. Απομακρυνόμενοι δε ολίγον από του μέρους, εις το οποίον έγεινεν η μάχη, επρομηθεύοντο ξύλα συλλέγοντες τα βέλη, τα οποία ήσαν εκεί αφθονώτατα και τα οποία οι Έλληνες ηνάγκαζον τους λιποτακτούντας από τον στρατόν του βασιλέως να ρίπτουν κατά γης, καθώς και τας πλεκτάς και από ξύλον ασπίδας, τας οποίας μετεχειρίζοντο οι Αιγύπτιοι. Ήσαν δε εν αχρηστία και περιτταί δι' έλλειψιν ζώων και πολλαί άμαξαι, ακόμη δε και πολλά δόρατα και ακόντια. Με όλα, λοιπόν, τα ξύλα αυτά αφού έβρασαν όσα ήθελαν κρέατα, έφαγαν την ημέραν εκείνην.

Και ήτον ήδη η ώρα (η προ μεσημβρίας δεκάτη), καθ’ ήν η αγορά ήτο πλήρης ανθρώπων, ότε έρχονται εκ μέρους του βασιλέως και του Τισσαφέρνους κήρυκες, εξ ων όλοι μεν οι άλλοι ήσαν Πέρσαι, είς δε και μόνον Έλλην, ονομαζόμενος Φαλίνος, όστις έτυχε να ευρίσκεται πλησίον του Τισσαφέρνους, ιδιαιτέρως παρ' αυτού τιμώμενος. Διότι επροσποιείτο ότι εγνώριζε καλώς την στρατιωτικήν τακτικήν και οπλομαχίαν.

Ούτοι, λοιπόν, προσελθόντες και καλέσαντες τους στρατηγούς των Ελλήνων λέγουν ότι ο βασιλεύς, επειδή είναι (αυτός) ο νικητής και επειδή (αυτός) εφόνευσε τον Κύρον, προστάζει τους Έλληνας, αφού του παραδώσουν τα όπλα, να έλθουν εις την αυλήν του βασιλέως, και εκεί, αν ημπορούν, να επιτύχουν παρ' αυτού κανέν καλόν (να τον καταφέρουν να τους φανή καλός).

Και ταύτα μεν είπαν οι κήρυκες του βασιλέως. Οι δ' Έλληνες με αγανάκτησιν ήκουσαν τους λόγους των. Ο δε Κλέαρχος ταύτην και μόνην την απάντησιν τους έδωκεν: ότι δεν είναι ίδιον των νικητών να παραδίδουν τα όπλα των. (Απευθυνόμενος δε προς τους στρατηγούς είπεν:) «Σεις όμως, ω άνδρες στρατηγοί, αποκριθήτε εις αυτούς εδώ ό,τι σεις ευστοχώτερον και καλλίτερον (διά την περίστασιν) νομίσετε. Εγώ δε θα επιστρέψω αμέσως. Διότι τον είχε καλέση κάποιος εκ των υπηρετών του, διά να ίδη βγαλμένα εκεί κάπου τα σπλάγχνα των σφαγίων, επειδή κατά την στιγμήν εκείνην ετύχαινε να προσφέρη εις τους Θεούς θυσίαν.

Τότε, λοιπόν, απεκρίθη Κλεάνωρ ο Αρκάς, ο μεγαλήτερος όλων (σεβαστότερος), ότι είναι αποφασισμένοι όλοι ν' αποθάνουν πριν ή παραδώσουν τα όπλα. Ο δε Πρόξενος ο Θηβαίος προσέθηκεν: «Αλλ' εγώ, ω Φαλίνε, απορώ διά ποίον εκ των δύο λόγων ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα; ως νικητής ή ως δώρα, λόγω φιλίας; Εάν μεν τα ζητή ως νικητής, τις η ανάγκη να τα ζητή ούτω δι' απεσταλμένων, και δεν έρχεται να τα λάβη μόνος του; Εάν δε θέλη να τα λάβη διά της πειθούς (φιλικώς), ας μας είπη τι θα δώση εις τους στρατιώτας, εάν ούτοι του τα παραδώσουν χάριν φιλίας (ως εις φίλον)».

Εις ταύτα ο Φαλίνος απήντησεν: «Ο βασιλεύς φρονεί ότι είναι νικητής, αφού εφόνευσε τον Κύρον. Διότι τις άλλος πλέον του διαφιλονικεί την βασιλείαν; Νομίζει δε ότι και σεις είσθε υπό την εξουσίαν του, αφού σας έχει εις το μέσον της χώρας του και εντός αδιαβάτων ποταμών, και τόσον πλήθος ανθρώπων δύναται να οδηγήση εναντίον σας, ώστε, και εάν ακόμη τους παρέδιδεν εις χείρας σας, δεν θα ηδύνασθέ ποτε να τους φονεύσετε».

Μετ' αυτόν Θεόπομπος ο Αθηναίος είπεν: «Ω Φαλίνε, τώρα, όπως βλέπεις και συ, κανέν άλλο καλόν πλέον δεν μας έμεινεν παρά τα όπλα και η ανδρεία. Εάν μεν λοιπόν έχωμεν &(στα χέρια μας)& τα όπλα, νομίζομεν ότι δυνάμεθα να χρησιμοποιήσωμεν και την ανδρείαν μας. Εάν όμως τα παραδώσωμεν, θα χάσωμεν και την ζωήν μας. Μη φαντάζεσαι, λοιπόν, ότι τα μόνα αγαθά, τα οποία μας έμειναν, θα σας τα παραδώσωμεν, αλλά με αυτά, ακόμη και υπέρ των ιδικών σας αγαθών θα πολεμήσωμεν».

Ακούσας δε ταύτα ο Φαλίνος εγέλασε και είπεν: «Αλλ' (ομιλών ούτω) ομοιάζεις, ω νεανίσκε, με φιλόσοφον και αληθώς χαριέστατα μας λέγεις πράγματα! Μάθε όμως ότι είσαι ανόητος φανταζόμενος ότι η ανδρεία σας θα νικήση την στρατιωτικήν δύναμιν του βασιλέως».

Άλλοι δέ τινες ωμίλησαν με ολιγώτερον θάρρος, ειπόντες ότι όπως και εις τον Κύρον εφάνησαν πιστοί, ούτω και εις τον βασιλέα θα εφαίνοντο πάρα πολύ χρήσιμοι, εάν ήθελε να γείνη φίλος των. Και είτε εις άλλο τι, οιονδήποτε, θέλει να τους χρησιμοποιήση, είτε διά να εκστρατεύση εις την Αίγυπτον, είναι προθυμότατοι να τον βοηθήσουν να την υποτάξη.

Εν τω μεταξύ τούτω επανήλθεν ο Κλέαρχος και ηρώτησεν αν έδωσαν ήδη την απάντησιν. Ο δε Φαλίνος, διακόψας, είπεν: «Πάντες μεν οι προλαλήσαντες, ω Κλέαρχε, έχουν έκαστος ιδιαιτέραν (περί του πρακτέου) γνώμην. Συ δε ειπέ μας τι φρονείς».

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Όσον αφορά εμέ, ω Φαλίνε, μ' ευχαρίστησίν μου σε είδα εδώ, νομίζω δε και όλοι οι άλλοι. Διότι και συ είσαι Έλλην και όλοι ημείς επίσης, όσους ενώπιόν σου βλέπεις. Επειδή δε ευρισκόμεθα εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, ζητούμεν να μας συμβουλεύσης τι πρέπει να πράξωμεν εις όσα μας προτείνεις.