Part 13
Εντεύθεν επορεύοντο διά μέσου πεδιάδος, χιονιζόμενοι, σταθμούς τρεις, παρασάγγας πέντε. Ο τρίτος όμως σταθμός υπήρξε δι' αυτούς ταλαιπωρότατος. Βορράς έπνεε καταντικρύ των φοβερός &(κατάμουτρα)&, καθολοκληρίαν κατακαίων όλα και ξεπαγιάζων τους ανθρώπους. Όπου κάποιος εκ των μάντεων είπε να προσφέρουν σφάγια (θυσίαν) εις τον Θεόν του ανέμου. Αμέσως δε και προσφέρονται τοιαύτα. Όλοι δε είδαν ολοφάνερα ότι (αμέσως) το κακόν του ανέμου εμετριάσθη. Ήτο δε το βάθος της χιόνος έως μίαν οργυιάν. Ώστε και από τα υποζύγια και από τους αιχμαλώτους πολλοί καθ' οδόν απέθαναν και εκ των στρατιωτών περί τους τριάκοντα.
Επέρασαν δε την νύκτα ανάπτοντες (διαρκώς) φωτιάν και θερμαινόμενοι. Ξύλα δε ήσαν εις τον σταθμόν ουκ ολίγα. Τα οποία όμως δεν επήρκουν και διά τους κατόπιν ερχομένους. Οι δε ελθόντες πρωτήτερα και θερμαινόμενοι ήδη δεν άφηναν τους αργοπορήσαντας να πλησιάσουν στη φωτιά των, εάν δεν τους έδιδαν σίτον ή ό,τι δήποτε άλλο είχαν επάνω των φαγώσιμον.
Τότε, λοιπόν, ό,τι είχεν έκαστος έδωκεν εις τον άλλον. Όπου δε ήτο φωτιά αναμμένη, αναλυομένης, (ως εκ της θερμότητος), της χιόνος, εσχηματίζοντο μεγάλοι λάκκοι μέχρι του εδάφους. Όπου και ήτο δυνατόν να καταμετρήση τις το βάθος της χιόνος.
Εντεύθεν δε, καθ' όλην την επιούσα ημέραν, επορεύοντο εν μέσω χιόνων, πολλοί δε εκ των στρατιωτών έπαθαν από εξάντλησιν των δυνάμεών των εκ της μαστιζούσης αυτούς μεγάλης πείνας («βουλιμίας»). Ο δε Ξενοφών, οπισθοφυλακών και συγκρατών (προφθάνων) τους πίπτοντας εκ των στρατιωτών, ηγνόει οποία τις ήτον η αρρώστιά των.
Όταν δε κάποιος από τους γνωρίζοντας τα τοιαύτα του είπεν ότι προφανώς έπαθαν από μεγάλην εκ της ασιτίας των εξάντλησιν, ότι δε, εάν φάγουν κάτι, (έστω και ελάχιστον), θα αναζωγονηθούν, τότε, περιερχόμενος (τριγυρίζων) τα υποζύγια, όπου ήθελεν εύρη τίποτε φαγώσιμον το εμοίραζε και παντού απέστελλε τους δυναμένους να περιτρέχουν (προς εξεύρεσιν τροφής), οίτινες (ό,τι εύρισκαν) το έδιδαν αμέσως εις τους πάσχοντας. (43)
Πράγματι δε, μόλις έτρωγαν κάτι, ανεζωογονούντο και επορεύοντο. Ενώ δ' επορεύοντο, ο μεν Χειρίσοφος φθάνει &(κοντοφτάνει)&, ότι ήρχισε να σκοτεινιάζη, εις κάποιο εκεί χωρίον, έμπροσθεν δε του τειχίσματός του συναντά εκ του χωρίου ερχομένας γυναίκας τινας και κόρας να υδροφορούν από κάποια εκεί πηγήν.
Αύται, λοιπόν, τους ηρώτων: ποίοι είναι. Ο δε διερμηνεύς απήντησεν εις Περσικήν γλώσσαν, ότι έρχονται εκ μέρους του βασιλέως προς τον σατράπην. Εκείναι δε απεκρίθησαν ότι δεν είναι ενταύθα (εις το χωρίον), αλλ' ότι απουσιάζει μακράν του ένα παρασάγγην. Ούτοι δε, επειδή ήτον αργά, έρχονται μαζή με τας υδροφόρους προς τον κωμάρχην, εντός του τειχίσματος.
Και ο μεν Χειρίσοφος και όσοι ηδυνήθησαν εκ του στρατεύματος εστρατοπέδευσαν ενταύθα, οι δε μη δυνάμενοι εκ των άλλων στρατιωτών να διανύσουν την (μέχρι του χωρίου) οδόν διενυκτέρευσαν (εις το ύπαιθρον) χωρίς να φάγουν τίποτε και χωρίς φωτιά. Επίσης και εδώ απέθανάν τινες εκ των στρατιωτών από το ψύχος.
Τους ηκολούθουν δε (τους κατεδίωκον) όπισθεν αθροίσματά τινα &(μπουλούκια)& εκ των βαρβάρων, αρπάζοντα όσα ζώα εύρισκαν εξησθενημένα καθ' οδόν και περί της κατοχής των αναμεταξύ των συμπλεκόμενα. Έμεναν δ' ακόμη οπίσω και όσοι εκ των στρατιωτών είχαν εκ της χιόνος τυφλωθή και εκείνοι των οποίων τα δάκτυλα των ποδών είχαν σαπίση από το ψύχος.
Ανεκουφίζοντο δε ουκ ολίγον από το κακόν της χιόνος οι οφθαλμοί, εάν προ αυτών εκράτει τις τίποτε μαύρον, ενώ επορεύετο. Ως προς τους πόδας δε, εάν τις εκινείτο διαρκώς και δεν ησύχαζε (δεν εκοιμάτο) διόλου και καθ' όλην την νύκτα είχεν αυτούς ελευθέρους από τα υποδήματα.
Δι' όσους όμως εκοιμώντο μ' αυτά &(με τα παπούτσια)&, εισήρχοντο τα λουριά («ιμάντες») εις τους πρησμένους από το ψύχος πόδας, και τα υποδήματα ολοτρόγυρα επάγωναν &(εκοκκάλιαζαν)&. Διότι, επειδή είχαν ήδη φθαρή &(λυώση)& προ πολλού τα παλαιά των υποδήματα, τα είχαν αντικαταστήση με ακατέργαστα μονόπετσα τσαρούχια, καμωμένα από τα δέρματα βοών προσφάτως εκδαρέντων.
Ως εκ των ταλαιπωριών των, λοιπόν, αυτών έμεναν (ακόμη) οπίσω τινές εκ των στρατιωτών. Οίτινες (μάλιστα) ιδόντες κάποια εκεί που τοποθεσίαν να μαυρίζη, διότι δεν υπήρχε χιών εις το μέρος τούτο, ενόμισαν (προς στιγμήν) ότι (εκεί) αύτη είχεν ήδη λυώση. Πράγματι δε και είχε λυώση ένεκα θερμής τινος πηγής, η οποία ήτον εκεί που πλησίον, εντός δασώδους φάραγγος. Προς το μέρος αυτό τραπέντες οι στρατιώται εκείνοι εκάθηντο και δεν ήθελαν διόλου να βαδίσουν.
Ο δε Ξενοφών, επειδή ωπισθοφυλάκει (και, συνεπώς, ήτον εις θέσιν ν' αντιλαμβάνεται καλλίτερον τα συμβαίνοντα), άμα ως έμαθε περί τίνος πρόκειται, τους παρεκάλει επιτηδείως και με τρόπον να μη μένουν οπίσω (από το στράτευμα), λέγων εις αυτούς ότι έρχονται όπισθεν πολλοί πολέμιοι συγκεντρωμένοι &(μαζεμμένοι)&. Εν τέλει δε (βλέπων τούτους αρνουμένους), και εξωργίσθη. Ούτοι όμως τον παρεκάλουν να τους φονεύση (του έλεγαν ότι καλλίτερον δι' αυτούς θα ήτο να τους φονεύση παρά να προχωρήσουν). Διότι τους είναι απολύτως αδύνατον να βαδίσουν.
Τότε ενόμισαν ότι έπρεπε να εκφοβίσουν, ει δυνατόν, τους ακολουθούντας όπισθεν πολεμίους, διά να μην επιτεθούν κατά των ασθενών και κουρασμένων. Και ήτο μεν ήδη σκότος, ούτοι δε (οι πολέμιοι) τους επλησίασαν με μεγάλον θόρυβον, φιλονεικούντες περί του τις πρώτος θα επιτεθή εναντίον των.
Τότε, λοιπόν, οι οπισθοφύλακες, ως υγιαίνοντες, εξεγερθέντες επετέθησαν κατά των πολεμίων. Οι δε ασθενείς, αναβοήσαντες όσον ηδύναντο περισσότερον, εκτύπησαν τας ασπίδας προς τα δόρατα. Οι δε πολέμιοι φοβηθέντες άφησαν εαυτούς να φέρωνται επί της χιόνος προς την φάραγγα (ετράπησαν εις φυγήν), και ουδείς πλέον ουδαμού έκαμε λόγον περί αυτών.
Και ο μεν Ξενοφών με τους ιδικούς του, αφού είπαν εις τους ασθενείς ότι την επομένην θα τους επισκεφθούν τινες (εκ των στρατιωτών του), βαδίζοντες, πριν ή ακόμη διανύσουν τέσσαρα στάδια, συναντούν εις τον δρόμον κοιμωμένους, καθ' ολοκληρίαν δε από την χιόνα σκεπασμένους, τους (υπολειφθέντας από τους περί τον Χειρίσοφον) στρατιώτας. Είδαν δε ότι ούτε ίχνος καν φρουράς είχε τοποθετηθή (προς φρούρησίν των). Και τους παρεκίνουν να επιστρέψουν. Ούτοι δε έλεγαν ότι, όσοι είναι έμπροσθεν (όσοι προχωρούν) δεν πρέπει να υποχωρούν.
Ο δε Ξενοφών, αφού επροσπέρασεν, απέστειλε προς αυτούς τους ισχυροτέρους των πελταστών με την διαταγήν να εξετάσουν ποίον είναι το αίτιον που τους εμποδίζει να τον ακολουθήσουν. Ούτοι δε, (επιστρέψαντες), του ανήγγειλαν: διότι όλον το στράτευμα επεθύμει να ησυχάση (να κοιμηθή) εκεί, όπως ευρίσκετο.
Τότε και οι περί τον Ξενοφώντα διενυκτέρευσαν ενταύθα (εις το ύπαιθρον) χωρίς φωτιά και άδειπνοι, εγκαταστήσαντες οίας ηδύναντο φρουράς. Αφού δε εξημέρωσεν, ο μεν Ξενοφών, αποστείλας προς τους ασθενούντας τους νεωτάτους (των οπισθοφυλάκων), τους διέταξεν, αφού τους σηκώσουν (από τον ύπνον των), να τους εξαναγκάσουν να βαδίσουν.
Εν τούτω δε τω μεταξύ ο Χειρίσοφος αποστέλλει τινάς εκ των εν τω χωρίω στρατοπεδευμένων στρατιωτών του, διά να εξετάσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται οι τελευταίοι (οι περί τον Ξενοφώντα). Ούτοι δε, ιδόντες (αυτούς) με ευχαρίστησίν των, τους μεν ασθενούντας παρέδωσαν εις αυτούς, διά να τους φέρουν εις το στρατόπεδον, αυτοί δε επορεύοντο και, πριν διανύσουν είκοσιν εν όλω στάδια, έφθασαν εις το χωρίον, όπου εστρατοπέδευεν ο Χειρίσοφος.
Αφού δε συνηντήθησαν, ενόμισαν ότι θα ήσαν εν πλήρει ασφαλεία, εάν κατεσκήνου κατά κώμας ο στρατός. Και ο μεν Χειρίσοφος έμενεν ενταύθα. Οι δε άλλοι, μοιρασθέντες προς αλλήλους όσας είχαν προ των οφθαλμών των κώμας &(όσα έφτανε το μάτι των χωριά),& επορεύοντο έκαστος με τους ιδικούς του εις ο έτυχεν εις αυτόν χωρίον.
Τότε, λοιπόν, ο λοχαγός Πολυκράτης ο Αθηναίος τους παρεκάλεσε να τον αφήσουν ελεύθερον εις τας ενεργείας του. Και λαβών τους ευζώνους ορμά κατά του χωρίου, το οποίον έτυχεν εις τον Ξενοφώντα, και καταλαμβάνει απροόπτως όλους τους κατοίκους του με τον αρχηγόν των και δέκα επτά πώλους συντηρουμένους, διά να σταλούν ως φόρος εις τον βασιλέα, και την θυγατέρα του κωμάρχου, μόλις προ εννέα ημερών νυμφευθείσαν, της οποίας ο σύζυγος, επειδή επήγε την ημέραν εκείνην να κυνηγήση λαγούς, δεν συνελήφθη μαζή με τους άλλους από τον Πολυκράτην.
Αι δε οικίαι ήσαν υπόγειοι και είχαν την θύραν στενήν καθώς το στόμα φρέατος, προς τα κάτω δ' ευρείαι. Αι δε είσοδοι διά μεν τα ζώα ήσαν εσκαμμέναι, οι άνθρωποι όμως κατέβαιναν διά (χωματίνης) κλίμακος. Εντός δε των οικιών συνδιαιτώντο μαζή με τα μικρά των αίγες, χοίροι, βόες, όρνιθες.
Τα δε κτήνη συνετηρούντο με ξηρόν χόρτον. Ήσαν δ' ακόμη και σίτος και κριθαί και όσπρια και οίνος κρίθινος &(μπύρα)& μέσα εις αγγεία, επίτηδες προωρισμένα διά κέρασμα («κρατήρας»), εντός των οποίων υπήρχον και αυταί αι κριθαί, επιπλέουσαι μέχρι του χείλους των αγγείων. Ακόμη δε και άχυρα υπήρχον εντός αυτών, άλλα μικρά και άλλα μεγάλα, χωρίς κόμβους.
Ένεκα τούτου δε, όταν τις εδίψα, έπρεπε να τον απομυζεί &(ρουφάη)& από τον κρατήρα με κλειστά τα χείλη. Ήτο δε πάρα πολύ δυνατός δι' εκείνον που τον έπινε χωρίς νερό. Πάρα πολύ δε γλυκύς δι' εκείνον που τον είχε συνηθίση.
Ο δε Ξενοφών εδείπνησε μαζή με τον άρχοντα του χωρίου και του συνίστα να έχη θάρρος, διαβεβαιών αυτόν ότι και των τέκνων του δεν θα στερηθή και από την οικίαν του θ' αναχωρήσουν, αφού πρώτα την ξαναγεμίσουν με νέας τροφάς, (44) εάν είχε την διάθεσιν να του υποδείξη κανένα χρήσιμον πράγμα διά το στράτευμα, έως ότου φθάσουν εις άλλο Έθνος.
Ούτος δε του το υπεσχέθη αμέσως και, φιλοφρονούμενος, του έδειξεν ως τοιούτον οίνον εις ο μέρος ήτον εντός καταχώστων αγγείων («αμφορέων») αποτεθειμένος. Ταύτην μεν, λοιπόν, την νύκτα ούτω ανά τας διαφόρους κώμας διανεμηθέντες εκοιμήθησαν, έχοντες τα πάντα εν αφθονία, όλοι οι στρατιώται, φυλάσσοντες δε τον κωμάρχην και τα τέκνα του ούτως ώστε να τους βλέπουν.
Την δ' επομένην ο Ξενοφών, παραλαβών τον κωμάρχην, επορεύετο προς τον Χειρίσοφον. Από οιονδήποτε δε χωρίον διήρχετο, διηυθύνετο προς τους χωρικούς και συνήντα παντού (στρατιώτας) ευωχουμένους και ευθυμούντας, και από κανένα μέρος δεν τους άφηναν να φύγουν, χωρίς να τους παραθέσουν γεύμα.
Πανταχού δε, όπου και αν μετέβησαν, εις μίαν και την αυτήν τράπεζαν παρέθετον κρέατα αρνίσια, κατσικίσια, χοιρινά, μοσχαρίσια, ορνίθινα, μαζή με πολλούς άρτους, άλλους μεν σιταρένιους, άλλους δε κριθίνους.
Οσάκις δε ήθελε κανείς, φιλοφρονούμενος πρός τινα, να προπίη εις υγείαν του, τον έσυρε (σχεδόν διά της βίας) άνωθεν του κρατήρος, από τον οποίον ήτον υποχρεωμένος, αφού έσκυβεν από 'πάνω του, να πίνη ροφών σαν βώδι. Και εις τον κωμάρχην επέτρεψαν να λαμβάνη ό,τι ήθελεν η καρδιά του. (45) Ούτος δε δεν εδέχετο μεν απολύτως τίποτε, αλλ' όπου έβλεπε κανένα εκ των συγγενών του, πάντοτε τον έσυρε προς το μέρος του.
Αφού δε ήλθαν εις τον Χειρίσοφον, ηύραν και τους εκεί κατασκηνούντας (στρατιώτας) στεφανωμένους με στεφάνους, από ξηρόν χόρτον καμωμένους, παίδας δε Αρμενίους υπηρετούντας αυτούς με βαρβαρικάς στολάς, εις τους οποίους, σαν να ήσαν άλαλοι, υπεδείκνυαν διά νευμάτων παν ό,τι έπρεπε να κάμουν. (46)
Αφού δ' εχαιρετήθησαν ο Ξενοφών και ο Χειρίσοφος, από κοινού ηρώτων τον κωμάρχην διά του ομιλούντος την Περσικήν διερμηνέως «οποία τις ήτον η χώρα, εις ην ευρίσκοντο». Ούτος δ' έλεγεν «ότι ήτον η Αρμενία». Και πάλιν τον ηρώτων: «διά ποίον συνετηρούντο οι ίπποι». Και εκείνος απήντα ότι προωρίζοντο ως φόρος διά τον βασιλέα. Ότι δε οι κάτοικοι οι την γείτονα χώραν κατοικούντες ωνομάζοντο Χάλυβες». Περιέγραφε δε την άγουσαν εις την χώραν των οδόν.
Και τον μεν κωμάρχην τότε παραλαβών μαζή του ο Ξενοφών απήλθε προς τους υπηρέτας (του κωμάρχου). Κάποιον δε ίππον, τον οποίον είχεν αιχμαλωτίση προ πολλού, του τον προσφέρει (με την σύστασιν), αφού τον παχύνη, να τον θυσιάση, διότι είχεν ακούση ότι ήτον εκ των προς θυσίαν εις τον Ήλιον συντηρουμένων, φοβούμενος μήπως αποθάνη &(ψοφήση)& ένεκα των κακοπαθειών, τας οποίας είχεν υποστή εν τη οδοιπορία. Ο δε Ξενοφών λαμβάνει (δι' εαυτόν) ένα εκ των πώλων (των διά βασιλικόν φόρον προωρισμένων), δίδων επίσης από ένα και εις έκαστον των άλλων στρατηγών και λοχαγών του.
Οι δε εν τη χώρα ταύτη ίπποι ήσαν μικρότεροι μεν των Περσικών, κατά πολύ όμως θυμοειδέστεροι. Τότε, λοιπόν, και ο κωμάρχης τους εξηγεί &(τους μαθαίνει)& πώς να τυλίσσουν περί τους πόδας των ίππων και των υποζυγίων μικρούς σάκκους, όταν οδοιπορούν εν μέσω χιόνων, διότι χωρίς τους σάκκους αυτούς (θα) εβυθίζοντο (ίπποι και υποζύγια) μέχρι της κοιλίας,
Κεφάλαιον έκτον.
Μετά οκτώ δ' ημέρας ο Ξενοφών τον μεν οδηγόν (κωμάρχην) παραδίδει εις τον Χειρίσοφον, τους δε υπηρέτας του, χαριζόμενος, αφήνει εις την διάθεσίν του, πλην του υιού του, προ ολίγου μόλις εισελθόντος εις την εφηβικήν ηλικίαν, ον παραδίδει εις τον Επισθένην τον Αμφιπολίτην προς φύλαξιν, με την εντολήν όπως, εάν το νομίζη ορθόν, απέλθη κρατών (ως όμηρον) και τούτον. Εις δε την οικίαν του εισεκόμισαν (αντί των καταναλωθέντων υπ' αυτών τροφίμων) όσα ηδύναντο περισσότερα.
Και ανασυνταχθέντες επορεύοντο. Προηγείτο δ' αυτών βαδίζων διά της χιόνος ο κωμάρχης με λυτάς τας χείρας. Και ήδη ήσαν εις τον τρίτον σταθμόν, και ο Χειρίσοφος εξωργίσθη εναντίον του, διότι δεν τους ωδήγησεν εις χωρία. Ούτος δε, (δικαιολογούμενος), έλεγεν ότι δεν υπήρχον τοιαύτα εις τον τόπον τούτον. Ο δε Χειρίσοφος τον εκτύπησε μεν, δεν τον έδεσεν όμως.
Ως εκ τούτου δ' εκείνος, (ευρών ευκαιρίαν), κατώρθωσε να δραπετεύση την νύκτα, εγκαταλείψας τον υιόν του. Το γεγονός δ' αυτό υπήρξε το μόνον που έγεινε, καθ' όλον το διάστημα της οδοιπορίας, αφορμή ψυχρότητος μεταξύ του Χειρισόφου και του Ξενοφώντος: η κακομεταχείρισις δηλ. του κωμάρχου από τον Χειρίσοφον και η περί την φύλαξιν αυτού επιδειχθείσα αμέλεια. Ο δ' Επισθένης ηγάπησεν («ηράσθη») τον παίδα, και, αφού τον έφερεν εις την πατρίδα του, τον μετεχειρίζετο ως ερωμένην του (ως καταλληλότατον διά να αφροδισιάζεται).
Μετά ταύτα επορεύθησαν επτά σταθμούς, διανύοντες ανά πέντε παρασάγγας εκάστην ημέραν, και φθάνουν εις τον Φάσιν ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου. Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα. Εις ο δε μέρος υπήρχεν η από των ορέων προς την πεδιάδα διάβασις, τους συνήντησαν οι των χωρών αυτών κάτοικοι, οι Χάλυβες και οι Ταόχοι και οι Φασιανοί. Ο δε Χειρίσοφος, αφού παρετήρησεν εις το μέρος τούτο της διαβάσεως τους πολεμίους, έπαυσε πλέον να βαδίζη, απέχων αυτής μέχρι τριάκοντα σταδίων, και τούτο, διά να μη πλησιάση τους πολεμίους οδηγών την φάλαγγα κατά κέρας. (47) Διέταξε δε και τους άλλους να παρατάξουν κατά παραγωγήν τους λόχους, διά να παρουσιασθή το στράτευμα όλον κατά μέτωπον.
Αφού δε ήλθαν οι οπισθοφύλακες, συνεκάλεσε τους στρατηγούς και λοχαγούς και είπε προς αυτούς τα εξής: «Οι μεν πολέμιοι, όπως βλέπετε, κατέλαβον την διάβασιν του όρους. Είναι δε καιρός να σκεφθώμεν πώς θ' αγωνισθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα.
»Εγώ μεν, λοιπόν, νομίζω ορθόν να διατάξωμεν μεν να γευματίσουν οι στρατιώται, ημείς δε να σκεφθώμεν αν σήμερον ή αύριον θ' αποφασίσωμεν να υπερβώμεν το όρος».
«Αλλ' όσον αφορά εμέ — είπεν ο Κλεάνωρ — φρονώ ότι, αφού ως τάχιστα γευματίσωμεν, πρέπει να βαδίσωμεν, εξοπλιζόμενοι ως τάχιστα, κατά των πολεμίων. Διότι, εάν αφήσωμεν να περάση η σημερινή ημέρα ασκόπως (εάν χρονοτριβήσωμεν σήμερον), και οι βλέποντες ήδη ημάς πολέμιοι θα γείνουν τολμηρότεροι, και άλλοι πολύ περισσότεροι, τούτων τολμηροτέρων γινομένων, θα προστεθούν βεβαίως εις αυτούς».
Μετά τον Κλεάνορα ο Ξενοφών είπεν: «Η δε ιδική μου γνώμη είναι η εξής: «Εάν μεν ήναι ανάγκη να πολεμήσωμεν, υπέρ παν άλλο οφείλομεν να φροντίσωμεν πώς να πολεμήσωμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα. Εάν δε θέλωμεν να επιχειρήσωμεν την διάβασιν όσον το δυνατόν ευκολώτερα, υπέρ παν άλλο μου φαίνεται ότι τούτο πρέπει να σκεφθώμεν: πώς να υποστώμεν όσον το δυνατόν μεν ολιγωτέρας ζημίας, όσον το δυνατόν δε ολιγωτέρους να απολέσωμεν άνδρας.
»Και το μεν όρος, λοιπόν, είναι αυτό που βλέπετε, εκτεινόμενον εις έκτασιν μεγαλητέραν των εξήκοντα σταδίων. Ουδαμού δ' αλλού φαίνονται άνδρες παραμονεύοντες ημάς παρά μόνον όσοι είναι επί της προς αυτό αγούσης οδού, (ην έχομεν ενώπιόν μας). Θα ήτο, λοιπόν, πολύ προτιμότερον να προσπαθήσωμεν με κάθε τρόπον: και να υποκλέψωμεν απαρατήρητοι κανένα κομμάτι από το υπόλοιπον αφύλακτον («έρημον») όρος, και, αφού φθάσωμεν εις αυτό κρυφίως, να το αρπάσωμεν, εάν ημπορούμεν, εξ εφόδου, παρά να πολεμήσωμεν (εκ του συστάδην) προς οχυρά του όρους μέρη και άνδρας προς μάχην ήδη προετοιμασμένους.
»Διότι θα ήτο πολύ ευκολώτερον (ακινδυνότερον) να βαδίσωμεν αμαχητί ανηφορικόν δρόμον (μη έχοντες ενώπιον μας πολεμίους) παρά (να βαδίζωμεν δρόμον) ομαλόν, έχοντες όμως από το ένα μέρος και από το άλλο (δεξιά και αριστερά μας) τον εχθρόν. Και είναι προτιμότερον ακόμη να βαδίζη τις αμαχητί την νύκτα, βλέπων καλά (μόνον) τα προ των ποδών του, παρά να πολεμή την ημέραν (βλέπων καθ' όλον το μήκος της οδού). Η δε κρημνώδης γη είναι πλέον υποφερτή στους πόδας, εάν οι άνδρες βαδίζουν αμαχητί, παρά η ομαλή, εάν οι άνδρες κτυπώνται κατακέφαλα.
»Και δεν μου φαίνεται δα ότι είναι ακατόρθωτον το να υποκλέψωμεν κρυφίως κανένα σημείον (μέρος) του όρους, αφού είναι μεν δυνατόν να βαδίσωμεν νύκτα (κατά των πολεμίων), ώστε να μη μας ίδουν, είναι δε επίσης δυνατόν να προχωρήσωμεν επί τοσούτον, ώστε να μη μας καταλάβουν. Κατά την γνώμην μου δε, εάν προσποιηθώμεν ότι επιτιθέμεθα φανερά κατά των πολεμίων (εις ο μόνον μέρος ευρίσκονται ούτοι), θα δυνηθώμεν να χρησιμοποιήσωμεν υπέρ ημών περισσότερον αφύλακτον του όρους μέρος. Διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, οι πολέμιοι θα έμεναν περισσότερον μαζεμμένοι εις ην θέσιν ήδη ευρίσκονται.
»Αλλά τι σημασίαν έχει η περί κλοπής ιδική μου γνώμη και κατά τι θα ηδύνατο να συντελέση εις τον περί ου πρόκειται σκοπόν; Διότι εγώ, ω Χειρίσοφε, ακούω περί υμών των Λακεδαιμονίων και εν γένει περί όσων είναι ομότιμοι με σας (περί όλων των σπαρτιατιζόντων όπως σεις), ότι από της παιδικής ακόμη ηλικίας σπουδάζετε το κλέπτειν, και ότι δεν είναι εντροπή, τουναντίον μάλιστα ότι είναι άξιον επαίνου το να κλέπτη τις όσα δεν εμποδίζει ο νόμος.
»Διά να κλέπτετε δε όσον το δυνατόν καλλίτερα, καταβάλλετε κάθε προσπάθειαν να μη σας εννοούν (ενώ κλέπτετε). Διότι, συμφώνως με τα έχοντα ισχύν νόμου έθιμά σας, εάν τυχόν συλληφθήτε κλέπτοντες, τιμωρείσθε με μαστίγωσιν. Τώρα, λοιπόν, είπερ ποτέ είναι διά σε ευκαιρία να επιδείξης την τέχνην σου αυτήν και να προφυλαχθής, ώστε να μη συλληφθώμεν κλέπτοντες κανέν σημείον του όρους, διά να μη ξυλισθώμεν &(διά να μη της φάμε)».&
«Αλλ' όμως, είπεν ο Χειρίσοφος, κ' εγώ ακούω περί υμών των Αθηναίων ότι είσθε ικανώτατοι (φοβεροί) περί το κλέπτειν τα δημόσια, αν και ο (της τιμωρίας) κίνδυνος είναι μέγας διά τον κλέπτοντα, και μάλιστα ότι οι ικανώτατοι περί το κλέπτειν είναι και οι καλλίτεροί σας, εάν αληθώς εν Αθήναις κρίνωνται ως άξιοι να διευθύνουν τα δημόσια πράγματα (να διαχειρίζωνται τα δημόσια) οι καλλίτεροι».
«Εγώ μεν, λοιπόν, απήντησεν ο Ξενοφών, είμαι πάντοτε έτοιμος, έχων τους οπισθοφύλακας, να βαδίσω, ευθύς άμα δειπνήσωμεν, προς κατάληψιν του όρους. Έχω δε μαζή μου και οδηγούς. Διότι οι εύζωνοί μου, ενεδρεύοντες, συνέλαβόν τινας εκ των παρακολουθούντων το στράτευμα λωποδυτών (του τόπου). Τούτους ερωτήσας έμαθον ότι δεν είναι άβατον το όρος, αλλ' ότι βόσκεται από βόας και αίγας. Ώστε, όταν άπαξ καταλάβωμεν μέρος τι εξ αυτού, θα το έχωμεν ευδιάβατον (θα μας ήναι τότε ευδιάβατον) και εις τα ζώα μας.
» Ελπίζω δε ότι, όταν μας ίδουν οι πολέμιοι ευρισκομένους επί της κορυφής όπως αυτοί, δεν θα τολμήσουν να παραμείνουν (ανθιστάμενοι). Διότι και τώρα δεν τολμούν, κατερχόμενοι, να παρουσιασθούν ισόπαλοι ημών &(να μετρηθούν μαζή μας)»&.
Ο δε Χειρίσοφος είπε: «Και διά ποίον λόγον πρέπει να βαδίσης συ (προς την κορυφήν), εκθέτων (εις την διάκρισιν του εχθρού) την οπισθοφυλακήν; (48) Άλλους ν' αποστείλης, αν δεν παρουσιασθούν τινες αφ' εαυτών (εκουσίως των) γενναίοι».
Μετά τους λόγους τούτους του Χειρισόφου έρχεται με οπλίτας μεν Αριστώνυμος ο Μεθυδριεύς, μ' ευζώνους δε Αριστέας ο Χίος και Νικόμαχος ο Οιταίος. Οίτινες συνεφώνησαν (με τον Ξενοφώντα και τον Χειρίσοφον), άμα ως καταλάβουν την κορυφήν του όρους, ν' ανάψουν πολλά πυρά επ' αυτού (προς είδησίν των).
Μετά ταύτα εγευμάτισαν. Και μετά το γεύμα επροχώρησεν (επλησίασεν) ο Χειρίσοφος με όλον του το στράτευμα προς τους πολεμίους περί τα δέκα στάδια, επί τω σκοπώ να τους εξαπατήση όσον το δυνατόν περισσότερον, ότι διά της φανεράς αυτής οδού και μόνον θα οδηγήση εναντίον των το στράτευμα.
Αφού δ' εδείπνησαν κ' ενύκτωσεν, όσοι μεν ωρίσθησαν (διά την κατάληψιν) ανεχώρησαν και καταλαμβάνουν (διά μυστικής οδού) το όρος. Οι δε υπόλοιποι έμειναν ενταύθα αναπαυόμενοι. Αλλ' οι πολέμιοι, μόλις ενόησαν ότι το όρος κατελήφθη, ηγρύπνουν και έκαιον πολλά πυρά καθ' όλην την νύκτα.
Άμα δ' εξημέρωσεν, ο μεν Χειρίσοφος, αφού προσέφερε θυσίαν εις τους Θεούς, εβάδισε διά της φανεράς (προς την διάβασιν) οδού κατά των πολεμίων. Οι δε καταλαβόντες ήδη τας κορυφάς του όρους ώρμησαν εναντίον των.
Εκ δε των πολεμίων πάλιν το μεν μεγαλείτερον μέρος έμεινε κατέχον την διάβασιν («υπερβολήν») του όρους, μέρος δε μόνον εξ αυτών εβάδισε κατά των καταλαβόντων τας κορυφάς (Ελλήνων). Πριν ή δ' ακόμη συγκρουσθή το μεγαλήτερον μέρος των πολεμίων προς τον διά της φανεράς οδού επερχόμενον Χειρίσοφον, έρχονται εις σύγκρουσιν επί των κορυφών («κατά τα άκρα») πολέμιοι και Έλληνες και νικούν οι δεύτεροι και τους καταδιώκουν.
Εν τω μεταξύ δε τούτω και εκ των εκ της πεδιάδος επερχομένων Ελλήνων οι μεν πελτασταί επιτίθενται δρομαίοι κατά των παρατεταγμένων (επί της διαβάσεως) πολεμίων, με ταχύ δε βήμα έρχεται κατόπιν των με τους οπλίτας του ο Χειρίσοφος.
Οι δε πολέμιοι, οι επί της διαβάσεως ταύτης (ευρισκόμενοι), (49) αφού είδαν ότι οι επί των κορυφών (με τους Έλληνας) συγκρουσθέντες ενικήθησαν, τρέπονται εις φυγήν. Και εφονεύθησαν μεν ουκ ολίγοι εξ αυτών, πλείσται δε όσαι πλεκταί ασπίδες κατελήφθησαν, τας οποίας κόψαντες με τας μαχαίρας των οι Έλληνες κατέστησαν αχρήστους.
Ευθύς δε άμα ανήλθον όλοι (Χειρίσοφος και πελτασταί και εύζωνοι και οπλίται) επί της (προς την πεδιάδα αγούσης) διαβάσεως, αφού προσέφεραν θυσίαν εις τους Θεούς και έστησαν επ' αυτής (εις ανάμνησιν της νίκης των) τρόπαιον, κατήλθον εις την πεδιάδα και κατεσκήνωσαν εις χωρία, γεμάτα από πολλά αγαθά (τρόφιμα).
Κεφάλαιον έβδομον.
Μετά ταύτα δε επορεύθησαν εις την χώραν των Ταόχων βαδίσαντες σταθμούς πέντε, παρασάγγας τριάκοντα. Και αι τροφαί εσώθησαν. Διότι οι Ταόχοι κατώκουν οχυρά μέρη, εις τα οποία, (απ' όλα τα πέριξ μεταφέροντες), είχαν συσσωρεύση όλας τας τροφάς.
Αφού δ' επλησίασαν εις μέρος, εις το οποίον ούτε πόλις υπήρχεν, ούτε οικία, και εις το οποίον είχαν συναθροισθή (ωχυρωμένοι) και άνδρες και γυναίκες και πολλά κτήνη, ο μεν Χειρίσοφος, ευθύς άμα έφθασε, κατηύθυνε κατ' αυτού την επίθεσίν του. Επειδή δε οι πρώτοι εκ των επιτεθέντων κατεβλήθησαν &(απόστασαν)&, ήλθαν κατόπιν άλλοι και πάλιν άλλοι. Διότι δεν ήτο δυνατόν όλοι μαζή να τους περικυκλώσουν, επειδή το μέρος ήτον ολόγυρα απόκρημνον.
Αφού δε ήλθεν ο Ξενοφών με τους οπισθοφύλακας και τους πελταστάς και τους οπλίτας, τότε ο Χειρίσοφος του λέγει: «Εις καλήν ώραν ήλθατε. Διότι το μέρος αυτό είναι απόλυτος ανάγκη να κυριευθή. Διότι θα στερηθή ο στρατός των τροφίμων του, εάν δεν το καταλάβωμεν (διά πάσης θυσίας)».
Τότε, λοιπόν, από κοινού συνεσκέφθησαν. Και επειδή ο Ξενοφών ηρώτησε: «τι εμποδίζει ίνα εισβάλη τις εις το μέρος τούτο», ο Χειρίσοφος απήντησε: «Καθώς βλέπεις, ένα μόνον μονοπάτι υπάρχει (προς επίθεσιν). Όταν δε αποπειραθή τις να το προσπεράση, κυλίουν άνωθέν του (οι πολέμιοι) από του μεγάλου αυτού βράχου (τον οποίον βλέπεις) λίθους. Εκείνος δε ο οποίος ήθελε κτυπηθή, ιδού τι παθαίνει». Και συγχρόνως του έδειξεν ανθρώπους έχοντας συντετριμμένα και σκέλη και πλευράς. «Όταν δε τελειώσουν τους λίθους, είπεν ο Ξενοφών, υπάρχει τίποτε άλλο, το οποίον να μας εμποδίση να περάσωμεν; Τουναντίον μάλιστα! — δεν βλέπομεν (εκεί επάνω) παρά τους ολίγους αυτούς ανθρώπους, και εξ αυτών δύο ή τρεις μόνον ωπλισμένους.
»Το δε μέρος, το οποίον είναι ανάγκη να διέλθωμεν κτυπώμενοι, έχει, όπως και συ βλέπεις, έκτασιν ενός και ημίσεος μόλις πλέθρου. (50) Εξ αυτού δε (του μέρους) έκτασις ενός πλέθρου είναι δάσος από αραιά μεγάλα πεύκα, όπισθεν των οποίων ιστάμενοι οι άνδρες τι θα ηδύναντο να πάθουν από τους διευθυνομένους ή κυλιομένους εναντίον των λίθους; Ό,τι μένει, λοιπόν, είναι ήμισυ περίπου πλέθρον, το οποίον ταχέως θα διατρέξωμεν, όταν τους ολιγοστέψουν οι λίθοι».