Κύρου Ανάβασις Τόμος 1

Part 10

Chapter 107 wordsPublic domain

Μετά ταύτα, γευματίσαντες και διαβάντες τον Ζαπάταν ποταμόν, εβάδιζαν συντεταγμένοι, έχοντες εν μέσω αυτών τα υποζύγια και τον όχλον. Μόλις δε είχαν προχωρήση, ότε και πάλιν εμφανίζεται ο Μιθραδάτης, έχων μαζή του περί τους διακοσίους ιππείς, τοξότας δε και σφενδονήτας τετρακοσίους περίπου, λίαν ελαφρούς και ελευθέρους (περί τας κινήσεις και το βάδισμα). Και επροχώρει μεν ολίγον κατ' ολίγον ως φίλος δήθεν των Ελλήνων. Άμα όμως τους επλησίασαν, αιφνιδίως άλλοι μεν εξ αυτών, ομού ιππείς μετά πεζών, ετόξευαν, άλλοι δε εσφενδόνιζαν, πάντες δε επλήγωναν.

Οι δε οπισθοφύλακες των Ελλήνων εβλάπτοντο μεν (εκτυπώντο μεν), δεν επροξένουν δε καμμίαν βλάβην εις τον πολέμιον. Διότι και οι Κρήτες κοντήτερα των Περσών ετόξευαν, συγχρόνως δε, όντες ωπλισμένοι ελαφρώς, ηναγκάζοντο να πολεμούν προφυλαγμένοι (περιωρισμένοι) εντός του στρατοπέδου των (του τετραπλεύρου εξ οπλιτών πλαισίου των), και οι ακοντισταί κοντήτερα των σφενδονητών ακόντιζαν, ώστε να μη τους φθάνουν διόλου τα ακόντιά των. Ως εκ τούτου ο Ξενοφών ενόμισε καλόν να τους καταδιώξη &(να τους κυνηγήση)&. Και ήρχισαν, λοιπόν, την καταδίωξιν όσοι εκ των οπλιτών και πελταστών έτυχε να ήναι μαζή του εν τη οπισθοφυλακή.

Καταδιώκοντες όμως δεν συνελάμβαναν κανένα εκ των πολεμίων. Διότι ούτε ιππικόν είχαν οι Έλληνες, ούτε οι πεζοί εξ αυτών ηδύναντο εν μικρώ χώρω να συλλαμβάνουν τους ήδη προ πολλού φεύγοντας πεζούς. Επειδή τους ήτον αδύνατον να καταδιώκουν (τους βαρβάρους) εις μεγάλην από του όλου (Ελληνικού) στρατεύματος απόστασιν.

Οι δε ιππείς των βαρβάρων, ακόμη και φεύγοντες, επλήγωναν τους διώκτας των, τοξεύοντες εις τα όπισθεν αυτών από των ίππων των. Όσον δε κατεδίωκον οι Έλληνες, τόσον έπρεπε να υποχωρούν πάλιν, πολεμούντες. Ώστε καθ' όλην την ημέραν δεν διέτρεξαν περισσότερον των είκοσι πέντε σταδίων, μόλις δε περί το δειλινόν έφθασαν εις τας κώμας.

Ένεκα όλων αυτών κατέλαβε και πάλιν το στράτευμα αθυμία. Ο Χειρίσοφος δε και οι γηραιότεροι των στρατηγών κατηγόρουν τον Ξενοφώντα, διότι, αποσπασθείς της φάλαγγος, ετράπη εις καταδίωξιν του εχθρού, και αυτός ο ίδιος ούτω ριψοκινδυνεύσας και εις τους πολεμίους ουδεμίαν σοβαράν βλάβην προξενήσας.

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών έλεγεν ότι δικαίως τον κατηγόρουν, άλλως τε και αυτά ταύτα τα αποτελέσματα (της καταδιώξεως) εμαρτύρουν την αλήθειαν των λόγων των. «Αλλ' εγώ, είπεν, ευρέθην ηναγκασμένος να καταδιώξω τον πολέμιον, επειδή σας έβλεπα να ζημιώνεσθε μεν απρακτούντες (διατηρούντες τας εν τη φάλαγγι θέσεις σας), να μην ημπορήτε δε, ουδέ κατ' ελάχιστον, ν' αποδώσετε τα ίσα εις τον εχθρόν.

»Τέλος πάντων, αφού ούτω ευρέθην πλέον εις την ανάγκην να τον καταδιώξω, ομολογώ ότι, ως προς τα κατόπιν γενόμενα, είσθε εν τη αληθεία. Διότι δεν ήμεθα εις θέσιν να βλάψωμεν περισσότερον τον πολέμιον, επιστρέφαμεν δε πάντοτε ζημιωμένοι &(εις κακήν κατάστασιν)&. Ας ευχαριστώμεν, λοιπόν, τους Θεούς, διότι ουχί με μεγάλην δύναμιν, αλλά μ' ελαχίστους μόνον εβάδισα κατά του εχθρού ώστε να μη τον βλάψω μεν επαισθητώς, να ήμαι όμως πλέον εις θέσιν να σας φανερώσω τίνων ακόμη έχομεν ανάγκην (ποίας ακόμη έχομεν ελλείψεις).

Είναι ήδη βέβαιον ότι οι μεν πολέμιοι τοξεύουν και σφενδονίζουν εις τοιαύτην (απ' αυτών) απόστασιν, εις οίαν ούτε οι Κρήτες, αντιτοξεύοντες, δύνανται να φθάσουν, ούτε οι ακοντισταί. Όταν δε τους καταδιώκωμεν, εις μεγάλην μεν απόστασιν από του στρατεύματος μας είναι αδύνατον (δεν μας επιτρέπεται) να τους καταδιώξωμεν, εις μικράν δε, ουδέ ο ταχύτερος (εξ ημών) πεζός θα ηδύνατο διώκων να συλλάβη πεζόν (εκ των πολεμίων), έστω και εις απόστασιν βολής τόξου.

»Εάν, λοιπόν, έχωμεν σκοπόν (θέλωμεν) να τηρώμεν τούτους εις απόστασιν, ώστε να μη δύνανται να μας βλάπτουν πλέον πορευομένους, ανάγκη όσον το δυνατόν ταχύτερον να παρασκευάσωμεν σφενδονήτας και ιππείς. Ακούω δ' ότι ευρίσκονται εις το στράτευμά μας άνδρες, καταγόμενοι εκ Ρόδου, οι περισσότεροι εκ των οποίων, όπως λέγουν, γνωρίζουν να ρίπτουν την σφενδόνην, και των οποίων η βολή φθάνει εις διπλασίαν της των Περσικών σφενδονών απόστασιν. Διότι αύται μεν, επειδή οι Πέρσαι σφενδονίζουν με ογκώδεις λίθους, φθάνουν εις απόστασιν μικράν. Οι δε Ρόδιοι γνωρίζουν να μεταχειρίζωνται ακόμη και τας μολυβδίδας (εκ μολύβδου βλήματα).

»Εάν, λοιπόν, εξετάσωμεν ποίοι εξ αυτών κέκτηνται σφενδόνας, και αμείψωμεν άλλους μεν διά την χρήσιν των, άλλους δε διά τον, ον θα λάβουν, κόπον να πλέξουν άλλας νέας (σφενδόνας), εάν δε και τον θέλοντα να καταταχθή εις τας τάξεις των σφενδονητών, από διάφορα άλλα βάρη (φρουράς ή αγγαρείας) τον ανακουφίσωμεν, ίσως τότε φανούν τινες ικανοί να μας ωφελήσουν (και εις το σφενδονίζειν).

»Αλλ' εκτός τούτου, έχω υπ' όψει μου ότι ευρίσκονται εις τον στρατόν και ίπποι, άλλοι μεν εξ αυτών πλησίον μου, άλλοι δε εγκαταλελειμμένοι από τον Κλέαρχον, και ουκ ολίγοι αιχμαλωτισθέντες, προς μεταφοράν δε χρησιμοποιούμενοι σκευών. Εάν, λοιπόν, αφού συλλέξωμεν όλους αυτούς, τους αντικαταστήσωμεν με (πραγματικά) σκευοφόρα υποζύγια (όνους, ημιόνους κ.λ.π.), τους ίππους δε εις ιππείς μεταβάλωμεν, ίσως και ούτοι συντελέσουν κάπως εις το να ενοχλήσουν τον φεύγοντα εχθρόν».

Και ταύτα πάντα εψηφίσθησαν. Κατά την νύχτα δε ταύτην οι μεν σφενδονήται ανήλθον εις διακοσίους, οι δε ιππείς και ίπποι, αφού εδοκιμάσθησαν την επομένην και ενεκρίθησαν, εις πεντήκοντα. Πάντες δε ούτοι επρομηθεύθησαν δερματίνους θώρακας, ίππαρχος δε όλων ωρίσθη, Λύκιος ο Πολυστράτου, Αθηναίος.

Κεφάλαιον τέταρτον.

Αφού δε έμειναν ενταύθα καθ' όλην ταύτην την ημέραν, επορεύοντο την επιούσαν, περί τα ξημερώματα εγερθέντες. Διότι έπρεπε να διαβούν χαράδραν, δι' ην εφοβούντο μήπως κατά την διάβασιν επετίθεντο κατ' αυτών οι πολέμιοι.

Πράγματι δε, ενώ την διέβαιναν, εμφανίζεται και πάλιν ο Μιθραδάτης, έχων χιλίους μεν ιππείς, σφενδονήτας δε και τοξότας έως τέσσαρας χιλιάδας. Διότι τόσους εζήτησε και έλαβεν από τον Τισσαφέρνην, υποσχεθείς εις αυτόν ότι, αν τους λάβη, θα του παραδώση τους Έλληνας, υπερηφανευτείς δ' ότι κατά την προσβολήν της προτεραίας, αν και είχε μαζή του τόσον ολίγους, αυτός μεν τίποτε δεν έπαθε, πλείστας δ' όσας ζημίας εφαντάζετο ότι επροξένησεν εις τους αντιπάλους του.

Ότε δε οι Έλληνες, διαβάντες πλέον την χαράδραν, απείχον αυτής περί τα οκτώ στάδια, ήρχισε να την διαβαίνη και ο Μιθραδάτης με όλην του την δύναμιν. Τότε (από τους Έλληνας στρατηγούς) ειδοποιήθησαν ίνα ήναι έτοιμοι) εκείνοι εκ των πελταστών και οπλιτών του Ελληνικού στρατού, οίτινες ήσαν επιτηδειότεροι εις το καταδιώκειν, επίσης δε επροτρέποντο και οι ιππείς να καταδιώκουν τον εχθρόν με θάρρος, έχοντες υπ' όψει ότι ακολουθούνται (διώκονται) από ισχυράν εχθρικήν δύναμιν.

Είχε πλέον αρκετά πλησιάση ο Μιθραδάτης (τους κατέφθανεν ήδη ο Μιθραδάτης), τοξεύματα δε και σφενδονισμοί έφθαναν ήδη μέχρι των Ελλήνων, όταν εκ του Ελληνικού στρατού εδόθη το σημείον της επιθέσεως διά της σάλπιγγος, κ' ευθύς αμέσως τότε έτρεχαν προς την αυτήν διεύθυνσιν όλοι όσοι είχαν ήδη προειδοποιηθή, μαζή μ' αυτούς δ' εξώρμων (προς όλα τα σημεία) και οι ιππείς. Αλλ' οι βάρβαροι δεν αντέσχον εις την καταδίωξιν και, υποστρέψαντες, ετράπησαν εις φυγήν προς την χαράδραν.

Εις τούτον, λοιπόν, τον διωγμόν εκ μεν των βαρβάρων πεζών εφονεύθησαν πολλοί, εκ δε των ιππέων συνελήφθησαν ζωντανοί (αιχμάλωτοι) εν τη χαράδρα περί τους δέκα οκτώ. Των δε φονευθέντων εξ αυτών απέκοψαν τα μέλη οι Έλληνες αυθόρμητοι, διά να παρουσιάσουν ούτω εις τους πολεμίους όσον το δυνατόν φοβερώτερον θέαμα.

Και οι μεν πολέμιοι τοιαύτην τύχην λαβόντες απήλθον. Οι δε Έλληνες ασφαλώς πλέον πορευόμενοι κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας έφθασαν εις τον Τίγρητα ποταμόν.

Ενταύθα ήτο πόλις μεγάλη, εγκαταλελειμμένη υπό των κατοίκων, ονομαζομένη δε Λάρισα, την οποίαν κατώκουν το πάλαι οι Μήδοι. Του τείχους της πόλεως ταύτης το μεν πλάτος ήτον είκοσι πέντε πόδες, το δε ύψος εκατόν. Είχε δε περίμετρον δύο παρασάγγας. Και ήτον εκτισμένον όλον με οπτάς πλίνθους &(τούβλα),& έχον την βάσιν λιθίνην, ύψους είκοσι ποδών.

Την πόλιν αυτήν πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών, ότε παρά των Μήδων ελάμβαναν την αρχήν οι Πέρσαι, κατ' ουδένα τρόπον ηδύνατο να την κυριεύση. Χάρις όμως εις έκλειψίν τινα τότε του Ηλίου, καθ’ ήν εσκιάσθη υπό νεφέλης ούτος (20), μέχρι τοιούτου σημείου εσκοτείνιασεν η πόλις, ώστε καθ' ολοκληρίαν εγκατέλειψαν αυτήν οι άνθρωποι (εκ φόβου), ούτω δ' ερημωθείσα εκυριεύθη.

Παρά την πόλιν ταύτην υπήρχε πυραμίς λιθίνη, έχουσα πλάτος μεν ενός πλέθρου, ύψος δε δύο πλέθρων. Επί της πυραμίδος ταύτης φοβηθέντες είχαν καταφύγη εκ των πλησίων χωρίων πολλοί εκ των βαρβάρων.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας έξ, και φθάνουν εις τείχος έρημον, μέγα, κείμενον πλησίον πόλεως, ονομαζομένης Μέσπιλα, κατοικουμένης δέ ποτε υπό των Μήδων.

Ήτο δε η μεν βάσις του τείχους από πελεκητόν κογχυλιάτην λίθον, (21) έχουσα πλάτος πεντήκοντα ποδών και ύψος πεντήκοντα.

Επί της βάσεως δε ταύτης ήτον οικοδομημένον πλίνθινον τείχος, έχον πλάτος μεν πεντήκοντα ποδών, ύψος δ' εκατόν. Του τείχους δε η περίμετρος ήτον έξ παρασάγγαι. Ενταύθα λέγεται ότι κατέφυγέ ποτε η σύζυγος του βασιλέως Μήδεια, ότε οι Μήδοι έχασαν την αρχήν, καταληφθείσαν υπό των Περσών.

Την πόλιν δε ταύτην πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών δεν ηδύνατο να κυριεύση ούτε διά της επί μακρόν χρόνον πολιορκίας, ούτε διά της βίας. Μόνον δε, αφού ο Ζευς κατετρόμαξε διά κεραυνού τους κατοίκους (και τους ηνάγκασε να εγκαταλείψουν την πόλιν), κατωρθώθη η κυρίευσις αυτής.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας τέσσαρας.

Εις τον σταθμόν δε τούτον ανεφάνη ο Τισσαφέρνης φέρων μαζή του και τους ιππείς με τους οποίους ήλθε και την δύναμιν του Ορόντα του έχοντος (σύζυγον) την θυγατέρα του βασιλέως και τους βαρβάρους με τους οποίους εξεστράτευσεν ο Κύρος και τους βαρβάρους με τους οποίους εβοήθει τον βασιλέα ο (νόθος) αδελφός του και, εκτός τούτων, και όσους ακόμη ο βασιλεύς του έδωκεν, ώστε εφαίνετο ούτω πάρα πολύ το στράτευμα.

Άμα δ' επλησίασεν, άλλα μεν των ταγμάτων του ετοποθέτησεν όπισθεν (του Ελληνικού στρατού), άλλα δε μετέφερεν εις τα πλάγια. Εν τούτοις, ούτε να κάμη έφοδον ετόλμα, ούτε να ριψοκινδυνεύση ήθελε, διέταξε δε μόνον να σφενδονίζουν κατ' αυτού και να τοξεύουν.

Αλλ' αφού, διαταχθέντες, ήρχισαν και οι Ρόδιοι να σφενδονίζουν και οι Κρήτες να τοξεύουν, τότε πλέον ουδείς των Ελλήνων σφενδονητών και τοξοτών ηστόχει του σκοπού του, καθ' οιουδήποτε των πολεμίων και αν έβαλλεν. Ούτε ήτον, άλλως τε, εύκολος η αποτυχία, ακόμη και αν επεθύμει τις να κατορθώση τούτο (ένεκα του μεγάλου πλήθους των βαρβάρων). Ούτω ο Τισσαφέρνης ηναγκάσθη να αποχωρήση, πάρα πολύ ταχέως τεθείς εκτός βολής. Μετ' αυτών δε συναπεχώρησαν και αι άλλαι τάξεις (του στρατού του).

Μετά ταύτα, κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας οι μεν (Έλληνες) επορεύοντο, οι δε (Πέρσαι) ηκολούθουν. Και δεν ηδύναντο πλέον να βλάψουν (να ενοχλήσουν) οι βάρβαροι τους Έλληνας ακροβολιστάς (Κρήτας και Ροδίους). Διότι και οι Ρόδιοι εσφενδόνιζαν μακρότερον των Περσών σφενδονητών και οι Κρήτες μακρότερον ετόξευον των Περσών τοξοτών.

Μεγάλα δε ήσαν και τα Περσικά τόξα. (22) Ώστε όσα εκ των Περσικών βελών εκυριεύοντο, εχρησιμοποιούντο από τους Κρήτας, οίτινες μετεχειρίζοντο ούτω βέλη εχθρικά, με τα οποία, ρίπτοντες και επαναρρίπτοντες αυτά προς τάνω, εγυμνάζοντο εις το να τοξεύουν μακράν. Ευρίσκοντο δε και πολλά σχοινία εις τας κώμας και μόλυβδος, χρήσιμα διά τας σφενδόνας.

Και κατά την ημέραν μεν αυτήν, αφού ήδη εστρατοπέδευσαν οι Έλληνες εις χωρία τυχαίως απαντηθέντα εις τον δρόμον των, απεμακρύνθησαν οι βάρβαροι, μειονεκτούντες εκείνων κατά τον ακροβολισμόν. Την δ' επιούσαν διημέρευσαν εκεί οι Έλληνες προμηθευόμενοι τον προς διατροφήν των αναγκαιούντα σίτον. Διότι εξ αυτού υπήρχε πάρα πολύς εις τα χωρία. Την επαύριον δ' επορεύοντο διά μέσου της πεδιάδος, ακολουθούμενοι από τον Τισσαφέρνην ακροβολιζόμενον.

Τότε ενόησαν (οι Έλληνες) ότι το τετράπλευρον εκείνο στρατιωτικόν των σώμα ήτο τακτική δι' αυτούς επιζημία, εις περίπτωσιν καθ’ ήν ακολουθούν πολέμιοι. Διότι ήσαν ηναγκασμένοι οι οπλίται, εάν μεν, ως εκ των συναντωμένων καθ' οδόν ορέων ή γεφυρών ή ως εκ της στενότητος του δρόμου, συμπιέζωνται τα εκατέρωθεν κέρατα του τετραπλεύρου, (23) να στενοχωρούνται και να βαδίζουν με δυσκολίαν και αταξίαν, ούτως ώστε, εν τοιαύτη ανωμαλία διατελούντες, να ήναι εν ώρα ανάγκης δυσκολομεταχείριστοι.

Οσάκις δε πάλιν (ευρυχωρίας επιφανείσης, τα πρότερον συμπιεσθέντα κέρατα) διεχωρίζοντο, παρίστατο ανάγκη τότε οι μέχρις εκείνης της στιγμής συμπιεζόμενοι να χωρίζωνται των εν τω κέντρω οπλιτών, να κενούται ανδρών το μέσον των κεράτων και να περιέρχωνται οι υφιστάμενοι ταύτα (στρατιώται) εις αθυμίαν, ακολουθούντος μάλιστα παρά πόδας του εχθρού.

Και οπόταν ήτον ανάγκη να διαβούν γέφυραν ή άλλην τινά οιανδήποτε δίοδον, έσπευδεν έκαστος προς αυτήν, επιθυμών να φθάση πρώτος. Ως εκ τούτου, λοιπόν, το στράτευμα ήτον ενταύθα λίαν εκτεθειμένον εις τας επιθέσεις των πολεμίων.

Αφού δ' ενόησαν πάντα ταύτα οι στρατηγοί, συνέταξαν (ωργάνωσαν) έξ λόχους, από εκατόν άνδρας έκαστον, και διώρισαν (προς διοίκησίν των) λοχαγούς και άλλους, πεντηκοντάρχους, και άλλους, ενωμοτάρχας. Τούτων δε πορευομένων, οσάκις μεν συνεπιέζοντο αι εκατέρωθεν πλευραί (κέρατα), άλλοι μεν (των λόχων) έμεναν τελευταίοι, ώστε να μην ενοχλούν τα κέρατα (ερχόμενοι όπισθέν των), άλλοι δε προηγούντο αυτών.

Οσάκις δε εχωρίζοντο απ' αλλήλων αι πλευραί του τετραπλεύρου, τότε το εκ του χωρισμού τούτου παρουσιαζόμενον διάστημα επλήρουν (οι λοχαγοί) κατ' ενωμοτίας μεν, εάν ήτο το διάστημα στενώτερον, κατά πεντηκοντάδας δε, εάν ήτο πλατύτερον, κατά λόχους δε, εάν ήτο πλατύτατον (ότε πλέον τα κέρατα επανήρχοντο εις την προτέραν θέσιν των). (24) Ώστε να ήναι πάντοτε πλήρες το εν τω μέσω των πλευρών διάστημα.

Εάν δε και ηναγκάζοντο να διαβούν δίοδόν τινα ή γέφυραν, δεν εταράσσοντο (οι λόχοι), αλλά διέβαιναν έκαστος με την σειράν του. Και οπουδήποτε αλλού της φάλαγγος υπήρχε κενόν τι, αμέσως προσήρχοντο ούτοι (προς συμπλήρωσίν της). Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας.

Ότε δ' επορεύοντο τον πέμπτον, είδαν κατοικίαν τινά (μεγαλοπρεπή τινα έπαυλιν) και περί αυτήν πολλά χωρία, την δε οδόν, άγουσαν προς το μέρος τούτο διά μέσου υψηλών γηλόφων, οίτινες κατήρχοντο από του όρους, υπό το οποίον υπήρχε το χωρίον (με την μεγαλοπρεπή εκείνην έπαυλιν). Και είδαν μεν, ως ήτον επόμενον, με μεγάλην των ευχαρίστησιν τους λόφους οι Έλληνες, αφού οι επερχόμενοι όπισθεν αυτών πολέμιοι ήσαν ιππείς.

Αλλ' αφού, πορευόμενοι, ανέβησαν από της πεδιάδος εις τον πρώτον γήλοφον, ήρχισαν δε να κατέρχωνται και τούτον, διά ν' ανέβουν τον (αμέσως ερχόμενον) κατόπιν, εμφανίζονται αίφνης επ' αυτού οι βάρβαροι και από τα υψηλότερα σημεία του λόφου επιτίθενται κατά των εν τη κατωφερεία ήδη ευρισκομένων Ελλήνων, τους σφενδονίζουν, τους τοξεύουν με μανίαν, πληγώνουν πλείστους εξ αυτών και τρέπουν εις φυγήν τους ψιλούς (ευζώνους), αναγκάσαντες αυτούς να κλεισθούν εντός του εξ οπλιτών πλαισίου του τετραπλεύρου. Ώστε κατά την ημέραν ταύτην ήσαν εντελώς άχρηστοι τόσον οι σφενδονήται, όσον και οι τοξόται, διότι ευρίσκοντο μαζή με τον εν τω μέσω του πλαισίου όχλον.

Επειδή δε, πιεζόμενοι οι Έλληνες, ηναγκάσθησαν να καταδιώξουν τον εχθρόν, οσάκις μεν οι (εξ αυτών) οπλίται κατώρθωναν με μεγάλην των δυσκολίαν να φθάσουν εις την κορυφήν του όρους, οι πολέμιοι (ιππείς) έφευγαν δρομαίοι. Οσάκις δε πάλιν επέστρεφαν (διά να ενωθούν) προς το απομένον όπισθέν των στράτευμα, (25) επάθαιναν και πάλιν τα ίδια όπως πρότερον (εσφενδονίζοντο κ. λ. π.). Αλλά και επί του δευτέρου λόφου τα αυτά συνέβησαν, ώστε από του τρίτου πλέον απεφάσισαν να μη μετακινηθούν &(να μη το κουνήσουν)& διόλου, πριν ή μεταφέρουν τους πελταστάς από την δεξιάν πλευράν του τετραπλεύρου προς το υπερκείμενον των λόφων όρος.

Αφού δε, (καταλαβόντες τα υπερκείμενα των λόφων πλευρά του όρους), εδέσποσαν των ακολουθούντων (διωκόντων) αυτούς εχθρών, έπαυσαν πλέον ούτοι να επιτίθενται κατά των καταβαινόντων τους λόφους (Ελλήνων), φοβηθέντες μήπως οι Έλληνες, χωριζόμενοι ούτω (βαθμηδόν), τους περικυκλώσουν και από τα δύο μέρη.

Ούτω κατά το υπόλοιπον της ημέρας πορευόμενοι, άλλοι μεν εκ των Ελλήνων ήρχοντο εις βοήθειαν των βαδιζόντων την επί των γηλόφων οδόν (των μαχομένων επί της διά των γηλόφων αγούσης οδού), άλλοι δε (εις βοήθειαν) των επί του όρους αφιχθέντων, έως ου έφθασαν (όλοι) εις τας επ' αυτού (κειμένας) κώμας, όπου εξέλεξαν οκτώ εκ των εμπείρων περί τας πληγάς (ιατρούς), διότι οι πληγωθέντες ήσαν ουκ ολίγοι.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις και ένεκα των πληγωμένων και διότι είχαν άφθονα τα προς τροφήν αναγκαία, άλευρα, οίνον, άφθονον δε και προωρισμένην διά τους ίππους, εις αποθήκας δε μαζή με άλλας τροφάς αποκειμένην, κριθήν. Όλαι δε αι τροφαί αύται, επί ταυτό συνηγμέναι, ανήκον εις τον σατράπην της χώρας. Την τετάρτην δ' ημέραν καταβαίνουν (από του όρους) εις την πεδιάδα.

Επειδή δε τους κατέφθασεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, τα μέχρι τούδε κατά την πορείαν των παθήματα τους εδίδαξαν αμέσως να κατασκηνώσουν εις το πρώτον που συνήντησαν χωρίον, να παύσουν δε πλέον να πορεύωνται μαχόμενοι. Διότι πολλοί είχαν ήδη τεθή εκτός μάχης, οι πληγωμένοι δηλαδή, οι φέροντες αυτούς και οι αναλαβόντες να φέρουν &(κουβαλούν)& τα όπλα των φερόντων (τους πληγωμένους).

Αφού δε κατεσκήνωσαν, και ήρχισαν ν' ακροβολίζωνται προς αυτούς οι βάρβαροι, πλησιάζοντες βαθμηδόν προς το χωρίον, ήσαν ήδη οι Έλληνες εις πολύ καλλιτέραν τούτων θέσιν. Διότι υπήρχε μεγάλη διαφορά του να εφορμούν ούτοι εξ εφόδου από κατεχομένην θέσιν, προς απομάκρυνσιν των βαρβάρων, από το να πολεμούν κατά πολεμίων επερχομένων βαδίζοντες.

Όταν δε πάλιν εβράδυασε, ενόμισαν καλόν ν' απέλθουν οι πολέμιοι. Διότι οι βάρβαροι ουδέποτε εστρατοπέδευαν εις απόστασιν από το Ελληνικόν στρατόπεδον μικροτέραν των εξήκοντα σταδίων, (26) φοβούμενοι μήπως επιτεθούν κατ' αυτών οι Έλληνες την νύκτα.

Διότι εις πολλάς ταλαιπωρίας και κόπους υπεβάλλετο εν καιρώ νυκτός το Περσικόν στράτευμα. Τους μεν ίππους των, δηλαδή, έδεναν οι βάρβαροι, οι περισσότεροι δ' εξ αυτών ήσαν δεμένοι διά της πέδης &(πεδικλωμένοι)& με την φάτνην των, διά να μη φεύγουν, εάν τυχόν ήθελαν λυθή. Εάν δε επροκαλείτο κανείς θόρυβος από τον εχθρόν, έπρεπεν ο Πέρσης ιππεύς να σελλώση πρώτα τον ίππον, κατόπιν να του βάλη τον χαλινόν και κατόπιν, αφού θωρακισθή, ν' ανέβη επί του ίππου. Όλα δε ταύτα ήσαν, βέβαια, δυσκολώτατα, γινόμενα εν ώρα νυκτός και κατόπιν αιφνιδίου εκ των πολεμίων θορύβου. Ένεκα τούτου, λοιπόν, κατεσκήνουν εις μακράν από των Ελλήνων απόστασιν.

Αφού δε ήρχισαν να εννοούν οι Έλληνες ότι οι πολέμιοι ήθελαν ν' αποχωρήσουν, ότι δε μετέδιδον κρυφίως αναμεταξύ των το επί τούτω σχετικόν παράγγελμα, ήρχισεν ο κήρυξ των να κηρύττη ότι πρέπει να συσκευάζωνται προς αναχώρησιν, τώρα μάλιστα που έγεινεν αισθητή η πρόθεσις της αναχωρήσεώς των από τους πολεμίους. Και επί τινα μεν χρόνον επεβράδυναν την πορείαν των οι βάρβαροι, περί την εσπέραν, όμως ανεχώρησαν. Διότι δεν ενόμιζαν ασφαλές και σκόπιμον να βαδίζουν και να φθάνουν εις το στρατόπεδόν των εν καιρώ νυκτός.

Αφού δε εβεβαιώθησαν πλέον οι Έλληνες περί της αναχωρήσεως των βαρβάρων, ανεχώρουν και αυτοί, ζεύξαντες πάλιν τους ίππους και τα υποζύγια εις τα άρματα και τας αμάξας, εβάδισαν δε περί τα εξήκοντα περίπου στάδια. Τοσαύτη δε ήτον η μεταξύ των αντιπάλων στρατευμάτων απόστασις, ώστε ούτε την επομένην ούτε την τρίτην ημέραν ανεφάνησαν πουθενά οι πολέμιοι. Κατά δε την τετάρτην προχωρήσαντες (προτρέξαντες) οι βάρβαροι εν καιρώ νυκτός καταλαμβάνουν θέσιν τινά δεξιά και υψηλότερα του μέρους, από το οποίον επροτίθεντο να διαβούν οι Έλληνες, δηλαδή προεξοχήν τινα όρους, υπό την οποίαν ήτον η άγουσα προς την πεδιάδα οδός.

Αφού δε είδεν ο Χειρίσοφος ότι η προεξοχή αύτη είχεν ήδη καταληφθή υπό των πολεμίων, προσκαλεί από της ουράς του τετραπλεύρου τον Ξενοφώντα και τον διατάσσει, αφού παραλάβη τους πελταστάς, να έλθη εις τα έμπροσθεν αυτού (εις το μέτωπον).

Αλλ' ο Ξενοφών τους μεν πελταστάς δεν έφερε. Διότι έβλεπεν εμφανιζόμενον όπισθεν τον Τισσαφέρνην με όλον του το στράτευμα. Ο ίδιος δε (ο Ξενοφών) πλησιάσας τον Χειρίσοφον τον ηρώτα: «Διά ποίον λόγον με προσκαλείς;». Ούτος δε του απαντά:» Είναι περιττόν να ερωτάς, αφού βλέπεις. Έχει ήδη προκαταληφθή ο υπεράνω του δρόμου, από τον οποίον θα καταβώμεν, λόφος, δεν θα ήναι δε δυνατόν να περάσωμεν, εάν δεν τους αποδιώξωμεν εκείθεν. Αλλά διατί δεν έφερες τους πελταστάς;».

Ο δε Ξενοφών του απήντησεν ότι δεν ενόμισε φρόνιμον να εγκαταλείψη (ν' αφήση έκθετα) τα όπισθεν (νώτα) του στρατού, εις στιγμήν καθ’ ήν εμφανίζονται πολέμιοι όπισθέν του. Παρίσταται όμως ανάγκη (είναι όμως καιρός) — είπε — να σκεφθώμεν πώς ν' αποδιώξωμεν τους βαρβάρους από τον λόφον εκείνον (την προεξοχήν)».

Ενταύθα ο Ξενοφών βλέπων ότι η κορυφή του όρους (εξ ου προεξείχεν ο λόφος ούτος) ήτον υπεράνω αυτού του Ελληνικού στρατεύματος και ότι από της κορυφής ταύτης υπήρχε διάβασις προς τον λόφον, επί του οποίου ήσαν οι πολέμιοι, λέγει: «Κάλλιστον νομίζω, ω Χειρίσοφε, να βαδίσωμεν όσον το δυνατόν ταχύτερον προς την κορυφήν. Διότι, εάν την καταλάβωμεν, δεν θα ημπορέσουν να παραμένουν πλέον οι υπεράνω της οδού παραμονεύοντες πολέμιοι. Αλλά συ, εάν θέλης, μείνε εις το στράτευμα, εγώ όμως έχω ήδη αποφασίση να υπάγω. Εάν, εν τούτοις, νομίσης αναγκαίον (να υπάγης συ), πορεύου, εγώ δε μένω ενταύθα».

«Αλλά σου δίδω το δικαίωμα» είπεν ο Χειρίσοφος «να εκλέξης οιονδήποτε εκ των δύο θέλεις». Αφού δε ο Ξενοφών απήντησεν ότι, ως νεώτερος, προτιμά να πορευθή ο ίδιος, παρακαλεί τον Χειρίσοφον να επιτρέψη να τον ακολουθήσουν άνδρες &(παρμένοι)& από το μέτωπον. Διότι θα απήτει πολύν χρόνον να λάβη τις τοιούτους από την ουράν.

Και ο Χειρίσοφος, λοιπόν, συναποστέλλει τους από του μετώπου πελταστάς, προς αντικατάστασιν των οποίων παρέλαβεν άλλους εκ των εν τω μέσω του πλαισίου. Διέταξε δε ν' ακολουθήσουν τον Ξενοφώντα και οι τριακόσιοι, τους οποίους αυτός είχε τοποθετήση εις το μέτωπον του πλαισίου, εκ των μάλλον επιλέκτων ανδρών του στρατεύματος.

Εντεύθεν, λοιπόν, εβάδιζαν όσον ηδύναντο ταχύτερον. Οι δε επί του λόφου πολέμιοι, μόλις ενόησαν την προς την κορυφήν (του όρους) πορείαν των Ελλήνων, άμέσως και αυτοί ήρχισαν σφοδρώς να αμιλλώνται ποίος να φθάση εις αυτήν πρωτήτερα.

Και, λοιπόν, ενταύθα πολλή μεν κραυγή &(ξεφωνητό)& ήτον εκ μέρους του ελληνικού στρατεύματος, πάντων παρακινούντων αλλήλους προς έφοδον, πολλή δ' επίσης κραυγή εκ μέρους των περί τον Τισσαφέρνην, παρορμώντων επίσης αλλήλους προς αντέφοδον.

Ο δε Ξενοφών, παρελαύνων επί του ίππου του, ενεκαρδίωνεν όλους λέγων: «Ω άνδρες, λάβετε υπ' όψιν σας ότι την στιγμήν αυτήν αμιλλάσθε όπως φθάσετε εις την πατρίδα σας (ταχύτερον). Ότι υπέρ των τέκνων σας και των γυναικών σας τώρα αγωνίζεσθε. Ότι, εάν ολίγον μόνον τώρα κοπιάσωμεν, αμαχητί πλέον την επίλοιπον οδόν θα πορευθώμεν».

Σωτηρίδας δε ο Σικυώνιος είπε: «Δεν είμεθα, ω Ξενοφών, εις την αυτήν και οι δύο θέσιν (δεν αγωνιζόμεθα υπό τας αυτάς συνθήκας). Διότι συ μεν φέρεσαι επί ίππου, εγώ δε καταπονούμαι (ταλαιπωρούμαι) φέρων την ασπίδα μου».

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών πηδά αμέσως από του ίππου του και τον σπρώχνει βιαίως έξω από τας τάξεις των πεζών, και, αφού του αφήρεσε την ασπίδα, εβάδιζε μ' αυτήν όσον ηδύνατο ταχύτερον. Ετύχαινε δε να φορή και τον ιππικόν θώρακα, ώστε ούτω με την ασπίδα εκείνην ανά χείρας εστενοχωρείτο. Και επειδή, ως εκ του βάρους του οπλισμού του, μόλις ηδύνατο ν' ακολουθή τους στρατιώτας του, διέταξεν όσους μεν ήσαν έμπροσθεν να βαδίζουν αργότερα, όσους δ' ήσαν όπισθεν, ν' ακολουθούν αυτούς εκ του πλησίον.

Οι δ' άλλοι στρατιώται κτυπούν και πληγώνουν και λοιδορούν τον Σωτηρίδαν, έως ότου (επί τέλους) τον ηνάγκασαν να λάβη και πάλιν την ασπίδα του και να βαδίζη. Ο δε Ξενοφών, αφού ανέβη επί του ίππου του, εις όσα μεν μέρη ήσαν διαβατά επορεύετο έφιππος, εις όσα δε αδιάβατα, εγκαταλείπων τον ίππον, έσπευδε πεζός. Τέλος οι Έλληνες, παρατρέξαντες ούτω, μετά τοιαύτην άμιλλαν, τους Πέρσας, κατορθώνουν να φθάσουν πρώτοι εις την κορυφήν του όρους.

Κεφάλαιον πέμπτον.