Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 4

Chapter 421 wordsPublic domain

73. Ο Κροίσος εισήλθεν εις την Καππαδοκίαν, επιθυμών αφ' ενός μεν να την κατακτήση και να προσθέση την επαρχίαν ταύτην εις το βασίλειόν του, αφ' ετέρου δε πειθόμενος εις το μαντείον και ελπίζων να εκδικηθή τον Κύρον διά τον Αστυάγη· διότι ο Αστυάγης, υιός του Κυαξάρου, βασιλεύς των Μήδων, τον οποίον ο Κύρος, υιός του Καμβύσου, είχε καταστρέψει, ήτο γαμβρός του Κροίσου. Έγινε δε γαμβρός του τοιουτοτρόπως. Σώμα Σκυθών νομάδων αποστατήσαν έφυγε και ήλθεν εις την Μηδίαν. Κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν εις τους Μήδους ο Κυαξάρης, υιός του Φραόρτου, εγγονός του Δηιόκου, όστις κατ' αρχάς μεν υπεδέχθη καλώς τους Σκύθας τούτους, ελθόντας ικέτας. Εις τοιαύτην δε εύνοιαν τους έλαβεν ώστε τοις παρέδωκε παίδας τινας διά να μάθωσι την γλώσσαν των και την τέχνην των τόξων. Οι άνθρωποι ούτοι, των οποίων η μόνη ενασχόλησις ήτο το κυνήγιον και οίτινες πάντοτε επέστρεφον με θήρευμά τι, συνέβη ημέραν τινά να επανέλθωσι με χείρας κενάς. Ο Κυαξάρης όστις, ως έδειξε, παρεφέρετο εις το έπακρον, εφέρθη προς αυτούς σκληρότατα και απρεπέστατα. Οι Σκύθαι συνησθάνθησαν την ύβριν ως άνθρωποι αδίκως παθόντες, και απεφάσισαν να φονεύσωσι τον ένα εκ των παίδων τους οποίους είχον πλησίον των και εδίδασκον, να μαγειρεύσωσι τας σάρκας του όπως εσυνείθιζον να μαγειρεύωσι το κρέας των θηρίων, να τας προσφέρωσιν εις τον Κυαξάρη λέγοντες εις αυτόν ότι ήτο εκ του κυνηγίου των, και αμέσως να φύγωσιν εις τας Σάρδεις, προς τον Αλυάττην, υιόν του Σαρδυάττου. Τούτο και έπραξαν· ώστε ο Κυαξάρης και οι συνδαιτυμόνες του έφαγον από εκείνα τα κρέατα, και οι Σκύθαι, μετά το έγκλημα τούτο, εγένοντο ικέται του Αλυάττου.

74. Ο Κυαξάρης τους απήτησεν, ο βασιλεύς των Σάρδεων ηρνήθη να τους παραδώση· πόλεμος λοιπόν εγένετο μεταξύ των Λυδών και των Μήδων, όστις διήρκεσε πέντε έτη κατά τα οποία οι δύο λαοί εναλλάξ ενίκων και ηττώντο. Συνέβη μάλιστα και είδος τι νυκτερινής μάχης κατά το έκτον έτος. Μέχρι τότε ο πόλεμος διεξήγετο ισορρόπως. Συνεπλάκησαν λοιπόν, αλλ' αίφνης, ενώ η συμπλοκή ήτο εις την ακμήν της, η ημέρα εγένετο νυξ. Ο Θαλής ο Μιλήσιος είχεν αναγγείλει την μεταβολήν ταύτην εις τους Ίωνας, και είχε μάλιστα προσδιορίσει εκ των προτέρων το έτος καθ' ο συνέβη (4). Οι Λυδοί και οι Μήδοι ιδόντες την νύχτα λαμβάνουσαν την θέσιν της ημέρας, διέκοψαν την μάχην, και μετά ταύτα αμφότεροι εφάνησαν προθυμότεροι να κάμωσιν ειρήνην. Οι συμφιλιώσαντες αυτούς ήσαν ο Συέννεσις ο Κίλιξ και ο Λαβύνητος ο Βαβυλώνιος. Αμφότεροι δε επέσπευσαν την συνθήκην, εξ ης επήλθε και επιγαμία, καθότι απεφάσισαν να δώση ο Αλυάττης την θυγατέρα του Αρύηνιν εις τον Αστυάγη, υιόν του Κυαξάρου. Και τωόντι, άνευ ισχυρού δεσμού, οι συμβιβασμοί ουδεμίαν έχουσιν ισχύν. Οι όρκοι παρά τοις έθνεσι τούτοις γίνονται διά του αυτού τρόπου ως και παρά τοις Έλλησι· χαράττουσιν ελαφρώς τους βραχίονας και λείχουσι το αίμα αλλήλων.

75. Τούτον λοιπόν τον Αστυάγη όστις ήτο προς μητρός πάππος του, κατέστρεψεν ο Κύρος· βραδύτερον θα είπω διά ποίαν αιτίαν. Ο Κροίσος, μεμφόμενος διά την αιτίαν ταύτην τον Κύρον, ηρώτησε το μαντείον διά να μάθη εάν τω ήτο συγχωρημένον να επιχειρήση πόλεμον κατ' αυτού. Αφού δε έλαβε την διφορουμένην απόκρισιν, επίστευσεν ότι αύτη ήτο υπέρ αυτού και εκίνησε διά να εισβάλη εις την επικράτειαν των Περσών. Φθάσας εις τον Άλυν, διεβίβασε το στράτευμά του, ως μεν εγώ νομίζω διά των υπαρχουσών γεφυρών, ως διηγούνται δε οι Έλληνες διεύθυνε την διάβασιν ο Θαλής ο Μιλήσιος· διότι, λέγουσιν, αι γέφυραι δεν ήσαν ακόμη κατεσκευασμέναι και ο Κροίσος εδυσκολεύετο να επιχειρήση ταύτην, όταν ο Θαλής, όστις ευρίσκετο εις το στρατόπεδον, αποτρέψας τον ποταμόν, τον έκαμε να τρέχη ουχί προς τα αριστερά αλλά προς τα δεξιά του στρατού. Έπραξε δε τούτο διά του ακολούθου τρόπου· άνωθεν του στρατοπέδου ήρχισε να σκάπτη διώρυγα βαθείαν και την έφερε μηνοειδή όπως κυκλώση όπισθεν το στρατόπεδον. Εις αυτήν την διώρυγα πίπτων ο ποταμός άφινε το πρώτον ρεύμα, και αφού περιήρχετο το στρατόπεδον, επανήρχετο εις τον πρώτον δρόμον του. Ούτω δε, επειδή εσχίσθη ο ποταμός, εγένετο διαβατός και κατά τα δύο μέρη. Τινές λέγουσιν ότι η αρχαία κοίτη ευρέθη όλως ξηρά· αλλ' εγώ δεν δύναμαι να παραδεχθώ την διήγησιν ταύτην, διότι πώς εις την επιστροφήν των διέβησαν αυτόν οι Λυδοί;

76. Διαβάς ο Κροίσος τον ποταμόν μετά του στρατεύματος έφθασεν εις την Πτερίαν της Καππαδοκίας· η πόλις αύτη, κειμένη απέναντι της Σινώπης επί του Ευξείνου Πόντου, είναι το ισχυρότατον μέρος της χώρας. Εκεί δε στρατοπεδευσάμενος έφθειρε τους αγρούς των Συρίων· εκυρίευσε δε την πόλιν των Πτερίων και εξηνδραπόδισε τους κατοίκους· εκυρίευσε προς τούτοις όλας τας πλησιοχώρους πόλεις και κατέστρεψεν ολοσχερώς τους κατοίκους των χωρίς να τω πταίσωσιν εις τίποτε. Ο δε Κύρος, συναθροίσας όλας τας δυνάμεις του και παραλαβών πάντας τους μεταξύ οικούντας επροχώρει εις απάντησιν του Κροίσου. Πριν κινήση το στράτευμα, είχε πέμψει κήρυκας προς τους Ίωνας προσπαθών να τους αποσπάση από τον Κροίσον, αλλά δεν το κατώρθωσεν. Ανεχώρησεν όμως και ήλθε να στρατοπεδεύση απέναντι των Λυδών· οι δύο στρατοί εδοκίμασαν τας δυνάμεις των εις την πεδιάδα της Πτερίας. Η συμπλοκή εγένετο τρομερά· εκατέρωθεν έπεσαν πολλοί, η δε νίκη ήτο αμφίρροπος, ότε επήλθεν η νυξ και διεχώρισε τους μαχομένους. Τοιαύτη υπήρξεν η πρώτη μάχη αυτών (5).

77. Ο Κροίσος απέδωκε το αποτέλεσμα τούτο εις τον υποδεέστερον αριθμόν του στρατού του· και ήτο τωόντι ο στρατός του ολιγώτερος του στρατού του Κύρου· επομένως, την ακόλουθον ημέραν, επειδή ο Κύρος δεν εξήλθε κατ' αυτού, επέστρεψεν εις τας Σάρδεις διανοούμενος να προσκαλέση τους Αιγυπτίους κατά τας συνθήκας (καθότι είχε κάμει συμμαχίαν με τον βασιλέα της Αιγύπτου Άμασιν πριν κάμη με τους Λακεδαιμονίους), να μηνύση να έλθωσι και οι Βαβυλώνιοι (οίτινες ήσαν επίσης σύμμαχοί του και εβασίλευεν επ' αυτών ο Λαβύνητος), και να ειδοποιήση τους Λακεδαιμονίους να παρευρεθώσιν εις προσδιορισθησομένην ώραν. Κατ' αυτόν, διά να συναθροισθώσιν όλοι ούτοι οι σύμμαχοι και συγκεντρωθώσιν αι ίδιαί του δυνάμεις, απητείτο όλος ο χειμών, και εσκόπευεν, άμα τη επανόδω του έαρος, να επαναλάβη τας επιχειρήσεις του εναντίον των Περσών. Και αυτός μεν, τοιούτους σκοπούς έχων, άμα επέστρεψεν εις τας Σάρδεις, έπεμψε κήρυκας προς τους συμμάχους διά να είπωσιν εις αυτούς να συναχθώσι μετά πέντε μήνας εις την πόλιν ταύτην. Εις το παρόν δε στράτευμα, όπερ επολέμησε κατά των Περσών και ήτο ξενικόν, έδωκεν άδειαν να διαλυθή, μηδόλως υποπτεύων ότι μετά μάχην ης η έκβασις ήτο τόσον αμφίρροπος, ο Κύρος θα εβάδιζε κατά των Σάρδεων.

78. Ενώ ο Κροίσος ελάμβανε τα μέτρα ταύτα, όλον το έδαφος των Σάρδεων επληρώθη υπό όφεων. Εις την εμφάνισιν αυτών οι ίπποι, αφίνοντες τας βοσκάς των, έτρεχον να τους καταφάγωσιν. Ιδών το γινόμενον ο Κροίσος εστοχάσθη, όπως και ήτο πράγματι, ότι ήτο θαύμα. Αμέσως λοιπόν έπεμψε να ερωτήση τους μάντεις της Τελμησσού. Ελθόντες οι απεσταλμένοι του και μαθόντες από τους Τελμησσείς τι εσήμαινε το σημείον εκείνο, δεν επρόφθασαν να φέρωσιν εις τον κύριόν των την εξήγησιν, διότι πριν τους επαναφέρη το πλοίον των εις τας Σάρδεις, ο Κροίσος ήτο αιχμάλωτος. Οι Τελμησσείς εξήγησαν ότι ο Κροίσος έπρεπε να προσμένη στράτευμα αλλοεθνές εισβάλλον εις την χώραν του και καταστρέφον τους κατοίκους, διότι ο όφις σημαίνει τέκνον της γης και ο ίππος πολέμιον και ξένον. Βεβαίως οι Τελμησσείς έδωκαν την απόκρισιν ταύτην αφού ο βασιλεύς εγένετο ήδη αιχμάλωτος, αλλά δεν εγνώριζον τίποτε μήτε περί αυτού μήτε περί των Σάρδεων.

79. Ο δε Κύρος μαθών ότι ο Κροίσος όστις, μετά την εν Πτερία μάχην, είχεν αρχίσει την υποχώρησιν, έμελλε να διαλύση τα στρατεύματά του, απεφάσισε να βαδίση κατά των Σάρδεων όσον το δυνατόν ταχύτερον· εθεώρει δε την επιτυχίαν του βεβαίαν εάν κατώρθονε να φθάση εκεί πριν οι Λυδοί δυνηθώσι να ενώσωσι τας δυνάμεις των εκ δευτέρου. Συγχρόνως με την απόφασιν εγένετο και η εκτέλεσις· ο περσικός στρατός διέσχισε την Λυδίαν, και ο Κύρος εγένετο απεσταλμένος εαυτού προς τον Κροίσον. Τότε ο Κροίσος περιελθών εις μεγάλην αμηχανίαν, διότι τα πράγματα έλαβον αλλοίαν τροπήν παρ' ό,τι αυτός προέβλεπεν, έφερεν ουχ ήττον τους Λυδούς εις μάχην. Κατ' εκείνον τον χρόνον δεν υπήρχεν εις την Ασίαν έθνος ανδρειότερον και πολεμικώτερον από το Λυδικόν· εμάχετο δε με ίππους, εκράτει μεγάλα δόρατα και είχεν επιτηδειοτάτους ιππείς.

80. Οι δε στρατοί συνηντήθησαν προ των Σάρδεων εις πεδιάδα μεγάλην και άδενδρον την οποίαν διασχίζουσι μεγάλοι ποταμοί οίτινες όλοι, μετά του Ύλου, πίπτουσιν εις το ευρύτατον ρεύμα του Έρμου, όστις τρέχων εκ του ιερού όρους του αφιερωμένου εις την μητέρα Κυβέλην, χύνεται εις την θάλασσαν πλησίον της Φωκαίας. Επί τοιούτου εδάφους ο Κύρος, όταν είδε τους Λυδούς παρατεταγμένους εις μάχην, εφοβήθη το ιππικόν των, και κατά συμβουλήν του Μήδου Αρπάγου, έκαμε τα εξής· απεφόρτωσε τας καμήλους όσαι μετεκόμιζον διά τον στρατόν τρόφιμα και σκεύη, τας συνήθροισε και ανεβίβασεν επ' αυτών άνδρας ωπλισμένους ως ιππείς. Οι άνδρες ούτοι εσχημάτισαν την πρώτην γραμμήν του Κύρου και τους αντέταξε προς το λυδικόν ιππικόν, διέταξε δε τον πεζόν στρατόν να ακολουθή τας καμήλους, και όπισθεν των πεζών έθεσεν όλον το ιππικόν. Σχηματίσας τοιουτοτρόπως τας τάξεις του, διέταξε να μη φεισθώσιν ουδενός και να φονεύσωσιν όλους τους Λυδούς όσοι ήθελον αντισταθή, εκτός μόνου του Κροίσου, έστω και αν ήθελεν αντισταθή· τοιαύται ήσαν αι παραγγελίαι του, και ιδού διατί αντέταξε τας καμήλους του εναντίον του εχθρικού ιππικού. Ο ίππος φοβείται την κάμηλον· δεν δύναται να υποφέρη μήτε την θέαν της όταν την ιδή, μήτε την οσμήν της εάν την οσφρανθή. Διά του στρατηγήματος τούτου ο Κύρος ήθελε να καταστήση άχρηστον το ιππικόν επί του οποίου εβασίζετο ο Κροίσος ότι ήθελε καταγάγει νίκην λαμπράν. Τωόντι, άμα εγένετο η συμπλοκή, οι ίπποι ωσφράνθησαν τας καμήλους, τας είδον, ανέστρεψαν εις τα οπίσω και η τελευταία ελπίς του Κροίσου απέτυχεν. Αλλ' οι Λυδοί δεν εφάνησαν δειλοί· όταν ενόησαν το γενόμενον, επήδησαν από τους ίππους και συνεπλάκησαν με τους Πέρσας πεζοί. Ύστερον δε, αφού έπεσαν πολλοί εκατέρωθεν, οι Λυδοί ετράπησαν εις φυγήν, και περικλεισθέντες εις τα τείχη των επολιορκούντο υπό των Περσών.

81. Ενώ ο εχθρός επολιόρκει την πόλιν, ο Κροίσος, νομίζων ότι η πολιορκία ήθελε παραταθή, έπεμψεν εκ του τείχους νέους απεσταλμένους προς τους συμμάχους. Πρότερον τους είχε προσκαλέσει να έλθωσι κατά τον πέμπτον μήνα εις τας Σάρδεις, τώρα δε τοις εζήτει ταχίστην βοήθειαν, αναγγέλλων αυτοίς ότι οι εχθροί τον επολιόρκουν.

82. Έπεμψε λοιπόν προς όλους τους συμμάχους του και ιδίως εις την Λακεδαίμονα. Αλλά κατ' εκείνον τον χρόνον έρις τις είχεν αναφυή μεταξύ των Σπαρτιατών και των Αργείων περί της χώρας της καλουμένης Θυρέας. Την Θυρέαν ταύτην, αποτελούσαν μέρος της Αργολίδος, είχον αρπάσει οι Λακεδαιμόνιοι· καθότι όλον εκείνο το μέρος προς δυσμάς μέχρι της Μαλέας άκρας, τόσον η ήπειρος, όσον και τα Κύθηρα και αι λοιπαί νήσοι ανήκον εις τους Αργείους. Οι Αργείοι έλαβον τα όπλα διά να επανακτήσωσι την αφαιρεθείσαν από αυτούς γην· και ελθόντες εις ομιλίαν συνεφώνησαν να πολεμήσωσι τριακόσιοι εξ εκατέρου μέρους και οι νικηταί να λάβωσι την διαφιλονεικουμένην γην. Οι δύο στρατοί ώφειλον να επανέλθωσιν εις τας πατρίδας των και να μη παρασταθώσιν εις την μάχην, μήπως, βλέποντες τους ιδικούς των νικωμένους, αποπειραθώσι να τους βοηθήσωσι· Συμφωνηθέντων τούτων, οι μεν στρατοί ανεχώρησαν, οι δε εκλεχθέντες εκατέρωθεν άνδρες έμειναν και ήλθον εις χείρας. Επολέμησαν δε μετά τοσαύτης ισότητος δυνάμεων, ώστε, εκ των εξακοσίων συμπλακέντων ανδρών, τρεις μόνον επέζησαν· ο Αλκήνωρ και ο Χρόμιος από τους Αργείους, και ο Οθρυάδης από τους Λακεδαιμονίους. Έμεινον δε ούτοι ζώντες διότι επήλθεν η νυξ. Οι δε Αργείοι, νομίζοντες εαυτούς νικητάς, έδραμον εις το Άργος· αλλ' ο Λακεδαιμόνιος Οθρυάδης, σκυλεύσας τα εχθρικά πτώματα και κομίσας τα όπλα εις το στρατόπεδον των Λακεδαιμονίων, έμεινεν εις την θέσιν του. Την επιούσαν οι δύο στρατοί, μαθόντες το αποτέλεσμα, έδραμον, και επί τινα χρόνον αμφότεροι οικειοποιούντο την νίκην· οι μεν Αργείοι λέγοντες ότι εξ αυτών επέζησαν οι περισσότεροι, οι δε Λακεδαιμόνιοι ότι ο Σπαρτιάτης έμεινεν εις το πεδίον της μάχης και εσκύλευσε τους νεκρούς. Η έρις επερατώθη διά μάχης εις ην πολλοί εφονεύθησαν εκατέρωθεν και επί τέλους ενίκησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Από της εποχής εκείνης οι Αργείοι κόπτουσι τας κόμας των τας οποίας άλλοτε κατ' ανάγκην άφινον κυματιζούσας· έκαμαν δε νόμον και εψήφισαν κατάραν κατά παντός Αργείου όστις ήθελεν αφήσει κόμην μακράν και κατά πάσης Αργείας ήτις ήθελε φορέσει χρυσά κοσμήματα πριν ανακτηθή η Θυρέα. Οι δε Λακεδαιμόνιοι έθεσαν νόμον όλως εναντίον· ενώ πρότερον έκειρον την κόμην, απ' εκείνης της εποχής άφινον αυτήν να αυξάνη. Διηγούνται δε ότι ο Οθρυάδης, ο επιζήσας εκ των τριακοσίων, αισχυνόμενος να επιστρέψη εις την Σπάρτην ενώ οι σύντροφοι του είχον φονευθή, ηυτοκτόνησεν εκεί εις την Θυρέαν.

83. Εις τοιαύτην κατάστασιν ήσαν τα πράγματα της Σπάρτης όταν έφθασεν ο κήρυξ εκ των Σάρδεων, παρακαλών αυτούς να βοηθήσωσι τον Κροίσον πολιορκούμενον. Μόλις όμως τον ήκουσαν, έσπευσαν να υπάγωσιν εις βοήθειάν του. Τα πλοία των ήσαν έτοιμα και αυτοί παρεσκευασμένοι να αναχωρήσωσιν, ότε δεύτερος απεσταλμένος τοις ανήγγειλε την πτώσιν της ακροπόλεως και την αιχμαλωσίαν του Κροίσου· εθεώρησαν λοιπόν το συμβάν ως μέγα δυστύχημα και έμειναν.

84. Ιδού δε πώς εκυριεύθησαν αι Σάρδεις· κατά την δεκάτην τετάρτην ημέραν της πολιορκίας ο Κύρος διεκήρυξε δι' ανδρών εφίππων εις όλας τας τάξεις του στρατού ότι θα ανταμείψη εκείνον όστις πρώτος ήθελεν αναβή επί των επάλξεων. Κατά συνέπειαν της υποσχέσεως ταύτης ο στρατός έκαμε πολλάς αποπείρας αλλ' άνευ αποτελέσματος και έμενεν ησυχάζων, ότε ανήρ τις εκ του έθνους των Μάρδων, καλούμενος Υροιάδης, απεπειράθη να αναβή εις μέρος τι της ακροπόλεως όπου δεν έθετον φύλακας, διότι ποτέ δεν επίστευον να κυριευθή απ' εκείνο το μέρος όπερ ήτο απότομον και απροσπέλαστον. Τούτου ένεκα ούτε ο Μήλης, ο πρώτος βασιλεύς των Σάρδεων, δεν είχε περιφέρει κατ' εκείνο το μέρος τον λέοντα τον οποίον εγέννησεν η παλλακίς του όταν οι Τελμησσείς είπον ότι εάν ο λέων περιεφέρετο εις τας επάλξεις, αι Σάρδεις θα ήσαν ανάλωτοι. Ο Μήλης λοιπόν τον περιέφερεν εις όλα τα μέρη εκ των οποίων ηδύνατο να προσβληθή η ακρόπολις, και παρημέλησε το μέρος εκείνο ως απρόσιτον. Είναι δε τούτο αντικρύ του όρους Τμώλου. Αυτός λοιπόν ο Μάρδος Υροιάδης, ιδών την προλαβούσαν ημέραν Λυδόν τινα καταβαίνοντα εκείθεν διά να λάβη περικεφαλαίαν κυλίσασαν άνωθεν, εσκέφθη και απεφάσισεν· ανέβη κατόπιν του Λυδού και άλλοι Πέρσαι τον εμιμήθησαν. Τοιουτοτρόπως δε, επειδή ανέβησαν πολλοί, εκυριεύθη η πόλις και ελεηλατήθη.

85. Ιδού τότε τι συνέβη και εις αυτόν τον Κροίσον. Είχεν υιόν περί του οποίου ωμίλησα προ ολίγου, καλόν μεν κατά τα άλλα, πλην άλαλον. Κατά τον καιρόν της ευτυχίας του ο Κροίσος ουδέν παρημέλησε διά να τον θεραπεύση· ιδίως δε ένεκα τούτου ηρώτησε το μαντείον των Δελφών, και η Πυθία απεκρίθη τα εξής·

«Ω Λυδέ, βασιλεύ πολλών, ω Κροίσε ανοητότατε. Μη εύχεσαι ν' ακούσης εις την κατοικίαν σου την ποθητήν φωνήν του ομιλούντος υιού σου· συμφερότερον σε είναι να μένη άλαλος, διότι θα ομιλήση πρώτην φοράν εις ημέραν δυστυχή.»

Τωόντι, κυριευθέντος του τείχους, είς των Περσών ολίγον έλειψε να φονεύση τον Κροίσον, μη γνωρίζων αυτόν· ο βασιλεύς εν τούτοις τον είδεν ορμώντα εναντίον του και έμεινεν αδιαφορών ένεκα της παρούσης δυστυχίας του και ουδόλως μεριμνών εάν έπιπτεν υπό τα κτυπήματά του. Αλλ' ο υιός του, ο άλαλος εκείνος, εις την απειλητικήν θέαν του Πέρσου, καταληφθείς υπό φόβου και θλίψεως, εξέβαλε φωνήν και είπεν· «Ω άνθρωπε, μη φονεύσης τον Κροίσον.» Αύται ήσαν αι πρώται λέξεις τας οποίας επρόφερε· και απ' εκείνης της ώρας ωμίλει μέχρι τέλους του βίου του.

86. Εκυρίευσαν λοιπόν οι Πέρσαι τας Σάρδεις και εζώγρησαν τον Κροίσον, όστις, μετά δεκατεσσάρων ετών βασιλείαν και δεκατεσσάρων ημερών πολιορκίαν, κατέστρεψεν, ως προείπεν ο χρησμός, μεγάλην αρχήν, την ιδίαν εαυτού. Λαβόντες δε αυτόν οι Πέρσαι, τον έφερον εις τον Κύρον, όστις διέταξε να σωρεύσωσι μεγάλην πυράν όπου ανεβίβασε τον Κροίσον δεδεμένον με πέδας και μετ' αυτού δεκατέσσαρας νέους Λυδούς, είτε σκοπεύων να προσφέρη τα ακροθίνια ταύτα εις θεότητά τινα (6), είτε διά να εκπληρώση ευχήν τινα, είτε, επειδή είχεν ακούσει ότι ο Κροίσος ήτο θεοσεβής, διά να ιδή εάν επί της πυράς θεός τις ήθελε τον προφυλάξει από του να καή ζων. Όπως και αν έχη το πράγμα, έπραξεν όσα ανέφερα· ο δε Κροίσος, τεθείς επί της πυράς, ενθυμήθη με όλα του τα δεινά τον Σόλωνα και τους λόγους τους οποίους ούτος, κατ' έμπνευσιν θείαν, τω είχεν ειπεί· ότι δηλαδή κανείς άνθρωπος δεν είναι ευδαίμων. Ενθυμηθείς ταύτα εστέναξεν, έρρηξε την σιωπήν και επανέλαβε τρις το όνομα του Σόλωνος. Ο Κύρος τον ήκουσε και διέταξε τους διερμηνείς του να τον ερωτήσωσι ποίον επεκαλείτο· πλησιάσαντες ούτοι τον ηρώτησαν, αλλά παρήλθεν αρκετή ώρα πριν αποκριθή. Τέλος, επειδή τον εβίαζον, είπεν· «Είναι άνθρωπος του οποίου αι συμβουλαί είναι προτιμότεραι εις τους βασιλείς παρά όλα τα πλούτη.» Και επειδή ουδείς ενόησε την απόκρισιν ταύτην, εζήτησαν να εξηγηθή· βαρυνθείς δε τας επιμόνους ερωτήσεις των, τοις είπεν ότι Αθηναίος τις, ο Σόλων, ήλθεν άλλοτε εις τας Σάρδεις, ότι είδεν όλα τα πράγματα, ότι περιεφρόνησε τα πλούτη του και ότι προσέθηκε λόγους οίτινες διά τον Κροίσον έμελλον να πραγματοποιηθώσιν όπως τους είχεν ειπεί, αν και οι λόγος του Αθηναίου δεν απευθύνοντο προς αυτόν ατομικώς αλλά προς όλον το ανθρώπινον γένος και ιδίως εις εκείνους οίτινες νομίζουσιν εαυτούς ευτυχείς. Διαρκούσης της διηγήσεως ταύτης, η πυρά, αναφθείσα ήδη, έκαιεν όλα τα πέριξ, όταν ο Κύρος, εις ον οι διερμηνείς ανεκοίνωσαν όσα είπεν ο Κροίσος, μετεμελήθη· εσκέφθη ότι άνθρωπος ων έμελλε να παραδώση εις τας φλόγας άνθρωπον ζώντα όστις δεν υπήρξε κατώτερος αυτού κατά την ευδαιμονίαν· εφοβήθη μήπως η πράξις του αύτη τιμωρηθή· εσκέφθη ότι ουδέν ανθρώπινον διαρκές και διέταξε να σβύσωσι τάχιστα την πυράν και να καταβιβάσωσι τον Κροίσον και τους μετ' αυτού· αλλ' οι άνθρωποί του, με όλας τας προσπαθείας των, δεν ηδυνήθησαν να σταματήσωσι το πυρ.

87. Τότε, ως λέγουσιν οι Λυδοί, ο Κροίσος, ιδών ότι ο Κύρος μετενόησεν, ότι όλοι κατεγίνοντο να σβέσωσι το πυρ και ότι δεν ηδύναντο να το κατορθώσωσιν, επεκαλέσθη την βοήθειαν του Απόλλωνος, ικετεύων αυτόν, εάν ποτε τω προσέφερε δώρον ευχάριστον, να τον σώση από τον έσχατον εκείνον κύνδυνον. Ταύτα προσευχόμενος έκλαιεν. Αίφνης δε, ενώ ο ουρανός ήτο αίθριος και ήρεμος, συνεσωρεύθησαν νέφη, θύελλα εξερράγη και έπεσε βροχή ορμητικωτάτη ήτις έσβεσε την πυράν. Τότε ο Κύρος ανεγνώρισεν ότι ο Κροίσος ήτο άνθρωπος καλός και αγαπητός εις τους θεούς, τον κατεβίβασεν από την πυράν και τω είπε· «Κροίσε, ποίος θνητός σε συνεβούλευσε να εισβάλης ένοπλος εις την χώραν μου, και να προτιμήσης την έχθραν μου; — Ω βασιλεύ, απεκρίθη ο Κροίσος, ταύτα έπραξα διά την ιδικήν σου ευτυχίαν και την ιδικήν μου απώλειαν. Ο θεός των Ελλήνων είναι αιτία τούτου· αυτός με παρώτρυνε να λάβω τα όπλα, διότι ουδείς είναι τόσον άφρων ώστε να προτιμήση τον πόλεμον αντί της ειρήνης. Εν ειρήνη, τα τέκνα θάπτουσι τους πατέρας των· εν πολέμω, οι πατέρες θάπτουσι τα τέκνα των. Αλλ' ούτως ηθέλησαν οι θεοί, να συμβώσιν όσα συνέβησαν.»

88. Ο μεν Κροίσος ταύτα είπεν· ο δε Κύρος, λύσας τα δεσμά του, τον εκάθισε πλησίον του και εφέρθη προς αυτόν μετά μεγάλου σεβασμού· αυτός ο ίδιος και οι περί αυτόν τον παρετήρουν μετά θαυμασμού. Εν τούτοις ο Κροίσος, παραδεδομένος εις τας σκέψεις του, εσιώπα. Έπειτα στραφείς είδε τους Πέρσας καταγινομένους να λεηλατώσι την πόλιν και ανέκραξεν· «Ω βασιλεύ, πρέπει να σοι είπω ό,τι φρονώ ή είναι προτιμότερον να σιωπήσω εις την παρούσαν περίστασιν;» Επιτρέψαντος δε του Κύρου να είπη θαρρούντως ό,τι ήθελεν, εκείνος ηρώτησε λέγων· «Τι πράττει μετά τόσης σπουδής το πολύ εκείνο πλήθος; — Λεηλατεί την πόλιν και αρπάζει τους θησαυρούς σου, απεκρίθη ο Κύρος. — Ούτε την πόλιν μου λεηλατεί, ούτε τους θησαυρούς μου αρπάζει, διότι ουδέν τούτων μοι ανήκει πλέον· λεηλατεί και αρπάζει τα ιδικά σου.»

89. Εκπλαγείς ο Κύρος διά την απόκρισιν ταύτην, απεμάκρυνεν όλους και ηθέλησε να μάθη παρά του Κροίσου τι προέβλεπε δι' αυτόν εις εκείνα τα οποία συνέβαινον. Ο Κροίσος απεκρίθη· «Αφού οι θεοί με παρέδωκαν αιχμάλωτόν σου, νομίζω δίκαιον, εάν βλέπω τι το οποίον συ δεν βλέπεις, να σοι το λέγω. Οι Πέρσαι είναι φύσει θρασείς και στερούνται χρημάτων. Εάν λοιπόν τους αφήσης να διαρπάζωσι και να κρατώσι δι' εαυτούς πλούσια πράγματα, ιδού τι θα ακολουθήση εις σε· εκείνον όστις λάβη τα περισσότερα, θα αναγκασθής μετ' ολίγον να τον πολεμήσης ως επαναστάτην. Τώρα λοιπόν, εάν σοι αρέσκωσιν αι συμβουλαί μου, πράξον ό,τι θα σε είπω· θέσον εις όλας τας πύλας φύλακας εκ των δορυφόρων σου οίτινες να λέγωσιν εις όσους εξέρχονται βαστάζοντες λάφυρα να αφιερώσι το δέκατον τούτων εις τον Δία. Τοιουτοτρόπως και συ δεν θα γίνης μισητός εις αυτούς λαμβάνων τα πράγματα διά της βίας, και εκείνοι, αναγνωρίζοντες ότι απαιτείς πράγμα δίκαιον, θα υπακούσωσι προθύμως.»

90. Πολύ ευχαριστήθη ο Κύρος ακούων αυτόν, διότι όλαι αι συμβουλαί του τω εφάνησαν ορθαί. Παρήγγειλε λοιπόν εις τους φύλακας του να εκτελέσωσιν όσα τω είχεν υπαγορεύσει εκείνος και ακολούθως τω είπε· «Κροίσε, επειδή εξακολουθείς να ομιλής και να φέρεσαι ως βασιλεύς, ζήτησον παρ' εμού ό,τι θέλεις και θα το λάβης αμέσως. — Ω δέσποτα, απεκρίθη ο Κροίσος, η μεγαλειτέρα ευεργεσία την οποίαν δύνασαι να πράξης προς εμέ είναι να μοι επιτρέψης να στείλω τας πέδας ταύτας εις τον θεόν των Ελλήνων, εις εκείνον εκ των θεών τον οποίον ετίμησα υπερβαλόντως, και να τον ερωτήσω εάν νομίζη δίκαιον να απατά εκείνους οίτινες πράττουσι προς αυτόν καλόν.» Ο Κύρος εζήτησε να μάθη διά ποίαν αιτίαν παρεπονείτο και ο Κροίσος τω διηγήθη τα σχέδια του και τας αποκρίσεις του μαντείου· τω περιέγραψε τα αφιερώματά του και τω είπε πώς, παρακινούμενος υπό των προρρήσεων της Πυθίας, απεφάσισε να επιχειρήση πόλεμον κατά των Περσών· ετελείωσε δε την διήγησίν του επιμείνας εις την επιθυμίαν του να πέμψη εις τον θεόν διά να τον ονειδίση. Τότε ο Κύρος, γελάσας είπε· «Και τούτο σοι επιτρέπω, ω Κροίσε, και ει τι άλλο ήθελες ζητήσει εις το μέλλον παρ' εμού.» Ταύτα είπεν, ο δε Κροίσος άνευ αναβολής έπεμψε Λυδούς εις τους Δελφούς, διατάξας αυτούς να κρεμάσωσι τα δεσμά του εις την είσοδον του ναού και να ερωτήσωσι τον θεόν εάν δεν ησχύνετο διά τους χρησμούς με τους οποίους παρώτρυνε τον Κροίσον να επιχειρήση τον πόλεμον κατά των Περσών, επί τη ελπίδι ότι ήθελε καταστρέψει την αρχήν του Κύρου· δεικνύοντες δε τας πέδας να τω είπωσιν ότι τοιαύτα ακροθίνια τω προσφέρουσι· και τέλος να τον ερωτήσωσιν εάν οι ελληνικοί θεοί συνειθίζωσι να ήναι αχάριστοι.