Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 6

Chapter 626 wordsPublic domain

114. Όταν το παιδίον έφθασε το δέκατον έτος της ηλικίας του, συνέβη εις αυτό το ακόλουθον γεγονός το οποίον απεκάλυψεν εκ ποίων γονέων ήτο. Εις το χωρίον όπου ήσαν οι σταύλοι των βοών, έπαιζεν εν μέσω της οδού με άλλους παίδας συνηλικιώτας του. Τα παιδία, παίζοντα, εξελέξαντο βασιλέα τον καλούμενον υιόν του βουκόλου· τότε αυτός διέταξε τους μεν να τω κτίσωσιν ανάκτορον, τους δε να γίνωσι δορυφόροι του· τον μεν διώρισεν οφθαλμόν του βασιλέως, εις τον δε απένειμε το αξίωμα να φέρη τας αγγελίας, και εν συντόμω ο καθείς έλαβεν έν υπούργημα. Μεταξύ όμως των παιδίων τα οποία συνείθιζον να παίζωσιν ομού ευρίσκετο και ο υιός του Αρτεμβάρους, ανδρός επισήμου μεταξύ των Περσών, όστις δεν εξετέλεσεν εκείνο το οποίον είχε διατάξει ο Κύρος. Τότε ο Κύρος διέταξε τα άλλα παιδία να τον συλλάβωσι· τα παιδία υπήκουσαν και ο υιός του Αρτεμβάρους εμαστιγώθη απηνώς. Αλλ' άμα απηλλάγη από τας χείρας των, αγανακτών δι' όσα είχε πάθει και οργής έμπλεως, έδραμεν εις την πόλιν προς τον πατέρα του και παρεπονέθη δι' όσα επαθεν ουχί υπό του Κύρου (διότι το όνομα τούτο δεν υπήρχεν ακόμη) αλλ' υπό του υιού του βουκόλου του Αστυάγους. Μανιώδης ο Αρτεμβάρης μετέβη μετά του υιού του προς τον Αστυάγη, τω διηγήθη την ύβριν ην υπέστη, και δεικνύων εις αυτόν τους ώμους του παιδίου, έκραξεν·

«Ω βασιλεύ, ο δούλος σου, ο υιός του βουκόλου σου, μας ύβρισε κατ' αυτόν τον τρόπον.»

115. Ο Αστυάγης, ακούσας και ιδών, απεφάσισε να εκδικήση το παιδίον χάριν της υπολήψεως του Αρτεμβάρους· προσεκάλεσε λοιπόν τον βουκόλον και τον υιόν του. Άμα δε παρουσιάσθησαν και οι δύο, ο Αστυάγης, ατενίσας προς τον Κύρον, τω είπε· «Συ λοιπόν, υιός τοιούτου άνθρωπου, ετόλμησες να φερθής τόσον αυθαδώς προς τον υιόν τούτου όστις είναι μεταξύ των πρώτων οίτινες με πλησιάζουσιν;» Ο δε Κύρος απεκρίθη· «Δέσποτα, έπραξα συμφώνως με το δίκαιον· τα παιδία του χωρίου, μεταξύ των οποίων ήτο και αυτός, παίζοντα, με εξέλεξαν βασιλέα, διότι τοις εφάνην ο μάλλον επιτήδειος διά να τους διοικήσω. Και τα άλλα μεν παιδία εξετέλουν τα διαταττόμενα, ούτος δε εξ εναντίας δεν υπήκουε και περιεφρόνει τας διαταγάς μου, τούτου δε ένεκα ετιμωρήθη. Εάν λοιπόν διά τούτο είμαι άξιος τιμωρίας, ιδού εγώ.»

116. Ενώ το παιδίον έλεγε ταύτα, ο Αστυάγης το ανεγνώρισεν· εύρεν εις τους χαρακτήρας του προσώπου του την ιδίαν εαυτού ομοιότητα, εις την απόκρισίν του ετοιμότητα ανδρός ελευθέρου, εις την ηλικίαν του εντελή συμφωνίαν με τον χρόνον της εκθέσεως. Εκπλαγείς δι όλα αυτά, έμεινεν επί τινας στιγμάς άφωνος· έπειτα, συνελθών εις εαυτόν μετά τινος δυσκολίας, και θέλων να απομακρύνη τον Αρτεμβάρη διά να εξετάση τον βουκόλον μόνος προ μόνον· «Αρτεμβάρη, είπε, θα πράξω ώστε και συ και ο υιός σου να μείνετε ευχαριστημένοι.» Απέπεμψε λοιπόν τον Αρτεμβάρη, και αφ' ενός μεν οι υπηρέται, κατά τας διαταγάς του, έλαβον τον Κύρον εις τα ένδον του ανακτόρου. Όταν δε έμεινε μόνος μετά του βουκόλου, ο Αστυάγης τον ηρώτησε πόθεν έλαβε το παιδίον εκείνο και ποίος το παρέδωκεν εις αυτόν. Ο βουκόλος εβεβαίωσεν ότι ήτο ιδικόν του, και ότι η μήτηρ ήτις το εγέννησεν έζη ακόμη εις την οικίαν του. Ο δε Αστυάγης επανέλαβεν ότι δεν ήθελε το συμφέρον του, αλλ' ότι επεθύμει να βασανισθή. Συγχρόνως δε με τας λέξεις ταύτας ένευσεν εις τους δορυφόρους να τον συλλάβωσι. Φερόμενος εις τας βασάνους ο βουκόλος ωμολόγησε την αλήθειαν, και αρχίσας την διήγησιν απ' αρχής, είπε τα πάντα, χωρίς να κρύψη τίποτε. Τέλος δε ικέτευσε και εζήτησε να τω δοθή χάρις.

117. Μετά τας αποκαλύψεις του βουκόλου ο Αστυάγης δεν εφρόντισε πλέον περί αυτού, αλλ' η οργή του εστράφη κατά του Αρπάγου και διέταξε τους δορυφόρους του να τον φέρωσιν. Όταν δε ο Άρπαγος ενεφανίσθη ενώπιον του, τω είπεν· «Άρπαγε, τίνι τρόπω εθανάτωσες το παιδίον το οποίον σοι παρέδωκα, τον υιόν τον οποίον εγέννησεν η θυγάτηρ μου;» Ο δε Άρπαγος, ιδών εις το ανάκτορον τον βουκόλον, δεν ετράπη την οδόν του ψεύδους, διά να μη εξελεγχθή ανακρινόμενος, αλλ' απεκρίθη ως εξής·» ω βασιλεύ, όταν έλαβον το παιδίον, εσκέφθην πώς να εκτελέσω το σχέδιόν σου και πώς, χωρίς να προσκρούσω εις σε, να απαλλαγώ της ευθύνης από του να καταστώ ένοχος φόνου προς την θυγατέρα σου και προς σε. Έπραξα λοιπόν το εξής, προσεκάλεσα τον βουκόλον, τω παρέδωκα το παιδίον και τω είπον ότι συ διέταξες να το φονεύση. Δεν εψευδόμην λέγων ταύτα, διότι αυτό τωόντι με είχες διατάξει. Παρέδωκα λοιπόν το παιδίον εις αυτόν και τον διέταξα να το εκθέση εις έρημον όρος και να προσέχη μέχρις ου εκπνεύση· τέλος δε τον ηπείλησα με τρομεράς τιμωρίας εάν ήθελε παρακούσει εις τας εντολάς μου. Αφού δε τας εξετέλεσεν ακριβώς και το παιδίον απέθανεν, έπεμψα τους πιστοτάτους των ευνούχων μου, εβεβαιώθην δι' αυτών περί του πράγματος, και έθαψα το σώμα. Ταύτα είναι, ω βασιλεύ, τα της υποθέσεως ταύτης και τοιούτον θάνατον έλαβε το παιδίον.»

118. Και ο μεν Άρπαγος ουδέν είπε μη αληθές, ο δε Αστυάγης, κρύπτων τον θυμόν του, διηγήθη εις τον Άρπαγον όσα ήκουσεν από τον βουκόλον, έπειτα δε ετελείωσε λέγων· «Αφού το παιδίον υπάρχει, όλα έχουσι καλώς, διότι πολύ είχον λυπηθή δι' εκείνο το οποίον ενόμισα καθήκον μου να πράξω προς το παιδίον εκείνο, και μεγάλην ησθανόμην αμηχανίαν εκτεθείς εις τας υποψίας της θυγατρός μου. Επειδή όμως η τύχη καλώς ωκονόμησε το πράγμα, πρώτον μεν πέμψον τον υιόν σου προς τον νεοελθόντα παίδα, έπειτα δε, επειδή θέλω χάριν της διασώσεώς του να προσφέρω θυσίαν εις τους θεούς εις ους ανήκει η τιμή αύτη, ελθέ να δειπνήσης μετ' εμού.»

119. O Άρπαγος λοιπόν, ως ήκουσε ταύτα, προσεκύνησε και επέστρεψεν εις την οικίαν του μακαρίζων εαυτόν εν τω βάθει της καρδίας του ότι το σφάλμα του εστράφη εις καλόν και ότι επί χρησταίς ελπίδες τον προσεκάλουν να δειπνήση. Εισήλθε λοιπόν εσπευσμένως εις την οικίαν και καλέσας τον υιόν του (είχε δε ένα μόνον υιόν σχεδόν τρισκαιδεκαετή) τον διέταξε να μεταβή εις το ανάκτορον του Αστυάγους και να συμμορφωθεί καθ' όλα με τας διαταγάς του κυρίου του. Συγχρόνως δε διηγήθη όλος περιχαρής τα συμβάντα της ημέρας εις την γυναίκα του. Ο Αστυάγης όμως, άμα έφθασεν ο υιός του Αρπάγου, τον έσφαξε, τον κατέκοψεν εις τεμάχια, έψησε τα μεν, έβρασε τα άλλα και περιέμενεν έχων τα πάντα έτοιμα. Κατά την ώραν του δείπνου ήλθον και οι άλλοι διαιτυμόνες και ο Άρπαγος· και ενώπιον μεν των πρώτων και του Αστυάγους παρετέθησαν τράπεζαι εστρωμέναι με κρέατα προβάτου, επί δε της του Αρπάγου είχον θέσει το σώμα ολόκληρον του παιδίου του, εκτός της κεφαλής και των δακτύλων των ποδών και των χειρών, τα οποία είχον κατά μέρος εντός κανίστρου σκεπασμένου. Άμα ο Αστυάγης έκρινεν ότι ο Άρπαγος εχόρτασε· «Δεν ευρίσκεις εις το φαγητόν τούτο, τον ηρώτησε, γλυκύτητά τινα ιδιαιτέραν;» Ο Άρπαγος εβεβαίωσεν ότι το εύρεν εξαίρετον. Τότε οι υπηρέται, κατά τας διαταγάς τας οποίας είχον, τω παρουσίασαν την κεφαλήν και τα δάκτυλα του υιού του τα οποία ήσαν σκεπασμένα, και τον προσεκάλεσαν να τα αποκαλύψη και να λάβη εξ αυτών ό,τι ήθελε τω αρέσει. Πεισθείς δε ο Άρπαγος και αποκαλύψας το κάνιστρον, είδε τα μέλη του παιδίου του. Αλλ' εις το θέαμα τούτο δεν εταράχθησαν αι φρένες του και συνέσχεν εαυτόν· ότε δε ο Αστυάγης τον ηρώτησεν εάν εγνώριζε τίνος ζώου τα κρέατα είχε φάγει, απεκρίθη ότι το γνωρίζει και ότι τω είναι ευάρεστον παν ό,τι πράττει ο βασιλεύς. Μετά την απόκρισιν ταύτην εσύναζε τα λοιπά κρέατα και επέστρεψεν εις την οικίαν του όπου, ως υποθέτω, εσκόπευε να τα ενώση και να τα θάψη.

120. Ούτως ο Αστυάγης ετιμώρησε τον Άρπαγον. Έπειτα δε, σκεπτόμενος περί του Κύρου, προσεκάλεσε τους ιδίους μάγους οίτινες άλλοτε είχον εξηγήσει το ενύπνιόν του. Ελθόντας δε τους ηρώτησε πώς ενόησαν το όνειρόν του, και εκείνοι επανέλαβον όσα είχον ειπεί άλλοτε, ήτοι ότι το παιδίον θα εβασίλευεν, εάν έζη και εάν δεν απέθνησκεν άμα γεννηθέν. «Αλλά, επανέλαβεν ο βασιλεύς, το παιδίον ζη, το παιδίον εσώθη· ενώ δε διητάτο εις τους αγρούς, τα άλλα παιδία του χωρίου το εξέλεξαν βασιλέα, και αυτό έπραξεν ό,τι πράττουσιν εκείνοι οίτινες τωόντι είναι βασιλείς. Διώρισε φύλακας, θυρωρούς, αγγελιαφόρους και όλα τα λοιπά. Τώρα λοιπόν, πώς σας φαίνονται αυτά;» Οι δε μάγοι είπον «Εάν το παιδίον ζη, εάν εβασίλευσεν άνευ ουδεμίας προμελέτης, θάρρει και μη φοβείσαι τίποτε, διότι δεν θα βασιλεύση πλέον· τινές των προρρήσεων ημών συνέβη να εκτελεσθώσιν ουχί απαραλλάκτως, πόσον μάλλον τα ονείρατα τα οποία διαλύονται ως καπνός; — Και εγώ, ω μάγοι, επανέλαβεν ο Αστυάγης, συμμερίζομαι καθ' ολοκληρίαν την γνώμην ταύτην· το όνειρον εγένετο αλήθεια, αφού το παιδίον εξελέχθη βασιλεύς, και δεν πρέπει πλέον να φοβούμαι. Εν τούτοις σκεφθήτε, εξετάσατε τι είναι ασφαλέστερον διά τον οίκον μου και δι' υμάς.» Οι μάγοι απεκρίθησαν· «Ω βασιλεύ, και ημείς επίσης φροντίζομεν μεγάλως να διατηρήται η βασιλεία σου, διότι εάν περιέλθη εις το παιδίον τούτο το οποίον είναι Πέρσης, τότε αποξενούται, και ημείς οι Μήδοι γινόμεθα δούλοι και ευκαταφρόνητοι ως ξένοι. Ενόσω όμως βασιλεύεις συ ο συμπολίτης ημών, μετέχομεν και ημείς της αρχής και μεγάλας τιμάς λαμβάνομεν παρά σου. Οφείλομεν λοιπόν κατά καθήκον να αγρυπνώμεν υπέρ της ασφαλείας σου και της αρχής σου· εάν εβλέπομεν κίνδυνόν τινα, βεβαίως ηθέλομεν σοι προειπεί τούτο. Αλλά σήμερον, αφού το όνειρόν σου έληξεν εις μηδαμινόν γεγονός, διά τούτο και ημείς είμεθα ήσυχοι και συμβουλεύομεν και σε να μιμηθής το παράδειγμά μας. Απομάκρυνον όμως το παιδίον τούτο από τα βλέμμαάα σου και πέμψον αυτό εις την Περσίαν προς τους γονείς του.»

121. Ταύτα ακούσας ο Αστυάγης εχάρη, και καλέσας τον Κύρον τω είπεν· «Ω παι, ένεκα ονείρου τινός το οποίον είδον, έπραξα προς σε αδικίαν ήτις δεν έσχεν αποτέλεσμα, διότι η καλή σου τύχη σε έσωσε. Τώρα, αναχώρησον χαίρων εις την Περσίαν όπου θα σε στείλω μετά συνοδίας· εκεί θα εύρης πατέρα και μητέρα οίτινες δεν ομοιάζουσι μήτε με τον Μιτραδάτην μήτε με την γυναίκα του.

122. Ταύτα ειπών ο Αστυάγης απέπεμψε τον Κύρον. Επιστρέψαντα δε εις την οικίαν του Καμβύσου, εδέχθησαν αυτόν οι γονείς του, και άμα τοις είπε ποίος ήτο, τον ενηγκαλίσθησαν μετά χαράς, ως τέκνον το οποίον ενόμιζον ως αποθανόν άμα τεχθέν. Τον ηρώτησαν ακολούθως πώς διεσώθη, και εκείνος τοις είπεν ότι κατ' αρχάς μεν δεν ήξευρε τίποτε, ότι παρεγνώριζεν εαυτόν και ότι καθ' οδόν τω εφανέρωσαν τα παθήματά του· διότι ανεχώρησε πιστεύων ακόμη ότι ήτο υιός του βουκόλου του Αστυάγους, αλλ' οι φύλακες του, ενώ συνεβάδιζον, τω διηγήθησαν την ιστορίαν του. Είπε λοιπόν ότι ανετράφη υπό της γυναικός του βουκόλου, και δεν έπαυεν εις πάσαν λέξιν να την επαινή, και το όνομα Κυνώ επανήρχετο κατά πάσαν στιγμήν εις την ομιλίαν του. Οι γονείς του ήρπασαν το όνομά τούτο, και διά να φανή εις τους Πέρσας ότι ο υιός των εσώθη κατά θείαν πρόνοιαν, εκοινολόγησαν ότι μία κύων έθρεψε τον Κύρον εκτεθειμένον όντα. Και έκτοτε επικρατεί η παράδοσις αύτη.

123. Ο Κύρος, φθάσας εις ανδρικήν ηλικίαν ήτο ο ανδρειότατος και αγαπητότατος των συνηλικιωτών του, ο δε Άρπαγος δεν έπαυε να τω πέμπη δώρα και να τον περιποιήται, διότι επεθύμει να εκδικηθή τον Αστυάγη και έβλεπεν ότι αυτός, ως ιδιώτης, ουδεμίαν τιμωρίαν ηδύνατο να επιβάλη εις τον βασιλέα. Παρετήρει λοιπόν τον Κύρον αυξάνοντα και επροσπάθει να τον κάμη σύμμαχόν του εξομοιών τα ίδιά του δυστυχήματα με τα του Κύρου. Προ τούτου όμως ήρχισε να διαθέτη τα πράγματα κατά τον εξής τρόπον· επειδή ο Αστυάγης εφέρετο σκληρώς προς τους Μήδους, επλησίαζεν ο Άρπαγος τον ένα μετά τον άλλον όλους τους πρώτους των Μήδων και τους έπειθεν ότι έπρεπε να καταβιβάσωσι τον Αστυάγη από τον θρόνον και να αναβιβάσωσιν εις αυτόν τον Κύρον. Αφού δε προδιέθεσε τα πνεύματα και ητοίμασε τα πάντα, ο Άρπαγος, επιθυμών να ανακοινώση τα σχέδιά του εις τον Κύρον όστις διέτριβεν εις την Περσίαν και μη έχων κανέν άλλο μέσον καθότι όλαι αι οδοί εφυλάσσοντο, επενόησε το ακόλουθον· σχίσας επιδεξίως την κοιλίαν λαγωού χωρίς να τον βλάψη μήτε να τον εκμαδίση, εισήγαγεν επιστολήν εν τη οποία έγραψεν ό,τι ήθελεν· έπειτα έρραψε πάλιν το δέρμα, έδωκε δίκτυα εις τον πιστότατον των υπηρετών του, ως να τον έπεμπεν εις το κυνήγιον, και τον απέστειλεν εις την Περσίαν παραγγείλας αυτόν διά ζώσης να εγχειρίση τον λαγωόν εις τον Κύρον και να τω είπη να τον ανοίξη διά της ιδίας του χειρός, χωρίς να ήναι άλλος κανείς παρών.

124. Όλα ταύτα εξετελέσθησαν ακριβώς· ο Κύρος, λαβών τον λαγωόν, τον έσχισεν, εύρε την περιεχομένην επιστολήν και την ανέγνωσεν, ιδού δε τι διελάμβανεν αύτη· «Ω υιέ του Καμβύσου, βεβαίως οι θεοί σε προστατεύουσι, διότι άλλως δεν ήθελες φθάσει εις την παρούσαν ευτυχίαν. Εκδικήθητι λοιπόν τον φονέα σου Αστυάγην, διότι κατά την θέλησιν μεν αυτού συ απέθανες, χάρις δε εις τους θεούς και εις εμέ έζησας. Υποθέτω ότι προ πολλού έμαθες τα αφορώντά σε και τι έπαθα εγώ εκ μέρους του Αστυάγους, διότι αντί να σε φονεύσω, σε παρέδωκα εις τον βουκόλον. Συ λοιπόν, εάν θέλης να με πιστεύσης, θα βασιλεύσης επί όλων των χωρών όσαι υπακούουσιν εις τον Αστυάγη. Πείσον τους Πέρσας να αποστατήσωσι και οδήγησον αυτούς εναντίον των Μήδων. Εάν ο Αστυάγης εκλέξη ως αρχηγόν εμέ ή άλλον τινά εκ των πρώτων του λαού, τότε κατορθούται ό,τι επιθυμείς. Όλοι συνωμόσαμεν κατά του Αστυάγους· θα τον εγκαταλείψωμεν διά να έλθωμεν με το μέρος σου και θα προσπαθήσωμεν να καθαιρέσωμεν αυτόν. Τα πάντα είναι έτοιμα εδώ, ενέργησον λοιπόν και πράξον ταχέως.»

125. Ειδοποιηθείς τοιουτοτρόπως ο Κύρος, εσκέπτετο με ποίον τρόπον επιτηδειότερον να παρασύρη τους Πέρσας εις αποστασίαν· ιδού δε τι ενόμισεν αρμοδιώτερον το οποίον και εξετέλεσε. Γράψας εις πάπυρον ό,τι ήθελε, συνεκάλεσε τους Πέρσας εις συμβούλιον, ήνοιξε το γράμμα και το ανέγνωσεν· ανήγγελλε δε το γράμμα ότι ο Αστυάγης τον διώρισεν αρχηγόν των Περσών. «Τώρα, είπε, σας διατάττω να συναθροισθήτε και να φέρετε έκαστος έν δρέπανον.» Τοιαύτη ήτο η διαταγή την οποίαν έδωκεν εις τους Πέρσας. Υπάρχουσι δε εις το έθνος τούτο πολλαί φυλαί, αλλ' ο Κύρος συνήθροισε μέρος μόνον αυτών και τας έπεισε να αποστατήσωσιν. Αι φυλαί δε εκείναι, παρ' ων αι άλλαι εξηρτώντο, ήσαν οι Πασαργάδαι, οι Μαράφιοι, οι Μάσπιοι. Εκ τούτων δε πάλιν, οι Πασαργάδαι είναι οι άριστοι, και μεταξύ αυτών είναι η οικογένεια των Αχαιμινιδών εξ ης κατάγονται οι βασιλείς της Περσίας. Αι άλλαι φυλαί είναι οι Πανθιαλαίοι, οι Δηρουσιαίοι, οι Γερμάνιοι, φυλαί γεωργικαί, έπειτα οι Δάοι, οι Μάρδοι, οι Δροπικοί, οι Σαγάρτιοι, φυλαί νομάδες.

126. Όταν συνηθροίσθησαν όλοι με τα δρέπανά των, καθώς διετάχθησαν, ο Κύρος τοις είπε να εκχερσώσωσι την ημέραν εκείνην ένα τόπον της χώρας ακανθώδη δεκαοκτώ ή είκοσι σταδίων τετραγωνικών. Αφού ετελείωσαν το έργον εκείνο, τους διέταξε να επιστρέψωσι την επιούσαν αφού λουσθώσιν. Εν τούτοις ο Κύρος έφερεν εις το μέρος εκείνο όλα τα ποίμνια του πατρός του, αίγας, πρόβατα και βόας, τα έσφαξε και τα ητοίμασε διά να εστιάση τον στρατόν των Περσών· εκτός δε τούτου επρομηθεύθη αρκετήν ποσότητα άρτου και οίνου. Την επιούσαν λοιπόν έφθασαν οι Πέρσαι και εκάθισαν επί λειμώνος όπου τοις προσέφερε φαγητόν. Αφού δε ευωχήθησαν, τους ηρώτησε ποία διασκέδασις τοις εφαίνετο προτιμοτέρα, η χθεσινή ή η παρούσα. Εκείνοι δε είπον ότι μεταξύ των δύο η διαφορά ήτο μεγίστη, ότι η προηγουμένη ημέρα ήτο κοπιαστική ενώ η σημερινή τοις εφαίνετο λίαν ευχάριστος. Ο Κύρος ωφελήθη εκ της αποκρίσεώς των και είπεν· «Ω Πέρσαι, ιδού η τύχη σας· εάν με υπακούσετε, θα απολαύσετε τα αγαθά ταύτα και άπειρα άλλα χωρίς να εργάζεσθε δουλικώς· εάν όμως δεν θελήσετε να με ακούσετε, θα επιφορτίζεσθε αδιακόπως με εργασίας ομοίας της χθεσινής. Ακολουθήσατέ με από σήμερον και γενήτε ελεύθεροι. Φαίνεται ότι εγεννήθην διά να καταστήσω υμάς με την προστασίαν των θεών ευδαίμονας και ελευθέρους. Δεν σας νομίζω κατωτέρους των Μήδων ούτε εις τα πολεμικά ούτε εις τα άλλα. Επαναστατήσατε λοιπόν αμέσως κατά του Αστυάγους.»

127. Οι Πέρσαι, επιτυχόντες αρχηγόν, μετά χαράς εδέχθησαν να ελευθερωθώσι, διότι προ πολλού εδυσφόρουν δουλεύοντες υπό τους Μήδους. Εν τούτοις ο Αστυάγης έμαθε τι έπραττεν ο Κύρος, και πέμψας απεσταλμένον εκάλεσεν αυτόν πλησίον του· ο δε Κύρος είπεν εις τον απεσταλμένον να επιστρέψη και να αναγγείλη εις τον Αστυάγη ότι θα φθάση ταχύτερον παρ' όσον επεθύμει ο Αστυάγης. Ακούσας την απόκρισιν ταύτην ο Αστυάγης ώπλισεν όλους τους Μήδους, και ως να τον ετύφλωσαν οι θεοί διώρισε στρατηγόν αυτών τον Άρπαγον, λησμονήσας όσα είχε πράξει προς αυτόν. Εις την πρώτην συμπλοκήν με τους Πέρσας, Μήδοι τινες, οίτινες δεν ήσαν μεμυημένοι εις την συνωμοσίαν, επολέμησαν, άλλοι δε ηυτομόλησαν προς τους Πέρσας, οι περισσότεροι όμως εδειλίασαν και ετράπησαν εις φυγήν.

128. Εις την αγγελίαν της αισχράς εκείνης διασκορπίσεως του στρατεύματός του, ο Αστυάγης, απειλών τον Κύρον, έκραξε· «Μ' όλα ταύτα ο Κύρος δεν θα χαρή.» Ταύτα ειπών, πρώτον μεν ανεσκολόπισεν όλους τους ονειροκρίτας μάγους οίτινες τον είχον συμβουλεύσει να αποπέμψη τον Κύρον, έπειτα δε ώπλισεν όλους τους Μήδους, νέους και γέροντας, όσοι είχον μείνει εις την πόλιν, τους εξήγαγεν, επολέμησε και ηττήθη. Απολέσας δε όλους τους Μήδους όσους είχεν εξαγάγει, συνελήφθη αιχμάλωτος (9).

129. Πλησιάσας ο Άρπαγος τον αιχμαλωτισθέντα Αστυάγην έχαιρε και τον ύβριζε· μεταξύ δε άλλων δηκτικών λόγων τω ανέμνησε το δείπνον το οποίον ο βασιλεύς προσέφερεν εις αυτόν με τα κρέατα του παιδίου του· τέλος τον ηρώτησε τι εστοχάζετο διά την μεταβολήν εκείνην της βασιλείας εις δουλείαν. Ατενίσας προς αυτόν ο Αστυάγης, τω απεκρίθη διά της ερωτήσεως ταύτης· «Νομίζεις ότι είναι έργον σου η επιτυχία του Κύρου; — Βεβαίως, απεκρίθη ο άλλος, εγώ έγραψα ιδιοχείρως, και δύναμαι δικαίως να καυχηθώ δι' όλην αυτήν την υπόθεσιν. — Λοιπόν, επανέλαβεν ο αιχμάλωτος, συ είσαι ο μάλλον μωρός και ο μάλλον άδικος από όλους τους ανθρώπους· ο μάλλον μωρός, διότι, ενώ ηδύνασο να λάβης την βασιλείαν, εάν τωόντι τα παρόντα επράχθησαν υπό σου, έδωκες αυτήν εις άλλον· ο μάλλον άδικος, διότι, ένεκα ενός δείπνου, κατέστησες τους Μήδους δούλους. Διότι εάν ενόμιζες αναγκαίον να μεταβή το στέμμα εις άλλον, να μη το λάβης συ, έπρεπε τουλάχιστον να το παραχωρήσης εις ένα Μήδον και όχι εις Πέρσην. Τώρα οι μεν Μήδοι χωρίς να πταίωσιν εγένοντο δούλοι ενώ ήσαν δεσπόται, οι δε Πέρσαι, ενώ πρότερον ήσαν δούλοι των Μήδων, τώρα εγένοντο δεσπόται.»

130. Ο Αστυάγης λοιπόν, βασιλεύσας τριάκοντα και πέντε έτη, καθηρέθη τοιουτοτρόπως, ένεκα δε της σκληρότητος αυτού οι Μήδοι, οίτινες επί εκατόν εικοσιοκτώ έτη, μη συμπεριλαμβανομένου του χρόνου της ηγεμονίας των Σκυθών, εκυβέρνησαν την άνω Ασίαν την πέραν του Άλυος, υπετάγησαν εις τους Πέρσας. Βραδύτερον όμως μετενόησαν διά την πράξιν ταύτην, και απεστάτησαν από τον Δαρείον, αλλ' ενικήθησαν και υπεδουλώθησαν. Εις ην δε εποχήν ευρισκόμεθα, ήτοι επί της βασιλείας του Αστυάγους, ο Κύρος και οι Πέρσαι, αφού επανεστάτησαν κατά των Μήδων, εγένοντο έκτοτε κύριοι της Ασίας. Ο δε Κύρος ουδόλως εκακομετεχειρίσθη τον Αστυάγη, αλλά τον είχεν εις την οικίαν του μέχρις ου απέθανεν. Ο Κύρος λοιπόν γεννηθείς και ανατραφείς τοιουτοτρόπως, εβασίλευσεν· έπειτα δε, ως διηγήθην προλαβόντως, ανέτρεψε τον Κροίσον όστις ήρξατο χειρών αδίκων, και εκθρονίσας αυτόν, εκυβέρνησεν όλην την Ασίαν.

131. Οι δε Πέρσαι ηξεύρω ότι έχουσι τα εξής έθιμα· δεν κατασκευάζουσιν αγάλματα, δεν κτίζουσι ναούς μήτε βωμούς, θεωρούσι δε ως μωρούς τους πράττοντας τα τοιαύτα· διότι, ως νομίζω, δεν πιστεύουσιν ως οι Έλληνες ότι οι θεοί μετέχουσιν ανθρωπίνης φύσεως. Συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν εις τον Δία επί των κορυφών των ορέων, και καλούσι Δία όλον τον κύκλον του ουρανού. Θυσιάζουσιν επίσης εις τον ήλιον, εις την σελήνην, εις την γην, εις το πυρ, εις το ύδωρ και εις τους ανέμους. Και κατ' αρχάς μεν εις ταύτα μόνον εθυσίαζον· κατόπιν δε έμαθον από τους Ασσυρίους και τους Άραβας να θυσιάζωσιν εις την ουρανίαν Αφροδίτην, την οποίαν οι μεν Ασσύριοι καλούσι Μύλιττα, οι δε Άραβες Άλιττα, και οι Πέρσαι Μίτραν.

132. Ιδού δε πώς θυσιάζουσιν οι Πέρσαι εις τας θεότητας ταύτας· δεν έχουσι βωμούς, δεν ανάπτουσι πυρ, δεν μεταχειρίζονται σπονδάς, μήτε αυλούς, μήτε στεφάνους, μήτε κριθήν ιεράν. Ο θέλων να προσφέρη θυσίαν φέρη το θύμα εις μέρος καθαρόν, όπου επικαλείται την θεότητα εστεμμένος σχεδόν πάντοτε με τιάραν εκ μύρτου. Δεν τω είναι όμως επιτετραμμένον να ευχηθή ευτυχίας δι' αυτόν μόνον, αλλ' εύχεται υπέρ της ευημερίας όλων των Περσών και του βασιλέως, διότι και αυτός αποτελεί μέρος της ολότητος των Περσών. Αφού δε διαχωρίση εις τεμάχια το θύμα, και βράση τα κρέατα, καταθέτει αυτά επί χόρτων τρυφερών, προ πάντων όμως επί τρυφυλλίων. Τότε μάγος τις (διότι άνευ μάγου δεν γίνεται θυσία) πλησιάζει και ψάλλει την θεογονίαν (10), θεωρουμένην παρ' αυτών ως γοήτευμα συντελεστικώτατον· εκείνος δε όστις προσέφερε την ουσίαν, μένει ακόμη εκεί ολίγην ώραν, και έπειτα συνάζει τα κρέατα και κάμνει οιανδήποτε θέλει χρήσιν αυτών.

133. Οι Πέρσαι τιμώσι πλειότερον πάσης άλλης την ημέραν καθ' ην έκαστος εγεννήθη, την εορτάζουσι δε δι' αφθονωτάτου συμποσίου, εις το οποίον οι μεν πλούσιοι κατ' εκείνην την ημέραν παραθέτουσιν ένα βόα, ένα ίππον, μίαν κάμηλον και ένα όνον εψημένους ολοκλήρους εις καμίνους, οι δε πτωχοί παραθέτουσι μικρά ζώα. Δεν έχουσι πολλά φαγητά, αλλ' έχουσιν επιδόρπια πολλά τα οποία τοις φέρουσι το έν κατόπιν του άλλου. Και διά τούτο οι Πέρσαι λέγουσιν ότι οι Έλληνες εγείρονται από την τράπεζαν πεινώντες· δεν τοις δίδεται καλόν τι μετά το δείπνον, προσθέτουσιν, εάν όμως τοις εδίδετο, δεν θα έπαυον τρώγοντες. Είναι πολύ έκδοτοι εις τον οίνον, και δεν τοις είναι επιτετραμμένον μήτε να εμώσι μήτε να ουρώσιν ενώπιον άλλου. Τηρούσι προς τούτοις και τας εξής συνηθείας· μεθυσκόμενοι συσκέπτονται περί σπουδαίων υποθέσεων, την δε επομένην ημέραν ο οικοδεσπότης, εις την οικίαν του οποίου εγένετο η συνεδρίασις, υποβάλλει πάλιν εις αυτούς νήφοντας την απόφασιν της προτεραίας. Τότε, εάν την επιδοκιμάσωσι, την εκτελούσιν· άλλως, παραιτούνται αυτής. Και πάλιν τουναντίον, ό,τι αποφασίσωσι νήφοντες, το αναθεωρούσι μεθύοντες.

134. Όταν δύο άνθρωποι συναντώνται εις τας οδούς, δύναταί τις να ίδη εάν ήναι του αυτού βαθμού· διότι, εις την περίπτωσιν ταύτην, αντί να χαιρετίσωσιν αλλήλους, φιλούνται εις το στόμα. Εάν ο είς των δύο ήναι ολίγον κατώτερος του άλλου, φιλούνται εις τας παρειάς· αλλ' εάν ο είς ήναι πολύ κατώτερος του άλλου, ο κατώτερος κλίνει και προσκυνεί τον ανώτερον. Μετά τον εαυτόν των τιμώσι προ πάντων τους πλησίον αυτών οικούντας, έπειτα τους γείτονας των πλησίον οικούντων, και ούτω καθεξής, αναλόγως της αποστάσεως. Εις ουδεμίαν δε υπόληψιν έχουσι τους πολύ μακράν κατοικούντας, διότι νομίζουσιν εαυτούς καθ' όλα εξαιρέτους ανθρώπους και ότι οι άλλοι μετέχουσιν από την αρετήν κατά την ρηθείσαν αναλογίαν της αποστάσεως, και επομένως οι πολύ μακράν κατοικούντες είναι ουτιδανώτατοι. Επί της κυριαρχίας των Μήδων, τα έθνη είχαν αλληλοδιοίκησιν· οι Μήδοι είχον την υπερτάτην αρχήν, αλλ' εξήσκουν αυτήν κυρίως επί των γειτόνων των· ούτοι πάλιν εκυβέρνων τους ομόρους των, και ούτω καθεξής, από του πλησίον εις τον πλησίον. Κατά την βαθμολογίαν δε ταύτην οι Πέρσαι διανέμουσι τας τιμάς τας οποίας αποδίδουσι και εξασκούσι την επί των άλλων εθνών αρχήν πρώτον μεν απ' ευθείας, έπειτα δε διά μεσαζόντων.

135. Οι Πέρσαι παραδέχονται ευκόλως ξενικά έθιμα· ευρόντες την Μηδικήν ενδυμασίαν ωραιοτέραν της ιδικής των, φορούσιν αυτήν, ως επίσης παρεδέχθησαν εις τους πολέμους τον Αιγυπτιακόν θώρακα. Παραδίδονται εις παν είδος ηδυπαθείας περί της οποίας ακούουσι να γίνεται λόγος· τοιουτοτρόπως δε έμαθον από τους Έλληνας να συνευρίσκωνται με παιδία· έκαστος αυτών νυμφεύεται πολλάς νομίμους γυναίκας, δύναται δε να έχη πολύ περισσοτέρας παλλακίδας.

136. Μετά την εις τας μάχας ανδρείαν θεωρείται ανδραγαθία να γεννήση τις πολλά τέκνα. Κατ' έτος ο βασιλεύς πέμπει δώρα προς εκείνον όστις έχει τα περισσότερα. Η ισχύς παρ' αυτοίς έγκειται εις τον αριθμόν. Η ανατροφή των παίδων άρχεται από του πέμπτου έτους και λήγει εις το εικοστόν· εις τρία δε μόνον πράγματα συνίσταται αύτη, εις το ιππεύειν, εις το τοξεύειν και εις το λέγειν την αλήθειαν. Πριν του πέμπτου έτους το παιδίον ουδέποτε εμφανίζεται ενώπιον του πατρός του, ούτε εξέρχεται από τους γυναικείους θαλάμους. Συνειθίζεται δε τούτο, διά να μη προξενήση το παιδίον λύπην εις τον πατέρα του εάν συμβή να αποθάνη εις μικράν ηλικίαν.