Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 7

Chapter 732 wordsPublic domain

137. Επαινώ την συνήθειαν ταύτην, επαινώ δε ομοίως και την εξής· δι' έν μόνον πταίσμα, ουδ' αυτός ο βασιλεύς δύναται να καταδικάση τινά εις θάνατον· δι' έν μόνον πταίσμα ουδείς των Περσών δύναται να επιβάλη αυστηράν τιμωρίαν είς τινα των δούλων του. Εν τούτοις, εάν μετά γενομένην εξέτασιν ευρεθή ότι τα εγκλήματα είναι περισσότερα και μεγαλείτερα από τας υπηρεσίας, τότε ο δεσπότης μεταχειρίζεται τον θυμόν του. Οι Πέρσαι λέγουσιν ότι κανείς εξ αυτών δεν εφόνευσε τον πατέρα του ή την μητέρα του, και ότι οσάκις διεπράχθη τοιούτο έγκλημα, γενομένης ακριβούς εξετάσεως, ευρέθη ότι ο ένοχος ήτο παιδίον μοιχίδιον ή υποβολιμαίον. Διότι, λέγουσι, δεν είναι φυσικόν να φονεύεται ο αληθής πατήρ παρά του παιδός του.

138. Τοις είναι απηγορευμένον να ομιλώσι περί των πραγμάτων εκείνων τα οποία δεν τοις επιτρέπεται να πράττωσι. Το ψεύδος θεωρείται παρ' αυτών ως αισχρότατον ελάττωμα· έπειτα έρχονται τα χρέη, και τούτο διά πολλάς αιτίας, αλλά προ πάντων, ως λέγουσιν, ένεκα της ανάγκης εις ην ευρίσκεται ο οφειλέτης να είπη ψεύματα. Εάν τις των αστών έχη λέπραν ή λεύκην (11), ούτε εις την πόλιν εισέρχεται, ούτε αναμιγνύεται με τους άλλους Πέρσας. Λέγουσι δε ότι έπαθε το κακόν εκείνο διότι ήμαρτεν εις τον ήλιον. Σχεδόν πανταχού διώκουσι τον ξένον όστις έχει το πάθος αυτό, καθώς και τας λευκάς περιστεράς, αποδίδοντες και εις αυτάς τον αυτόν λόγον. Ούτε ουρούσιν, ούτε πτύουσιν, ούτε νίπτονται τας χείρας εις ποταμόν, ούτε άλλον αφίνουσι να πράξη ταύτα, αλλά σέβονται μεγάλως τους ποταμούς.

139. Και άλλο τι ιδιάζον παρατηρείται εις αυτούς, όπερ διέλαθε μεν τους Πέρσας, ουχί δε και ημάς· τα ονόματά των, τα οποία λαμβάνονται όλα από τα σωματικά ιδιώματα ή από τα αξιώματα, λήγουσιν εις το γράμμα το οποίον οι μεν Δωριείς καλούσι σ α ν οι δε Ίωνες σ ί γ μ α. Εάν εξετάσετε, θα ιδήτε ότι όλα τα ονόματα των Περσών, άνευ εξαιρέσεως, λήγουσιν, εις το γράμμα τούτο.

140. Παν ό,τι είπον μέχρι τούδε περί των ηθών των Περσών, το είδον και το ήκουσα μετά βεβαιότητος, όσα δε μέλλω να είπω περί των νεκρών, δεν κοινολογούνται, αλλά λέγονται κρυφίως. Πτώμα Πέρσου δεν ενταφιάζεται πριν κατασπαραχθή υπό κυνών ή ορνέων. Ηξεύρω μετά θετικότητος ότι πράττουσι τούτο οι μάγοι, διότι το πράττουσι φανερώς. Οι Πέρσαι περικαλύπτουσι το νεκρόν σώμα με κηρόν, και το θάπτουσιν. Οι δε μάγοι διαφέρουσι πολύ από τους άλλους ανθρώπους και από τους ιερείς της Αιγύπτου· διότι αυτοί μεν ουδέν έμψυχον φονεύουσιν ειμή όσα θυσιάζουσιν, οι δε μάγοι φονεύουσιν ιδιοχείρως όλα, πλην κυνός και ανθρώπου. Παρ' αυτοίς μεγάλη άμιλλα υπάρχει να καταστρέφωσι τους μύρμηκας, τους όφεις, τα πτηνά και τα ερπετά. Και η μεν συνήθεια αύτη ας εξακολουθή να υπάρχη όπως εξ αρχής επεκράτησεν, εγώ δε επανέρχομαι εις την σειράν της διηγήσεώς μου.

141. Οι Ίωνες και οι Αιολείς, άμα η Λυδία κατεκτήθη υπό των Περσών, έπεμψαν πρέσβεις εις τας Σάρδεις προς τον Κύρον προτείνοντες να υποταχθώσιν εις αυτόν υπό τους αυτούς όρους τους οποίους τοις είχε προτείνει ο Κροίσος. Ο Κύρος ήκουσε τας προτάσεις ταύτας και διηγήθη εις αυτούς τον εξής μύθον· «Αυλητής τις, ιδών εις την θάλασσαν ιχθύας, ηύλει νομίζων ότι ήθελε τους ελκύσει εις την ξηράν· επειδή δε διεψεύσθη η ελπίς του, έλαβε δίκτυον, το έρριψε και έσυρεν έξω πολλήν ποσότητα ιχθύων. Όταν τους είδε πηδώντας· «Παύσατε, τοις είπε, παύσατε να χορεύετε, καθότι ότε ηύλουν, δεν ηθελήσατε να έλθετε προς εμέ χορεύοντες.» Είπε δε ο Κύρος τον μύθον τούτον εις τους Ίωνας και τους Αιολείς διότι πρότερον οι Ίωνες, όταν τοις εζήτησε δι' απεσταλμένων να επαναστατήσωσι κατά του Κροίσου, δεν επείσθησαν, τώρα δε ότε πλέον τα γεγονότα ήσαν τετελεσμένα, εφαίνοντο πρόθυμοι να υπακούσωσιν. Ήτο λοιπόν ωργισμένος όταν τοις έλεγε ταύτα. Οι δε Ίωνες, άμα ήκουσαν την απόκρισιν ταύτην διαβιβασθείσαν εις τας πόλεις, ήρχισαν να εγείρωσι τείχη και συνηθροίζοντο εις το Πανιώνιον όλοι οι άλλοι πλην των Μιλησίων· διότι μετ' αυτών ο Κύρος είχε συνθηκολογήσει όπως και με τους Λυδούς. Οι άλλοι λοιπόν Ίωνες συνεφώνησαν να πέμψωσι πρέσβεις εις την Σπάρτην και να ζητήσωσι βοήθειαν.

142. Ούτοι δε οι Ίωνες, εις τους οποίους ανήκει το Πανιώνιον, είχον κτίσει τας πόλεις των υπό τον λαμπρότερον ουρανόν και το ωραιότερον κλίμα από όσα γνωρίζομεν να κατοικώσιν οι άνθρωποι. Αι χώραι αι περικυκλούσαι την Ιωνίαν, άνωθεν και κάτωθεν, προς ανατολάς και προς δυσμάς, ουδόλως συγκρίνονται με αυτήν· αι μεν πάσχουσιν υπό του ψύχους και της υγρασίας, αι δε υπό του καύσωνος και της ξηρασίας. Οι Ίωνες δεν ομιλούσιν όλοι την αυτήν γλώσσαν, αλλά μεταχειρίζονται τέσσαρας διαφόρους διαλέκτους. Εκ των πόλεών των η Μίλητος είναι η πρώτη προς μεσημβρίαν, μετ' αυτήν δε η Μυούς και η Πριήνη· αι τρεις αύται είναι εις την Καρίαν και ομιλούσι την αυτήν διάλεκτον. Αι δε της Λυδίας είναι η Έφεσος, η Κολοφών, η Λέβεδος, η Τέως, αι Κλαζομεναί, η Φώκαια, αίτινες δεν ομιλούσι την αυτήν διάλεκτον ως αι προηγούμεναι, αλλ' έχουσιν ιδίαν. Υπάρχουσιν εισέτι τρεις άλλαι πόλεις Ιωνικαί, εξ ων αι μεν δύο, η Σάμος και η Χίος είναι νήσοι, η δε τρίτη, αι Ερυθραί, κείται επί της ηπείρου. Και οι μεν Χίοι και οι Ερυθραίοι ομιλούσι την αυτήν διάλεκτον, οι δε Σάμιοι έχουσιν όλως ιδιαιτέραν. Τοιουτοτρόπως δε γίνονται τέσσαρες χαρακτήρες γλώσσης.

143. Η Μίλητος λοιπόν, ένεκα της συνθήκης, ήτο εκτός παντός φόβου, οι δε νησιώται δεν είχον και αυτοί να φοβηθώσι τίποτε· διότι οι Φοίνικες δεν είχον γίνει ακόμη υπήκοοι των Περσών, οι δε Πέρσαι δεν είχον πλοία. Οι δε Μιλήσιοι δι' ουδεμίαν άλλην αιτίαν απεχωρίσθησαν από τους Ίωνας ειμή διά την ακόλουθον· η Ελληνική φυλή ήτο τότε πολύ ασθενής, και εξ όλων των εθνών των συγκροτούντων αυτήν αυτή ήτο η ασθενεστάτη και μηδενός λόγου αξία. Τωόντι, εκτός των Αθηνών, δεν υπήρχε πόλις Ιωνική αξία προσοχής. Οι μεν λοιπόν άλλοι Ίωνες και οι Αθηναίοι απέφευγον να λάβωσι το όνομα τούτο και δεν ήθελον να καλώνται Ίωνες· ακόμη δε και σήμερον μοι φαίνεται ότι οι πλειότεροι αυτών αισχύνονται διά το όνομα τούτο. Αι δε δώδεκα πόλεις τας οποίας ανέφερα σεμνύνονται διά την επίκλησιν ταύτην, και έκτισαν μάλιστα ιδιαίτερον ναόν τον οποίον εκάλουν Πανιώνιον και εις τον οποίον απεφάσισαν να μη δέχωνται κανένα άλλον εκ των Ιώνων· το αληθές όμως είναι ότι, εκτός των Σμυρναίων, ουδείς άλλος εζήτησε να γίνη δεκτός εις αυτόν.

144. Ούτω και οι Δωριείς της σήμερον καλουμένης Πενταπόλεως, ήτις προηγουμένως εκαλείτο Εξάπολις, επρόσεχον να μη δέχωνται εις τον Τριοπικόν ναόν άλλους πλησιοχώρους Δωριείς. Απέκλεισαν μάλιστα απ' αυτού και εκείνους εκ των ιδικών των όσοι παρέβησαν τους παρ' αυτών τεθέντας νόμους· διότι άλλοτε, εις τους αγώνας του Τροπίου Απόλλωνος, έδιδον βραβεία εις τους νικητάς χαλκίνους τρίποδας· έπρεπεν όμως ούτοι, αντί να τους κρατώσι, να τους προσφέρωσιν εις τον θεόν. Αλικαρνασσεύς τις όμως, ονόματι Αγασικλής, νικήσας, περιεφρόνησε τον νόμον τούτον, έλαβε τον τρίποδα και τον εκρέμασεν εις την οικίαν του. Διά ταύτην δε την αιτίαν αι πέντε πόλεις, Λίνδος, Ιαλυσσός, Κάμειρος, Κως και Κνίδος απέκλεισαν από τον ναόν την έκτην πόλιν της εξαπόλεως Αλικαρνασσόν. Και εις ταύτην μεν τοιαύτην τιμωρίαν επέβαλον.

145. Εγώ δε νομίζω ότι οι Ίωνες έκαμον την ομοσπονδίαν των δώδεκα πόλεων και δεν ηθέλησαν να δεχθώσι περισσοτέρας διά την ακόλουθον αιτίαν· όταν κατώκουν την Πελοπόννησον, ήσαν διηρημένοι εις δώδεκα μέρη, καθώς είναι σήμερον οι Αχαιοί οίτινες εδίωξαν αυτούς· πρώτη είναι η Πελλήνη, προς το μέρος της Σικυώνος, έπειτα η Αίγειρα και αι Αιγαί, όπου ρέει αενάως ο ποταμός Κράθις του οποίου το όνομα έλαβε ποταμός τις της Ιταλίας, έπειτα η Βούρα και η Ελίκη, όπου κατέφυγον οι Ίωνες όταν τους ενίκησαν οι Αχαιοί, έπειτα το Αίγιον, αι Ρύπες, αι Πάτραι, αι Φαραί και η Ώλενος, την οποίαν διασχίζει ο μέγας ποταμός Πείρος, και τέλος η Δύμη και η Τρίταια, αι μόναι πόλεις αίτινες κείνται εις τα μεσόγεια.

146. Τα δώδεκα ταύτα μέρη είναι σήμερον των Αχαιών, άλλοτε δε ήσαν των Ιώνων· τούτου ένεκα οι Ίωνες περιωρίσθησαν εις δώδεκα πόλεις. Θα ήτο αληθώς πολλή μωρία να ισχυρισθή τις ότι ούτοι είναι Ίωνες περισσότερον των άλλων Ιώνων, ή ότι έχουσι καταγωγήν λαμπροτέραν, τοσούτω μάλλον όσω οι εκ της Ευβοίας μεταναστεύσαντες Άβαντες αποτελούσι μέρος ου σμικρόν των αποίκων τούτων, και εν τούτοις ουδόλως καλούνται Ίωνες. Προσέτι ανεμίχθησαν με αυτούς Μινύαι Ορχομένιοι, Καδμείοι, Δρύοπες, Φωκείς αποσπασθέντες από την μητρόπολίν των, Μολοσσοί, Πελασγοί της Αρκαδίας, Δωριείς της Επιδαύρου και πολλά άλλα έθνη. Όσοι δε ανεχώρησαν από το Πρυτανείον των Αθηνών και οίτινες αυτοκαλούνται ευγενέστατοι των Ιώνων, δεν έλαβον μεθ' εαυτών γυναίκας, αλλ' ενυμφεύθησαν Καείρας των οποίων εφόνευσαν τους γονείς. Ένεκα όμως της σφαγής ταύτης αι γυναίκες έθεσαν νόμον μεταξύ των καθιερωθέντα δι' όρκου και κληροδοτηθέντα εις τας θυγατέρας των· να μη συντρώγωσι με τους άνδρας των μήτε να καλώσι ποτέ αυτούς διά του ονόματος τούτου, καθότι εφόνευσαν τους πατέρας, τους άνδρας, τα τέκνα των και έπειτα τας ενυμφεύθησαν. Ταύτα δε συνέβησαν εις την Μίλητον.

147. Κατ' αρχάς οι άποικοι ούτοι έβαλον βασιλείς· οι μεν από τους απογόνους του Γλαύκου, υιού του Ιππολόχου· οι δε, Καύκωνας Πυλίους, από τους απογόνους του Κόδρου, υιού του Μελάνθου· άλλοι και από τας δύο ταύτας γενεάς. Αλλά δύναται τις να είπη ότι αυτοί περισσότερον των άλλων Ιώνων φυλάττουσι το όνομα τούτο. Έστωσαν λοιπόν αυτοί καθαροί Ίωνες, διότι όσοι εξήλθον από τας Αθήνας και πανηγυρίζουσι την εορτήν των Απατουρίων όλοι είναι Ίωνες, και εορτάζουσιν όλοι πλην των Εφεσίων και των Κολοφωνίων οίτινες μόνοι εκ των Ιώνων δεν εορτάζουσι τα Απατούρια δι' αιτίαν φόνου.

148. Το δε Πανιώνιον είναι χώρος της Μυκάλης ιερός, εστραμμένος προς άρκτον και αφιερωμένος από κοινού υπό των Ιώνων εις τον Ελικώνιον Ποσειδώνα. Είναι δε η Μυκάλη άκρα ξηράς, ήτις εκ δυσμών βλέπει προς την Σάμον. Εκεί, οι Ίωνες των διαφόρων πόλεων συναθροίζονται διά να πανηγυρίζωσι την εορτήν εις την οποίαν έδωκαν το όνομα Πανιώνια (ου μόνον δε αι εορταί των Ιώνων, αλλά και όλων των Ελλήνων όλαι ομοίως λήγουσιν εις το αυτό γράμμα εις το οποίον λήγουσι τα κύρια ονόματα των Περσών).

149. Και αύται μεν είναι αι Ιωνικαί πόλεις. Αι δε Αιολικαί είναι αι ακόλουθοι· Κύμη, ήτις λέγεται και Φρικωνίς, Λάρισσα, Νέον τείχος, Τήμνος, Κίλλα, Νότιον, Αιγιρόεσσα, Πιτάνη, Αιγαίαι, Μύρινα, Γρύνεια· αύται είναι αι ένδεκα αρχαίαι πόλεις των Αιολέων, διότι μίαν εξ αυτών, την Σμύρνην, εκυρίευσαν οι Ίωνες· ήσαν δε και αύται δώδεκα επί της ηπείρου. Οι Αιολείς ούτοι επέτυχον να κατοικήσωσι χώραν μάλλον μεν καρποφόρον ή την Ιωνίαν, έχουσαν όμως κλίμα ήττον ευάρεστον.

150. Την δε Σμύρνην απώλεσαν οι Αιολείς κατά τον ακόλουθον τρόπον. Είχον δεχθή εις τον τόπον των οι Σμυρναίοι Κολοφωνίους τινάς οίτινες νικηθέντες είς τινα εμφυλίαν στάσιν εδιώχθησαν από την πατρίδα των. Οι εξόριστοι ούτοι περιέμεινον την ημέραν καθ' ην οι Σμυρναίοι εώρταζον έξω του τείχους την εορτήν του Βάκαου, έκλεισαν τας πύλας και εγένοντο κύριοι της πόλεως. Έδραμον τότε οι Αιολείς διά να την επανακτήσωσιν, αλλ' εσυμβιβάσθησαν να αποδώσωσιν εις τους Σμυρναίους οι μετανάσται τα έπιπλά των, αυτοί δε να εγκαταλείπωσι την πόλιν. Μετά τον συμβιβασμόν τούτον, οι αρχαίοι κάτοικοι της Σμύρνης διενεμήθησαν μεταξύ των ένδεκα Αιολικών πόλεων και επολιτογραφήθησαν εις αυτάς.

151. Υπάρχουσι λοιπόν επί της ηπείρου ένδεκα Αιολικαί πόλεις, εκτός των της Ίδης, διότι αύται είναι χωρισταί. Εκ δε των εις τας νήσους υπαρχουσών πέντε μεν πόλεις νέμονται την Λέσβον (διότι την έκτην ήτις καλείται Αρίσβα ηνδραπόδισαν οι Μηθυμναίοι, καίπερ συγγενείς όντες των Αρισβίων·) μία δε υπάρχει εις την Τένεδον, και άλλη μία εις το σύμπλεγμα το καλούμενον Εκατόν νήσοι. Οι Λέσβιοι λοιπόν και οι Τενέδιοι, ως και οι Ίωνες οι κατοικούντες τας νήσους, ουδένα φόβον είχον. Αι δε λοιπαί Αιολικαί πόλεις ενέκρινον από κοινού να έπωνται όπου ήθελον τας οδηγήσει οι Ίωνες.

152. Άμα έφθασαν οι πρέσβεις των Ιώνων και των Αιολέων εις την Σπάρτην όπου μετά πολλής ταχύτητος είχον μεταβή, εξέλεξαν Φωκέα τινά ονόματι Πύθερμον διά να ομιλήση. Αυτός δε, φορέσας ένδυμα πορφυρούν διά να προσελκύση όσον το δυνατόν περισσοτέρους Σπαρτιάτας ακροατάς, ηγέρθη και ωμίλησεν επί μακρόν, εξαιτούμενος την συνδρομήν των· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι ουδεμίαν ακρόασιν έδωκαν εις τους λόγους του και ηρνήθησαν να βοηθήσωσι την Ιωνίαν. Και οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν οι δε Λακεδαιμόνιοι, αφού τους απέπεμψαν, έστειλαν πεντηκόντορον με ανθρώπους διά να κατασκοπεύσωσιν ως νομίζω τας πράξεις του Κύρου και των Ιώνων. Φθάσαν το πλήρωμα εις την Φώκαιαν, έπεμψεν εις τας Σάρδεις τον εγκριτώτερον άνδρα όστις εκαλείτο Λακρίνης διά να είπη εκ μέρους των Λακεδαιμονίων εις τον Κύρον να μη βλάψη καμμίαν Ελληνικήν πόλιν, διότι τότε αυτοί δεν θα αδιαφορήσωσιν.

153. Αφού είπε ταύτα ο κήρυξ, λέγουσιν ότι ο Κύρος ηρώτησε τους περί αυτόν Έλληνας ποίοι ήσαν αυτοί οι Λακεδαιμόνιοι οίτινες ωμίλουν ούτω και πόσος ήτο ο αριθμός αυτών. Λαβών πληροφορίας περί τούτων, εστράφη προς τον Λακρίνη και τω απεκρίθη· «Δεν φοβούμαι παντάπασι τους ανθρώπους τούτους οίτινες έχουσιν εν τω μέσω της πόλεως των πλατείαν εν τη οποία συνερχόμενοι απατώσιν αλλήλους διά ψευδών όρκων. Εάν έχω υγείαν, αυτοί θα φροντίσωσιν όχι διά τα πάθη των Ιώνων αλλά διά τα ιδικά των.» Τούτους τους λόγους ετόξευσεν ο Κύρος προς όλους τους Έλληνας διότι έχουσι κοινάς αγοράς όπου συναθροίζονται διά να αγοράζωσι και να πωλώσιν, ενώ οι Πέρσαι δεν συνειθίζουσι να μεταχειρίζωνται αγοράς, ούτε έχουσι παντελώς αγοράν. Μετά τούτο, ο Κύρος ανέθεσε την μεν διοίκησιν των Σάρδεων εις τον Πέρσην Τάβαλον, την δε μετακόμισιν του χρυσίου του Κροίσου και των άλλων Λυδών εις τον Λυδόν Πακτύην· έπειτα ανεχώρησεν εις τα Εκβάτανα, έχων μεθ' εαυτού τον Kροίσον και αφήσας προς το παρόν ησύχους τους Ίωνας, διότι ήτο ανάγκη να κτυπήση πρώτον την Βαβυλώνα, την Βακτριανήν, τους Σάκας και τους Αιγυπτίους κατά των οποίων εσκόπευε να οδηγήση αυτοπροσώπως το στράτευμα, κατά δε των Ιώνων να στείλη άλλον στρατηγόν.

154. Ενώ ο Κύρος εμακρύνετο των Σάρδεων, ο Πακτύης ήγειρε τους Λυδούς κατά του Ταβάλου και του Κύρου, κατέβη εις το παραθαλάσσιον με όλον το χρυσίον το οποίον έλαβεν από τας Σάρδεις, εμίσθωσεν επικούρους και έπεισε τους παραθαλασσίους ανθρώπους να λάβωσι τα όπλα. Έπειτα ήλθε κατ' ευθείαν εις την πόλιν και επολιόρκησε τον Τάβαλον εις την ακρόπολιν όπου ούτος είχε κλεισθή.

155. Ο Κύρος έμαθε τας ειδήσεις ταύτας καθ' οδόν, και αποτεινόμενος προς τον αιχμάλωτον βασιλέα· «Κροίσε, είπε, ποία έσεται η έκβασις της υποθέσεως ταύτης; Οι Λυδοί, ως νομίζω, δεν θα παύσωσι να βασανίζωνται μεταξύ των και να με ανησυχώσι. Σκέπτομαι μήπως είναι καλλίτερον να τους πωλήσω ως δούλους. Νομίζω ότι έπραξα ως άνθρωπος όστις φονεύει τον πατέρα και αφίνει τα παιδία να ζήσωσι· διότι σε μεν, όστις ήσο δι' αυτούς πλέον ή πατήρ, σε φέρω μαζή μου ως αιχμάλωτον, εις αυτούς δε παρέδωκα την πόλιν· πρέπει λοιπόν να θαυμάζω διότι αποστατούσι;» Και ο μεν Κύρος εξέφρασεν ούτω την ιδέαν του· ο δε Κροίσος, φοβηθείς μήπως αναστατώση τας Σάρδεις, απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, έχεις δίκαιον δι' όσα είπες· μη σε παραφέρη όμως ο θυμός και μη καταστρέψης πόλιν αρχαίαν ήτις δεν πταίει μήτε διά τα προλαβόντα συμβάντα μήτε διά τα παρόντα. Διά μεν τα προλαβόντα, εγώ είμαι ο αίτιος και επέσυρα επί της κεφαλής μου την τιμωρίαν, διά δε τα παρόντα ένοχος είναι ο Πακτύης εις τον οποίον συ ενεπιστεύθης τας Σάρδεις. Αυτόν λοιπόν πρέπει να τιμωρήσης. Συγχώρησον τους Λυδούς και επίβαλον εις αυτούς τοιούτους όρους ώστε εις το εξής να μη δύνανται μήτε να αποστατώσι μήτε να σοι προξενώσι την παραμικράν ανησυχίαν. Πέμψον εις αυτούς απεσταλμένους· εμπόδισον αυτούς να έχωσιν όπλα πολεμικά· παράγγειλον να φορώσι χιτώνας υπό τους μανδύας των, να υποδύωνται καθόρνους, να παίζωσι κιθάραν, να ψάλλωσι και να κάμνωσι τα παιδία των μεταπράτας. Τότε ταχέως θα τους ίδης, ω βασιλεύ, να γίνωνται γυναίκες αντί ανδρών, ώστε εις το μέλλον να μη φοβήσαι μήπως αποστατήσωσιν.»

156. Έδιδε δε ο Κροίσος τας συμβουλάς ταύτας διότι εύρισκε το σύστημα τούτο συμφερώτερον από την δουλείαν διά της οποίας ηπειλούντο οι Λυδοί· δεν ηγνόει δε άλλως τε ότι μόνον εάν προέτεινε πράγματα των οποίων η επιτυχία εφαίνετο πιθανή θα έπειθεν αυτόν να μεταβάλη γνώμην. Εφοβείτο δε προς τούτοις μήπως οι Λυδοί, εάν διαφύγωσι τον παρόντα κίνδυνον, αποστατήσωσι διά δευτέραν φοράν και εξολοθρευθώσιν από τους Πέρσας. Ο δε Κύρος, χαρείς διά την συμβουλήν, εμετρίασε τον θυμόν του και απεκρίθη ότι πείθεται. Όθεν καλέσας τον Μήδον Μαζάρην, τον διέταξε να είπη εις τους Λυδούς όσα τον εσυμβούλευσεν ο Κροίσος, και προσέτι να πωλήση ως δούλους τους ξένους οίτινες, μετά των Λυδών, εστράτευσαν κατά των Σάρδεων· προ πάντων όμως να συλλάβη τον Πακτύην και να τον φέρη ζώντα.

157. Διατάξας ταύτα ο Κύρος χωρίς να σταματήση, εξακολούθησε την πορείαν του προς την Περσίαν. Εν τούτοις ο Πακτύης, μαθών ότι ήρχετο στρατός εναντίον του, και ότι ήτο πλησίον, κατελήφθη υπό φόβου και έφυγεν εις την Κύμην. Ο Μαζάρης έφερε τωόντι εις Σάρδεις ισχυρόν απόσπασμα εκ των στρατευμάτων του Κύρου· επειδή δε δεν εύρε πλέον περί την πόλιν εκείνους τους οποίους είχε συναθροίσει ο Πακτύης, ηνάγκασε τους Λυδούς να συμμορφωθώσι με τας διαταγάς του βασιλέως· κατά συνέπειαν τούτου οι Λυδοί μετέβαλον εντελώς την δίαιταν του βίου. Ακολούθως ο Μαζάρης έπεμψεν απεσταλμένους εις την Κύμην ζητών να τω παραδοθή ο Πακτύης. Αλλ' οι Κυμαίοι συνεφώνησαν μεταξύ των να αναφέρωσι την υπόθεσιν εις την θεότητα των Βραγχιδών· διότι υπήρχεν εκεί μαντείον προ πολλού εγκατεστημένον, το οποίον οι Ίωνες και οι Αιολείς είχον συνήθειαν να ερωτώσι· κείται δε το μαντείον τούτο επί της Μιλησίας γης, άνωθεν του λιμένος του Πανόρμου.

158. Έπεμψαν λοιπόν οι Κυμαίοι εις τους Βραγχίδας διά να ερωτήσωσι τι έπρεπε να πράξωσι περί του Πακτύου όπως ευαρεστήσωσι τους θεούς. Το δε μαντείον απεκρίθη ότι έπρεπε να τον παραδώσωσιν εις τους Πέρσας. Οι Κυμαίοι, ακούσαντες την απόκρισιν ταύτην, ωρμήθησαν να υπακούσωσι, τουλάχιστον τοιαύτη ήτο η γνώμη των περισσοτέρων· αλλ' ο Αριστόδικος του Ηρακλείδου, πολίτης έγκριτος, αντέστη, δυσπιστών προς τον χρησμόν, ή νομίζων ότι εκείνοι οίτινες ηρώτησαν το μαντείον δεν είπον την αλήθειαν. Έπεμψαν λοιπόν άλλους απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι τον θεόν, μεταξύ δε αυτών ήτο και ο Αριστόδικος.

159. Αφού δε έφθασαν εις τους Βραγχίδας, ο Αριστόδικος ωμίλησε δι' όλους και ηρώτησεν ως εξής, «Ω βασιλεύ, ο Λυδός Πακτύης ήλθεν εις ημάς ως ικέτης, φεύγων θάνατον βίαιον τον οποίον θα τω επέβαλλον οι Πέρσαι· ούτοι δε τον ζητούσι και διατάττουσι τους Κυμαίους να τον παραδώσωσιν. Ημείς, και περιφοβούμενοι την δύναμιν των Περσών, δεν ετολμήσαμεν να παραδώσωμεν τον ικέτην πριν μάθωμεν σαφώς παρά σου τι πρέπει να πράξωμεν.» Τοιαύτη ήτο η ερώτησις· τότε, ως και την πρώτην φοράν, το μαντείον τοις είπεν ότι έπρεπε να παραδώσωσι τον Πακτύην εις τους Πέρσας. Αμέσως δε ο Αριστόδικος, μετά προηγουμένην σκέψιν, περιερχόμενος κύκλω τον ναόν, εδίωκεν από τας φωλεάς των τα μικρά στρουθία και τα άλλα πτηνά τα οποία ευρίσκοντο εκεί. Ενώ έπραττε ταύτα, λέγουσιν ότι εξήλθε φωνή εκ του αδύτου αποτεινομένη προς τον Αριστόδικον και κράζουσα· «Ω ασεβέστατε όλων των ανθρώπων, τι τολμάς να πράττης; Διώκεις τους ικέτας εκ του ναού μου.»

Τότε ο Αριστόδικος χωρίς να διστάση απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, αφού τόσον ενδιαφέρεσαι διά τους ικέτας σου, πώς διατάττεις τους Κυμαίους να παραδώσωσι τον ιδικόν των;» Αλλ' η φωνή επανέλαβε· «Ναι, διατάττω, ίνα ένεκα της ασεβείας σας απολεσθήτε ταχέως και εις το εξής να μην έρχεσθε πλέον να ερωτάτε το μαντείον διά τους ικέτας τους οποίους σας ζητούσιν.»

160. Όταν οι Κυμαίοι ήκουσαν παρά των απεσταλμένων την απόκρισιν ταύτην, δεν ηθέλησαν μήτε να καταστρέψωσι τον Πακτύην παραδίδοντες αυτόν, μήτε να εκτεθώσιν εις κίνδυνον πολιορκίας φυλάττοντες αυτόν εις την πόλιν των. Τον έστειλαν λοιπόν εις την Μιτυλήνην. Οι δε Μιτυληναίοι, επειδή κατόπιν έστειλεν ο Μαζάρης και εζήτει να τον παραδώσωσιν, εφάνησαν πρόθυμοι να πράξωσι τούτο ήρκει μόνον να τοις εδίδετο χρηματική τις αμοιβή την οποίαν δεν δύναμαι να προσδιορίσω διότι η συμφωνία δεν έλαβε τέλος. Οι Κυμαίοι έμαθον ότι οι Μυτιληναίοι ήσαν εις διαπραγματεύσεις, και έπεμψαν εις την Λέσβον πλοίον όπερ μετέφερε τον φυγάδα εις την Χίον. Εκεί όμως οι Χίοι τον απέσπασαν βιαίως από το ιερόν της πολιούχου Αθηνάς και τον έδωκαν εις αντάλλαγμα του Αταρνέως· είναι δε ο Αταρνεύς ούτος πόλις της Μυσίας, απέναντι της Λέσβου. Τοιουτοτρόπως ο Πακτύης έπεσεν εις τας χείρας των Περσών οίτινες τον εφύλατον καλώς διά να τον φέρωσι ζώντα εις τον Κύρον. Πολύς δε παρήλθε χρόνος, και ουδείς των Χίων ούτε διεσκόρπιζεν εις τας θυσίας των θεών κριθήν εκ του Αταρνέως, ούτε επρόσφερε πλακούντια εκ των δημητριακών καρπών της πόλεως ταύτης· παν δε ό,τι παρήγεν αύτη απεκλείετο από όλους τους ναούς.

161. Και οι μεν Χίοι παρέδωκαν τον Πακτύην· μετά ταύτα δε ο Μαζάρης έστρεψε τα όπλα του κατά των συμπολιορκησάντων τον Τάβαλον· επώλησεν ως δούλους τους πολίτας της Πριήνης· ελεηλάτησεν όλην την πεδιάδα του Μαιάνδρου διά των στρατευμάτων του· το αυτό έπραξε και προς την Μαγνησίαν, έπειτα δε ησθένησε και απέθανεν.

162. Διάδοχος της στρατηγίας κατέβη ο Άρπαγος όστις ήτο και αυτός Μήδος το γένος. Εις αυτόν άλλοτε ο Αστυάγης είχε προσφέρει το τρομερόν εκείνο συμπόσιον ένεκα του οποίου συνώμοσε διά να αναβιβάση τον Κύρον επί του θρόνου. O άνθρωπος ούτος, γενόμενος τέλος πάντων στρατηγός του Κύρου, εισέβαλεν εις την Ιωνίαν και εκυρίευσε τας πόλεις δι' επιχωμάτων· διότι, κλείων τους κατοίκους εις τα τείχη των, τους υπέτασσε περιτριγυρίζων αυτούς με επιχώματα. Η Φώκαια υπήρξεν η πρώτη Ελληνική πόλις της οποίας εγένετο κύριος.

163. Πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων οι Φωκαιείς επεδόθησαν εις μακρούς πλόας, και ανεκάλυψαν τον Αδρίαν, την Τυρρηνίαν, την Ιβηρίαν και τον Ταρτησόν, πλέοντες, ουχί διά στρογγύλων πλοίων, αλλά διά πεντηκοντόρων. Όταν ήλθον εις τον Ταρτησόν, τους υπεδέχθη φιλικώς ο βασιλεύς της χώρας ταύτης Αργανθώνιος όστις έζησεν εκατόν είκοσιν έτη και εβασίλευσεν ογδοήκοντα. Τόσον δε ηγάπησεν ο άνθρωπος ούτος τους Φωκαιείς ώστε κατ' αρχάς μεν τους παρεκίνησε ν' αφήσωσι την Ιωνίαν και να εγκατασταθώσιν εις την ιδίαν του χώραν, εις οιονδήποτε μέρος αυτής ήθελον. Έπειτα, βλέπων ότι δεν ηδύνατο να τους πείση, και μαθών παρ' αυτών τας προόδους της δυνάμεως των Μήδων, τοις έδωκε χρήματα διά να κτίσωσι τείχη περί την πόλιν των, και τοις έδωκεν αφθόνως· διότι η περίμετρος του τείχους δεν είναι ολίγων σταδίων, και είναι όλον ωκοδομημένον με μεγάλας και καλώς συνηρμοσμένας πέτρας.

164. Το τείχος λοιπόν των Φωκαιέων ούτως εκτίσθη. Ο δε Άρπαγος έφερε τα στρατεύματά του κατ' αυτών, τους επολιόρκησε και τοις επρότεινεν ότι ηρκείτο να κρημνίσωσιν ένα μόνον προμαχώνα και να καθιερώσωσιν έν οίκημα διά βασιλικήν κατοικίαν. Αλλ οι Φωκαιείς, βδελυσσόμενοι την δουλείαν, εζήτησαν να σκεφθώσι μίαν ημέραν ολόκληρον πριν αποκριθώσι και τον παρεκάλεσαν, καθ' ον καιρόν θα συνεσκέπτοντο, να μένη ολίγον τι μακράν της πόλεως. Ο Άρπαγος τοις είπεν ότι ήξευρε μεν καλώς τι εσκόπευον να πράξωσι, τους άφινεν όμως ελευθέρους να σκεφθώσι, και κατά συνέπειαν τούτου απέσυρε τα στρατεύματά του. Εν τούτοις οι Φωκαιείς έρριψαν εις την θάλασσαν τας πεντηκοντόρους των, έθεσαν εντός αυτών τας γυναίκας και τα παιδία των, τα έπιπλά των, τα αγάλματα και τα άλλα αφιερώματα των ναών, και εμβάντες έπειτα και αυτοί έπλευσαν προς την Χίον. Έλαβον λοιπόν οι Πέρσαι την Φώκαιαν, αλλά κενήν κατοίκων.

165. Επειδή δε οι Χίοι δεν ήθελον να πωλήσωσιν εις τους Φωκαιείς τας Οινούσας λεγομένας νήσους φοβούμενοι μήπως αι νήσοι αύται γίνωσιν αποβάθρα εμπορίου και αποκλεισθή η ιδική των νήσος, οι Φωκαιείς απέπλευσαν εκείθεν και διευθύνθησαν προς την Κύρνον· καθότι, είκοσιν έτη πρότερον, κατ' επιταγήν χρησμού τινος, είχον ιδρύσει εκεί πόλιν τινά ονομαζομένην Αλαλίαν, δεν έζη δε πλέον τότε ο Αργανθώνιος. Πριν φθάσωσιν όμως εις την Κύρνον διέβησαν διά της Φωκαίας και έσφαξαν τους Πέρσας φρουρούς τους οποίους ο Άρπαγος είχεν αφήσει διά να φυλάττωσι την πόλιν. Αφού δε εκόρεσαν την εκδίκησίν των, απήγγειλον φοβεράς κατάρας δι' εκείνους οίτινες ήθελον αφήσει τον στόλον· εκτός τούτου, έρριψαν εις την θάλασσαν σιδηράν ράβδον και ώμοσαν να μη επιστρέψωσιν εις την Φώκαιαν ενόσω η ράβδος δεν αναβή εις την επιφάνειαν. Και όμως, καθ' ην στιγμήν έμελλον να πλεύσωσι προς την Κύρνον, ο πόθος της πατρίδος και των γνωστών μερών της χώρας κατέλαβεν υπέρ τους ημίσεις των αστών, οίτινες παραβιάσαντες τον όρκον των έπλευσαν οπίσω εις την Φώκαιαν· εκείνοι δε οίτινες έμειναν πιστοί εις την υπόσχεσίν των, άραντες την άγκυραν από τας Οινούσας, εξήλθον εις το πέλαγος.