Part 30
169. Έπειτα έρχονται οι Γιλιγάμμαι οίτινες εκτείνονται από δυσμών μέχρι τις νήσου Αφροδισιάδος· εις το μεταξύ της χώρας αυτών αντικρύζει η νήσος Πλατέα την οποίαν αποίκισαν οι Κυρηναίοι, και εις την ήπειρον είναι ο λιμήν του Μενελάου και η Άζιρις την οποίαν επί τινα καιρόν κατώκησαν οι Έλληνες. Από τούτου του μέρους αρχίζει το σίλφιον το οποίον φύεται από της νήσου Πλατέας μέχρι τις εισόδου της Σύρτιος. Μεταχειρίζεται δε το έθνος τούτο έθιμα σχεδόν όμοια με τα γείτονα έθνη.
170. Μετά τους Γιλιγάμμας προς δυσμάς είναι οι Ασβύσται· κατοικούσι δε ούτοι το μέρος το ανωτέρω της Κυρήνης και δεν εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, διότι τα παραθαλάσσια νέμονται οι Κυρηναίοι. Είναι πλειόσερον των άλλων Λιβύων επιτήδειοι εις το να οδηγώσι τέθριππα, και τα πλείστα αυτών έθιμα είναι απομίμησις των Κυρηναϊκών.
171. Προς δυσμάς των Ασβυστών είναι οι Αυσχίσαι, οίτινες κατοικούσιν υπεράνω της Βάρκης και φθάνουσι μέχρι της θαλάσσης προς το μέρος των Ευεσπεριδών. Εις το μέσον δε της χώρας των Αυσχισών κατοικούσιν οι Βάκαλες, έθνος μικρόν, εκτεινόμενοι μέχρι της θαλάσσης προς την Τεύχειραν, πόλιν των Βαρκαίων. Έθιμα δε έχουσι τα αυτά οία και οι κατοικούντες ανωτέρω της Κυρήνης.
172. Προς δυσμάς των Αυσχισών τούτων είναι οι Νασαμώνες, έθνος πολυάριθμον, οίτινες αφίνοντες κατά το θέρος τα ποίμνιά των εις τα παραθαλάσσια, αναβαίνουσιν εις τόπον τινά καλούμενον Αύγιλα διά να συλλέξωσι τους καρπούς των φοινίκων. Τα δένδρα ταύτα είναι πολλά και πυκνόφυλλα και όλα καρποφόρα. Συνάζουσιν επίσης ακρίδας, τας οποίας αφού ξηράνωσιν εις τον ήλιον, τας αλέθουσι και επιπάσσοντες αυτάς εις γάλα, το πίνουσιν. Έκαστος αυτών έχει συνήθως πολλάς γυναίκας, αλλά μεταχειρίζονται όλας κοινώς, σχεδόν κατά τον τρόπον των Μασσαγετών· στήνοντες ενώπιόν των ράβδον, μιγνύονται μετ' αυτών. Κατά πρώτον, όταν νυμφεύεται Νασαμών τις, ο νόμος απαιτεί κατά την πρώτην νύκτα η νύμφη να μεταβή από του ενός εις τον άλλον δαιτυμόνα και να μιγή με όλους· έκαστος δε αφού μιγή μετ' αυτής τη δίδει δώρον ό,τι έφερεν εκ της οικίας του. Ορκίζονται δε και μαντεύονται ως ακολούθως· θέτοντες την χείρα επί των τάφων των ανδρών όσοι ως λέγεται υπήρξαν δικαιότατοι και ανδρειότατοι εις το έθνος των, ομνύουσιν εις αυτούς· μαντεύονται δε πορευόμενοι εις τα μνήματα των προγόνων των, επί των οποίων αφού προσευχηθώσιν αποκοιμώνται, και παν ό,τι όνειρον ίδωσιν εις τον ύπνον των, αυτό δέχονται. Προς ασφάλειαν των ανταλλασσομένων όρκων πράττουσι τα εξής· δίδει να πίη εκ της χειρός του, και αυτός πίνει εκ της χειρός του άλλου· εάν όμως δεν έχωσι κανέν υγρόν, λαμβάνοντες κόνιν εκ της γης, λείχουσιν αυτήν.
173. Όμοροι δε των Νασαμώνων είναι οι Ψύλλοι, οίτινες εξωλοθρεύθησαν κατά τον ακόλουθον τρόπον· πνεύσας ο νότος εξήρανε παν ό,τι περιείχεν ύδωρ, και όλη η χώρα την οποίαν περικλείει η Σύρτις εγένετο αυχμηρά. Συσκεφθέντες οι Ψύλλοι απεφάσισαν από κοινού να εκστρατεύσωσι κατά του νότου (ενταύθα διηγούμαι όσα λέγουσιν οι Λίβυες·) ότε δε έφθασαν εις τα αμμώδη μέρη, έπνευσεν ο νότος και κατέχωσεν αυτούς. Εξολοθρευθέντων δε αυτών, κατέλαβαν την χώραν οι Νασαμώνες.
174. Ανωτέρω δε αυτών, νοτιοανατολικώς, εις την χώραν των αγρίων θηρίων, κατοικούσιν οι Γαράμαντες, οίτινες αποφεύγουσιν όλους τους ανθρώπους και πάσαν συγκοινωνίαν· δεν έχουσιν ούτοι κανέν όπλον πολεμικόν, και ούτε να υπερασπισθώσιν ηξεύρουσιν.
175. Και ούτοι μεν κατοικούσιν ανωτέρω των Νασαμώνων, προς δυσμάς δε παρά την θάλασσαν είναι οι Μάκαι οίτινες κείρονται μέχρι δέρματος και δεν αφίνουσιν ειμή μικρόν λόφον εις το μέσον της κεφαλής. Εις τον πόλεμον έχουσιν ως ασπίδας δέρματα στρουθοκαμήλων. Διά δε της χώρας αυτών ρέων εκ λόφου καλουμένου των Χαρίτων ο ποταμός Κίνυψ εκβαίνει εις την θάλασσαν. Είναι δε ο λόφος ούτος των Χαρίτων δασώδης, ενώ όλη η άλλη προλεχθείσα Λιβύα είναι γυμνή δένδρων, και από την θάλασσαν μέχρις αυτού είναι διακόσια στάδια.
176. Μετά τους Μάκας έρχονται οι Γίνδανες. Τούτων αι γυναίκες φορούσι περί τους αστραγάλους χάλκινα δακτύλια· εκάστη δε αυτών φορεί πολλά τοιαύτα περισφύρια διά την εξής αιτίαν, ως λέγουσιν· οσάκις ανήρ τις μιχθή μετ' αυτής, δένει αύτη εις τον πόδα έν περισφύριον, και εκείνη ήτις έχει τα περισσότερα νομίζεται αρίστη, ως αγαπηθείσα υπό πλείστων ανδρών.
177. Μίαν δε άκραν της γης τούτων των Γινδάνων, προέχουσαν εις την θάλασσαν, νέμονται οι Λωτοφάγοι, οίτινες ζώσι τρώγοντες μόνον τον καρπόν του λωτού. Είναι δε ο καρπός του λωτού κατά μεν το μέγεθος όσος είναι ο της σχίνου, κατά δε την γλυκύτητα όμοιος με τον του φοίνικος. Εκ του καρπού τούτου κατασκευάζουσιν οι Λωτοφάγοι και οίνον.
178. Μετά τους Λωτοφάγους, ακολουθούντες το παραθαλάσσιον, ευρίσκομεν τους Μάχλυας, οίτινες μεταχειρίζονται και αυτοί τον λωτόν, ολιγώτερον όμως από τους προλεχθέντας. Εκτείνονται μέχρι μεγάλου τινός ποταμού καλουμένου Τρίτωνος, όστις πίπτει εις την μεγάλην λίμνην Τριτωνίδα. Εντός της λίμνης ταύτης υπάρχει νήσος καλουμένη Φλα, και λέγουσιν ότι εδόθη χρησμός εις τους Λακεδαιμονίους να την αποικίσωσιν.
179. Λέγουσι προσέτι και τα εξής. Αφού ο Ιάσων ετελείωσε την κατασκευήν της Αργούς εις τους πρόποδας του Πηλίου όρους, έθεσεν εντός αυτής την προσδιωρισμένην εκατόμβην και ένα τρίποδα χάλκινον· ακολούθως περιέπλεε την Πελοπόννησον, θέλων να έλθη εις τους Δελφούς· ότε δε περιπλέων έφθασεν εις τον Μαλέαν, ο βορέας άνεμος τον παρέσυρε προς την Λιβύαν, και πριν γνωρίση την γην ταύτην, έπεσεν εις τας υφάλους της Τριτωνίδος λίμνης. Και ενώ ηπόρει πώς να εκβή εκείθεν, λέγουσιν ότι εφάνη ο Τρίτων και εζήτησε παρ' αυτού τον τρίποδα, υποσχόμενος να δείξη την έξοδον και να τους αποστείλη ασφαλείς. Πεισθέντος δε του Ιάσονος, έδειξεν ο Τρίτων εις τους Αργοναύτας τον τρόπον πώς να εξέλθωσι διά των υφάλων και έθεσε τον τρίποδα εις τον ναόν του. Κατόπιν αναβάς επ' αυτού εχρησμοδότησεν εις τους μετά του Ιάσονος παν ό,τι έμελλε να τοις συμβή· προσέθηκε δε ότι εάν τις των απογόνων των έλθη και λάβη τον τρίποδα, τότε ανάγκη πάσα να κτισθώσι περί την Τριτωνίδα λίμνην εκατόν πόλεις Ελληνίδες. Ακούσαντες ταύτα οι εγχώριοι Λίβυες, έκρυψαν τον τρίποδα.
180. Κατόπιν των Μαχλύων τούτων είναι οι Αυσείς. Ούτοι ως και οι Μάχλυες κατοικούσι περί την Τριτωνίδα λίμνην και χωρίζει αυτούς ο ποταμός Τρίτων. Και οι μεν Μάχλυες αφίνουσι τα μαλλιά των μόνον όπισθεν της κεφαλής, οι δε Αυσείς μόνον εις τα έμπροσθεν. Κατά την ημέραν της επετείου εορτής της Αθηνάς, αι παρθένοι των Αυσών διαιρούμεναι εις δύο μέρη μάχονται προς αλλήλας με λίθους και ξύλα, λέγουσαι ότι πράττουσι τούτο κατά νόμον πατροπαράδοτον προς τιμήν της ιθαγενούς θεάς την οποίαν ημείς καλούμεν Αθηνάν. Όσαι εξ αυτών αποθάνωσιν από τα τραύματα, τας λέγουσι ψευδοπαρθένους. Πριν όμως επιτρέψωσιν εις αυτάς να πολεμήσωσι, πράττουσι τα εξής· στολίσαντες παρθένον, την οποίαν κοινώς ήθελον αναγνωρίσει ως ωραιοτάτην, με περικεφαλαίαν Κορινθιακήν και πανοπλίαν Ελληνικήν, και αναβιβάσαντες εις άρμα, περιφέρουσιν αυτήν κύκλω της λίμνης. Τι εφόρουν όμως άλλοτε αι παρθένοι αύται πριν κατοικήσωσι πλησίον των οι Έλληνες δεν ηξεύρω να είπω, υποθέτω όμως ότι τας εστόλιζον με όπλα Αιγυπτιακά, διότι εγώ νομίζω ότι και η ασπίς και το κράνος ήλθον εις τους Έλληνας εκ της Αιγύπτου. Κατ' αυτούς, η Αθηνά είναι θυγάτηρ του Ποσειδώνος και της λίμνης Τριχωνίδας, και ότι συγχισθείσα με τον πατέρα της εδόθη αυτοθελήτως εις τον Δία, αυτός δε ο Ζευς την εδέχθη ως θυγατέρα του. Ταύτα λέγουσιν. Έχουσι δε τας γυναίκας κοινάς, και δεν κατοικούσι μετ' αυτών αλλά συνουσιάζονται ως τα κτήνη. Όταν γυνή τις γεννήση παιδίον καλόν, όλοι οι άνδρες έρχονται να το ίδωσι κατά τον τρίτον μήνα, και εκείνος μεθ' ου ομοιάζει αναγνωρίζεται ως πατήρ του.
181. Αύται λοιπόν τους οποίους περιέγραψα είναι οι παραθαλάσσιοι εκ των νομάδων Λιβύων· ανωτέρω δε τούτων, εις τα μεσόγαια, η Λιβύα είναι κατοικητήριον των αγρίων θηρίων. Υπεράνω του θηριώδους τούτου μέρους είναι η αμμώδης έρημoς ήτις εκτείνεται από των Αιγυπτιακών Θηβών μέχρι των Ηρακλείων στηλών. Προχωρούντες δέκα ημερών οδόν εις την υψηλήν ταύτην χώραν, ευρίσκομεν τρίμματα άλατος, ως χόνδρους μεγάλους, τα οποία σχηματίζουσι λόφους και εις την κορυφήν εκάστου λόφου αναπηδά εκ του μέσου του άλατος ύδωρ ψυχρόν και γλυκύ· πέριξ κατοικούσιν άνθρωποι οίτινες είναι οι τελευταίοι πέραν της ερήμου και του κατοικητηρίου των θηρίων. Και πρώτοι μεν εις διάστημα δέκα ημερών από τας Θήβας είναι οι Αμμώνιοι, εις τους οποίους υπάρχει ναός οικοδομηθείς κατά το σχέδιον του ναού του Θηβαιέως Διός· καθότι, ως και πρότερον είπον, το εις τας Θήβας άγαλμα του Διός είναι κριοπρόσωπον. Υπάρχει δε εκεί και άλλο ύδωρ κρηναίον, χλιαρόν κατά την αυγήν, ψυχρότερον καθ' ην ώραν πληρούται η αγορά, κατάψυχρον όταν γίνη μεσημβρία, και τότε ποτίζουσι τους κήπους των· καθ' όσον δε κλίνει η ημέρα, ελαττούται η ψυχρότης του, μέχρις ου δύση ο ήλιος, και τότε γίνεται πάλιν χλιαρόν· ακολούθως η θερμότης του αυξάνει βαθμηδόν μέχρι του μεσονυκτίου ότε κοχλάζει· παρερχομένου του μεσονυκτίου, η θερμότης ελαττούται και το ύδωρ γίνεται χλιαρόν κατά την πρωίαν. Καλείται δε η κρήνη αύτη κρήνη του Ηλίου.
182. Μετά τους Αμμωνίους, προχωρούντες ακόμη δέκα ημερών οδόν διά της αμμώδους ερήμου, ευρίσκομεν άλλον λόφον άλατος, όμοιον με τον Αμμώνιον, και ύδωρ· περί αυτόν κατοικούσιν άνθρωποι. Το άνομα του τόπου τούτου είναι Αύγιλα, και εκεί μεταβαίνουσιν οι Νασαμώνες διά να συλλέξωσι τον καρπόν των φοινίκων.
183. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τα Αύγιλα είναι άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και φοίνικες καρποφόροι πολλοί, ως εις τους άλλους· άνθρωποι επίσης κατοικούσιν εις αυτόν οίτινες καλούνται Γαράμαντες, έθνος μέγα και ισχυρόν. Ούτοι ρίπτουσι χώμα επί του άλατος και τοιουτοτρόπως σπείρουσιν. Η συντομωτάτη οδός μεταξύ αυτών και των Λωτοφάγων είναι τριάκοντα ημερών. Εκεί οι βόες βόσκουσιν οπισθοβατούντες, καθότι τα κέρατά των είναι κεκλιμένα εις τα εμπρός και θα ήτο αδύνατον να προχωρώσιν εμπρός χωρίς να εμπηχθώσιν εις την γην. Κατά τα άλλα ουδόλως διαφέρουσι των άλλων βοών, εκτός ότι το δέρμα των είναι παχύτερον και τραχύτερον. Κυνηγούσι δε οι Γαράμαντες ούτοι τους Τρωγλοδύτας Αιθίοπας με τέθριππα οχήματα, καθότι οι Τρωγλοδύται είναι εξ όλων των ανθρώπων οι μάλλον ταχύποδες από όλους όσους ηκούσαμεν. Οι Τρωγλοδύται τρώγουσιν όφεις και σαύρας και άλλα τοιαύτα ερπετά, έχουσι δε γλώσσαν ήτις δεν ομοιάζει με καμμίαν άλλην, μικράς μόνον κραυγάς εκφέρουσιν ως αι νυκτερίδες.
184. Εις διάστημα πάλιν άλλων δέκα ημερών από τους Γαράμαντας είναι άλλος λόφος άλατος, και ύδωρ, και άνθρωποι κατοικούσι περί αυτόν καλούμενοι Ατάραντες, οι μόνοι εκ των ανθρώπων από όσους γνωρίζομεν οίτινες δεν έχουσιν ονόματα κύρια, διότι το όνομα Ατάραντες είναι κοινόν, κανείς δ' εξ αυτών δεν έχει ιδιαίτερον όνομα. Καταρώνται τον ήλιον όστις διέρχεται άνωθεν αυτών και απευθύνουσι κατ' αυτού παντός είδους λοιδορίας, διότι η θερμότης του βλάπτει και αυτούς και την χώραν των. Μετά δέκα άλλων ημερών πορείαν, υπάρχει άλλος λόφος άλατος με ύδωρ και με ανθρώπους περί αυτόν. Πλησίον του άλατος τούτου υψούται όρος ου το όνομα είναι Άτλας, στενόν, πάντοθεν κυκλοτερές, και τοσούτον υψηλόν, ως λέγουσιν, ώστε είναι αδύνατον να ίδη τις τας κορυφάς αυτού, καθότι ποτέ δεν λείπουσιν από αυτάς τα νέφη, ούτε κατά το θέρος ούτε κατά τον χειμώνα. Λέγουσι δε οι εγχώριοι ότι είναι στύλος του ουρανού. Εκ του όρους τούτου οι άνθρωποι ούτοι έλαβον την επωνυμίαν και ονομάζονται Άτλαντες. Λέγουσι δε ότι ούτε έμψυχον κανέν τρώγουσιν, ούτε ενύπνια βλέπουσιν.
185. Μέχρι των Ατλάντων τούτων ηδυνήθην να αριθμήσω τα ονόματα των κατοικούντων την οφρύν της ερήμου· πέραν δεν δύναμαι να το πράξω, μολονότι εκτείνεται μέχρι των Ηρακλείων στηλών και πέραν αυτών. Η οφρύς αύτη περιέχει εις έκαστον διάστημα δεκαημέρου πορείας, έν μεταλλείον άλατος πέριξ του οποίου άνθρωποι κατοικούσιν εις οικίας ωκοδομημένας εκ χόνδρων άλατος. Εις τα μέρη ταύτα της Λίβυας ουδέποτε βρέχει, διότι εάν έβρεχε θα ήτο αδύνατον να διατηρηθώσιν οι αλάτινοι ούτοι τοίχοι. Το ορυσσόμενον εκεί άλας είναι δύο ειδών, λευκόν και πορφυρούν. Άνωθεν της οφρύος ταύτης, νοτιοανατολικώς και εις τα μεσόγαια της Λιβύας, ο τόπος είναι έρημος, χωρίς ύδωρ, χωρίς άγρια θηρία, χωρίς βροχάς, χωρίς δένδρα, και ουδεμία υγρασία υπάρχει εις αυτόν.
186. Ούτω λοιπόν από της Αιγύπτου μέχρι της Τριτωνίδος λίμνης οι Λίβυες είναι νομάδες, κρεοφάγοι και γαλακτοπόται, αλλ' ούτε θηλείας βους τρώγουσι, διά την αυτήν αιτίαν ως οι Αιγύπτιοι, ούτε χοίρους τρέφουσι. Θηλείας βους επίσης δεν τρώγουσιν ούτε αι γυναίκες των Κυρηναίων, ένεκα της Αιγυπτίας Ίσιδος, χάριν της οποίας και νηστείας τελούσι και εορτάς. Αι δε γυναίκες των Βαρκαίων ούτε βοός ούτε χοίρου γεύονται. Και ταύτα μεν ούτως έχουσιν.
187. Προς δυσμάς δε της Τριτωνίδος λίμνης οι Λίβυες δεν είναι πλέον νομάδες, ούτε έχουσι τα αυτά έθιμα, ούτε κάμνουσιν εις τα παιδία ό,τι συνειθίζουν να κάμνωσιν οι νομάδες· καθότι οι νομάδες Λίβυες, αν όχι όλοι, δεν δύναμαι να βεβαιώσω τούτο, οι περισσότεροι όμως πράττουσι το εξής. Όταν τα παιδία των γίνωσι τεσσάρων ετών, καίουσι τας φλέβας της κορυφής των με άπλυτον μαλλίον προβάτων, τινές δε καίουσι τας φλέβας των κροτάφων διά να μη καταβαίνη ποτέ το φλέγμα εκ της κεφαλής και τα ενοχλή. Διά τούτο λέγουσιν ότι είναι υγιέστατοι άνθρωποι, και αληθώς οι Λίβυες είναι οι μάλλον υγιείς άνθρωποι από όσους γνωρίζομεν. Και εάν ήναι διά την αιτίαν ταύτην, δεν ειμπορώ να το βεβαιώσω, είναι όμως υγιέστατοι. Όταν τα παιδία τα οποία καίουσι καταληφθώσιν υπό σπασμών, εφεύρον και περί τούτου το εξής ιατρικόν· χύνοντες επί της κεφαλής των ούρος τράγου τα σώζουσιν. Επαναλαμβάνω όσα με είπον οι Λίβυες.
188. Αι δε θυσίαι των νομάδων είναι αι εξής· αφού κόψωσι το ωτίον του κτήνους ως απαρχήν, ρίπτουσιν αυτό υπέρ τον δόμον τις οικίας, και μετά ταύτα στρέφουσι τον αυχένα του και το σφάζουσι. Θυσιάζουσι δε μόνον εις τον ήλιον και την σελήνην, διότι εις αυτούς θυσιάζουσιν όλοι οι Λίβυες· οι δε κατοικούντες περί την Τριτωνίδα λίμνην κατ' εξοχήν μεν θυσιάζουσιν εις την Αθηνάν, κατά δεύτερον δε λόγον εις τον Τρίτωνα και εις τον Ποσειδώνα.
189. Οι Έλληνες παρέλαβον από τας γυναίκας των Λιβύων την ενδυμασίαν και τας αιγίδας των αγαλμάτων της Αθηνάς, εκτός ότι η ενδυμασία των Λιβυσσών είναι δερματίνη, και οι θύσανοι οι κρεμάμενοι εκ των αιγίδων δεν είναι όφεις αλλ' από λωρία· κατά τα λοιπά όμως η στολή είναι ομοία. Προς τούτοις και το όνομα αποδεικνύει ότι η στολή των αγαλμάτων της Αθηνάς ήλθεν εκ της Λιβύας· διότι αι Λίβυσσαι, αφού ενδυθώσι, φορούσιν επάνωθεν άτριχα δέρματα αιγών με ερυθροβαφείς θυσάνους, και εκ τούτων των δερμάτων των αιγών οι Έλληνες ωνόμασαν τας αιγίδας. Προς τούτοις εγώ φρονώ ότι αι εντός των ιερών ολολυγμοί εκ της Λιβύας έχουσι την καταγωγήν, διότι αι Λίβυσσαι τους μεταχειρίζονται, και τους μεταχειρίζονται με τρόπον καλόν. Προσέτι παρά των Λιβύων έμαθον οι Έλληνες πώς να ζευγνύωσι τέσσαρας ίππους εις τα οχήματα.
190. Θάπτουσι δε τους αποθνήσκοντας οι νομάδες ως και οι Έλληνες, πλην των Νασαμώνων· ούτοι τους θάπτουσι καθημένους, προσέχοντες, όταν φεύγη η ψυχή, να τους καθίζωσι διά να μη αποθνήσκωσιν ύπτιοι. Τα οικήματά των είναι κατεσκευασμένα από κλάδους ασφοδέλου πεπλεγμένους με σχοίνους, και είναι κινητά. Ταύτα τα έθιμα μεταχειρίζονται ούτοι.
191. Προς δυσμάς δε του Τρίτωνος ποταμού, μετά τους Αυσείς, η Λιβύα ανήκει εις γεωργούς οίτινες κατοικούσιν εις οικίας· ονομάζονται ούτοι Μάξυες, και εκ του δεξιού μέρους της κεφαλής αφίνουσι τα μαλλία, κόπτοντες το αριστερόν· χρίουσι δε το σώμα με μίλτον και λέγουσιν ότι κατάγονται από τους Τρώας. Η χώρα αυτών και το λοιπόν μέρος της Λιβύας προς δυσμάς είναι πολύ θηριωδέστερον και έχει δάση περισσότερα ή η χώρα των νομάδων. Καθότι το ανατολικόν μέρος της Λιβύας, όπου κατοικούσιν οι νομάδες, είναι πεδινόν και αμμώδες μέχρι του Τρίτωνος ποταμού· πέραν του ποταμού τούτου, προς δυσμάς, η γη των γεωργών είναι ορεινή, έχουσα δάση και θηρία. Εκεί ευρίσκονται οι υπερμεγέθεις όφεις, και οι λέοντες, και οι ελέφαντες, και αι άρκτοι, και αι ασπίδες, και οι κέρατα έχοντες όνοι, και τα κυνοκέφαλα τέρατα, και άλλα ακέφαλα και έχοντα τους οφθαλμούς εις το στήθος, ως λέγουσιν οι Λίβυες, και οι άγριοι άνδρες, και αι άγριαι γυναίκες, και άπειρα άλλα θηρία βεβαίως μυθώδη.
192. Εις την γην όμως των νομάδων ουδέν εκ τούτων των θηρίων υπάρχει, είναι δε άλλα· πύγαργοι, δορκάδες, βούβαλοι, όνοι, ουχί οι έχοντες κέρατα, αλλά άλλοι μη πίνοντες ποτέ, όρυες, εκ των κεράτων των οποίων οι Φοίνικες κατασκευάζουσι πήχεις κιθαρών (καθότι τα ζώα ταύτα είναι μεγάλα ως οι βόες), αλώπεκες, ύαιναι, ύστριχες, κριοί άγριοι, δίκτυες, θώες, πάνθηρες, βόρυες, χερσαίοι κροκόδειλοι μέχρι τριών πήχεων ομοιότατοι με σαύρας, στρουθοκάμηλοι και μικροί όφεις έχοντες έν κέρατον. Ταύτα τα θηρία ευρίσκονται εκεί και όσα άλλα αλλαχού, πλην της ελάφου και του αγριοχοίρου, διότι έλαφος και αγριόχοιρος ουδόλως ευρίσκονται εις την Λιβύαν. Υπάρχουσιν επίσης τρία είδη μυών, οι καλούμενοι δίποδες, οι ζεγέρεις (το όνομα είναι Λιβυκόν και σημαίνει Ελληνιστί λόφοι) και οι εχινείς, Υπάρχουσι δε και γαλαί γεννώμεναι εντός του σιλφίου και ομοιάζουσαι με τας γαλάς της Ταρτησσού. Η γη λοιπόν των νομάδων Λιβύων παράγει αυτά τα θηρία, καθ' όσον ηδυνήθην να εύρω εξετάζων.
193. Αμέσως μετά τους Μάξυας είναι οι Ζαύηκες, των οποίων αι γυναίκες ηνιοχούσι τα άρματα εις τον πόλεμον.
194. Μετ' αυτούς είναι οι Γύζαντες, εις την χώραν των οποίων και αι μέλισσαι κάμνουσι μέλι πολύ, λέγουσιν όμως ότι πολύ περισσότερον κατασκευάζουσι διά της τέχνης των άνθρωποι βιομήχανοι. Βάφονται όλοι με μίλτον, και τρώγουσι πιθήκους, οι όποιοι είναι άφθονοι εις τα όρη των.
195. Πλησίον αυτών λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι· ότι υπάρχει νήσος της οποίας το όνομα είναι Κύραυνις, διακοσίων σταδίων το μήκος και στενή το πλάτος, διαβατή εκ της ηπείρου, και πλήρης ελαιών και αμπέλων. Εν αυτή προσθέτουσιν ότι υπάρχει λίμνη εκ του τέλματος της οποίας αι εγχώριαι παρθένοι, διά πτερών αλειμμένων με πίσσαν, ανασύρουσι ψήγματα χρυσού. Δεν γνωρίζω εάν ταύτα ήναι αληθή, γράφω όμως όσα λέγονται. Τα πάντα πιθανά, καθότι και εις την Ζάκυνθον είδον εγώ αυτός να εκβάλλωσι πίσσαν εκ λίμνης και ύδατος. Η νήσος αύτη περιέχει πολλάς λίμνας των οποίων η μεγίστη έχει πανταχόθεν εβδομήκοντα ποδών μήκος και δύο οργυιών βάθος. Δένοντες λοιπόν εις την άκραν κοντού κλάδον μυρσίνης, βυθίζουσιν αυτό εις την λίμνην, και δι' αυτής της μυρσίνης ανασύρουσι πίσσαν, ήτις έχει μεν οσμήν ασφάλτου, κατά τα άλλα όμως είναι καλλιτέρα της Πιερικής πίσσης. Την χύνουσιν εις λάκκον ανοιγμένον πλησίον της λίμνης, και αφού συναθροίσωσι πολλήν, τότε εκ του λάκκου την θέτουσιν εις αμφορείς. Παν ό,τι πέση εις την λίμνην, διερχόμενον υπογείως αναφαίνεται εις την θάλασσαν, ήτις απέχει τέσσαρα περίπου στάδια από της λίμνης. Τοιουτοτρόπως λοιπόν και τα περί τις νήσου της κειμένης πλησίον της Λιβύας λεγόμενα, είναι πιθανά.
196. Λέγουσι δε οι Καρχηδόνιοι και τα εξής, ότι εις μέρος τι της Λιβύας, πέραν των Ηρακλείων στηλών, υπάρχουσιν άνθρωποι μετά των οποίων εμπορεύονται· αποβιβάζοντες τα φορτία των, παρατάσσουσιν αυτά επί της παραλίας, εισέρχονται πάλιν εις το πλοίον των και κάμνουσι μέγαν καπνόν. Οι κάτοικοι βλέποντες τον καπνόν καταβαίνουσι πλησίον της θαλάσσης, και λαμβάνοντες τα φορτία θέτουσιν αντ' αυτών χρυσόν και αναχωρούσι μακράν. Οι Καρχηδόνιοι εκβαίνουσι πάλιν, παρατηρούσι, και εάν μεν ο χρυσός τοις φαίνεται αντάξιος των φορτίων, τον λαμβάνουσι και απέρχονται, εάν δε δεν ήναι αντάξιος, επιστρέφουσιν εις το πλοίον των και μένουσιν. Οι εγχώριοι πλησιάζουσι και προσθέτουσι χρυσόν, μέχρις ου τους ευχαριστήσωσι. Ποτέ όμως μήτε το έν μήτε το άλλο μέρος αδικεί· οι μεν δεν εγγίζουσι τον χρυσόν πριν ή εξισωθή με την τιμήν των φορτίων, οι δε δεν εγγίζουσι τα φορτία πριν ή οι άλλοι λάβωσι το χρυσίον.
197. Αυτοί λοιπόν είναι οι Λίβυες τους οποίους δυνάμεθα να ονομάσωμεν, και εξ αυτών οι περισσότεροι, ούτε τώρα ούτε τότε εφρόντιζον το παράπαν διά τον βασιλέα των Μήδων. Τόσον δε ακόμη έχω να είπω περί της χώρας ταύτης, ότι τεσσαρες φυλαί την νέμονται και όχι περισσότεραι, καθ' όσον ηδυνήθην να μάθω· και αι μεν δύο των φυλών τούτων εισίν αυτόχθονες, αι δύο δε άλλαι όχι. Οι Αιθίοπες και οι Λίβυες είναι αυτόχθονες και κατοικούσιν οι μεν προς βοράν οι δε προς νότον της Λιβύας· οι δε Φοίνικες και οι Έλληνες είναι επήλυδες.
198. Νομίζω δε ότι η Λιβύα ούτε είναι τόσον εξαίρετος ώστε να παραβληθή με την Ασίαν ή την Ευρώπην, πλην της Κίνυπος μόνης. Η γη αύτη έχει το αυτό όνομα με τον εκεί ποταμόν· είναι ομοία με τας αρίστας γαίας ως προς την παραγωγήν των Δημητριακών καρπών και δεν έχει ουδεμίαν ομοιότητα προς την άλλην Λιβύαν. Το έδαφος αυτής είναι μέλαν, ποτίζεται υπό υδάτων, ουδέποτε φοβείται ξηρασίας και ούτε βλάπτεται εάν πίη πολλήν βροχήν, καθότι εις αυτά τα μέρη της Λιβύας βρέχει. Ενταύθα η συγκομιδή γίνεται όση και εις την γην των Βαβυλωνίων. Καρποφόρος μεν είναι και η γη την οποίαν νέμονται οι Ευεσπερίται, διότι κατά την ευφορίαν της αποδίδει το εκατονταπλούν, αλλ' η γη της Κίνυπος αποδίδει τρις πλειότερον του εκατονταπλού.
199. Και η χώρα της Κυρήνης, η υψηλοτέρα της Λιβύας την οποίαν κατοικούσιν οι νομάδες, έχει τρία θέρη θαυμαστά· πρώτον είναι έτοιμοι να θερισθώσι και να τρυγηθώσιν οι καρποί των παραθαλασσίων μερών· αφού δε αυτοί συγκομισθώσιν αμέσως ωριμάζουσιν οι καρποί των παραθαλασσίων μεσαίων μερών τα οποία καλούσι λόφους. Συγκομισθέντων και τούτων, αμέσως ωριμάζουσι και οι καρποί των υψηλοτάτων μερών, εις τρόπον ώστε μέχρις ου πίωσι και φάγωσι τον πρώτον καρπόν, έρχεται ο τελευταίος. Τοιουτοτρόπως επί οκτώ μήνας διαρκεί ο θερισμός εις την Κυρήνην. Και περί τούτων μεν είναι ικανά διά είπομεν.
200. Οι δε εκδικηταί της Φερετίμης Πέρσαι, αφού εστάλησαν εκ της Αιγύπτου υπό του Αρυάνδου και έφθασαν εις την Βάρκην, επολιόρκησαν την πόλιν και εζήτουν να τοις παραδοθώσιν οι φονείς του Αρκεσιλάου· επειδή όμως όλος ο λαός ήτο ένοχος, οι λόγοι των δεν εγένοντο δεκτοί. Τότε οι Πέρσαι έμειναν πολιορκούντες την Βάρκην επί εννέα μήνας, σκάπτοντες υπόγεια ορύγματα απολήγοντα εις τα τείχη και εκτελούντες βιαίας εφόδους. Είς όμως των πολιορκουμένων ανεκάλυψε τα ορύγματα ταύτα δι' ασπίδος χαλκίνης, τεχνασθείς το εξής στρατήγημα. Περιφέρων την ασπίδα εις το τείχος την εφήρμοζεν επί του εδάφους. Και τα μεν άλλα μέρη εις τα οποία την επλησίαζεν, ήσαν κωφά· εκεί όμως όπου έσκαπταν, αντήχει ο χαλκός της ασπίδος, και εκεί αντισκάπτοντες οι Βαρκαίοι εφόνευον τους Πέρσας εργάτας. Τούτο μεν ούτως ανεκαλύφθη, αφ' έτερου δε απέκρουον τας προσβολάς.
201. Επειδή δε κατετρίβετο πολύς χρόνος και έπιπτον πολλοί εκατέρωθεν, προ πάντων Πέρσαι, ο στρατηγός του πεζικού Άμασις επενόησε το εξής στρατήγημα· πεισθείς ότι δεν ηδύναντο να κυριεύσωσι την Βάρκην διά της βίας, αλλ' ότι ηδύναντο να κατορθώσωσι τούτο διά του δόλου, έπραξε τα ακόλουθα. Σκάψας διά νυκτός τάφρον πλατείαν ήπλωσεν επ' αυτής ξύλα λεπτά, επάνω δε των ξύλων έφερε και έρριψε χώμα, ώστε την ισοπέδωσε με το άλλο έδαφος. Άμα τη ημέρα προσεκάλεσεν τους Βαρκαίους να ομιλήσωσι περί συμβιβασμού, ούτοι δε προθύμως υπήκουσαν και εδέχθησαν να συνθηκολογήσωσιν. Αι συνθήκαι τας οποίας έκαμνον ορκιζόμενοι επί της κρυπτής τάφρου ήσαν τοιαύται· έως ου η γη αύτη μένει ως έχει, να μένωσι και οι όρκοι των αμετάτρεπτοι. Και οι μεν Βαρκαίοι υπεσχέθησαν να πληρώνωσιν εις τον βασιλέα τον πρέποντα φόρον, οι δε Πέρσαι να μη επιχειρήσωσι πλέον τίποτε κατά της Βάρκης. Μετά τον όρκον αυτόν, πεποιθότες οι Βαρκαίοι εξήλθον της πόλεως των και επέτρεψαν εις ον τινα ήθελεν εκ των Περσών να εισέλθη εις αυτήν, ανοίξαντες όλας τας πύλας. Εντούτοις οι Πέρσαι, κρημνίσαντες την κρυπτήν γέφυραν ώρμησαν εις τα τείχη· κρημνίζοντες δε την γέφυραν την οποίαν είχον κατασκευάσει, εφρόνουν ότι δεν παρεβίαζον τον προς τους Βαρκαίους δοθέντα όρκον· δηλαδή να μένωσιν αι συνθήκαι απαράβατοι εφ' όσον χρόνον η γη έμενεν ως ήτο τότε. Αφού λοιπόν εκρήμνισαν την γέφυραν, δεν έπρεπε πλέον να μένωσιν αι συνθήκαι.
202. Τους μεν αιτιωτάτους των Βαρκαίων η Φερετίμη ανεσκολόπισε περί την πόλιν, διότι οι Πέρσαι τους παρέδοσαν εις αυτήν· των δε γυναικών τους μαστούς αποκόψασα, εκάρφωσεν αυτούς επίσης εις τα τείχη. Τους λοιπούς Βαρκαίους εγκατέλιπεν ως λάφυρον εις τους Πέρσας, πλην εκείνων οίτινες ήσαν εκ της οικογενείας ή εκ της μερίδος του Βάττου και δεν είχον λάβει μέρος εις τον φόνον. Εις τούτους δε η Φερετίμη επέτρεψε την πόλιν.