Part 9
191. Είτε λοιπόν άλλος τις τον εσυμβούλευσεν αμηχανούντα, είτε αφ' εαυτού εσκέφθη περί του πρακτέου, ιδού τι απεφάσισε. Τοποθετήσας τας περισσοτέρας δυνάμεις του εις το μέρος όπου τα ύδατα εισήρχοντο εις την πόλιν, και άλλας δυνάμεις εις το αντίθετον μέρος εκ του οποίου εξήρχοντο, παρήγγειλεν εις τα δύο ταύτα στρατιωτικά σώματα να εισορμήσωσιν εις την πόλιν καθ' ην στιγμήν ίδωσι τον ποταμόν διαβατόν. Αφού έλαβε τα μέτρα ταύτα και έδωκεν αυτάς τας διαταγάς, εμακρύνθη με το άχρηστον μέρος του στρατεύματός του (13), και οπισθοχωρήσας μέχρι της λίμνης έπραξεν ό,τι είχε πράξει η Νίτωκρις, αλλά προς εναντίον σκοπόν. Εισαγαγών διά διώρυχος τον ποταμόν εις την λίμνην, ήτις ήτο έλος, κατέστησε την αρχαίαν κοίτην αυτού διαβατήν καθό μεταστραφέντος του ποταμού. Ιδόντες δε οι παρά του Κύρου τεταγμένοι επί τούτω παρά τας όχθας του Ευφράτου ότι ο ποταμός εκατέβη τοσούτον ώστε το ύδωρ να φθάνη μόνον μέχρι του μηρού του ανθρώπου, ωφελήθησαν εκ τούτου και εισήλθον εις την Βαβυλώνα. Και εάν μεν οι κάτοικοι υπώπτευον ή εμάνθανον τι έπραττεν ο Κύρος, δεν ήθελον αφήσει τους εχθρούς να εισέλθωσιν εις την πόλιν αλλά θα τους διέφθειρον κάκιστα· διότι, κλείοντες τας πύλας τας αγούσας εις τον ποταμόν, και αναβαίνοντες εις τα παρά τα χείλη του ποταμού τείχη, θα περιέκλειον αυτούς ως εντός κλωβού· τώρα όμως κατέλαβον οι Πέρσαι τους Βαβυλωνίους απροσδοκήτως. Η δε πόλις είναι τόσον μεγάλη ώστε, κατά την διήγησιν αυτών τούτων των Βαβυλωνίων, οι μεν εις τα άκρα είχον ήδη περικυκλωθή, οι δε εις το κέντρον κατοικούντες δεν ήξευρον ακόμη τίποτε. Ήτο ημέρα εορτής· οι μεν εχόρευον, οι δε διεσκέδαζον, και δεν διέκοψαν τας διασκεδάσεις των ειμή όταν έμαθον την αλήθειαν. Και η μεν Βαβυλών ούτω τότε πρώτον εκυριεύθη.
192. Την δύναμιν δε των Βαβυλωνίων και διά πολλών μεν άλλων δύναμαι να καταδείξω, προς τούτοις δε και διά του ακολούθου. Διά την τροφοδότησιν ην οι υπήκοοι, εκτός του φόρου, παρέχουσιν εις τον μέγαν βασιλέα και εις την στρατόν του, όλη η χώρα την οποίαν κυβερνά είναι διηρημένη εις αριθμόν τινα διαμερισμάτων. Επειδή το έτος έχει δώδεκα μήνας, η Βαβυλωνία παρέχει τροφάς τέσσαρων μηνών και η λοιπή Ασία τας των οκτώ άλλων μηνών. Τοιουτοτρόπως η Ασσυρία παράγει το τρίτον εκείνου το οποίον παράγει όλη η Ασία, και η διοίκησις της επαρχίας ταύτης, την οποίαν οι Πέρσαι καλούσι σατραπείαν, είναι η αξιολογωτέρα όλων. Εις τοιούτον βαθμόν ώστε ο υιός του Αρταβάζου, Τριτανταίχμης όστις είχε διορισθή υπό του βασιλέως εις την σατραπείαν ταύτην, ελάμβανε καθ' ημέραν αράβην πλήρη αργυρίου. Είναι δε η αράβη μέτρον περσικόν χωρούν τρεις χοίνικας πλειότερον του αττικού μεδίμνου. Είχε προς τούτοις ίππους ιδίους, εκτός των πολεμικών· εις τα ιπποφόρβιά του ήσαν οκτακόσιοι ίπποι αναβαίνοντες τας θηλείας, αι δε αναβαινόμεναι ήσαν δεκαέξ χιλιάδες, είς άρρην προς είκοσι θηλείαι. Τέλος έτρεφε τόσους κύνας ινδικούς, ώστε τέσσαρες μεγάλαι κώμαι τις πεδιάδος ήσαν απηλλαγμέναι παντός άλλου φόρου, διαταχθείσαι να δίδωσι την τροφήν των κυνών τούτων. Ταύτα ήσαν τα ωφελήματα εκείνου όστις είχε την διοίκησιν της Βαβυλώνος.
193. Εις την Ασσυρίαν ολιγίστη πίπτει βροχή και αύτη, αρκεί διά να θρέψη την ρίζαν του σίτου· έπειτα όμως ποτίζουσι το φυτόν με ύδωρ του ποταμού και ο στάχυς δυναμούται και σχηματίζεται. Το πότισμα γίνεται διά χειρών ή διά μηχανών, και ουχί ως εις την Αίγυπτον, όπου ο Νείλος εκχειλίζει και ποτίζει τους αγρούς. Όλη η γη της Βαβυλώνος, ως και η Αίγυπτος, κατατέμνεται από διώρυχας των οποίων η μεγαλειτέρα, εστραμμένη προς το νοτιοδυτικόν, από του Ευφράτου εις τον Τίγριν, παρά τας όχθας του οποίου εκτίσθη η Νίνος, είναι πλωτή. Εξ όλων δε των χωρών τας οποίας γνωρίζομεν, αυτή είναι η μάλλον εύφορος εις δημητριακούς καρπούς. Ουδείς επειράθη να φυτεύση εις αυτήν άλλα δένδρα· ούτε συκήν, ούτε άμπελον, ούτε ελαίαν. Αλλά τόσον εύφορος είναι εις δημητριακούς καρπούς, ώστε συνήθως το έν δίδει έως διακόσια, εάν δε τύχη η συγκομιδή πλουσία, εκφέρει έως τριακόσια. Τα φύλλα του σίτου και της κριθής έχουσι τέσσαρων δακτύλων πλάτος, εκ δε της κέγχρου και του σησάμου τόσον μέγα δένδρον γίνεται, ώστε, μολονότι το ηξεύρω, όμως δεν θα το αναφέρω, πεπεισμένος ότι όσοι δεν είδον την Βαβυλωνίαν χώραν θα νομίσωσιν απίστευτα και όσα είπα περί των δημητριακών καρπών. Οι κάτοικοι δεν μεταχειρίζονται ελαιόλαδον, αλλά σησαμόλαδον. Εις όλην την πεδιάδα είναι φυτρωμένοι φοίνικες, οι περισσότεροι καρποφόροι, από τους οποίους κάμνουσι τροφάς, οίνον και μέλι. Καλλιεργούσι δε τους φοίνικας τούτους απαραλλάκτως ως οι Έλληνες καλλιεργούσι τας συκέας· εις τους βαλανηφόρους δε περιδένουσι τον καρπόν εκείνων τους οποίους οι Έλληνες καλούσιν άρρενας φοίνικας, διά να εισχωρήση ο σκνιψ εις την βάλανον, να την ωριμάση και να μη την αφήση να πέση, διότι οι άρρενες φοίνικες έχουσιν εντός του καρπού των σκνίπας ως τα άγρια σύκα.
194. Αλλά, μετά την πόλιν, το μάλλον κατ' εμέ θαυμαστόν της χώρας είναι το εξής. Οι Βαβυλώνιοι δεν έχουσιν άλλα πλοιάρια ειμή εκείνα τα οποία καταβαίνουσι τον ποταμόν μέχρι της πόλεως· είναι δε στρογγύλα και όλα δερμάτινα, διότι, αφού κόψωσιν ιτέας εις τα Αρμένια όρη, τα οποία είναι άνω της Ασσυρίας, και κατασκευάσωσι τα πλευρά του πλοιαρίου, τα περιτυλίσσουσιν εξωτερικώς με δέρματα ητοιμασμένα, ως το έδαφος της οικίας, χωρίς να διακρίνεται η πρύμνα και χωρίς να στενεύεται η πρώρα. Τα πλοιάρια ταύτα είναι κυκλοτερή ως ασπίδες· πληρούντες δε αυτά έσωθεν με καλάμια τα αφίνουσι να φέρωνται κατά τον ποταμόν. Το φορτίον των συνίσταται εις διάφορα εμπορεύματα, προ πάντων δε εις οίνον φοίνικος. Δύο άνθρωποι ιστάμενοι όρθιοι, διευθύνουσι το πλοιάριον με δύο μεγάλας κώπας, και όταν ο είς βυθίζη την μίαν, ο άλλος ανασύρει την άλλην. Κατά τον αυτόν τρόπον κατασκευάζουσι και τα μεγάλα πλοία και τα μικρότερα. Τα μέγιστα χωρούσι φορτίον πέντε χιλιάδων ταλάντων. Εις έκαστον πλοίον υπάρχει είς όνος ζων, εις δε τα μεγαλείτερα υπάρχουσι περισσότεροι. Αφού φθάσωσιν εις την Βαβυλώνα πλέοντες και διαθέσωσι το φορτίον, τα μεν καλάμια και τον σκελετόν πωλούσι διά κήρυκος, φορτόνοντες δε τα δέρματα επί των όνων αναχωρούσι διά ξηράς εις την Αρμενίαν, καθότι είναι αδύνατον να αναπλεύσωσι τον ποταμόν ένεκα της ορμητικότητος αυτού. Αυτός είναι ο λόγος διά τον οποίον κατασκευάζουσι τα πλοία των δερμάτινα και όχι ξύλινα. Όταν δε ελαύνοντες τους όνους φθάσωσιν οπίσω εις την Αρμενίαν, κατασκευάζουσιν άλλα πλοία κατά τον αυτόν τρόπον. Τοιαύτη είναι η ναυστολία του Ευφράτου.
195. Ιδού δε και η ενδυμασία των Βαβυλωνίων. Πρώτον μεν φορούσι χιτώνα λινούν φθάνοντα έως τους πόδας· άνωθεν δε αυτού φορούσιν άλλον χιτώνα, λινούν επίσης, και περιτυλίσσονται με μανδύαν λευκόν. Εις τους πόδας των έχουσιν υποδήματα επιχώρια, τα οποία ομοιάζουσι με τας εμβάδας των Βοιωτών. Τας μακροκόμους κεφαλάς των δένουσι με σαρίκια και αλείφουσι με μύρα όλον το σώμα. Έκαστος έχει εις τον δάκτυλόν του σφραγίδα και κρατεί χειροποίητον ράβδον. Επί της ράβδου δε ταύτης ήναι γεγλυμμένον ή μήλον, ή ρόδον, ή κρίνον, ή αετός, ή άλλο τι, διότι ποτέ δεν συνειθίζουσι να κρατώσι βακτηρίαν άνευ διακριτικού τινος σημείου. Ούτος είναι ο στολισμός του σώματός των.
196. Τα δε έθιμά των είναι τοιαύτα. Έν τούτων (το σοφώτατον κατ' εμέ, όπερ ως ήκουσα επικρατεί και εις τους Ενετούς της Ιλλυρίας) είναι το εξής. Άπαξ του έτους, εις έκαστον χωρίον, συνηθροίζοντο αι εν ώρα γάμου παρθένοι, ώστε να τας βλέπη τις όλας ομού· πέριξ αυτών ίστατο το πλήθος των ανδρών, κήρυξ δε προσεκάλει κατά σειράν τας νεάνιδας και τας επώλει· πρώτον μεν την ωραιοτέραν, έπειτα δε, αφού αυτή εύρισκε πολύ χρυσίον και κατεκυρούτο, ο κήρυξ ανεκήρυττεν άλλην, την αμέσως μετά την πρώτην ευειδεστάτην· επωλούντο δε όλαι επί τω όρω να τας νυμφευθώσιν οι αγοράζοντες. Όσοι λοιπόν πλούσιοι Βαβυλώνιοι ήθελον να λάβωσι γυναίκα, δίδοντες περισσότερα από τους άλλους ηγόραζον τας ωραιοτάτας, ενώ οι άνθρωποι του λαού, οίτινες επεθύμουν και αυτοί να νυμφευθώσι, μη θεωρούντες την καλλονήν ως αγαθόν απαραίτητον, ελάμβανον τας μάλλον ασχήμους και χρήματα. Διότι, αφού ο κήρυξ ετελείονε την δημοπρασίαν των ευειδεστάτων, εσήκονε την ασχημοτάτην, ή ανάπηρόν τινα εάν ευρίσκετο τοιαύτη, και εκήρυττε ποίος ήθελε να την νυμφευθή αρκούμενος εις ολίγην προίκα· τέλος δε την κατεκύρονεν εις εκείνον όστις εζήτει τα ολιγώτερα. Τα τοιουτοτρόπως διδόμενα χρήματα προήρχοντο εκ της πωλήσεως των ευειδών παρθένων· ώστε αι εύμορφοι επροίκιζον τας δυσμόρφους και τας αναπήρους. Ουδείς δε είχε το δικαίωμα να υπανδρεύη την κόpην του με όντινα ήθελεν αυτός, μήτε να λάβη την αγοραζομένην παρθένον χωρίς να δώση εγγυητάς· αλλά δίδων εγγύησιν ασφαλή ότι ήθελε την νυμφευθή, την ελάμβανε μεθ' εαυτού. Εάν οι μνηστευόμενοι δεν συνεφώνουν, ο νόμος διέταττε να επιστρέφεται το αργύριον. Ήτο δε επιτετραμμένον και από άλλην κώμην να έλθη όστις ήθελε και ν' αγοράση. Το έθιμον τούτο ήτο βεβαίως κάλλιστον, αλλά περιέπεσεν εις αχρηστίαν, εφεύρον δε εσχάτως άλλο τι μέσον διά να μη αδικώσι τας γυναίκας και διά να μη τας λαμβάνωσιν εις τας πόλεις· επειδή μετά την άλωσιν της Βαβυλώνος εδυστύχησαν, όλοι άνθρωποι του λαού οι μη έχοντες πώς να ζήσωσιν, επόρνευσαν τας θυγατέρας των.
197. Δεύτερον δε έθιμον σοφόν έχουσι το ακόλουθον· μεταφέρουσι τους ασθενείς εις την πλατείαν της αγοράς, διότι ιατρούς δεν μεταχειρίζονται. Όστις λοιπόν εκ των διαβατών έπαθεν ο ίδιος ή είδεν άλλον να πάσχη από την αυτήν ασθένειαν την οποίαν έχει ο ασθενής, τον συμβουλεύει τι έκαμεν αυτός, ή εκείνος τον οποίον είδε, και απηλλάγη από νόσον ομοίαν. Εις κανένα δεν είναι συγχωρημένον να διέλθη εν σιωπή προ του πάσχοντος, χωρίς να τον ερωτήση ποίαν ασθένειαν έχει.
198. Θάπτουσι τους νεκρούς των με μέλι, οι δε θρήνοι των είναι περίπου όμοιοι με τους των Αιγυπτίων· Οσάκις Βαβυλώνιος συνευρεθή με την γυναίκα του, κάθηται πλησίον καιομένου θυμιάματος· ετέρωθεν δε το ίδιον πράττει και η γυνή του. Άμα εξημερώση λούονται αμφότεροι, και δεν εγγίζουσι κανέν έπιπλον πριν λουσθώσι. Το αυτό πράττουσι και οι Αράβιοι.
199. Το μάλλον αισχρόν έθιμον των Βαβυλωνίων είναι το ακόλουθον· πάσα γυνή ιθαγενής είναι υποχρεωμένη άπαξ επί ζωής της να καθίση εις τον ναόν της Αφροδίτης και να μιχθή με ξένον άνδρα. Πολλαί, μεγαλοφρονούσαι διά τα πλούτη των, δεν καταδέχονται να αναμιχθώσι με τας άλλας, αλλά μεταβαίνουσιν εις τον ναόν εντός οχήματος κλειστού και συνοδευόμενοι από τας δούλας των. Αι περισσότεραι όμως πράττουσιν ως ακολούθως. Εις το τέμενος της Αφροδίτης κάθηνται πολλαί γυναίκες, έχουσαι την κεφαλήν δεδεμένην με ταινίαν· και άλλαι μεν εισέρχονται, άλλαι δε εξέρχονται. Μεταξύ αυτών, εξ όλων των μερών, αφίνουσιν ευθείς δρόμους διά των οποίων διέρχονται οι ξένοι και εκλέγουσιν. Άμα γυνή τις καθίση εκεί, δεν επιστρέφει πλέον εις την οικίαν της πριν ξένος τις ρίψη εις τα γόνατά της νόμισμα και μιγή μετ' αυτής έξω του ναού. Ρίπτων ο ξένος το νόμισμα οφείλει να λέγη· «Επικαλούμαι υπέρ σου την θεάν Μύλιττα.» Μύλιττα δε καλούσιν οι Ασσύριοι την Αφροδίτην. Όσον μικρόν και αν ήναι το δώρον, η γυνή δεν πρέπει να το απορρίπτη, δεν τη επιτρέπεται, διότι το αργύριον τούτο θεωρείται ιερόν. Ακολουθεί δε τον πρώτον όστις τη το ρίψει, και δεν αποποιείται κανένα. Αφού δε μιχθή και ευχαριστήση την θεάν διά της εκπληρώσεως του νόμου, επιστρέφει εις την οικίαν της, και εις το εξής, όσον μεγάλην ποσότητα και αν τη προσφέρης, δεν την πείθεις να παραδοθή εις σε. Όσαι λοιπόν είναι ωραίαι και υψηλαί, ταχέως αναχωρούσιν εκείθεν, όσαι δε είναι δυσειδείς προσμένουσι πολύν χρόνον, μη δυνάμεναι να εκπληρώσωσι τον νόμον. Τινές δε εξ αυτών έμειναν εκεί τρία και τέσσαρα έτη. Παραπλήσιος τις νόμος υπάρχει και εις μέρη τινά της Κύπρου.
200. Και τα μεν έθιμα των Βαβυλωνίων τοιαύτα είναι· υπάρχουσι δε παρ' αυτοίς τρεις φυλαί αίτινες τρέφονται μόνον με ιχθύας. Αφού τους αλιεύσωσι, τους ξηραίνουσιν εις τον ήλιον, τους ρίπτουσιν εις όλμον και αφού τους κοπανίσωσι, τους περώσι διά σινδόνης. Έπειτα, όστις θέλει να φάγη, τους κάμνει μάζαν και τους ψήνει ως το ψωμίον.
201. Αφού ο Κύρος υπέταξε το έθνος τούτο, επεθύμησε να υποτάξη και τους Μασσαγέτας. Λέγουσι δε ότι το έθνος τούτο είναι μέγα και φιλοπόλεμον και ότι κατοικεί προς ανατολάς, πέραν του Αράξου ποταμού, αντικρύ των Ισσηδόνων· τινές διατείνονται ότι είναι φυλή Σκυθική.
202. Ο Αράξης κατ' άλλοις μεν είναι μεγαλείτερος κατ' άλλους δε μικρότερος του Ίστρου· και ότι είναι εις αυτόν πολλαί νήσοι ίσαι σχεδόν κατά το μέγεθος με την Λέσβον, κατοικούμεναι από ανθρώπους τρώγοντας κατά μεν το έαρ διαφόρους ρίζας τας οποίας ανασπώσιν από την γην, κατά δε τον χειμώνα καρπούς δένδρων τους οποίους είχον δρέψει ωρίμους και εναποταμιεύσει. Προσθέτουσιν ότι γνωρίζουσιν άλλα δένδρα των οποίων ρίπτουσι τους καρπούς εις το πυρ όταν, συναθροιζόμενοι πολλοί, ανάπτωσι πυράν διά να καθίσωσιν ολοτρόγυρα· τότε η οσμή των καιομένων τούτων καρπών την οποίαν οσφραίνονται τους μεθύσκει ως μεθύσκει τους Έλληνας ο οίνος· όσον δε περισσοτέρους καρπούς ρίπτουσιν εις το πυρ, τόσον περισσότερον μεθύσκονται, μέχρις ου εγείρονται και αρχίζουσι να χορεύωσι και να άδωσι.
Και η μεν δίαιτα αυτών τοιαύτη είναι ως λέγεται. Ο δε Αράξης ποταμός καταβαίνει από τα Ματιανά όρη, ως ο Γύνδος εκείνος τον οποίον ο Κύρος διήρεσεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εξέρχεται δε διά τεσσαράκοντα στομίων, και όλα, πλην ενός, χάνονται εις έλη και τενάγη όπου ζώσιν άνθρωποι οίτινες, ως λέγεται, τρώγουσιν ιχθύας ωμούς και φορούσι δέρματα φωκών. Είς μόνον βραχίων του Αράξου ρέει ακωλύτως μέχρι της Κασπίας θαλάσσης. Είναι δε η Κασπία αύτη θάλασσα όλως μεμονωμένη και δεν συνέχεται μετ' ουδεμιάς άλλης· διότι εκείνη εις την οποίαν πλέουσιν οι Έλληνες, και η έξω των Ηρακλείων στηλών, η Ατλαντική λεγομένη, και η Ερυθρά, είναι μία και η αυτή.
203. Εξ εναντίας η Κασπία θάλασσα είναι εντελώς κεχωρισμένη, διά να διέλθη δε τις αυτήν κατά μήκος διά κωπίων, χρειάζεται δεκαπέντε ημέρας, και κατά πλάτος οκτώ. Επί της δυτικής παραλίας της υψούται ο Καύκασος, το μέγιστον και υψηλότατον όλων των ορέων. Εις την κοιλάδα ζώσι πολλαί και διάφοροι φυλαί ανθρώπων, αι πλείσται των οποίων τρώγουσι καρπούς αγρίων δένδρων. Λέγεται δε ότι εις τα δάση των μερών τούτων ευρίσκονται δένδρα των οποίων τα φύλλα κοπανιζόμενα και μιγνυόμενα με ύδωρ χρησιμεύουσιν εις το να ζωγραφίζωνται επί των ενδυμάτων διάφοροι εικόνες αίτινες, αντί να εξαλείφονται διά του πλυσίματος, συγγηράσκουσι μετά του μαλλίου ως εάν ήσαν υφασμέναι εντός του υφάσματος. Οι άνδρες και αι γυναίκες εν τη χώρα ταύτη συνουσιάζονται αναφανδόν ως τα πρόβατα.
204. Προς δυσμάς λοιπόν περιορίζει την Κασπίαν θάλασσαν ο Καύκασος· προς ανατολάς δε περιορίζεται αύτη υπό πεδιάδος ήτις φαίνεται απέραντος. Της απεράντου δε ταύτης πεδιάδος το μεγαλείτερον μέρος κατέχεται υπό των Μασσαγετών, κατά των οποίων ο Κύρος έσπευδε να εκστρατεύση, διότι πολλά και ισχυρά αίτια τον ηνάγκαζον εις τούτο. Πρώτον μεν η γέννησίς του την οποίαν ενόμιζε πλειότερον ή ανθρωπίνην, δεύτερον δε η επιτυχής έκβασις όλων των πολέμων του, διότι ουδείς των λαών, καθ' όσων μέχρι τότε είχεν επιτεθή, ηδυνήθη να αποφύγη την υποδούλωσιν.
205. Εβασίλευε τότε εις τους Μασσαγέτας γυνή της οποίας είχεν αποθάνει ο ανήρ και ήτις ωνομάζετο Τόμυρις. Προς αυτήν έπεμψεν ο Κύρος ανθρώπους επί τω προσχήματι να την ζητήση εις γάμον· αλλ' εκείνη, εννοήσασα ότι ο Κύρος δεν ήθελεν αυτήν αλλά το βασίλειον των Μασσαγετών, απέρριψε την πρότασιν. Ιδών δε ο Κύρος ότι δεν τον ωφέλησεν ο δόλος, επροχώρησε μέχρι του Αράξου, παρεσκευάζετο αναφανδόν να πολεμήση τους Μασσαγέτας, έρριψε γεφύρας επί του ποταμού διά να διέλθη το στράτευμα και κατεσκεύασε πύργους εντός των πλοίων τα οποία έμελλον επίσης να χρησιμεύσωσι προς μεταφοράν.
206. Ενώ δε ενησχολείτο εις τας εργασίας ταύτας, η Τόμυρις τω εμήνυσε διά κήρυκος τα ακόλουθα· «Ω βασιλεύ των Μήδων, παύσον τας μεγάλας ετοιμασίας σου, διότι αγνοείς αν η έκβασις θα ήναι υπέρ σου· παραίτησον τα σχέδιά σου· βασίλευε επί του λαού σου και υπόφερε να με βλέπης να κυβερνώ όσους κυβερνώ. Δεν θέλεις να ακούσης τας συμβουλάς μου; Νομίζεις προτιμότερον παν άλλο ή να ησυχάζης; Αισθάνεσαι ακαταμάχητον επιθυμίαν να δοκιμάσης τους Μασσαγέτας; Λοιπόν, άφες αυτούς τους κόπους τους οποίους καταβάλλεις ρίπτων γεφύρας εις τον ποταμόν, και ημείς μεν απομακρυνόμεθα τριών ημερών οδόν από του ποταμού, συ δε διάβηθι εις την ημετέραν γην. Εάν όμως προτιμάς να μας περιμείνης εις την ιδικήν σου, πράξον και συ το αυτό.» Ακούσας ο Κύρος τους λόγους τούτους συνεκάλεσε τους πρώτους των Περσών· αφού δε ούτοι συνηθροίσθησαν, τοις ανεκοίνωσε το πράγμα και εζήτει συμβουλήν τι να πράξη εκ των δύο. Όλων δε αι γνώμαι συνεφώνησαν να περιμείνη επί της Μηδικής γης την Τόμυριν και τον εχθρικόν στρατόν.
207. Ο Λυδός Κροίσος, όστις ήτο παρών, τους εμέμφθη και συνεβούλευσε τα εναντία. «Ω βασιλεύ, είπεν, από της πρώτης ημέρας σοι είπον ότι επειδή ο Ζευς με παρέδωκεν εις την εξουσίαν σου, θα προσπαθώ όσον το δυνατόν να αποτρέπω τα δυστυχήματα όσα ήθελον ίδει απειλούντα την οικίαν σου. Τα ίδιά μου παθήματα, των οποίων μεγάλη είναι η πικρία, εγένοντο δι' εμέ μαθήματα. Εάν νομίζης σεαυτόν αθάνατον, εάν νομίζης ότι άρχεις στρατού αθανάτου, περιττόν να σοι είπω τον στοχασμόν μου· αλλ' εάν αναγνωρίζης ότι είσαι άνθρωπος και ότι άρχεις επί ομοίων σου, μάθε προ παντός άλλου ότι τα ανθρώπινα πράγματα ομοιάζουσι τροχόν όστις στρέφεται ακαταπαύστως και δεν αφίνει πάντοτε τους αυτούς ανθρώπους να ευτυχώσιν. Επί του προκειμένου πράγματος έχω γνώμην εναντίαν των άλλων, διότι εάν δεχθώμεν την μάχην εις την χώραν ταύτην, ιδού ο κίνδυνος· εάν μεν νικηθής, θα χάσης όλον το βασίλειόν σου, διότι είναι προφανές ότι νικώντες οι Μασσαγέται δεν θα φύγωσιν οπίσω, αλλά θα προχωρήσωσιν εις τας επαρχίας σου· εάν δε νικήσης, δεν θα καταγάγης τόσον τελείαν νίκην όσον εάν, αφού εισέλθης εις την χώραν αυτών, τους πολεμής φεύγοντας. Εις την γνώμην την οποίαν αποκρούω, προβάλλω την υπόθεσιν ότι επιτυγχάνεις μεγάλην νίκην πέραν του Αράξου. Εν τη περιπτώσει ταύτη εισχωρείς ανεμποδίστως εις το βασίλειον της Τομύριος. Θα προσθέσω μάλιστα ότι είναι αισχρόν και ανυπόφορον να υποχωρήση ο υιός του Καμβύσου Κύρος εις μίαν γυναίκα. Τώρα λοιπόν νομίζω ότι πρέπει να διαβώμεν τον ποταμόν, να προχωρώμεν εφ' όσον οι εχθροί υποχωρούσι, και έπειτα να προσπαθήσωμεν να τους νικήσωμεν διά του μέσου το οποίον θα προτείνω. Οι Μασσαγέται, ως ήκουσα, είναι άπειροι των Περσικών αγαθών και όλως ασυνείθιστοι εις τας αναπαύσεις του βίου. Ας σφάξωμεν άφθονα πρόβατα, και αφού τα μαγειρεύσωμεν, ας ετοιμάσωμεν δι' αυτούς τους ανθρώπους πλουσιοπάροχον γεύμα εις το στρατόπεδόν μας· ας εύρωσιν επίσης πολλούς κρατήρας με άκρατον οίνον και πολλήν ποικιλίαν φαγητών. Αφού ετοιμασθώσιν όλα, άφησον ως οπισθοφυλακήν ασθενές μέρος του στρατού και οι λοιποί ας επιστρέψωσι πάλιν προς τον ποταμόν. Εάν δεν απατώμαι, οι Μασσαγέται, βλέποντες τόσα εξαίρετα πράγματα· θα ορμήσωσιν επ' αυτών, και τότε πλέον δεν μας μένει ειμή να εκτελέσωμεν μεγάλα κατορθώματα.»
208. Αύται ήσαν αι δύο αντίθετοι γνώμαι, ο δε Κύρος, απορρίψας την πρώτην, παρεδέχθη την του Κροίσου και παρήγγειλεν εις την Τόμυριν να υποχωρήση διότι εσκόπευε να έλθη αυτός εναντίον εκείνης. Και η μεν βασίλισσα υπεχώρησεν, ως είχεν υποσχεθή· ο δε Κύρος ενεπιστεύθη τον Κροίσον εις τον υιόν του Καμβύσην, τον οποίον ανεκήρυξε διάδοχον του θρόνου, και τω παρήγγειλε θερμώς να τον τιμά και να τον περιποιέται, εάν η κατά των Μασσαγετών επιχείρησις δεν ήθελεν ευδοκιμήσει. Αφού δε έδωκε τας διαταγάς ταύτας και απέστειλεν αυτούς εις την Περσίαν, διέβη τον ποταμόν αυτός και ο στρατός αυτού.
209. Πέραν του Αράξου, επελθούσης της νυκτός, ο Κύρος εκοιμήθη επί της γης των Μασσαγετών και είδε το εξής όνειρον. Τω εφάνη εις τον ύπνον του ότι έβλεπε τον πρεσβύτερον υιόν του Υστάσπους έχοντα εις τους ώμους πτέρυγας, η μία των οποίων επεσκίαζε την Ασίαν, η δε άλλη την Ευρώπην. Ο δε πρεσβύτερος υιός του Υστάσπους, υιού του Αρσάμους, ενός των Αχαιμενιδών, ήτο ο Δαρείος όστις τότε ων περίπου εικοσαετής είχε μείνει εις την Περσίαν διότι δεν είχεν ακόμη ηλικίαν να φέρη όπλα. Εξυπνήσας ο Κύρος, εσκέπτετο καθ' εαυτόν το όνειρον, και επειδή τω εφάνη σπουδαιότατον εκάλεσε τον Υστάσπη, και λαβών αυτόν κατ' ιδίαν τω είπεν· «Υστάσπη, ο υιός σου ανεκαλύφθη συνομνύων κατ' εμού και κατά της βασιλείας μου· πώς δε είμαι θετικώς πληροφορημένος περί τούτου, θα σοι το είπω αμέσως. Οι θεοί με αγαπώσι και με προειδοποιούσι περί των μελλόντων να συμβώσιν εις εμέ. Εσχάτως λοιπόν, την παρελθούσαν νύκτα, είδον ενώ εκοιμώμην τον πρεσβύτερον υιόν σου έχοντα εις τους ώμους πτέρυγας των οποίων η μία επεσκίαζε την Ασίαν και η άλλη την Ευρώπην. Εκ τούτου λοιπόν του ενυπνίου ουδέν άλλο δύναμαι να συμπεράνω ειμή ότι ο υιός σου συνομνύει κατ' εμού. Τούτου ένεκα επίστρεψον ταχέως εις την Περσίαν και κάμε ώστε όταν επιστρέψω νικητής να μοι παρουσιάσης τον νέον διά να τον εξετάσω.»
210. Ο μεν Κύρος έλεγε ταύτα διότι ενόμιζεν ότι τον επεβουλεύετο ο Δαρείος· ο θεός όμως τον είχε προειδοποιήσει ότι έμελλε να αποθάνη εις αυτήν την εκστρατείαν και ότι το στέμμα του θα μετέβαινεν εις τον Δαρείον. Τω απεκρίθη λοιπόν ο Υστάσπης ούτω· «Ω βασιλεύ, να μη δώσωσιν οι θεοί να ευρεθή άνθρωπος εις την Περσίαν συνομνύων κατά σου, και εάν υπάρχη τοιούτος άνθρωπος, είθε να απολεσθή τάχιστα. Διότι συ από δούλους έκαμες τους Πέρσας ελευθέρους· ενώ ήσαν υποτελείς, χάρις εις σε διοικούσι τώρα όλα τα έθνη. Εάν λοιπόν όνειρόν τι σοι προμηνύει ότι ο υιός μου σκέπτεται να συνομώση εναντίον σου, θα σοι τον παραδώσω διά να τον μεταχειρισθής όπως θέλεις.» Ο μεν Υστάσπης ταύτα ειπών και διαβάς πάλιν τον Αράξην, επορεύετο προς την Περσίαν διά να συλλάβη τον υιόν του Δαρείον και τον παραδώση εις τον Κύρον.
211. Ο δε Κύρος προχωρήσας μιας ημέρας οδόν πέραν του Αράξου, εξετέλεσεν όσα τον συνεβούλευσεν ο Κροίσος· αφήσας έπειτα εις το στρατόπεδον τους αχρήστους εκ των ανθρώπων του, επέστρεψεν οπίσω εις τον Αράξην με τον εκλεκτόν στρατόν. Εν τούτοις το τρίτον του στρατεύματος των Μασσαγετών επελθόν κατέσφαξεν εκείνους τους οποίους είχεν εγκαταλίπει ο Κύρος, με όλην την αντίστασιν ην κατέβαλον ούτοι όπως υπερασπίσωσιν εαυτούς. Έπειτα ιδόντες οι Μασσαγέται τα έτοιμα φαγητά, αφού ενίκησαν τους εναντίους εκάθησαν χαμαί και έτρωγον· αφού δε εκορέσθησαν τρώγοντες και πίνοντες, εκοιμήθησαν. Τότε οι Πέρσαι επελθόντες πολλούς μεν εφόνευσαν, πολύ δε περισσοτέρους εζώγρησαν, μεταξύ των οποίων ήτο ο υιός της Τομύριος Σπαργαπίσης διοικών το απόσπασμα εκείνο.
212. Μαθούσα η Τόμυρις τι συνέβη εις το στράτευμα και εις τον υιόν της, έπεμψε κήρυκα όστις είπεν εις τον βασιλέα τα εξής· «Άπληστε αίματος Κύρε, μη επαρθής ποσώς διά το γενόμενον τούτο· μη υπερηφανευθής εάν ηπάτησας και ενίκησας τον υιόν μου με τον καρπόν της αμπέλου, με το δηλητήριον τούτο όπερ όταν το πίνετε διαπερά το λογικόν σας εις τοιούτον βαθμόν ώστε ενώ εισέρχεται ο οίνος εις το σώμα σας, οι απρεπείς λόγοι επιπλέουσιν εις τα χείλη σας· δεν τον ενίκησας ανδρείως πολεμών αυτόν. Άκουσον τώρα τους λόγους μου, σοι δίδω καλήν συμβουλήν. Απόδος μοι τον υιόν μου και άπελθε εκ της χώρας ταύτης ατιμώρητος, μολονότι ηφάνισας ατίμως το τριτημόριον των στρατιωτών μου· εάν δεν πράξης ό,τι σε διατάττω, ομνύω εις τον ήλιον, τον θεόν των Μασσαγετών, ότι όσον και αν ήσαι άπληστος, θα σε χορτάσω αίμα.»
213. Ο Κύρος ουδεμίαν έδωκε προσοχήν εις τους λόγους τούτους. Εν τούτοις ο υιός της βασιλίσσης Τομύριος Σπαργαπίσης, ανανήψας από την μέθην και ιδών εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκετο, παρεκάλεσε τον βασιλέα να τον λύση από τα δεσμά. Ο Κύρος συγκατένευσεν· άμα όμως ελύθη και εγένετο κύριος των χειρών του εφονεύθη ιδιοχείρως. Και αυτός μεν τοιούτω τρόπω ετελεύτησε.