Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 8

Chapter 826 wordsPublic domain

166. Φθάσαντες εις την Κύρνον, έζησαν επί πέντε έτη ομού με τους προλαβόντας αποίκους και έκτισαν ναούς. Επειδή όμως εισέβαλλον και ελεηλάτουν τας γειτονικάς γαίας, οι Τυρρηνοί και οι Καρχηδόνιοι συμφωνήσαντες εστράτευσαν εναντίον των έχοντες ανά εξήκοντα πλοία. Αλλά και οι Φωκαιείς πληρώσαντες τα ιδικά των πλοία όντα εξήκοντα, εξήλθον προς απάντησίν των εις το Σαρδόνιον καλούμενον πέλαγος. Γενομένης ναυμαχίας ενίκησαν οι Φωκαιείς νίκην Καδμείαν· καθότι τεσσαράκοντα μεν εκ των πλοίων των κατεστράφησαν, τα δε άλλα είκοσιν εγένοντο άχρηστα, στρεβλωθέντων των εμβόλων. Τούτου ένεκα πλεύσαντες εις την Αλαλίαν, έλαβον τα τέκνα των, τας γυναίκας των, παν ό,τι άλλο ηδύνατο να χωρέση εις τα πλοία, και έπειτα αφέντες την Κύρνον έπλευσαν εις το Ρήγιον.

167. Εκ των ανθρώπων των διαφυγόντων από τα καταστραφέντα πλοία οι περισσότεροι συνελήφθησαν υπό των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων, οίτινες τους εξέβαλον εις την ξηράν και τους ελιθοβόλησαν. Μετά το γεγονός τούτο παν ό,τι των Αγυλλαίων διέβαινεν από το μέρος όπου ελιθοβολήθησαν οι Φωκαιείς, είτε πρόβατον, είτε υποζύγιον, είτε άνθρωπος, εγίνετο άμορφον και παραλυτικόν. Όθεν οι Αγυλλαίοι έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να θεραπεύσωσι το πραχθέν αμάρτημα, η δε Πυθία τοις επέβαλε την τιμωρίαν την οποίαν εκπληρούσι μέχρι σήμερον· να τιμώσι δηλαδή τους λιθοβοληθέντας διά μεγάλων επιταφίων θυσιών και να συστήσωσιν αγώνας γυμνικούς και ιππικούς. Τοιούτο το τέλος των Φωκαιέων τούτων· όσοι δε κατέφυγον εις το Ρήγιον, δεν έμειναν εκεί, αλλ' εθεμελίωσαν την πόλιν της Οινωτρίας, ήτις σήμερον καλείται Υέλη, ειπόντος εις αυτούς Ποσειδωνιάτου τινός ότι η Πυθία τους διέταξεν ουχί να ιδρύσωσιν αποικίαν εν τη νήσω Κύρνω, αλλά να συστήσωσιν εορτήν προς τιμήν του ήρωος Κύρνου. Και ταύτα μεν είναι τα περί της εν τη Ιωνία Φωκαίας.

168. Τα αυτά δε περίπου έπραξαν οι Τήιοι. Όταν ο Άρπαγος περιεκύκλωσε τα τείχη των δι' επιχωμάτων, εισήλθον εις τα πλοία και μετέβησαν διά θαλάσσης εις την Θράκην, όπου έκτισαν την πόλιν Άβδηρα. Ο πρώτος ιδρυτής της αποικίας Τιμήσιος ο Κλαζομένιος δεν ωφελήθη, αλλά διωχθείς από τους Θράκας, τιμάται σήμερον ως ήρως υπό των εν τοις Αβδήροις Τηίων.

169. Ούτοι λοιπόν ήσαν οι μόνοι των Ιώνων οίτινες μη υποφέροντες την δουλείαν εγκατέλιπον την πατρίδα των. Οι δε άλλοι Ίωνες, πλην των Μιλησίων, αντέστησαν εις τον Άρπαγον ως είχον αντιστή και οι φυγόντες. Εκάστη πόλις, αμυνομένη υπέρ της σωτηρίας της, εφάνη μεν γενναία, όλαι όμως ηττήθησαν και υπετάγησαν. Οι Μιλήσιοι δε, ως είπον προλαβόντως, συνθηκολογήσαντες μετά του Κύρου, έμειναν ήσυχοι. Τοιουτοτρόπως εδουλώθη η Ιωνία και εκ δευτέρου. Αφού δε ο Άρπαγος υπέταξε τους εν τι ηπείρω Ίωνας, φοβηθέντες οι εν ταις νήσοις μη πάθωσι τα αυτά, παρεδόθησαν εις τον Κύρον.

170. Οι Ίωνες, και περιδουλωθέντες, δεν έπαυσαν όμως συνερχόμενοι εις το Πανιώνιον· εις μίαν δε των συναθροίσεων εκείνων, ως ήκουσα, ο Βίας ο Πριηνεύς τοις έδωκεν αρίστην συμβουλήν, την οποίαν εάν ήκουον θα εγίνοντο ευδαιμονέστατοι πάντων των Ελλήνων. «Εισέλθετε όλοι εις τα πλοία, τοις είπεν, άρατε την άγκυραν, πλεύσατε εις την Σαρδώ, κτίσατε εκεί μίαν πόλιν κοινήν δι' όλους και γενήτε ευτυχείς απελευθερούμενοι τοιουτοτρόπως, Διότι νεμόμενοι την μεγίστην των νήσων, θα διοικήτε όλας τας άλλας, ενώ, εάν μείνετε εις την Ιωνίαν, δεν βλέπω πώς θα δυνηθήτε να ανακτήσετε ποτε την έλευθερίαν σας.» Τοιαύτη ήτο η συμβουλή την οποίαν ο Βίας ο Πριηνεύς έδωκεν εις τους Ίωνας αφού υπεδουλώθησαν. Εκείνη δε την οποίαν έδωκεν ο Θαλής ο Μιλήσιος πριν δουλωθώσιν, ήτο όχι ολιγώτερον καλή. Ο Θαλής ούτος του οποίου η καταγωγή ανέκαθεν ήτο εκ Φοινίκων συνεβούλευσε τους Ίωνας να συστήσωσιν έν μόνον βουλευτήριον, να θέσωσιν αυτό εις την Τέω (διότι η Τέως κείται εις το κέντρον της χώρας) και να αφήσωσι τας άλλας πόλεις να διοικώνται ως εάν ήσαν δήμοι. Τοιαύται ήσαν αι συμβουλαί αίτινες εδόθησαν εις τους Ίωνας.

171. Ο δε Άρπαγος, αφού υπέταξε την Ιωνίαν, εστράτευσε κατά των Καρών, των Καυνίων και των Λυκίων έχων ομού τους Ίωνας και τους Αιολείς. Εκ τούτων οι μεν Κάρες αφήκαν τας νήσους και εκατοίκησαν εις την ήπειρον· διότι άλλοτε, ότε ήσαν υπήκοοι του Μίνωος και εκαλούντο Λέλεγες, κατώκουν τας νήσους και δεν επλήρωνον κανένα φόρον, καθ' όσον ηδυνήθην να πληροφορηθώ από παραδόσεις παλαιοτάτας, αλλ' όταν ο Μίνως ελάμβανεν ανάγκην, συνήθροιζον πληρώματα διά τα πλοία του. Επειδή δε ο Μίνως είχεν υποτάξει πολλάς χώρας και ήτο ευτυχής εις τον πόλεμον, το Καρικόν έθνος ήτο κατ' εκείνον τον χρόνον το διασημότατον όλων των εθνών. Αυτό εφεύρε τρία τινά τα οποία μεταχειρίζονται οι Έλληνες· διότι οι Κάρες εδίδαξαν να δένωσι λόφους άνω της περικεφαλαίας και να θέτωσιν εμβλήματα εις τας ασπίδας· αυτοί επίσης πρώτοι μετεχειρίσθησαν λαβάς διά τας ασπίδας τας οποίας πρότερον εβάσταζον άνευ λαβών και τας εκυβέρνων διά τελαμώνων κρεμαμένων περί τον τράχηλον ή εις τον αριστερόν ώμον. Πολύ δε μετά ταύτα οι Δωριείς και οι Ίωνες έδιωξαν από τας νήσους τους Κάρας οίτινες εγκατεστάθησαν εις την ήπειρον. Και οι μεν Κρήτες ταύτα λέγουσι περί των Καρών, αυτοί όμως δεν συμφωνούσιν, αλλά αξιούσιν ότι είναι αυτόχθονες ηπειρώται και λέγουσιν ότι πάντοτε είχον το αυτό όνομα όπερ και σήμερον. Εις μαρτυρίαν δε δεικνύουσιν εις τα Μύλασσα αρχαίον ναόν του Καρίου Διός τον οποίον έχουσιν από κοινού μετά των Μυσών και των Λυδών ένεκα της αρχαίας συγγενείας των, διότι κατ' αυτούς ο Μυσός και ο Λυδός ήσαν αδελφοί του Καρός. Τούτου ένεκα λοιπόν οι απόγονοί των μετέχουσι του ιερού, εξαιρέσει των γειτόνων εκείνων οίτινες ομιλούσι μεν την αυτήν γλώσσαν με τους Κάρας δεν κατάγονται όμως από την αυτήν γενεάν.

172. Οι δε Καύνιοι, ως εγώ φρονώ, είναι αυτόχθονες, λέγουσιν όμως οι ίδιοι ότι κατάγονται από την Κρήτην. Και αν μεν η γλώσσα των Καυνίων πλησιάζει την των Καρών ή η των Καρών με την των Καυνίων δεν ηξεύρω ακριβώς, τα ήθη όμως αυτών διαφέρουσι πολύ από των άλλων ανθρώπων και των Καρών· διότι νομίζουσιν ως λίαν έντιμον να συνέρχωνται διά να πίνωσιν, άνδρες, γυναίκες και παιδία, αναλόγως της ηλικίας και της φιλίας των. Αφού έκτισαν ναούς ξένων θεών, έπειτα μετέβαλον γνώμην και εσκέφθησαν ότι έπρεπε να λατρεύωσι μόνον τους πατρίους θεούς. Ενδυθέντες λοιπόν τα όπλα των, και πλήττοντες τον αέρα διά των δοράτων, ήλθον εις τα Καλυνδικά όρη λέγοντες ότι εδίωκον τους ξένους θεούς.

173. Και ούτοι μεν ταύτα τα έθιμα τηρούσιν, οι δε Λύκιοι κατάγονται από την Κρήτην, η καταγωγή των δε αύτη είναι παλαιοτάτη, διότι άλλοτε οι βάρβαροι κατείχον όλην αυτήν την νήσον. Ότε οι υιοί της Ευρώπης, Μίνως και Σαρπηδών, εφιλονείκησαν περί της βασιλείας, επειδή υπερίσχυσεν ο Μίνως, έδιωξε τον Σαρπηδόνα και τους οπαδούς του οίτινες διωχθέντες κατέφυγον εις την Μιλυάδα γην της Ασίας· διότι η γη την οποίαν κατοικούσι σήμερον οι Λύκιοι, εκαλείτο άλλοτε Μιλυάς, αι δε Μιλύαι εκαλούντο Σόλυμοι. Εφ' όσον δε εβασίλευεν εις αυτούς ο Σαρπηδών, ετήρησαν το όνομα Τερμίλαι το οποίον είχον παλαιόθεν και με το οποίον ακόμη μέχρι σήμερον τους ονομάζουσιν οι περίοικοι. Αφ' ότου όμως ο Αθηναίος Λύκος, υιός του Πανδίονος, διωχθείς και αυτός παρά του αδελφού του Αιγέως, ήλθε προς τον Σαρπηδόνα, μετωνομάσθησαν επί τέλους Λύκιοι από του Λύκου. Τα έθιμα αυτών εν μέρει μεν είναι Κρητικά, εν μέρει δε Καρικά· αλλ' έχουσιν έν όλως ιδιαίτερον, όπερ εις ουδέν άλλο έθνος απαντάται· το έθιμον τούτο είναι ότι λαμβάνουσι το όνομα της μητρός και ουχί το του πατρός. Εάν τις ερωτήση άλλον ποίος είναι, ούτος αρχίζει από την μητέρα του και απαριθμεί όλην την μητρικήν γραμμήν. Εάν γυνή πολίτις υπανδρευθή δούλον, τα τέκνα της θεωρούνται ευγενή· εάν όμως πολίτης, έστω και ο πρώτος εξ αυτών, νυμφευθή ξένην ή παλλακίδα, τα τέκνα του θεωρούνται αγενή.

174. Οι Κάρες λοιπόν υπεδουλώθησαν υπό του Αρπάγου χωρίς να πράξωσί τι λαμπρόν. Ου μόνον δε οι Κάρες, αλλά και οι κατοικούντες την χώραν εκείνην Έλληνες υπετάγησαν άνευ αντιστάσεως. Μεταξύ του των ήσαν οι Κνίδιοι, άποικοι της Λακεδαίμονος, των οποίων η χώρα είναι εστραμμένη προς την θάλασσαν και σχηματίζει ακρωτήριον καλούμενον Τριόπιον εξ ου άρχεται η Βυβασσία. Είναι λοιπόν όλη η Κνιδία, εκτός ελαχίστου μέρους, περίρρυτος, καθότι αρκτικώς μεν περιορίζεται από τον Κεραμικόν κόλπον, μεσημβρινώς δε από την θάλασσαν της Σμύρνης και της Ρόδου· το ολίγον δε εκείνο μέρος όπερ συνέχεται με την ξηράν και το οποίον δεν είναι πλειότερον των πέντε σταδίων, έσκαπτον οι Κνίδιοι καθ' ον καιρόν ο Άρπαγος υπέτασσε την Ιωνίαν, θέλοντες να μεταβάλωσι την χώραν των εις νήσον. Και τωόντι, τούτου κατορθουμένου, τα πάντα ήθελον μένει έσωθεν του ορύγματος, διότι εκεί όπου τελειόνει η Κνιδία, εκεί είναι και ο ισθμός τον οποίον έσκαπτον. Αλλ' ενώ ειργάζοντο εις τούτο πολλοί Κνίδιοι, εθραύοντο οι λίθοι εις μικρά τεμάχια και οι εργάται επληγώνοντο πλειότερον του συνήθους εις διάφορα μέρη του σώματος και προ πάντων εις τους οφθαλμούς, όπερ εθεωρήθη ότι προήρχετο από θείαν οργήν. Πέμψαντες λοιπόν εις τους Δελφούς ηρώτων περί της θεραπείας· η δε Πυθία, ως λέγουσιν αυτοί οι Κνίδιοι, απεκρίθη διά των εξής τριμέτρων στίχων.

«Μη οχυρώσετε τον ισθμόν, μη σκάψετε αυτόν, διότι ο Ζευς ηδύνατο να τον κάμη νήσον εάν ήθελε.»

Και οι μεν Κνίδιοι, επειδή η Πυθία έδωκε τοιούτον χρησμόν, έπαυσαν να ορύττωσι, και όταν ο Άρπαγος ήλθε με τα στρατεύματά του, παρεδόθησαν αμαχητί.

175. Υπεράνω δε της Αλικαρνασσού, εις τα μεσόγεια, κατώκουν οι Πηδασείς. Εις τούτους ή εις τους περιοίκους των οσάκις έμελλε να συμβή τι δυσάρεστον, μεγάλη γενειάς εφύετο εις το πρόσωπον της ιερείας της Αθηνάς. Τούτο συνέβη τρις. Μόνοι δε αυτοί εκ των Κάρων αντέστησαν επί τινα χρόνον εις τον Άρπαγον και τω παρέσχον πολλά εμπόδια τειχίσαντες το όρος όπερ καλείται Λίδη.

176. Επί τέλους υπετάγησαν και αυτοί. Οι δε Λύκιοι, όταν ο Άρπαγος έφερε τον στρατόν του εις το Ξάνθιον πεδίον, εξερχόμενοι της πόλεως και πολεμούντες ολίγοι προς πολλούς, εδείκνυον θαυμασίαν γενναιότητα, αλλ' ενικήθησαν και εκλείσθησαν εις την πόλιν. Τότε συνήθροισαν εις την ακρόπολιν, γυναίκας, τέκνα, πλούτη, δούλους· έθεσαν πυρ εις το φρούριον εκείνο διά να το καύσωσιν ολόκληρον, και αφού ώμοσαν μεταξύ των φοβερούς όρκους, εξώρμησαν με τα όπλα εις χείρας και εφονεύθησαν μαχόμενοι. Από τους Λυκίους δε οίτινες την σήμερον καλούνται Ξάνθιοι, πλην ογδοήκοντα οικογενειών, οι πλειότεροι είναι επήλυδες. Αυταί αι ογδοήκοντα οικογένειαι έτυχε να αποδημώσι κατά την ημέραν της καταστροφής, και ούτω περιεσώθησαν. Εκυρίευσε λοιπόν την Ξάνθον ο Άρπαγος και ομοίως όλην σχεδόν την Καύνον, διότι οι πλείστοι των Καυνίων εμιμήθησαν τους Λυκίους.

177. Ενώ ο Άρπαγος εποίει ανάστατον την μικράν Ασίαν, ο Κύρος υπέτασσεν όλα τα έθνη της άνω Ασίας χωρίς να φεισθή ουδενός. Και τας μεν περισσοτέρας των κατακτήσεών του θα παρέλθω εν σιωπή, θα αναφέρω δε εκείνας μόνον όσαι τον ηνάγκασαν εις μεγάλας εργασίας και αίτινες είναι αι μάλλον άξιαι διηγήσεως.

178. Ο Κύρος, αφού υπέταξεν όλα τα ηπειρωτικά έθνη της μικράς Ασίας, επετέθη κατά των Ασσυρίων. Υπήρχον δε εις την Ασσυρίαν πολλαί μεγάλαι πόλεις, αλλ' η διασημοτέρα, η ισχυροτέρα, εκείνη εις την οποίαν μετά την καταστροφήν της Νίνου μετεφέρθησαν τα βασίλεια, ήτο η Βαβυλών της οποίας η περιγραφή είναι η εξής. Κειμένη επί ευρείας πεδιάδος, σχηματίζει τετράγωνον του οποίου εκάστη πλευρά έχει εκατόν είκοσι στάδια· όλη λοιπόν η περίμετρος αυτής είναι τετρακόσια ογδοήκοντα στάδια. Τοιαύτη η έκτασις της Βαβυλώνος, ουδεμία δε πόλις εκ των γνωστών εις ημάς είναι τοσούτον κεκοσμημένη. Πρώτον μεν, τάφρος βαθεία, πλατεία και πλήρης ύδατος ρέοντος περικυκλοί αυτήν· έπειτα υψούται τείχος του οποίου το μεν πλάτος είναι πεντήκοντα πήχεων βασιλικών το δε ύψος διακοσίων· είναι δε ο βασιλικός πήχυς μεγαλύτερος του συνήθους κατά τρεις δακτύλους.

179. Πρέπει δε προς τούτοις να είπω πού εχρησίμευσε το χώμα της τάφρου και πώς εκτίσθη το τείχος. Ενώ έσκαπτον την τάφρον, συγχρόνως κατεσκεύαζον πλίνθους εκ των χωμάτων τα οποία εξήγον, και άμα εσωρεύετο αρκετή ποσότης τοιούτων πλίνθων έψηνον αυτούς εις καμίνους, και έπειτα, μεταχειριζόμενοι αντί πηλού θερμήν άσφαλτον, εστοίβαζον τριάκοντα σειράς πλίνθων και μίαν σειράν καλάμων πλεκτών. Και τοιουτοτρόπως πρώτον μεν έκτισαν τα χείλη της τάφρου, έπειτα δε το τείχος με τον αυτόν τρόπον. Επί του τείχους δε έκτισαν μονόπατα οικήματα αντικρύζοντα προς άλληλα, και μεταξύ των οικημάτων άφησαν διάστημά τι διά να δύναται να στρέφεται τέθριππον άρμα. Εκατόν πύλαι κατεσκευάσθησαν πέριξ του τοίχους, όλαι χάλκιναι, με παραστάτας και υπέρθυρα ομοίως εκ χαλκού. Υπάρχει δε άλλη τις πόλις απέχουσα από την Βαβυλώνα οκτώ ημερών οδόν, ήτις καλείται Ις και όπου ρέει μικρός ποταμός, Ις και αυτός καλούμενος και χυνόμενος εις το μέγα ρεύμα του Ευφράτου. Αυτός λοιπόν ο Ις ποταμός ομού με το ύδωρ αναδίδει πολλούς θρόμβους ασφάλτου, και εκείθεν μετεκομίσθη η άσφαλτος εις το τείχος της Βαβυλώνος.

180. Τοιουτοτρόπως λοιπόν περιετειχίσθη η Βαβυλών· η πόλις είναι εις δύο μέρη διηρημένη, και διά μέσου αυτών ρέει ο Ευφράτης. Ο ποταμός ούτος καταβαίνει από την Αρμενίαν, είναι μέγας, βαθύς και ορμητικός, και χύνεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ο εξωτερικός λοιπόν τοίχος τέμνεται τοιουτοτρόπως εις δύο βραχίονας οίτινες εκτείνονται μέχρι του ποταμού· εκεί δε γίνονται επικαμπαί και έπειτα εκ πλίνθων οπτών εκτείνεται εις εκατέραν όχθην του ποταμού από της μιας άκρας εις την άλλην. Αυτή η πόλις, πλήρης οικιών τριωρόφων και τετρωρόφων, κατατέμνεται υπό οδών ευθειών, των μεν εγκαρσίων, των δε ληγουσών εις τον ποταμόν. Όλαι αι οδοί συναντώσι το εσωτερικόν τείχος, και εις την άκραν εκάστης υπάρχει μικρά πύλη· ώστε όσαι πύλαι είναι, τόσαι και αι οδοί. Ήσαν δε και αυταί χάλκιναι και ηνοίγοντο επί του ποταμού.

181. Το εξωτερικόν τείχος είναι ο θώραξ της πόλεως· ο εσωτερικός τοίχος, μόλις αδυνατώτερος, είναι στενώτερος. Εις το μέσον δε εκατέρου μέρους της πόλεως ήσαν εκτισμένα, εις το έν το ανάκτορον του βασιλέως, ευρύχωρον και στερεόν, και εις το άλλο ο χαλκόπυλος ναός του Βήλου Διός, όστις εσώζετο μέχρι των ημερών μου έχων σχήμα τετράγωνον και εκάστην πλευράν δυο σταδίων. Εις το μέσον υψούται πύργος στερεός, έχων μήκος και πλάτος ενός σταδίου· άνωθεν αυτού υπάρχει άλλος, και άλλος πάλιν υπεράνω αυτού, και ούτω μέχρις οκτώ. Οφιοειδής κλίμαξ φέρει εξωτερικώς από πύργου εις πύργον. Κατά το μέσον της αναβάσεως υπάρχουσι σταθμός και καθίσματα όπου αναπαύονται οι αναβαίνοντες· άνωθεν δε του τελευταίου πύργου είναι μέγας ναός, και εντός του ναού μεγάλη κλίνη καλώς εστρωμένη, και πλησίον αυτής χρυσή τράπεζα. Δεν βλέπει τις εκεί κανέν άγαλμα ούτε διανυκτερεύει άνθρωπος, εκτός μιας γυναικός ιθαγενούς την οποίαν μεταξύ όλων εκλέγει ο θεός, ως λέγουσιν οι ιερείς αυτού του θεού οι Χαλδαίοι.

182. Οι αυτοί ιερείς λέγουσιν ωσαύτως, δεν μοι φαίνονται όμως άξιοι πίστεως, ότι ο θεός συχνάζει εις τον ναόν και αναπαύεται επί της κλίνης, κατά τον αυτόν τρόπον καθ' ον και εις τας Θήβας της Αιγύπτου, ως λέγουσιν οι Αιγύπτιοι. Διότι και εκεί επίσης κοιμάται γυνή εις τον ναόν του Θηβαιέως Διός, και βεβαιούσιν ότι μήτε η μία μήτε η άλλη των γυναικών τούτων έχουσι σχέσιν με άνδρας. Ομοίως και εις τα Πάταρα της Λυκίας, η ιέρεια του θεού, όταν ούτος ήναι παρών (διότι το χρηστήριον δεν είναι παντοτεινόν) διανυκτερεύει εντός του ναού.

183. Κάτωθεν του ναού τούτου της Βαβυλώνος ευρίσκεται άλλος ναός περιέχων μέγα χρυσούν άγαλμα του Διός καθήμενον, και πλησίον μεγάλην τράπεζαν χρυσήν· του αγάλματος δε τούτου ο θρόνος και αι βαθμίδες είναι εκ χρυσσού, λέγουσι δε οι Χαλδαίοι ότι όλα αυτά έχουσι βάρος οκτακοσίων ταλάντων. Έξωθεν του ναού, ο βωμός είναι χρυσούς, και επί άλλου βωμού πλατυτέρου θυσιάζουσι θύματα τέλεια, διότι επί του πρώτου δεν είναι επιτετραμμένον να θυσιάζωσιν ειμή μόνον γαλαθηνά. Επί του μεγάλου βωμού οι Χαλδαίοι καίουσι κατ' έτος χιλίων ταλάντων θυμίαμα καθαρόν, όταν τελώσι την εορτήν του θεού. Κατά την εποχήν του Κύρου ήτο ακόμη εις το τέμενος τούτο άγαλμα δώδεκα πήχεων, χρυσούν, στερεόν· εγώ δεν το είδα, αλλ' επαναλαμβάνω ό,τι άκουσα από τους Χαλδαίους. Αυτό το άγαλμα εσκέφθη να αρπάση ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, και δεν ετόλμησεν· αλλ' ο υιός του Ξέρξης το έλαβε και εφόνευσε τον ιερέα όστις τω απηγόρευε να το μετακινήση. Ταύτα ήσαν τα κοσμήματα του ναού τούτου, όστις εκτός αυτών είχε πάμπολλα άλλα ιδιωτικά αφιερώματα.

184. Η Βαβυλών έσχε πολλούς βασιλείς, θέλω δε αναφέρει εις την Ιστορίαν των Ασσυρίων (12) εκείνους οίτινες εκαλλώπισαν τα τείχη και τους ναούς μεταξύ δε άλλων και δύο γυναίκας. Η πρώτη ήτις εβασίλευσε προηγήθη της δευτέρας κατά πέντε γενεάς και ωνομάζετο Σεμίραμις· αυτή ύψωσεν αναχώματα εις την πεδιάδα, άτινα είναι αξιοθέατα, διότι πρότερον ο ποταμός έρρεεν ανά το πεδίον ως θάλασσα.

185. Η δευτέρα ήτις έπειτα εγένετο βασίλισσα ωνομάζετο Νίτωκρις. Πεπροικισμένη με φρόνησιν ανωτέραν της προκατόχου της, αφ' ενός μεν αφήκε μνημεία τα οποία θα περιγράψω αμέσως, αφ' ετέρου δε βλέπουσα τους Μήδους μεγαλυνομένους και μη ησυχάζοντας, αλλά κυριεύοντας πόλεις, μεταξύ των οποίων ήτο και η Νίνος, έλαβε κατ' αυτών όλα τα δυνατά αμυντικά μέτρα. Πρώτον μεν τον Ευφράτην, όστις πρότερον έρρεε κατ' ευθείαν και διήρχετο διά μέσης της πόλεως, ορύξασα διώρυγας άνωθεν, τοσούτον σκολιόν κατέστησεν ώστε ρέων φθάνει τρις εις κώμην τινά της Ασσυρίας. Το όνομα δε της κώμης, εις την οποίαν έρχεται ο Ευφράτης, είναι Αρδέρικκα. Και σήμερον όσοι έρχονται εις την Βαβυλώνα διά του Ευφράτου, προσεγγίζουσι τρις εις την κώμην ταύτην και επί τρεις αλλεπαλλήλους ημέρας. Και τούτο μεν ούτως εποίησεν έπειτα δε κατεσκεύασεν εις αμφοτέρας τας όχθας του ποταμού αναχώματα αξιοθαύμαστα διά το ύψος και το μέγεθός των. Πολύ δε ανωτέρω της πόλεως και εις μικράν απόστασιν από του ποταμού, σκάψασα το έδαφος μέχρι των υπογείων υδάτων, εσχημάτισε δεξαμενήν διά τα στάσιμα ύδατα δούσα εις αυτήν περιφέρειαν τετρακοσίων είκοσι σταδίων. Τα εξαγόμενα χώματα ερρίπτοντο εις τας όχθας του ποταμού, και όταν ετελείωσε το έργον, έφερε πέτρας και έκτισε πέριξ κρηπίδα. Έκαμε δε τα δύο ταύτα η Νίτωκρις, τον ποταμόν σκολιόν και το όρυγμα ελώδες, ίνα το ρεύμα του Ευκράτου καθίσταται βραδύτερον διά των πολλών περιστροφών και διά να μη φθάνωσι κατ' ευθείαν γραμμήν εις την Βαβυλώνα οι ταξειδεύοντες· επί τέλους δε να αναγκάζωνται ούτοι να ακολουθώσι την μεγάλην καμπήν της λίμνης. Η θέσις δε την οποίαν εξελέξατο, είναι εκείνη διά της οποίας οι Μήδοι ηδύναντο ευκόλως, λαμβάνοντες πλαγίαν οδόν, να έρχωνται και μανθάνωσι τας υποθέσεις της συγκοινωνούντες με τους Ασσυρίους.

186. Με τοιαύτα οχυρώματα σκαφέντα εν τω εδάφει περιέβαλεν εαυτήν, εκτός δε τούτων έπραξε και το εξής· επειδή η πόλις είχε δύο μέρη κεχωρισμένα υπό του ποταμού, επί των πρώτων βασιλέων, εάν τις ήθελε να διαβή από του ενός εις το άλλο, έπρεπε να λάβη λέμβον, και καθ' όσον δύναμαι να κρίνω, τούτο θα ήτο λίαν οχληρόν. Η Νίτωκρις λοιπόν προέβλεψε και τούτο, διότι, ενώ διά τα ύδατα του έλους ώρυττε δεξαμενήν, εσκέπτετο να ωφεληθή και εκ ταύτης της εργασίας διά να αφήση έτερον μνημείον. Όθεν διέταξε και έκοψαν μεγάλας πέτρας· άμα αι πέτραι ητοιμάσθησαν και η δεξαμενή εσκάφθη, έστρεψεν εις την δεξαμενήν ταύτην τα ύδατα του ποταμού, και τοιουτοτρόπως αυτή μεν εγέμισε το δε αρχαίον ρεύμα εξηράνθη. Τότε, αφ' ενός μεν έκτισε διά πλίνθων οπτών, όπως ήτο και το εξωτερικόν τείχος, τα χείλη του ποταμού εφ' όσον διάστημα εκτείνεται η πόλις, και ήσαν αι καταβάσεις αι φέρουσαι διά των πυλίδων εις τον ποταμόν· αφ' ετέρου δε, προς το κέντρον των δύο μερών, με πέτρας τας οποίας διέταξε να κόψωσιν, έκτισε γέφυραν, δένουσα τας πέτρας με σίδηρον και μόλυβδον. Και κατά μεν την ημέραν ήπλωνον επί της γεφύρας ξύλα τετράγωνα και διέβαινον οι Βαβυλώνιοι· κατά δε την νύκτα τα αφήρουν διά να μη περιφέρωνται οι κάτοικοι εις το σκότος και κλέπτωσιν αλλήλους. Αφού δε η ορυχθείσα δεξαμενή εγέντο λίμνη εκ των υδάτων του ποταμού, και αφού ετελείωσαν τα διάφορα μέρη της γεφύρας, η Νίτωκρις εξέβαλε τον Ευφράτην από την λίμνην και τον έφερε πάλιν εις το πρώτον ρεύμα. Τοιουτοτρόπως η λεκάνη, γενομένη λίμνη, εφάνη κατάλληλος προς τον σκοπόν δι' ον ήτο προωρισμένη, και η γέφυρα κατεσκευάσθη προς χρήσιν των πολιτών.

187. Αυτή η ιδία βασίλισσα επενόησε την εξής απάτην· άνωθεν της μάλλον συχναζομένης πύλης του τείχους κατεσκεύασε τον ίδιον εαυτής τάφον, υψηλόν και ελκύοντα τα βλέμματα πλειότερον ή η πύλη. Ενεκόλαψε δε εις τον τάφον τούτον γράμματα λέγοντα· «Εάν τις εξ εκείνων οίτινες βασιλεύσωσι μετ' εμέ εις την Βαβυλώνα λάβη ανάγκην χρημάτων, ας ανοίξη τον τάφον τούτον και ας λάβη όσα θέλει. Αλλ' εκτός ανάγκης καταπειγούσης, ας μη τον ανοίξη, διότι δεν θα ωφεληθή.» Έμεινε δε ο τάφος άθικτος μέχρις ου ανέβη εις τον θρόνον ο Δαρείος όστις ενόμισεν οδυνηρόν να αφίνη μίαν πύλην άχρηστον, ενώ μάλιστα υπήρχον εκεί χρήματα τα οποία τω εφώναζον να τα λάβη και να μη τα λάβη. Τωόντι δεν μετεχειρίζοντο πλέον την πύλην εκείνην διότι άνωθεν των διαβαινόντων έκειτο νεκρόν σώμα. Ήνοιξε λοιπόν τον τάφον, αλλ' αντί θησαυρών είδε μόνον το πτώμα και γράμματα λέγοντα τα εξής·. «Εάν δεν ήσο άπληστος και αισχροκερδής, δεν θα ήνοιγες τας θήκας των νεκρών.» Και αύτη μεν η βασίλισσα τοιαύτη τις λέγουσιν ότι εγένετο.

188. Ο δε Κύρος εξεστράτευσε κατά του υιού της γυναικός ταύτης, όστις είχε το όνομα του πατρός του Λαβυνήτου και την βασιλείαν των Ασσυρίων. Εξεστράτευσε λοιπόν ο μέγας βασιλεύς έχων μεθ' εαυτού αρκετήν προμήθειαν τροφίμων και ποιμνίων του τόπου του, εκτός δε τούτων είχε και ύδωρ του Χοάσπου ποταμού όστις ρέει παρά τα Σούσα, διότι μόνον το ύδωρ τούτου του ποταμού, και ουχί άλλου, πίνει ο βασιλεύς· το βράζουσι, και όπου μεταβαίνει ο βασιλεύς, το μεταφέρουσιν εντός αγγείων αργυρών τα οποία θέτουσιν επί αμαξών τετρατρόχων συρομένων υπό ημιόνων.

189. Πορευόμενος ο Κύρος εναντίον της Βαβυλώνος έφθασεν εις τας όχθας του Γύνδου, του οποίου αι μεν πηγαί είναι εις τα Ματιανά όρη, αυτός δε ρέει διά των Δαρδανών και χύνεται εις τον Τίγριν όστις και αυτός ρέει παρά την πόλιν Ώπιν και χύνεται εις την Ερυθράν θάλασσαν. Ενώ δε ο Κύρος επειράτο να διαπεράση τον Γύνδον όστις είναι ναυσίπορος, είς των ιερών λευκών ίππων, παρασυρθείς υπό της αγερωχίας του, εισήλθεν εις τον ποταμόν και ήρχισε να κολυμβά, αλλά το ρεύμα, περιδινήσαν αυτόν, τον εβύθισε και τον παρέσυρε. Τότε ο Κύρος οργισθείς διά την αυθάδειαν του ποταμού, τον ηπείλησεν ότι τόσον ασθενή ήθελε τον καταστήσει, ώστε εις το εξής και αυταί αι γυναίκες να τον διαβαίνωσιν ευκόλως χωρίς να βρέχωσι τα γόνατα. Μετά την απειλήν ταύτην, παραιτηθείς να βαδίση κατά της Βαβυλώνος, διήρεσε τον στρατόν εις δύο· αφού δε τον διήρεσεν, εχάραξεν επί εκατέρας των όχθων του Γύνδου εκατόν ογδοήκοντα διώρυγας προς όλας τας διευθύνσεις, έπειτα ετοποθέτησε τα στρατεύματα και τα διέταξε να σκάψωσι. Χάρις εις την πολυχειρίαν, ετελείωσε μεν το έργον, αλλά κατηναλώθη προς τούτο όλον το θέρος.

190. Αφού δε ο Κύρος ετιμώρησε τον Γάνδυν διαιρέσας αυτόν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας, ανεχώρησε πάλιν διά την Βαβυλώνα κατά τας πρώτας ημέρας του δευτέρου έαρος. Οι Ασσύριοι εξήλθον ένοπλοι και περιέμενον αυτόν· πλησίον δε της πόλεως ήλθον εις χείρας, απώλεσαν την μάχην και εκλείσθησαν εις τα τείχη των. Επειδή δε προ πολλού έβλεπον ότι ο Κύρος δεν ησύχαζεν, αλλ' επετίθετο αδιακρίτως καθ' όλων των εθνών, είχον προμηθευθή τροφάς διά πολλά έτη και σχεδόν δεν τους έμελλεν εάν επολιορκούτο. Εν τούτοις ο Κύρος ευρίσκετο εις αμηχανίαν, διότι ο χρόνος παρήρχετο και αι υποθέσεις του δεν προώδευον.