Part 2
Τάχα ο Δαυίδ, γράφων τους δαιμονίους του Ψαλμούς, είχεν αποστολήν συγγραφικήν; Ή όλοι οι αρχαίοι Εβραίοι συγγραφείς, Σολομών, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Ιώβ, όλοι εξ Εβραϊκής απόψεως αριστοτέχναι του Θείου Ιερογράφοι, τάχα είναι κατώτεροι των εξ αποστολής γραφόντων συγγραφέων, διότι ο μεν εξ αυτών έγραψεν υπό την πίεσιν της Μετανοίας ή ο άλλος υπό την πίεσιν της Ματαιότητος ή ο τρίτος υπό την πίεσιν των αγρίων της Πατρίδος του δυστυχιών;
Ένα είναι θετικόν, ότι ο Ξενοφών είναι «συγγραφεύς». Αλλ' εκεί όπου φρονούν τινες ότι είναι έξοχος, εις την περιγραφήν, εγώ φρονώ ότι είναι μετριώτατος. Είναι δε πράγματι έξοχος, όπου τον εμπνέει η στρατιωτική του μεγαλοφυία, διά να πείση ή διά να παρορμήση ή διά να ενθουσιάση, εις τας δημηγορίας του.
Η παρατήρησις εν αυτώ είναι μοναδική και οξυτάτη και λεπτομερής. Η σύνθεσίς της όμως χαλαρά ή αδεξία. Ήτον ο Σωκράτης περιγραφικός; Παν άλλο. Ως διαλεκτικός, ως ερωτηματικός, ως συνθετιστής ή αναλυτικός της ανθρωπίνης σκέψεως ήτον αληθώς δαιμόνιος. Και ο Ξενοφών, εκεί όπου η διαφάνεια του Αττικού αιθέρος επιτρέπει δι' αυτής να φαίνεται και η ελαχίστη πτυχή του εγκεφάλου του, όπου γίνεται ένα με αυτόν, όπου όλος ο Σωκρατικός αέρας διέρχεται ως απαλή θωπεία ευγενεστάτη δι' όλων των πτυχών της διανοίας του, ο Ξενοφών είναι αντάξιος μαθητής του διδασκάλου, και η δημηγορία του με ό+λας τας ποικιλίας των γλωσσικών μορίων, αποτελούντων τους στερεωτέρους της αρμούς, εγγίζει τότε όλα του «αριστουργήματος» τα ύψη ανάερος, χαριτωμένη, ελαφρά, ευγενική, ωραία. Ως ιστορικός δε, με την απλότητα, ην έχει, σε ξαφνίζει με τους προσανατολισμούς της τους σεμνούς πολλάκις προς τα Ιερά των Εβραίων Γράμματα.
Ο Ξενοφών έχει δι' όλου του έργου του την επιβολήν δεμένην με τον χαρακτήρα. Πλουτάρχειον χαρακτήρα με χρώματα Ρεμπράν. Επιβολήν επί Αρκάδας και Λακεδαιμονίους και Μαντινείς και Αχαιούς, επί πάντας, ων κατά την Ανάβασιν προέστη. Επιβολήν ούτε εκ τραχύτητος, ούτε εκ σκαιότητος, ούτε εκ συνοφρυώσεων, ούτε εκ θυμών, ούτε εξ εξοργίσεων.
Είναι ο θηριοδαμαστής εκείνου του στρατεύματος, ο με πειθώ και διαλεκτικήν και χάριν. Εάν δεν υπήρχεν αυτός μετά την δολοφονίαν των στρατηγών, το στράτευμα εκείνο θα εγίνετο βορά των βαρβάρων ή των θηρίων• θα εχάνετο μία δόξα, η της Αναβάσεως. Και το ωραίον όνειρον που επέρασε διά των βαρβαρικών χωρών εκείνων ως όνειρον Ελληνισμού υπέροχον, θα έσβυνε σαν σαπουνόφουσκα στο χάος. Τώρα μένει. Η Τραπεζούς, η οποία πρώτη είδε τα αρήια εκείνα σώματα, είναι τουλάχιστον εκεί ακόμη το τέρμα της επί θάλατταν εποποιιακής εκείνης εκστρατείας. Και είναι ο Ξενοφών η δύναμις του ονείρου αυτού, το φως του.
Ολίγας λέξεις ακόμη περί της μεταφράσεως. Εις αυτήν λέγω ότι ηρνήθην σχεδόν εντελώς την ατομικότητά μου. Το ύφος μου εις ελάχιστα σημεία μόνον έχω. Ηθέλησα να σεβασθώ τον συγγραφέα καθ' ολοκληρίαν. Πιστώς δε μέχρι του ελαχίστου του, μέχρι του επουσιωδεστάτου του μορίου. Ο σκοπός μου ήτο μόνον «τι θέλει να 'πή ο Ξενοφών». Τίποτε άλλο. Πώς θα το έλεγα εγώ, με το ιδικόν μου ύφος, ούτε εσκέφθην.
Περιέπεσα επίτηδες εις το «δυστύχημα» να μην έχη σχεδόν κανένα ύφος η μετάφρασίς μου. Και εθυσίασα κάθε εγώ επί των σελίδων του. Έως εκεί ενόμισα ότι έπρεπε να φθάση η ευλάβειά μου. Εάν η Νεοελληνική γλώσσα, ακολουθούσα το ύφος και την ομαλότητα οιουδήποτε αρχαίου συγγραφέως, χωρίς καμμίαν παρεμβολήν ούτε του γούστου, ούτε του ύφους του μεταφραστού εις την μετάφρασιν, παρουσιάζη αυτήν μετάφρασιν διά την σύγχρονων καλαισθησίαν και μουσικήν σύνθεσιν της φράσεως άτονον και λιτήν και ήρεμον, έστω και χαλαράν ακόμη, αδιαφόρησα. Είπα: ηρνήθην τον εαυτόν μου εντελώς. Κ' επρόσεξα μόνον εις την ευσυνειδητοτέραν της φράσεως απόδοσιν. Διά να είναι δε η απόδοσις αυτής τελειοτέρα, εντός παρενθέσεως, όπου μεν επρόκειτο ν' αποδοθή σαφέστερον, ενέθεσα και άλλην μετάφρασιν αυτής αναλυτικωτέραν, όπου δε ζωηρότερον και παραστατικώτερον, και δημοτικήν. Με δύο λέξεις: Ο αναγινώσκων την πολύμοχθον, την απ' ευθείας εκ του κλασικού κειμένου μετάφρασίν μου αυτήν, φρονώ, ότι θα ηδύνατο να είπη απεριφράστως, αρκεί μόνον ολίγον να προσέξη: την κατάλαβα!
&_Δημήτριος Αναστασόπουλος Ο Αθηναίος_&
ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ
ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
Κεφάλαιον πρώτον.
Υπό του Δαρείου και της Παρυσάτιδος εγεννήθησαν δύο υιοί, των οποίων ο μεγαλείτερος μεν ωνομάζετο Αρταξέρξης, ο νεώτερος δε Κύρος. Επειδή δε ησθένει ο Δαρείος και προεμάντευε τον θάνατόν του, επεθύμει να είναι πλησίον του και οι δύο υιοί του.
Και ο μεγαλείτερος μεν ήτο παρών. Τον δε Κύρον προσεκάλεσε να έλθη από την έδραν της διοικήσεώς του, της οποίας τον είχεν αναδείξη σατράπην και στρατηγόν όλων των εν τη περιφερεία του Καστωλού αθροιζομένων στρατευμάτων. Αναβαίνει λοιπόν ο Κύρος παραλαβών μαζή του και τον ως φίλον υπ' αυτού θεωρούμενον Τισσαφέρνην, προς τούτοις δε και τριακοσίους Έλληνας οπλίτας υπό στρατηγόν τον Ξενίαν Παρράσιον.
Αφού δε απέθανεν ο Δαρείος και κατέλαβε τον βασιλικόν θρόνον ο Αρταξέρξης, ο Τισσαφέρνης συκοφαντεί τον Κύρον προς τον αδελφόν του, ότι τάχα τον επιβουλεύεται. Ούτος δε πείθεται και συλλαμβάνει τον Κύρον με τον σκοπόν να τον φονεύση. Η δε μήτηρ, παρακαλέσασα αυτόν να τον αφήση ελεύθερον, τον αποστέλλει πάλιν εις την έδραν του.
Ο δε Κύρος, άμα ως απηλλάγη του κινδύνου και της γενομένης εις αυτόν προσβολής, σκέπτεται να απελευθερωθή πλέον της εξουσίας του αδελφού του και, αν το κατορθώση, να βασιλεύση αυτός αντ' εκείνου. Προς τούτο, η μεν Παρύσατις, η μήτηρ του, υπεβοήθει τον Κύρον παραμένουσα πλησίον του, αγαπώσα δε περισσότερον αυτόν ή τον βασιλεύοντα υιόν της Αρταξέρξην.
Οιοσδήποτε δε ήρχετο προς αυτόν παρά του βασιλέως (ως απεσταλμένος), τοιούτων ηξιούτο υπό του Κύρου περιποιήσεων, ώστε, επιστρέφων, να είναι μάλλον φίλος αυτού ή του βασιλέως. Επεριποιείτο δε πάντας όσοι εκ των Περσών ήσαν πλησίον του, ώστε και ικανοί να είναι προς πόλεμον εν καιρώ και ευνοϊκώς να είναι διατεθειμένοι υπέρ αυτού.
Τας δε Ελληνικάς στρατιωτικάς δυνάμεις συνήθροιζεν όσον του ήτο δυνατόν κρυφίως, επί τω σκοπώ να καταλάβη εντελώς απροετοίμαστον προς πόλεμον τον βασιλέα. Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον συνέλεγε τα στρατεύματα. Παρήγγειλεν εις έκαστον των φρουράρχων των πόλεων, εις τας οποίας είχε προς φύλαξιν αυτών φρουράς, να λαμβάνουν στρατιώτας Πελοποννησίους όσον το δυνατόν περισσοτέρους και γενναιοτέρους, προφασιζόμενος ότι ο Τισσαφέρνης επιβουλεύει τας πόλεις. Αληθώς δε αι Ιωνικαί πόλεις ανήκον εις παλαιοτέραν εποχήν εις τον Τισσαφέρνην, δωρηθείσαι εις αυτόν υπό του βασιλέως. Ήδη δε όλαι, εκτός της Μιλήτου, είχαν αποστατήση προς τον Κύρον.
Προβλέπων λοιπόν ο Τισσαφέρνης ότι και οι κάτοικοι της Μιλήτου σκέπτονται επίσης ν' αποστατήσουν προς τον Κύρον, άλλους μεν εξ αυτών εφόνευσεν, άλλους δε εξεδίωξεν. Ο δε Κύρος δεχθείς τους φυγάδας και συγκροτήσας στράτευμα επολιόρκει κατά γην και κατά θάλασσαν την Μίλητον και προσεπάθει παντί τρόπω να επαναφέρη τους εκδιωχθέντας εις την πατρίδα των. Και το γεγονός αυτό του εχρησίμευσεν ως νέα πρόφασις και πάλιν προς συλλογήν στρατευμάτων.
Προς δε τον βασιλέα Αρταξέρξην παρήγγειλε να δοθούν μάλλον εις αυτόν, ως αδελφόν του, αι περί ων ο λόγος πόλεις, παρά να είναι άρχων αυτών ο Τισσαφέρνης. Προς επιτυχίαν δε του σκοπού του αυτού συνέπραττε και η μήτηρ του. Ούτω ο βασιλεύς την εναντίον μεν αυτού επιβουλήν του Κύρου δεν ηννόει, ενόμιζε δε ότι ούτος δαπανά διά τον στρατόν, επειδή ευρίσκετο εις πόλεμον με τον Τισσαφέρνην. Ώστε δεν εδυσφόρει διόλου, βλέπων ότι αυτοί επολέμουν κατ' αλλήλων. Άλλως τε ο Κύρος απέστελλε τακτικά εις τον βασιλέα τους εκ των πόλεων εκείνων εισπραττομένους φόρους, αι οποίαι έτυχε να υπάγωνταί ποτε υπό τον Τισσαφέρνην.
Νέον δε στρατόν συνέλεγεν εν τη απέναντι της Αβύδου κειμένη Χερρονήσω κατά τον εξής τρόπον. Ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος ήτο μεταξύ των φυγάδων. Τούτον γνωρίσας εκ του πλησίον ο Κύρος εξετίμησε και του έδωκε δέκα χιλιάδας δαρεικών (1). Αυτός δε, παραλαβών τα χρήματα, συνέλεξε δι' αυτών στράτευμα και, εκ της Χερρονήσου ορμώμενος, επολέμει προς τους Θράκας τους υπεράνω του Ελλησπόντου κατοικούντας, γενόμενος ούτω ωφέλιμος εις τους Έλληνας. Ώστε και χρήματα εκουσίως συνεισέφερον αι Ελλησποντιακαί πόλεις προς συντήρησιν των στρατιωτών του. Τοιουτοτρόπως δε και τούτο το στράτευμα συνετηρείτο υπ' αυτού κρυφίως.
Ο δε Αρίστιππος ο Θεσσαλός, όστις είχε ποτε φιλοξενηθή υπό του Κύρου, πιεζόμενος υπό των εν τη πατρίδι του στασιωτών του αντιθέτου κόμματος, έρχεται προς τον Κύρον και του ζητεί ως δύο χιλιάδας στρατιώτας και τον προς διατροφήν αυτών επί τρεις μήνας ανάλογον μισθόν, νομίζων ότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα ηδύνατο να κατισχύση των αντιπάλων του. Ο δε Κύρος δίδει εις αυτόν τέσσαρας χιλιάδας στρατιώτας και μισθόν δι' έξ μήνας και τον παρακαλεί να μη συνδιαλλαγή μετ' αυτών, πριν ή συνεννοηθή μαζή του. Ούτω δε και πάλιν ετρέφετο υπ' αυτού κρυφίως και το εν Θεσσαλία στράτευμα.
Προς τον επίσης δε φιλοξενηθέντα ποτέ υπ' αυτού Πρόξενον τον εκ Βοιωτίας παρήγγειλεν, αφού λάβη όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας, να σπεύση προς αυτόν, επειδή σκοπεύει να εκστρατεύση κατά των Πισιδών (2) διότι οι Πισίδαι ούτοι ενοχλούν την χώραν του. Προς δε τον εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετον και τον εξ Αχαΐας Σωκράτην, επίσης και τούτους φιλοξενηθέντας άλλοτε υπ' αυτού, παρήγγειλε να λάβουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας και να έλθουν προς αυτόν, επειδή σκέπτεται να πολεμήση μετά των φυγάδων της Μιλήτου κατά του Τισσαφέρνους. Όλοι δε αυτοί συνεμορφούντο προς τας παραγγελίας του.
Κεφάλαιον δεύτερον.
Όταν δε πλέον ενόμισεν ότι είναι κατάλληλος ο καιρός να εκστρατεύση (να βαδίση προς τα μεσόγεια), επροφασίσθη κατ' αρχάς ότι θέλει να εκδιώξη εντελώς από την χώραν των τους Πισίδας. Συναθροίζει λοιπόν τα Περσικά και Ελληνικά στρατεύματα ως εάν επρόκειτο να πολεμήση εναντίον των. Συγχρόνως δε παραγγέλλει και εις τον Κλέαρχον να έλθη, αφού παραλάβη όσον είχε μαζή του στράτευμα, και εις τον Αρίστιππον, αφού συμφιλιωθή προς τους εν τη πατρίδι του αντιπάλους του, να του αποστείλη όσον είχε πλησίον του στρατόν. Επίσης και εις τον Ξενίαν τον εξ Αρκαδίας, όστις ήτο στρατηγός του εις τας πόλεις υπάρχοντος ξενικού (μισθοφορικού) στρατού, παρήγγειλε να έλθη, αφού παραλάβη όλους τους στρατιώτας, εκτός εκείνων, οίτινες ήσαν επιτήδειοι προς υπεράσπισιν των φρουρίων (ακροπόλεων).
Προσεκάλεσε δε και τους πολιορκούντας την Μίλητον και διέταξεν όλους τους φυγάδας της να εκστρατεύσουν μετ' αυτού, υποσχόμενος εις αυτούς, εάν ήθελον πολεμήση και συμπεριφερθή καλώς εις τον πόλεμον, να μη τους στερήση της προστασίας του, πριν ή επαναφέρη αυτούς εις την πατρίδα των. Ούτοι δε ευχαρίστως επείθοντο. Διότι έδιδον ιδιαιτέραν πίστιν εις τους λόγους του. Και παραλαβόντες τα όπλα ήλθον (ο είς μετά τον άλλον) εις τας Σάρδεις.
Και ο μεν Ξενίας ήλθεν, αφού παρέλαβεν εκ των ευρισκομένων εις τας πόλεις στρατευμάτων περί τας τέσσαρας χιλιάδας οπλίτας. Ο δε Πρόξενος ήλθε φέρων μαζή του οπλίτας μεν μέχρι χιλίων πεντακοσίων, γυμνήτας δε (ευζώνους — ελαφρούς) μέχρι πεντακοσίων. Ο δε εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετος ήλθε φέρων χιλίους οπλίτας, ο δε εξ Αχαΐας Σωκράτης έως πεντακοσίους οπλίτας, ο δε εκ Μεγάρων Πασίων τριακοσίους μεν οπλίτας, τριακοσίους δε πελταστάς. Ούτος δε, καθώς και ο Σωκράτης, ήτον εξ εκείνων, οίτινες επολιόρκουν την Μίλητον.
Και αυτοί μεν έφθασαν εις τας Σάρδεις, όπου ήτον ο Κύρος. Ο δέ Τισσαφέρνης, εννοήσας καλώς όλα αυτά τα τεχνάσματα και αντιληφθείς ότι όλη η πολεμική προπαρασκευή αυτή ήτο πολύ μεγαλειτέρα παρ' όσον εχρειάζετο διά να εκστρατεύση τις κατά των Πισιδών, μεταβαίνει εις τον βασιλέα Αρταξέρξην όσον ηδύνατο ταχύτερον, φέρων μαζή του έως πεντακοσίους ιππείς.
Και λοιπόν ο μεν βασιλεύς, αφού ήκουσε τα καθ' έκαστα από τον Τισσαφέρνην περί της τοιαύτης, προπαρασκευής του Κύρου, αντιπαρεσκευάζετο επίσης και αυτός προς πόλεμον. Ο δε Κύρος, έχων μαζή του πάντα τα στρατεύματα, τα οποία ανέφερα ανωτέρω, εξεκίνησεν από τας Σάρδεις. Και, προχωρών διά μέσου της Λυδίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας (3) είκοσι δύο, φθάνει εις τον Μαίανδρον ποταμόν, έχοντα πλάτος δύο πλέθρα (4). Επ' αυτού υπήρχε γέφυρα αποτελούμενη από επτά συνεχόμενα μεταξύ των πλοία. Διαβάς τον ποταμόν αυτόν προχωρεί διά μέσου της Φρυγίας σταθμόν ένα, παρασάγγας οκτώ και φθάνει εις Κολοσσάς, πόλιν κατοικουμένην, πλουσίαν και μεγάλην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας επτά. Και κατά το διάστημα τούτο ήλθεν εις την πόλιν αυτήν προς συνάντησίν του ο εκ Θεσσαλίας Μένων, φέρων μαζή του χιλίους οπλίτας και πεντακοσίους πελταστάς, Δόλοπας και Αινιάνας και Ολυνθίους.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις Κελαινάς, πόλιν της Φρυγίας, κατοικουμένην επίσης, μεγάλην και πλουσίαν. Ενταύθα υπήρχον ανάκτορα του Κύρου και κήπος απέραντος, πλήρης αγρίων θηρίων, τα οποία εθήρευεν εκείνος έφιππος, οσάκις ήθελε να γυμνάση και τον εαυτόν του και τους ίππους του. Διά μέσου δε του κήπου τούτου ρέει ο Μαίανδρος ποταμός, πηγάζων πλησίον των ανακτόρων, διερχόμενος δε και διά μέσου της πόλεως των Κελαινών.
Υπάρχουν δε και οχυρώτατα ανάκτορα του μεγάλου βασιλέως εις τας Κελαινάς, πλησίον των πηγών του Μαρσύου ποταμού, κάτωθεν της ακροπόλεως. Ρέει δε και ούτος διά μέσου της πόλεως και χύνεται εις τον Μαίανδρον, έχων πλάτος είκοσι πέντε ποδών. Ενταύθα λέγεται ότι ο Απόλλων έγδαρε τον Μαρσύαν, αφού τον ενίκησε διαφιλονεικούντα από αυτόν τα πρωτεία της περί την μουσικήν ικανότητος και τέχνης, ότι δε εκρέμασε το δέρμα του εις το άντρον, από το οποίον πηγάζει ο ποταμός. Διά τούτο, δε και καλείται έκτοτε ο ποταμός: Μαρσύας.
Ενταύθα και ο Ξέρξης, ότε επέστρεφεν εκ της Ελλάδος, μετά την μεγάλην εκείνην εν Σαλαμίνι ήτταν του, λέγεται ότι οικοδόμησε τα ανάκτορα ταύτα και την ακρόπολιν των Κελαινών. Όπου και έμεινεν ο Κύρος ημέρας τριάκοντα. Ήλθε δε εν τω μεταξύ ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος, φυγάς εκ της πατρίδος του, φέρων χιλίους οπλίτας και οκτακοσίους πελταστάς Θράκας, και τοξότας Κρήτας διακοσίους. Ταυτοχρόνως δε έφθασε και Σώσις ο Συρακούσιος, φέρων τριακοσίους οπλίτας, και Σοφαίνετος ο Αρκάς, φέρων χιλίους οπλίτας. Ενταύθα, εν τη μεγάλη περιοχή του κήπου, επεθεώρησε και αρίθμησεν ο Κύρος τα Ελληνικά στρατεύματα, εύρε δε ότι ανήρχοντο εις ένδεκα χιλιάδας οπλίτας και εις δύο χιλιάδας περίπου πελταστάς.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις Πέλτας, πόλιν οικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας ο εξ Αρκαδίας Ξενίας εώρτασε την εορτήν των Λυκίων, θύσας εις τους θεούς και συστήσας αγώνας, των οποίων βραβεία ήσαν χρυσαί στλεγγίδες &(ξύστραι)&. Εθεάτο δε τους αγώνας τούτους και ο Κύρος. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δώδεκα και φθάνει εις την αγοράν των Κεράμων, πόλιν κατοικουμένην, κειμένην δε εις τα έσχατα μεθόρια της Μυσίας.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνει εις την πεδιάδα του Καΰστρου, πόλεως κατοικουμένης. Ενταύθα έμεινεν ημέρας πέντε. Και εις τους στρατιώτας ωφείλοντο μισθοί πλέον των τριών μηνών, πολλάκις δε ούτοι ήρχοντο εις την μεγάλην θύραν της αυλής του Κύρου, ζητούντες επιμόνως τους μισθούς των. Ο δε Κύρος τους έλεγε να περιμένουν, αν και προφανώς εστενοχωρείτο διά την έλλειψιν χρημάτων. Διότι δεν ήτο ίδιον του Κύρου να έχη χρήματα εις χείρας του και να μη πληρώνη.
Ενταύθα έρχεται εις τον Κύρον η Επύαξα, σύζυγος του Συεννέσιος, βασιλέως της Κιλικίας. Διεδίδετο δε ότι του έδωκε πολλά χρήματα. Το βέβαιον εν τούτοις είναι ότι επλήρωσε τότε ο Κύρος εις τον στρατόν μισθούς τεσσάρων μηνών. Συνωδεύετο δε η βασίλισσα και υπό φρουράς εκ στρατιωτών Κιλίκων και Ασπενδίων. Και ελέγετο ότι εσυγγένευε με τον Κύρον. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Θύμβριον, πάλιν κατοικουμένην. Ενταύθα, παρά την οδόν την άγουσαν εις την πόλιν, ήτο κρήνη, η ονομαζομένη κρήνη του Μίδου, του βασιλέως των Φρυγών, παρ' αυτήν δ' ελέγετο ότι ο Μίδας ούτος συνέλαβε τον Σάτυρον ενώ έπινεν, αφού πρώτον ανέμιξε τα ύδατα αυτής με οίνον.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Τυριάειον, πόλιν κατοικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας λέγεται ότι η βασίλισσα της Κιλικίας παρεκάλεσε τον Κύρον να της παρουσιάση τα στρατεύματα. Επιθυμών λοιπόν ο Κύρος να συμμορφωθή προς την παράκλησίν της ταύτην επιθεωρεί εις ανοικτήν πεδιάδα πάντα τα στρατεύματα Ελλήνων και Περσών.
Διέταξε δε τους Έλληνας να παραταχθούν, ως εάν ήσαν έτοιμοι προς μάχην, να παρατάξη δ' έκαστος στρατηγός ξεχωριστά τους ιδικούς του. Παρετάχθησαν λοιπόν εις φάλαγγα βάθους τεσσάρων ανδρών. Και του μεν δεξιού κέρατος στρατηγός ήτον ο Μένων και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί• του δε αριστερού ο Κλέαρχος και οι αξιωματικοί του. Οι επίλοιποι δε των στρατηγών διηύθυναν το μέσον του στρατεύματος.
Επεθεώρει λοιπόν ο Κύρος πρώτον μεν τους βαρβάρους (τους Πέρσας) παρελαύνοντας ενώπιόν του, το μεν ιππικόν κατ' ίλας, το δε πεζικόν κατά λόχους. Μετ' αυτούς δ' επεθεώρει τους Έλληνας, αυτός μεν ο ίδιος παρελαύνων επί πολεμικού άρματος, η δε βασίλισσα της Κιλικίας επί τεθρίππου αμάξης εις ένδειξιν τιμής. Έφεραν δε όλοι χαλκίνας περικεφαλαίας και χιτώνας κοκκίνους και περικνημίδας και ασπίδας γυμνάς.
Αφού δε επεθεώρησε πάντας, εσταμάτησε το άρμα του προ του μέσου του φάλαγγος και, αποστείλας εις τους Έλληνας στρατηγούς τον διερμηνέα του Πίγρητα, διέταξε να εφορμήση τροχάδην όλη η φάλαγξ με προτεταμένα τα όπλα (τας ασπίδας και τα δόρατα). Οι στρατηγοί ανήγγειλαν ευθύς ενώπιον όλου του στρατεύματος τας διαταγάς του Κύρου και, σαλπίσαντος του σαλπιγκτού, όλη η φάλαγξ με τα όπλα προτεταμένα εφώρμησε προς τα εμπρός. Οι στρατιώται εφ' όσον επροχώρουν, εκσπώντες όλοι εις τον δρόμον των εις αλαλαγμούς ακρατήτους, εφέροντο δρομαίοι προς τας σκηνάς (το μέρος όπου εστρατοπέδευαν), ως εκ τούτου δε κατέλαβε μέγας φόβος τους Πέρσας, και η βασίλισσα της Κιλικίας, ηναγκάσθη να φύγη και αυτή επί της αρμαμάξης της, και οι πωληταί ωνίων επίσης μετ' αυτής, εγκαταλείψαντες τα ώνια, ενώ οι Έλληνες, μόλις συγκρατούντες τους γέλωτας, είχον ήδη φθάση προ του στρατοπέδου των.
Η βασίλισσα, ιδούσα την λαμπρότητα και την εν γένει τάξιν του στρατεύματος, εξέφρασε τον θαυμασμόν της προς τον Κύρον, όστις εξ άλλου λίαν ηυχαριστήθη ιδών τον εις τους Πέρσας υπό των Ελλήνων προξενηθέντα φόβον.
Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις το Ικόνιον, πόλιν κειμένην εις τα έσχατα όρια της Φρυγίας, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις. Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Λυκαονίας σταθμούς πέντε, παρασάγγας τριάκοντα. Την χώραν όμως ταύτην ως εχθράν της σατραπείας του επέτρεψεν εις τους Έλληνας να την διαρπάσουν &(πλιάτσικο)&.
Ενταύθα ο Κύρος αποστέλλει διά της συντομωτέρας οδού την βασίλισσαν εις την πατρίδα της (την Κιλικίαν), ως τιμητικήν δε συνοδίαν της ορίζει τον στρατηγόν Μένωνα με όλους του τους άνδρας. Ο δε Κύρος με το επίλοιπον στράτευμα προχωρεί διά μέσου της Καππαδοκίας σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Δάνα, πόλιν κατοικουμένην, μεγάλην και πλουσίαν, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις και όπου εθανάτωσε κάποιον Πέρσην ονομαζόμενον Μεγαφέρνην, αξιωματικόν της Περσικής αυλής, όστις εφρόντιζε περί της παρασκευής της πορφύρας, και κάποιον άλλον προϊστάμενον των υπάρχων, επί τω λόγω ότι ούτοι επεβουλεύοντο την ζωήν του.
Από του μέρους τούτου προσεπάθουν να εισβάλουν εις την Κιλικίαν, της οποίας το μόνον πέρασμα ήτον αμαξιτός δρόμος, τόσον όμως απόκρημνος, ώστε ήτον απολύτως αδύνατον να διέλθουν δι' αυτού τα στρατεύματα, εάν τις αιφνιδίως ήθελε τα εμποδίση. Προς τούτοις ελέγετο ότι και ο Συέννεσις ευρίσκετο επί των εκατέρωθεν κορυφών των ορέων, φυλάττων τα στενά. Διά τον λόγον δε τούτον και έμεινεν ο Κύρος μίαν ημέραν εις την πεδιάδα.
Την επομένην όμως έφθασεν εις το στράτευμα απεσταλμένος λέγων ότι είχεν εγκαταλείψη ο Συέννεσις τας κορυφάς, επειδή έμαθεν ότι ο στρατός του Μένωνος ευρίσκετο ήδη εντός της Κιλικίας διαβάς τα όρη, και ότι ο Ταμώς, κυβερνών τα πλοία των Λακεδαιμονίων και του Κύρου, περιέπλεε τα από Ιωνίας εις Κιλικίαν παράλια, απειλών απόβασιν.
Ο Κύρος λοιπόν ανέβη τα όρη, χωρίς ουδείς να του εμποδίση την διάβασιν, εντεύθεν δε είδε και το μέρος, όπου οι Κίλικες εφύλαττον. Κατόπιν καταβαίνει εις πεδιάδα μεγάλην και εύφορον, γεμάτην από νερά και διάφορα καρποφόρα δένδρα και αμπέλους, παράγουσαν δε αφθόνους δημητριακούς καρπούς, σουσάμι, κεχρί, αραβόσιτον, κριθήν και σίτον, περιβαλλομένην δε από του ενός άκρου της θαλάσσης εις το άλλο από όρη μεγάλα και υψηλά.
Κατελθών διά της πεδιάδος ταύτης διήνυσε σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Ταρσόν, πόλιν της Κιλικίας μεγάλην και πλουσίαν, όπου και ήσαν τα ανάκτορα του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσιος, και όπου, διά μέσου της πόλεως, ρέει ποταμός, ονομαζόμενος Κύδνος, έχων πλάτος δύο πλέθρων.
Την πόλιν ταύτην εγκατέλιπον οι κάτοικοι με τον βασιλέα των Συέννεσιν, καταφυγόντες επί των ορέων εις τόπον οχυρόν, έμειναν δε μόνον οι έχοντες καπηλεία καθώς και οι πλησίον της θαλάσσης εις Σόλους και εις Ισσούς κατοικούντες.
Η δε Επύαξα, η σύζυγος του Συεννέσιος, είχεν ήδη φθάση εις Ταρσούς πέντε ημέρας πριν ή φθάση ακόμη ο Κύρος. Κατά δε την διάβασιν των ορέων, προς το μέρος της πεδιάδος, κατεστράφησαν δύο λόχοι του Μένωνος. Και ως αιτία της καταστροφής αυτής φέρεται: κατ' άλλους μεν ότι κατεσφάγησαν, ενώ κάπου εκεί επάνω διήρπαζον, υπό των Κιλίκων, κατ' άλλους δε ότι, μείναντες οπίσω και μη δυνάμενοι ν' ανεύρουν το υπόλοιπον στράτευμα ουδέ την οδόν, εχάθησαν, περιπλανηθέντες, εις τα όρη. Ήσαν δ' εν όλω ούτοι οπλίται περί τους εκατόν.
Οι δε άλλοι Έλληνες, εξωργισμένοι διά την καταστροφήν αυτήν των συστρατιωτών των, μόλις έφθασαν εις την πόλιν, αμέσως και την διήρπασαν, καθώς και τα εν αυτή ανάκτορα του βασιλέως. Ο Κύρος δ' εξ άλλου, μετά την εις Ταρσούς είσοδόν του, έστειλεν αμέσως και προσεκάλεσε τον Συέννεσιν, όστις όμως απήντησεν ότι ούτε πρωτήτερα είχεν έλθη ποτέ εις ρήξιν με κανένα ανώτερόν του, ούτε τώρα επεθύμει να συγκρουσθή με τον Κύρον, έως ου επί τέλους επείσθη από την γυναίκα του να προσέλθη, αφού πρώτον έλαβε παρά του Κύρου υπόσχεσιν περί της ασφαλείας της ζωής του.
Κατόπιν τούτων, αφού συνηντήθησαν, ο μεν Συέννεσις εδώρησεν εις τον Κύρον άφθονα χρήματα διά το στράτευμα, ο δε Κύρος εδώρησεν εις τον Συέννεσιν δώρα, τα οποία οι της Περσίας βασιλείς θεωρούν άξια να τιμήσουν ένα βασιλέα, δηλαδή ίππον φέροντα χρυσούς χαλινούς και περιδέραιον χρυσούν και βραχιόλια χρυσά και ακινάκην (μάχαιραν καμπύλην) χρυσούν και στολήν Περσικήν, υποσχεθείς συγχρόνως εις αυτόν ότι δεν θα διαρπαγή πλέον εν τω μέλλοντι η χώρα του, τους δε αιχμαλωτισθέντας εκ των υπηκόων του, ότι δύναται να τους παραλάβη οπίσω, οπουδήποτε και εις οιουδήποτε χείρας ήθελε τους συναντήση.
Κεφάλαιον τρίτον.
Ενταύθα (εις την Κιλικίαν) έμεινεν ο Κύρος και ο στρατός του είκοσιν ημέρας. Διότι οι στρατιώται του δεν ήθελαν να προχωρήσουν πλέον, επειδή ήρχισαν ήδη να υποπτεύωνται ότι βαδίζουν εναντίον του μεγάλου βασιλέως. Έλεγαν δε ότι δεν είχαν προς τον σκοπόν τούτον μισθωθή. Πρώτος δε ο Κλέαρχος εβίαζε τους στρατιώτας του να προχωρούν. Ούτοι όμως, ότε ηναγκάσθησαν να βαδίσουν διά της βίας, και αυτόν τούτον τον Κλέαρχον ελιθοβόλησαν και τα υποζύγια του.
Ο Κλέαρχος τότε μεν μόλις διέφυγε τον εκ λιθοβολισμού θάνατον, κατόπιν δε, αφού ενόησεν ότι δεν θα ημπορέση να τους εξαναγκάση, προσεκάλεσεν εις γενικήν συνέλευσιν τους στρατιώτας του. Και κατ' αρχάς μεν επί αρκετήν ώραν εδάκρυεν ιστάμενος σιωπηλός ενώπιόν των οι δε στρατιώται, βλέποντες αυτόν ούτω δακρύοντα, εθαύμαζαν και αυτοί σιωπώντες. Μετ' ολίγον δε ωμίλησε προς αυτούς ως εξής:
«Άνδρες στρατιώται, μην απορήτε ότι με μεγάλην μου στενοχωρίαν φέρω την τοιαύτην των πραγμάτων κατάστασιν. Διότι ο Κύρος και φίλος καλός προς εμέ υπήρξε, και, διωκόμενον εκ της πατρίδος μου, με περιέβαλε διά πλείστων τιμών, και δέκα χιλιάδας δαρεικών μου έδωκε. Τους οποίους και παραλαβών δεν εκράτησα διά τον εαυτόν μου, ουδέ διά διασκεδάσεις μου εξώδευσα. αλλά πάντας προς χάριν σας κατεδαπάνησα.
Και πρώτον μεν επολέμησα κατά των Θρακών και μαζή σας τους ετιμώρουν υπέρ της Ελλάδος, εκδιώκων αυτούς από την Χερρόνησον, επειδή ήθελαν ν' αρπάσουν από τους ενοικούντας Έλληνας την γην των. Επειδή δε κατόπιν με προσεκάλεσε πλησίον του ο Κύρος, μετέβην και πάλιν μαζή σας προς αυτόν, όπως, εάν τυχόν ήθελε με χρειασθή, του φανώ χρήσιμος αντί των τόσων ευεργεσιών, τας οποίας παρ' αυτού έλαβον.