Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Part 11

Chapter 117 wordsPublic domain

Τότε, λοιπόν, οι μεν βάρβαροι στραφέντες έφευγαν όπου ηδύνατο έκαστος. (27) Ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβη ήδη την ακρωρείαν. Οι δε περί τον Τισσαφέρνην και τον Αριαίον (οι παρακολουθούντες κατόπισθεν τους Έλληνας), τραπέντες άλλην οδόν (προς ανατολάς), εξηφανίσθησαν. Οι περί τον Χειρίσοφον δε, καταβάντες (την εκ της προεξοχής του όρους άγουσαν προς την πεδιάδα οδόν), εστρατοπέδευσαν εις πλουσιώτατον από τρόφιμα χωρίον. Ήσαν δε εις την παρά τον Τίγρητα ποταμόν πεδιάδα ταύτην και άλλα πολλά αφθονούντα εις τροφάς χωρία.

Περί την εσπέραν όμως αίφνης εμφανίζονται εις την πεδιάδα οι πολέμιοι, και κατέσφαξάν τινας εκ των διεσκορπισμένων εν αυτή προς αρπαγήν &(πλιατσικολόγημα)& Ελλήνων. Όχι ολίγα δε κοπάδια (προβάτων και άλλων βοσκησίμων ζώων), διαβιβαζόμενα (από τους Έλληνας) εις την αντίπεραν του ποταμού όχθην, συνελήφθησαν.

Ενταύθα ο Τισσαφέρνης και οι μετ' αυτού ήρχισαν να καίουν τα χωρία. Ένεκα τούτου δέ τινες εκ των Ελλήνων πολύ εστενοχωρήθησαν, σκεφθέντες ότι, εάν τα κάψουν, δεν θα έχουν πλέον που να προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.

Και οι μεν περί τον Χειρίσοφον επέστρεψαν από το μέρος, εις το οποίον είχαν προστρέξη προς βοήθειαν των κατασφαζομένων Ελλήνων. Ο δε Ξενοφών, αφού κατέβη και αυτός (από την κορυφήν εκείνην, ην είχε προ ολίγου καταλάβη), διερχόμενος έφιππος τας τάξεις του στρατού, καθ’ ήν στιγμήν ακριβώς επανήρχοντο οι προσδραμόντες εις βοήθειαν Έλληνες, έλεγε τα εξής:

«Βλέπετε, ω άνδρες Έλληνες, ότι οι βάρβαροι αφίνουν πλέον με τρόπον εις ημάς την χώραν των (εις την διάθεσίν μας). Διότι όσα επεδίωκον καθ’ ήν εποχήν συνήπτον μαζή μας τας συνθήκας, να μη καίωμεν δηλαδή (να μη καταστρέφωμεν) την χώραν του βασιλέως, αυτοί οι ίδιοι διαπράττουν τώρα, καίοντες αυτήν σαν να μην ήναι ιδική των. Εάν, εν τούτοις, αφήσουν διά λογαριασμόν των εις κανέν μέρος τρόφιμα, θα ίδουν και ημάς αμέσως να βαδίζωμεν προς το μέρος τούτο.

»Αλλ', ω Χειρίσοφε, είπε, νομίζω καλόν να σπεύσωμεν να υπερασπίσωμεν την χώραν ταύτην κατά των καιόντων, σαν να επρόκειτο να υπερασπίσωμεν χώραν ιδικήν μας». Ο δε Χειρίσοφος απεκρίθη: «Αλλ' εγώ δεν είμαι της αυτής γνώμης, φρονών ότι και ημείς πρέπει ν' αρχίσωμεν να καίωμεν, διά ν' αναγκασθούν ούτω πολύ ταχέως να παύσουν (καίοντες)».

Αφού δ' απήλθον εις τα καταλύματά των, οι μεν άλλοι ησχολούντο περί τα επιτήδεια. (28) Οι δε στρατηγοί και λοχαγοί συνήλθον όλοι επί ταυτό, διά να συσκεφθούν, ευρισκόμενοι εις πολλήν στενοχωρίαν περί του πρακτέου. Διότι αφ' ενός μεν υψούντο (προ αυτών) όρη υπερύψηλα, αφ' ετέρου δε το βάθος του ποταμού ήτο τοσούτον ώστε οι δοκιμάσαντες να το καταμετρήσουν είδαν ότι ούτε αυτά τα δόρατα έφθαναν μέχρι του πυθμένος του.

Ενώ δε εις τοιαύτην ευρίσκοντο στενοχωρίαν, προσελθών κάποιος στρατιώτης, εκ Ρόδου καταγόμενος, είπεν: «Εγώ δύναμαι, ω άνδρες, να σας διαβιβάσω (εις την αντίπεραν όχθην του ποταμού) κατά τετρακισχιλίους οπλίτας, εάν μου χορηγήσετε όσα μου χρειάζονται μέσα, μου δώσετε δε ως αμοιβήν των κόπων μου ένα τάλαντον».

Ερωτώμενος δε: τίνων έχει ανάγκην, απεκρίθη: «Μου χρειάζονται δύο χιλιάδες ασκοί. Προς τούτο δύνανται να μου χρησιμεύσουν πολλά των όσα βλέπω τριγύρω μου πρόβατα και αίγες και βόες και όνοι, άτινα πάντα, αφού εκδαρούν και τα εξ αυτών δέρματα εμφυσηθούν καλώς, δύνανται να μας διευκολύνουν την διάβασιν.

»Θα λάβω δε ανάγκην και των σχοινίων, τα οποία μεταχειρίζεσθε διά τα υποζύγια &(τριχιές)&. Αφού συνδέσω δηλ. μεταξύ των τους ασκούς με τα σχοινία αυτά, και αφού (ούτω συνδεδεμένους) τους κρατήσω επί της επιφανείας του ύδατος ακινήτους διά λίθων, τους οποίους θα κρεμάσω απ' αυτών και θ' αφήσω ως αγκύρας εις τον πυθμένα, και αφού δι' όλου του πλάτους του ποταμού μεταφέρω την ασκογέφυραν ταύτην από της μιας εις την άλλην όχθην, δένων αυτήν και από δυο της άκρα εις τας όχθας του, θα ρίψω επάνω της διάφορα χόρτα και χαμόκλαδα και επ' αυτών κατόπιν θα επισωρεύσω &(κουβαλήσω)& χώματα.

»Και ότι μεν δεν θα καταβυθισθήτε (επ' αυτών φερόμενοι), θα το ιδήτε αμέσως με τα μάτια σας. Διότι κάθε ασκός δύναται να φέρη βάρος δύο ανδρών χωρίς κανένα φόβον καταδύσεως. Τα χόρτα δε και τα χώματα εντελώς θα εμποδίζουν του να ολισθαίνη &(να ξεγλιστρά)& τις επ' αυτού».

Εις τους ακούσαντας ταύτα στρατηγούς η μεν γνώμη αύτη του Ροδίου εφάνη ευφυεστάτη, η πραγματοποίησίς της όμως αδύνατος. Διότι εις την αντίπεραν όχθην ευρίσκοντο πολλοί ιππείς εκ των βαρβάρων, οίτινες θα ημπόδιζαν την διάβασιν και οίτινες ευθύς αμέσως εις τους πρώτους, που θ' απετόλμων τοιαύτην τινά ασκογέφυραν, δεν θα επέτρεπαν τίποτε από όσα ανέφερα να γείνη (να πράξουν).

Ενταύθα την μεν επομένην, αφού έκαυσαν τα καταλύματά των, επανεχώρουν οπίσω εις τας ακαύστους κώμας, βαδίζοντες και πάλιν την άγουσαν προς την Βαβυλώνα οδόν. Ώστε οι πολέμιοι έπαυσαν πλέον να τους παρακολουθούν, θεώμενοι αυτούς (εκ του μακρόθεν) και απορούντες προς ποίαν άρα γε διεύθυνσιν θα τραπούν οι Έλληνες και τι σκέπτονται να πράξουν.

Ενταύθα οι μεν άλλοι στρατιώται εφρόντιζαν περί των επιτηδείων. Οι δε στρατηγοί και πάλιν συνήλθον προς σύσκεψιν και, αφού πρώτον συνήθροισαν τους (εκ των εγχωρίων κατά την πορείαν των) αιχμαλωτισθέντας, τους ηρώτων επισταμένως περί όλων των κύκλω των χωρών, οποία τις δηλαδή ήτον εκάστη εξ αυτών.

Ούτοι δε έλεγαν ότι προς νότον μεν η οδός έφερε προς την Βαβυλώνα και την Μηδίαν, από την οποίαν και είχαν έλθη. Προς ανατολάς δε ότι έφερε προς τα Σούσα και τα Εκβάτανα, όπου λέγεται ότι διέρχεται το θέρος και την άνοιξιν ο βασιλεύς. Η δε προς δυσμάς εις τον διαβαίνοντα τον ποταμόν οδός ότι έφερε προς την Λυδίαν και την Ιωνίαν. Η δε τρεπομένη διά μέσου των ορέων και προς βορράν ότι ήγε προς την χώραν των Καρδούχων.

Περί τούτων δε έλεγαν ότι κατοικούν ανά τα όρη και ότι είναι πολεμοχαρής λαός, μη υποτασσάμενος ουδ' εις αυτόν τον βασιλέα. Ότι δε άλλοτε ποτε είχεν εισβάλη εις την χώραν των και βασιλικός στρατός εξ εκατόν είκοσι χιλιάδων (προς υποταγήν των). Εκ των οποίων όμως, ως εκ των δυσκολιών της διαβάσεως, ουδείς εις την πατρίδα του επέστρεψεν. Οπόταν δε εσυνθηκολόγησαν (κατόπιν συνθηκών ειρήνευσαν) με τον εν τη πεδιάδι οικούντα σατράπην των, (έλεγαν) ότι δι' επιγαμιών συνανεμίγησαν αναμεταξύ των, αυτοί προς τους Καρδούχους και οι Καρδούχοι προς αυτούς.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί εκάθησαν ξεχωριστά (απεσύρθησαν) από τους λέγοντας ότι εγνώριζαν τας προς εκάστην χώραν αγούσας οδούς (αιχμαλώτους οδηγούς των), μη ανακοινούντες τίποτε περί της οδού, την οποίαν έμελλον να βαδίσουν.

Ενόμισαν, λοιπόν, οι στρατηγοί αναγκαίον να εισέλθουν διά των ορέων εις την χώραν των Καρδούχων. Διότι έλεγαν ότι, αφού διήρχοντο την χώραν ταύτην, θα ήσαν εις την φημισμένην και ευδαίμονα Αρμενίαν, την οποίαν διώκει ο (ήδη προ πολλού φθάσας εις αυτήν) Ορόντας. Από την Αρμενίαν δ' έλεγαν ότι είναι πλέον η οδός ευκολοδιάβατος, προς οιονδήποτε μέρος και εάν ήθελέ τις να βαδίση.

Μετά ταύτα προσέφεραν θυσίας εις τους Θεούς, ερωτώντες αυτούς πότε θα ήτον η κατάλληλος ώρα διά να ξεκινήσουν (διά να μάθουν την κατάλληλον της αναχωρήσεως ώραν). Διότι εφοβούντο μήπως προλάβουν και διαβούν πρώτοι οι πολέμιοι τα (Καρδούχια) όρη. Και διέταξαν, αφού δειπνήσουν, να αναπαυθούν όλοι, αφού πρώτον ετοιμάσουν τας αποσκευάς των, εις πρώτην δε διαταγήν των να ήναι αμέσως έτοιμοι διά την πορείαν.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον.

Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν των Μυρίων έγειναν μέχρι της ημέρας της (περί τα Κούναξα) μάχης και όσα μετ' αυτήν συνέβησαν κατά την διαπραγμάτευσιν των συνθηκών, τας οποίας ο βασιλεύς και οι με τον Κύρον αναβάντες Έλληνες συνωμολόγησαν και όσοι πόλεμοι, αφού βασιλεύς και Τισσαφέρνης παρέβησαν τας συνθήκας ταύτας, επολεμήθησαν μεταξύ των Ελλήνων και του ακολουθούντος τούτους Περσικού στρατεύματος — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά εις όσα μέχρι τούδε αφηγήθημεν.

Αφού δε (οι Έλληνες) έφθασαν εις ο μέρος ο μεν Τίγρης ποταμός είναι καθ' ολοκληρίαν αδιάβατος ως εκ του μεγάλου βάθους του και πλάτους, ουδεμία δε υπήρχε διάβασις &(πέρασμα)&, τα δε Καρδούχια όρη, απόκρημνα υπεράνω αυτού του ποταμού εκρέμαντο, απεφάσισαν οι στρατηγοί να πορευθούν διά μέσου των ορέων.

Διότι από τους (καθ' οδόν) συλληφθέντας αιχμαλώτους εμάνθαναν ότι, εάν διέλθουν τα Καρδούχια όρη, θα συναντήσουν εις την Αρμενίαν τας πηγάς του Τίγρητος ποταμού, τας οποίας, εάν μεν θέλουν, δύνανται να διαβούν, εάν δε όχι, δύνανται να παρακάμψουν. Ελέγετο δε ότι και αι πηγαί του Ευφράτου δεν ήσαν και πολύ μακράν των πηγών του Τίγρητος. Τοιαύται δ' εν γένει ήσαν αι πληροφορίαι των μέχρι της στιγμής αυτής (ούτω δ' εν γένει είχον τα πράγματα των Ελλήνων μέχρι της στιγμής αυτής).

Την δε εισβολήν εις την χώραν των Καρδούχων επιχειρούν κατά τον εξής τρόπον, αφ' ενός μεν καταβάλλοντες πάσαν προσπάθειαν όπως διαλάθουν την προσοχήν των εγχωρίων, αφ' ετέρου δε, όπως φθάσουν όσον το δυνατόν ταχύτερο, πριν ή ακόμη προφθάσουν και καταλάβουν τας κορυφάς των ορέων οι πολέμιοι:

Ότε ήσαν περί την τελευταίαν νυκτερινήν φύλαξιν (περί ώραν καθ’ ήν ήλλασσεν η τελευταία της νυκτός φρουρά), υπελείπετο δ' από την νύκτα τόσον μόνον χρονικόν διάστημα, όσον ήρκει διά να διέλθουν εν μέσω ακόμη σκότους την πεδιάδα, τότε, αφού ηγέρθησαν από του ύπνου όλοι διά κατ' ιδίαν (από ανωτέρου εις κατώτερον) διαβιβασθείσης διαταγής, πορευόμενοι φθάνουν με τα ξημερώματα εις το όρος.

Τότε, λοιπόν, ο μεν Χειρίσοφος προηγείτο του στρατεύματος, λαβών το περί εαυτόν στράτευμα και όλους τους ευζώνους υπό την αρχηγίαν του, ο δε Ξενοφών ηκολούθει με τους οπισθοφύλακας οπλίτας, ουδένα έχων εύζωνον. Διότι και ουδείς εφαίνετο να υπάρχη κίνδυνος, μήπως, ενώ προς τάνω εβάδιζαν (ενώ ανέβαιναν τα όρη), τους ηκολούθει εκ των όπισθεν κανείς.

Και, πριν ή ακόμη τον εννοήσουν οι πολέμιοι, ο Χειρίσοφος ανέρχεται εις την κορυφήν. Έπειτα δε εβάδιζε βραδύτερον, ηκολούθει δε πάντοτε όπισθέν του το μεγαλύτερον μέρος του στρατεύματος εις τας ανά τα κοιλώματα και τους μυχούς των ορέων κώμας.

Τότε, λοιπόν, οι μεν Καρδούχοι, εγκαταλείψαντες τας οικίας των, φέροντες δε μαζή των και τους παίδας και τας γυναίκας των, έφευγαν ανά τα όρη. Τα δε τρόφιμα, εάν ήθελαν να λάβουν, ήσαν αφθονώτατα, γεμάται δε και αι οικίαι των από χαλκώματα, από τα οποία, εν τούτοις, ουδέν έλαβαν οι Έλληνες, ουδέ τους ανθρώπους κατεδίωκον, σκοπίμως φειδόμενοι αυτών επί τη ελπίδι ότι θα θελήσουν οπωσδήποτε οι Καρδούχοι να τους επιτρέψουν φιλικήν διάβασιν διά της χώρας των, αφού ήσαν εχθροί του βασιλέως. Εάν που όμως κανείς συνήντα κατά τύχην τρόφιμα, τα κατελάμβανεν. Διότι είχαν μεγάλην έλλειψιν αυτών. Οι δε Καρδούχοι ούτε εις τους προσκαλούντας αυτούς υπήκουον (έδιδαν ακρόασιν) ούτε οιανδήποτε άλλην φιλικήν διάθεσιν εδείκνυον.

Ότε δε κατέβαιναν οι τελευταίοι των Ελλήνων εις τας κώμας από την κορυφήν, εν μέσω πλέον σκότους βαδίζοντες (βραδυάσαντες) — επειδή, διά το είναι την οδόν στενήν, η διά των ορέων ανάβασις και κατάβασις διήρκεσε καθ' όλην την ημέραν — τότε συναθροισθέντες τινές εκ των Καρδούχων επιτίθενται κατά των τελευταίων τούτων και, αν και ήσαν ολίγοι, εφόνευσάν τινας και άλλους με λίθους και τοξεύματα σοβαρώς επλήγωσαν. Διότι εντελώς αιφνιδίως και χωρίς καν ούτε να το φαντάζωνται ενεφανίσθη προ αυτών &(επλάκωσεν)& ο Ελληνικός στρατός.

Εάν όμως τότε συνηθροίζοντο (προς αντίστασιν) περισσότεροι, θα εκινδύνευεν αφεύκτως να καταστραφή μέγα μέρος του στρατεύματος. Και ταύτην μεν την νύκτα ούτως εις τας κώμας (υπαίθριοι) εξενύκτισαν. Οι δε Καρδούχοι έκαιαν πολλά πυρά γύρω επί των ορέων, ούτω δε φωτιζόμενοι έβλεπαν αλλήλους (πού και πόσοι έκαστοι ευρίσκοντο).

Άμα δ' εξημέρωσε, συνασθροισθέντες οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων απεφάσισαν, έχοντες μόνον τα χρησιμώτερα και ευρωστότερα των υποζυγίων, να βαδίζουν, εγκαταλείποντες τα άλλα, ν' αφήσουν δ' επίσης και όλους τους προ ολίγου μόλις υπό του στρατού συλληφθέντας αιχμαλώτους.

Διότι ως εκ του πλήθους των υποζυγίων και των αιχμαλώτων επεβραδύνετο η πορεία του στρατού, πολλοί δε και απείχον της μάχης έχοντες την επιστασίαν τούτων, ως εκ του μεγάλου δε αριθμού των αιχμαλώτων παρίστατο ανάγκη να προμηθεύωνται διπλασίας ποσότητος τροφάς. Αφού δ' ενεκρίθησαν και ταύτα, εκήρυξαν ανά το στράτευμα να συμμορφωθούν όλοι προς τας διαταγάς των.

Ότε, λοιπόν, γευματίσαντες, ήρχισαν να βαδίζουν, σταθέντες οπίσω (σταματήσαντες ολίγον) εις κάποιο εκεί στενόν οι στρατηγοί, εάν τυχόν εύρισκαν εις κανένα τίποτε εξ εκείνων, τα οποία κατά τας διαταγάς των ώφειλαν να εγκαταλείψουν, του το έπαιρναν, οι δε στρατιώται υπήκουον, άφηναν δε μόνον (χωρίς να του το πάρουν) παν ό,τι τις είχε κλέψη, ως παραδείγματος χάριν κανένα προς απόλαυσιν παιδί ή καμμίαν εκ των καλοκαμωμένων γυναικών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτως επορεύθησαν, άλλοτε μεν (οπωσδήποτε) μαχόμενοι, άλλοτε δε και αναπαυόμενοι.

Την δε επομένην ενσκήπτει βαρύτατος χειμών, ουκ ήττον όμως ήτον απόλυτος ανάγκη να βαδίζουν. Διότι δεν επήρκουν πλέον τα προς συντήρησιν του στρατού τρόφιμα. Και επροπορεύετο μεν ο Χειρίσοφος, ωπισθοφυλάκει δε ο Ξενοφών.

Οι δε πολέμιοι (Καρδούχοι) ισχυρώς επετίθεντο και, επειδή τα μέρη, από τα οποία διήρχοντο, ήσαν στενά &(κλεισούρες)&, ετόξευαν και εσφενδόνουν τους Έλληνας εκ του πλησίον. Ώστε ευρίσκοντο ηναγκασμένοι ούτοι, καταδιώκοντες αυτούς και πάλιν επιστρέφοντες (στας θέσεις των), να βαδίζουν βραδέως. Και συχνάκις ο Ξενοφών προέτρεπε (κρύφα) τον στρατόν να σταματά ολίγον κάθε φορά που οι πολέμιοι ισχυρώς επετίθεντο εναντίον του.

Ενταύθα ο Χειρίσοφος, άλλοτε μεν, ότε (ιεραρχικώς) διεβιβάζετο τοιαύτη κρυφή διαταγή, έμενεν οπίσω &(σταματούσε λίγο)&, τότε όμως ηρνήθη να συμμορφωθή προς τας προτροπάς του Ξενοφώντος, αλλά ταχέως εβάδιζε και κρυφοδιέτασσε να τον ακολουθούν όλοι, ώστε ήτο πλέον εις πάντας φανερόν ότι θα είχε (πάντως) παρουσιασθή κάποια δυσκολία. Εις τον βαδίζοντα δε (παρερχόμενον) δεν εδίδετο καιρός να ίδη το αίτιον της σπουδής αυτής (ταχυπορίας). Ώστε η πορεία εν τη οπισθοφυλακή ωμοίαζε (μάλλον) προς φυγήν.

Και τότε αποθνήσκει ανήρ γενναίος, Λάκων την πατρίδα, ονομαζόμενος Κλεώνυμος, τοξευθείς διά της ασπίδος και του δερματίνου θώρακος εις τας πλευράς, και Βασίας ο Αρκάς, λαβών διαμπερές κτύπημα εις την κεφαλήν.

Άμα δε έφθασαν εις σταθμόν, ευθύς όπως ήτο κ' ευρίσκετο ο Ξενοφών, ελθών εις τον Χειρίσοφον, τον κατηγόρει διατί δεν εσταμάτησεν ολίγον, αλλ' εξ αιτίας του ηναγκάσθησαν να φεύγουν και να μάχωνται συγχρόνως. «Και ιδού τώρα ταποτελέσματα: Δύο καλοί και γενναίοι άνδρες να φονευθούν (αδίκως), χωρίς να ημπορέσωμεν ούτε τους νεκρούς των να λάβωμεν, ούτε να τους θάψωμεν (ως είχομεν καθήκον)».

Εις ταύτα ο Χειρίσοφος απεκρίθη: «Στρέψε το βλέμμα προς τα όρη ταύτα και ιδέ ό,τι όλα είναι αδιάβατα. Μία δε και μόνη είναι ανηφορική οδός, αυτή ην έχεις ενώπιόν σου, αλλά και επί ταύτης ημπορείς να ίδης μέγα πλήθος ανθρώπων, οίτινες φυλάττουν, προκαταλαβόντες ήδη, την οφρύν του όρους (το υψηλότατον της ράχεως του όρους).

»Διά τούτο, λοιπόν, έσπευδα και διά τούτο δεν σ' επερίμενα διόλου, με την ιδέαν ότι ίσως ηδυνάμην να φθάσω την επί της οφρύος ταύτης διάβασιν, πριν ή ακόμη καταληφθή από τον εχθρόν. Οι δε οδηγοί, τους οποίους έχομεν, λέγουν ότι δεν υπάρχει άλλη (διαβατή) οδός».

Ο δε Ξενοφών λέγει: «Αλλ' εγώ εκράτησα ως οδηγούς δύο (μόνον) άνδρας. Διότι ενεδρεύσαντες εφονεύσαμεν εξ αυτών τινας, επειδή μας ήσαν ενοχλητικοί, πράγμα το οποίον συνετέλεσε και εις το να ανακουφισθώμεν ουκ ολίγον, εάν δε μόνον τους δύο αυτούς επροθυμήθημεν να πάρωμεν μαζή μας ζωντανούς, επράξαμεν τούτο, διά να τους χρησιμοποιήσωμεν ως οδηγούς γνωρίζοντας την χώραν».

Και ευθύς, αφού έφεραν ενώπιόν των τους δύο τούτους αιχμαλώτους, λαβόντες έκαστον ξεχωριστά τους εξήταζον αν εγνώριζαν καμμίαν άλλην, εκτός της φανεράς αυτής, οδόν. Και ο μεν είς εξ αυτών δεν απήντησε προφασιζόμενος πλείστους όσους λόγους, δι' ους εφοβείτο ν' απαντήση. Επειδή δε δεν έλεγε τίποτε επωφελές (διά τον στρατόν), κατεσφάγη υπό τα βλέμματα του άλλου.

Ο δε απομείνας, (ερωτηθείς), είπεν ότι εκείνος μεν (ο σφαγείς) ηρνείτο να είπη ότι εγνώριζεν άλλην τινά οδόν διά τον λόγον ότι ετύχαινε να έχη εκεί κάπου θυγατέρα ύπανδρον. Αυτός όμως είπεν ότι έχει υπ' όψει του οδόν, εις ην θα ήτο δυνατόν να βαδίζουν ακόμη και υποζύγια.

Ερωτηθείς δε, αν εις την οδόν αυτήν υπάρχη κανέν δυσκολοδιάβατον μέρος, είπεν: «ότι τοιούτον είναι (κάποια) κορυφή, την οποίαν, εάν δεν προλάβη τις να καταλάβη, είναι εντελώς αδύνατον από οιονδήποτε άλλο μέρος να διαβή».

Τότε απεφάσισαν (ενόμισαν καλόν ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών), αφού συγκαλέσουν τους λοχαγούς των οπλιτών και τους ταξιάρχους των πελταστών, να ομιλήσουν εις αυτούς περί της καταστάσεως και να τους ερωτήσουν, ποίοι εξ αυτών είναι εκείνοι οι οποίοι θα ήθελαν ν' αναδειχθούν άνδρες γενναίοι και εκουσίως των (ως εθελονταί) ν' αναλάβουν να βαδίσουν κατά του εχθρού.

Και των μεν οπλιτών (εθελοντών) αρχηγοί αναλαμβάνουν να γείνουν ο εκ Μεθυδρίου της Αρκαδίας Αριστώνυμος και ο εκ Στυμφαλίας της Αρκαδίας Αγασίας. Αμιλλώμενος όμως προς αυτούς Καλλίμαχος ο Παρράσιος (Αρκάς και ούτος) λέγει ότι και αυτός έχει όλην την επιθυμίαν να βαδίση, αλλ' αφού προσλάβη εθελοντάς (όχι εξ ενός μόνον στρατιωτικού σώματος), αλλ' εξ ολοκλήρου του στρατεύματος. «Διότι εγώ — είπεν — είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι, εμού αρχηγούτος, &(όταν μπω εγώ μπροστά)&, θα με ακολουθήσουν πολλοί εκ των νέων».

Μετά ταύτα ερωτούν οι στρατηγοί, εάν επιθυμή κανείς να συμπορευθή ως ταξίαρχος και των ευζώνων («γυμνήτων»). (29) Αναλαμβάνει δε να γείνη τούτων αρχηγός Αριστέας ο Χίος, όστις περί τα τοιαύτα πολλάκις πολλού λόγου άξιος εφάνη εις το στράτευμα.

Κεφάλαιον δεύτερον.

Και ήτο μεν βράδυ. Οι δε στρατηγοί (Χειρίσοφος και Ξενοφών) διέτασσον τους εθελοντάς, αφού φάγουν χορταστικά &(αφού την τηλώσουν)&, ν' αρχίσουν να πορεύωνται. Και αφού έδεσαν τον οδηγόν, (διά να μη τους φύγη), τους τον παραδίδουν και συμφωνούν: την μεν νύκτα, εάν κατορθώσουν και καταλάβουν την κορυφήν, (30) να κρατήσουν την θέσιν των, άμα ξημερώση δε, να τους ειδοποιήσουν διά της σάλπιγγος. Και — συμφωνούν ακόμη — ούτοι μεν, όταν θα ήναι πλέον επάνω, να βαδίζουν κατά των κατεχόντων την φανεράν διάβασιν (Καρδούχων), (31) αυτοί δε (δηλαδή οι περί τον Χειρίσοφον μόνον) να τους βοηθήσουν, βαδίζοντες (και αυτοί) προς το μέρος εκείνο όσον δυνηθούν ταχύτερον.

Αφού συνεφώνησαν ταύτα, εκείνοι μεν (οι εθελονταί), ανερχόμενοι εις δισχιλίους περίπου, επορεύοντο. Έβρεχε δε ραγδαίως. Ο δε Ξενοφών με τους οπισθοφύλακας προσεποιήθη ότι εβάδιζε (και αυτός) διά της ευρείας οδού προς την διάβασιν, επί τω σκοπώ να περισπάση επ' αυτής (της οδού) την προσοχήν των πολεμίων, να διαλάθουν δε τούτους όσον ηδύναντο περισσότερον οι διά της άλλης οδού (της στενής) βαδίζοντες εθελονταί.

Αφού δε οι οπισθοφύλακες έφθασαν εις το χείλος μιας χαράδρας, την οποίαν έπρεπε να διαβούν, διά να ανέλθουν τον ανήφορον, οι βάρβαροι ήρχισαν να κυλίουν κατ' αυτών μεγάλα και στρογγυλά τεμάχια βράχων, προς μεταφοράν εκάστου των οποίων θα απητείτο άμαξα, και τα οποία, προσκρούοντα, όταν εφέροντο προς τα κάτω, κατά των πετρών, εξετινάσσοντο εις μεγάλην καθ' όλας τας διευθύνσεις απόστασιν. Ούτω δε ούτε να πλησιάση τις ήτο δυνατόν προς την είσοδον της χαράδρας.

Τινές δε εκ των λοχαγών, όταν δεν ηδύναντο να πλησιάσουν προς αυτήν, προσεπάθουν να ανεύρουν άλλην. Και ταύτα έπραττον, μέχρις ου ενύκτωσεν. Όταν δ' ενόμισαν ότι, απερχόμενοι, δεν θα διεκρίνοντο πλέον από τον εχθρόν (ως εκ του σκότους), απήλθον διά να δειπνήσουν, αφού όλοι τους ήσαν νηστικοί από της προτεραίας. Ουχ ήττον οι πολέμιοι δεν έπαυσαν καθ' όλην την νύκτα να κυλίουν λίθους. Εβεβαιούντο δε περί τούτου από τους κρότους.

Οι δ' έχοντες μαζή των τον οδηγόν εθελονταί, ερχόμενοι κυκλικώς προς την διάβασιν διά της άλλης, της στενής, οδού, καταλαμβάνουν αιφνιδίως τους (παρ' αυτήν) φύλακας, οίτινες, ως εκ του ψύχους, είχαν ανάψη φωτιά και εθερμαίνοντο, και επιπίπτουν κατ' αυτών, άλλους μεν φονεύσαντες, άλλους δε καταδιώξαντες, αυτοί δε, νομίζοντες ότι είχαν φθάση πλέον εις την κορυφήν, παρέμεναν ενταύθα.

Αλλ' όπου έμεναν δεν ήτον η κορυφή, αλλά λόφος τις («μαστός») υψούτο υπεράνω αυτών, πλησίον του οποίου διήρχετο η στενή αύτη οδός, εφ' ης εκάθηντο οι θερμαινόμενοι εκείνοι φύλακες. Από το μέρος τούτο όμως ηδύνατο να γείνη έφοδος κατά των πολεμίων, οίτινες κάθηντο επί της φανεράς οδού. (32)

Και την μεν νύκτα επέρασαν εδώ. Άμα δε ήρχισε να ξημερώνη, εβάδιζαν συντεταγμένοι και αθορύβως κατά των πολεμίων. Επειδή δε ήτον ομίχλη, επλησίασαν χωρίς να εννοηθούν. Αφού δε αντίκρυσαν αλλήλους και η σάλπιγξ ήχησε δώσασα το σύνθημα, επέπεσαν κατά των Καρδούχων αλαλάζοντες. Ούτοι δε δεν αντεστάθησαν, αλλά εγκαταλιπόντες την διάβασιν ετράπησαν εις φυγήν. Επειδή δε ήσαν ελαφρά ωπλισμένοι (και ηδύναντο να τρέχουν ευκολώτερον), ολίγοι μόνον εφονεύθησαν.

Οι δε περί τον Χειρίσοφον, άμα ως ήκουσαν την σάλπιγγα, έτρεξαν ευθύς προς τάνω, κατά την φανεράν διάβασιν («οδόν»). Άλλοι δε εκ των στρατηγών έτρεχαν προς αυτήν κατά διαφόρους απατήτους δρόμους, όπου έτυχε να ευρίσκεται έκαστος, και αναβάντες, όπως ηδύναντο, ανέσυραν αλλήλους διά δοράτων.

Ούτοι δε (οι στρατηγοί) ήσαν και οι πρώτοι οίτινες ηνώθησαν με τους προκαταλαβόντας την διάβασιν εθελοντάς. Ο δε Ξενοφών, έχων μαζή του τους μισούς μόνον εκ των οπισθοφυλάκων, (αφού ήκουσε και αυτός την σάλπιγγα), εβάδιζε την οδόν, την οποίαν είχαν ήδη προ αυτού βαδίση οι έχοντες τον οδηγόν εθελονταί, διότι ήτον καταλληλοτάτη διά την διάβασιν των υποζυγίων, όπισθέν των οποίων έταξε τους άλλους μισούς εκ των οπισθοφυλάκων.

Ενώ δε επορεύοντο, συναντούν λόφον υπεράνω της οδού, κατειλημμένον υπό των πολεμίων (των εκ της καταληφθείσης ήδη «φανεράς οδού» φυγόντων), τους οποίους ήτον ανάγκη ή να εκδιώξουν ή να μείνουν εκεί όπως ήσαν, χωρισμένοι από των εθελοντών και των περί τον Χειρίσοφον. Και αυτοί μεν ηδύναντο να βαδίσουν την οδόν, ην οι περί τον Χειρίσοφον εβάδισαν, ως προς τα υποζύγια όμως, δεν ήτο δυνατόν δι' άλλης οδού παρά δι' αυτής μόνον να περάσουν προς την διάβασιν. Τότε λοιπόν, παρακινήσαντες (δι' ενθουσιωδών λόγων) αλλήλους, εφορμούν κατά του λόφου, έχοντες τους άνδρας των λόχων τον ένα μετά τον άλλον τεταγμένους, μη επιδιώκοντες δε να τους περικυκλώσουν, αλλ' (επίτηδες) αφήνοντες διέξοδον εις τους πολεμίους, εάν τυχόν ήθελαν να φύγουν.

Και μέχρι τινός μεν εφ' όσον ανέβαιναν, από οιονδήποτε μέρος ηδύνατο έκαστος, οι βάρβαροι τους ετόξευαν και τους επλήγωναν. Αλλ' ότε ήδη έφθαναν προς την κορυφήν, δεν τους επλησίασαν πλέον, αλλ' εγκατέλειψαν τον λόφον πάντες, τραπέντες εις φυγήν. Και, λοιπόν, αφού αντιπαρήλθον τον λόφον τούτον οι Έλληνες, και ιδού βλέπουν μετ' ολίγον ενώπιόν των άλλον, επίσης και τούτον υπό των Καρδούχων κατεχόμενον (των εκ του πρώτου λόφου αποβληθέντων). Απεφάσισαν δε και κατά τούτου να βαδίσουν (όπως κατά του πρώτου).

Σκεφθείς όμως ο Ξενοφών μήπως, εάν άφηνεν έρημον τον κυριευθέντα λόφον, οι πολέμιοι επανέκτων αυτόν και πάλιν, διά να επιτεθούν κατά των παρερχομένων υποζυγίων — τα οποία, σημειωθήτω, κατελάμβανον, πορευόμενα, μέγα μέρος της οδού ως εκ της στενότητός της — αφήνει επί του (κυριευθέντος) λόφου τους λοχαγούς Κηφισόδωρον τον Κηφισοφώντος, Αθηναίον, και Αμφικράτην τον Αμφιδήμου, Αθηναίον επίσης, και Αρχαγόραν τον Αργείον, φυγάδα, αυτός δε με τους άλλους εβάδιζε κατά του δευτέρου λόφου, τον οποίον ωσαύτως διά του αυτού τρόπου κυριεύει.

Ακόμη δε ύπελείπετο και τρίτος λόφος, (33) ανηφορικώτατος όμως ούτος (λίαν απόκρημνος), ήτο δε ο λόφος ο υπερκείμενος της εκ θερμαινομένων Καρδούχων φρουράς εκείνης της νυκτός, της υπό των εθελοντών κατακοπείσης. Άμα δ' επλησίασαν οι Έλληνες, εγκαταλείπουν αμέσως οι βάρβαροι αμαχητί τον λόφον («μαστόν»), πράγμα το οποίον ενέβαλεν εις έκπληξιν όλους, υποπτευθέντας ότι τον εγκατέλειψαν φοβηθέντες μήπως, περικυκλούμενοι, επολιορκούντο υπό του Ελληνικού στρατού. Αυτοί όμως, ως απεδείχθη εκ των υστέρων, ιδόντες ήδη από της κορυφής τα όπισθεν αυτού γενόμενα (επί των άλλων λόφων), ετράπησαν όλοι κατά των οπισθοφυλάκων (των φρουρούντων ήδη τον πρώτον κυριευθέντα λόφον υπό τους τρεις λοχαγούς εκείνους).

Και ο μεν Ξενοφών με τους νεωτέρους οπισθοφύλακας ανέβαινεν εις την κορυφήν του μαστού, τους δε υπολοίπους διέταξε να επιβραδύνουν το βήμα των, διά να προφθάσουν να ενωθούν μαζή των (οι απομείναντες όπισθεν) τελευταίοι λόχοι, και, αφού προσπεράσουν εις την φανεράν οδόν (την ήδη κατειλημμένην υπό των Ελλήνων, ν' αναπαυθούν εις το ομαλόν αυτής μέρος &(ίσωμα)&.