Part 3
53. Καθ' ην στιγμήν οι Λυδοί έμελλον να αναχωρήσωσι διά να φέρωσι τα δώρα ταύτα εις τους δύο ναούς, ο Κροίσος τους διέταξε να ερωτήσωσι τα μαντεία εάν έπρεπε να στρατεύση κατά των Περσών και εάν έπρεπε να ενώση με τα στρατεύματά του άλλον σύμμαχον στρατόν. Οι δε Λυδοί, αφιχθέντες εις τους ιερούς τόπους όπου εστάλησαν, απέθεσαν τα αφιερώματα και ηρώτησαν τα χρηστήρια λέγοντες· «Ο βασιλεύς των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος, αναγνωρίσας ότι τα μαντεία σας είναι τα μόνα αληθή επί της γης, σας ανταμείβει με τα δώρα ταύτα διότι εμαντεύσατε τι έπραττε· τώρα δε σας ερωτά εάν πρέπη να στρατεύση κατά των Περσών και εάν πρέπη να προσλάβη σύμμαχον άλλου έθνους στρατόν.» Και ούτοι μεν ταύτα ηρώτησαν· αμφότερα δε τα μαντεία την αυτήν γνώμην εξέφερον, προειπόντα εις τον Κροίσον ότι εάν εξεστράτευε κατά των Περσών ήθελε καταστρέψει μέγα βασίλειον. Τον συνεβούλευσαν δε να λάβη συμμάχους τους δυνατωτάτους των Ελλήνων.
54. Όταν ο Κροίσος ήκουσε τας αποκρίσεις τας οποίας τω έφερον, ησθάνθη χαράν άμετρον. Ελπίζων ότι αναμφιβόλως θα κατέστρεφε το βασίλειον του Κύρου, έπεμψεν εκ νέου εις τους Δελφούς, μαθών προηγουμένως τον αριθμόν των κατοίκων, και διένειμεν εις έκαστον δύο στατήρας χρυσού. Οι δε Δελφοί, ευγνωμονούντες, έδωκαν εις τον Κροίσον και εις τους Λυδούς προτίμησιν να ερωτώσι προ των άλλων την Πυθίαν, ασυδοσίαν, προεδρίαν εις τους αγώνας, και δικαίωμα πολιτογραφήσεως εις εκείνους οίτινες εις το μέλλον ήθελον ζητήσει τούτο.
55. Αφού προσέφερε τα δώρα ταύτα εις τους Δελφούς ο Κροίσος ηρώτησε το μαντείον εκ τρίτου· διότι αφότου επείσθη περί του αλανθάστου του μαντείου, ηρέσκετο να τω προτείνη ερωτήσεις. Ηρώτησε λοιπόν εάν η βασιλεία του ήθελε διαρκέσει πολύ· η δε Πυθία τω απεκρίθη ως εξής·
«Όταν γίνη βασιλεύς των Μήδων ημίονος, τότε, ω Λυδέ αβρέ τους πόδας, φύγε εις την χαλικώδη Έρμον· μη μένε, και μη εντρέπου να φανής άνανδρος.»
56. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη, ο Κροίσος εχάρη πολύ περισσότερον παρ' όσον κατά τας προηγουμένας αποκρίσεις, κρίνων ότι κατ' ουδένα τρόπον δεν ηδύνατο να βασιλεύση εις τους Μήδους ημίονος αντί ανθρώπου, και επομένως ότι ούτε αυτός ούτε οι απόγονοί του θα παύσωσι βασιλεύοντες. Μετά ταύτα ησχολήθη να μάθη ποίοι ήσαν οι δυνατώτατοι Έλληνες διά να τους κάμη συμμάχους του. Εξετάζων δε έμαθεν ότι την πρώτην τάξιν κατείχον οι Λακεδαιμόνιοι και οι Αθηναίοι, οι μεν πρώτοι καταγωγής δωρικής, οι δε δεύτεροι Ιωνικής. Τα δύο ταύτα έθνη ήσαν προ πολλού τα μάλλον ένδοξα και κατήγοντο το μεν των Αθηναίων εκ των αρχαίων Πελασγών, το δε των Λακεδαιμονίων εκ των Ελλήνων. Και οι μεν Αθηναίοι δεν μετηνάστευσαν ποτέ· οι δε Λακεδαιμόνιοι πολλάκις μετέβαλον πατρίδα. Επί της βασιλείας του Δευκαλίωνος κατώκουν την Φθιώτιδα, και επί του Δώρου, υιού του Έλληνος, την εις τους πρόποδας της Όσσης και του Ολύμπου χώραν ήτις καλείται Ιστιαιώτις. Διωχθέντες δε εντεύθεν υπό των Καδμείων, εγκατεστάθησαν εις τους πρόποδας του Πίνδου, εις τον τόπον τον καλούμενον Μακεδνόν, έπειτα εις την Δρυοπίδα, και τέλος εις την Πελοπόννησον όπου ωνομάσθησαν Δωριείς.
57. Ποίαν γλώσσαν ωμίλουν το πάλαι οι Πελασγοί; Δεν δύναμαι να το είπω μετά θετικότητος· αλλ' εάν δύναται τις να εικάση εκ των σωζομένων εισέτι Πελασγών, των κατοικούντων άνωθεν της πόλεως των Τυρρηνών Κρηστώνος, οίτινες ήσαν ποτε όμοροι των σήμερον καλουμένων Δωριέων και κατώκουν τότε την καλουμένην Θεσσαλιώτιδα· έτι δε εκ των Πελασγών οίτινες έκτισαν εις τον Ελλήσποντον την Πλακίαν και την Σκυλάκην, και οίτινες άλλοτε συγκατώκησαν με τους Αθηναίους· τέλος έκ τινων άλλων μικρών πόλεων αίτινες Πελασγικαί ούσαι μετέβαλον όνομα· αν, λέγω, εξ όλων τούτων δύναταί τις να εξαγάγη συμπέρασμά τι, οι Πελασγοί θα ωμίλουν βάρβαρον γλώσσαν. Εάν λοιπόν όλοι οι Πελασγοί είχον την γλώσσαν ταύτην, η Αττική όμως φυλή, ήτις ήτο Πελασγική, μεταβληθείσα εις Ελληνικήν, θα έμαθε την ελληνικήν γλώσσαν. Τωόντι, ούτε οι Κρηστωνιάται ούτε οι Πλακιανοί ομιλούσιν ως τα περικυκλούντα αυτούς έθνη, και οι δύο ούτοι λαοί έχουσι την αυτήν γλώσσαν όπερ αποδεικνύει ότι μεταβαλόντες χώραν επρόσεξαν να μη μεταβάλωσι τον χαρακτήρα της γλώσσης των.
58. Η Ελληνική φυλή, ως νομίζω, είχεν ανέκαθεν την γλώσσαν την οποίαν μεταχειρίζεται. Αφού απεχωρίσθη των Πελασγών, αδύνατος ακόμη καθό πολύ μικρά κατ' αρχάς, ηύξησεν εις τρόπον ώστε να σχηματίση πολλά έθνη, προ πάντων αφού ηνώθησαν μετ' αυτής και άλλοι βάρβαροι. Εκτός τούτου εγώ νομίζω ότι η Πελασγική φυλή καθό βάρβαρος δεν έλαβεν ουδεμίαν μεγάλην αύξησιν.
59. Ο Κροίσος έμαθεν ότι εκ τούτων των εθνών η Αττική κατείχετο και ήτο διεσπασμένη υπό του Πεισιστράτου, υιού του Ιπποκράτους, τυραννεύοντος τότε εις τας Αθήνας. Εις τον Ιπποκράτην τούτον, ιδιώτην όντα και μεταβάντα να ιδή τους Ολυμπιακούς αγώνας, εγένετο μέγα θαύμα. Είχε σφάξει τα θύματα· οι δε λέβητες αυτού ήσαν πλήρεις ύδατος και κρεάτων όταν ήρχισαν να βράζωσιν άνευ πυρός, τόσον πολύ ώστε να εκχειλίζωσιν. Ο Λακεδαιμόνιος Χίλων, όστις ευρέθη εκεί, εγένετο μάρτυς του υπερφυούς γεγονότος· και πρώτον μεν συνεβούλευσε τον Ιπποκράτην να μη νυμφευθή γυναίκα τεκνοποιόν, εάν δε είχε τοιαύτην, να την αποπέμψη, και εάν τέλος είχεν υιόν, να τον αποκηρύξη. Αλλ' ο Ιπποκράτης δεν ηθέλησε να ακούση τας συμβουλάς ταύτας, και βραδύτερον έσχεν υιόν τον Πεισίστρατον, όστις ότε εστασίαζον προς αλλήλους οι Παραθαλάσσιοι υπό τον Μεγακλέα, υιόν του Αλκμαίωνος, και οι Πεδινοί υπό τον Λυκούργον, υιόν του Αριστολαΐδου, ο Πεισίστρατος συλλαβών το σχέδιον να γίνη τύραννος εσχημάτισε τρίτον κόμμα. Συναθροίσας τους οπαδούς του, παρέσυρε διά των λόγων του τους ορεινούς· έπειτα επινόησε το ακόλουθον. Πληγώσας εαυτόν και τας ημιόνους του, ώθησε το άρμα του εις το μέσον της αγοράς, ως να διέφυγεν εχθρούς θέλοντας να τον φονεύσωσι καθ ην στιγμήν εξήρχετο της πεδιάδος. Τότε εζήτησεν από τον λαόν να τω δώσωσι φύλακας, εις αυτόν όστις είχε δοξασθή είς τινα εκστρατείαν κατά των Μεγάρων, όστις είχε κυριεύσει την Νίσαιαν, και όστις είχε πράξει πλείστα άλλα κατορθώματα. Ο δήμος των Αθηναίων απατηθείς τω έδωκεν άνδρας τινάς εκ των πολιτών οίτινες εγένοντο ουχί δορυφόροι αλλά ροπαλοφόροι του Πεισιστράτου, διότι συνώδευον αυτόν ωπλισμένοι διά ξυλίνων ροπάλων. Ούτοι λοιπόν επαναστατήσαντες μετά του Πεισιστράτου εκυρίευσαν την ακρόπολιν. Έκτοτε δε ο Πεισίστρατος εκυβέρνησε τους Αθηναίους χωρίς να συνταράξη τας καθεστηκυίας αρχάς και χωρίς να μεταβάλη παντάπασι τους νόμους, αλλά διοικών συμφώνως με τα καθεστώτα και κανονίζων τα της πόλεως καλώς και συνετώς.
60. Αι μερίδες του Μεγακλέους και του Λυκούργου δεν εβράδυνον να συνεννοηθώσιν όπως τον διώξωσι. Τοιουτοτρόπως δε ο Πεισίστρατος κατέλαβε διά πρώτην φοράν την κυριαρχίαν των Αθηνών και πριν ή αύτη ριζωθή, την απώλεσεν. Αλλ' εκείνοι οίτινες τον εδίωξαν, ήρχισαν εκ νέου να στασιάζωσι μεταξύ των. Τέλος ο Μεγακλής, βαρυνθείς τας στάσεις, έπεμψε κήρυκα εις τον Πεισίστρατον και τω προέτεινε την θυγατέρα του ως γυναίκα και την τυραννίαν. Αι προτάσεις αύται εγένοντο δεκταί· συμφωνήσαντες δε, εμηχανεύθησαν προς εκτέλεσιν των σχεδίων των στρατήγημα το οποίον εγώ ευρίσκω χυδαιότατον, αφού καθ' όλην την αρχαιότητα το ελληνικόν έθνος διεκρίθη από τους βαρβάρους διά την ευφυίαν του και διετέλεσεν απηλλαγμένον αγρίας ευηθείας, αυτοί δε μετεχειρίσθησαν την πανουργίαν ταύτην εις τους Αθηναίους οίτινες μεταξύ των Ελλήνων νομίζονται πρώτοι κατά την σοφίαν. Εις τον δήμον Παιανιέα έζη γυνή τις ονόματι Φύη τεσσάρων πήχεων ανάστημα έχουσα μείον τριών δακτύλων, και προς τούτοις ωραία. Αυτήν την γυναίκα ενδύσαντες με πανοπλίαν, την έθεσαν επί άρματος, αφού προηγουμένως την εδίδαξαν τι έπρεπε να κάμη διά να φαίνεται μεγαλοπρεπεστέρα, έπειτα την έφερον εις την πόλιν προηγουμένων κηρύκων οίτινες εισερχόμενοι εις τας Αθήνας έλεγον συμφώνως με τας δοθείσας εις αυτούς διαταγάς την ακόλουθον προκήρυξιν «Ω Αθηναίοι, δεχθήτε ευμενώς τον Πεισίστρατον, τον οποίον αυτή η ιδία Αθηνά ήτις τον τιμά περισσότερον από όλους τους ανθρώπους οδηγεί εις την ακρόπολίν της.» Ταύτα έλεγον οι κήρυκες περιφερόμενοι, η δε φήμη διεσπάρη μεταξύ του λαού ότι η Αθηνά έφερε τον Πεισίστρατον· όλη η πόλις επίστευσεν ότι η γυνή εκείνη ήτο θεά, οι δε κάτοικοι ελάτρευσαν ον θνητόν και εδέχθησαν τον Πεισίστρατον.
61. Αφού επανέκτησεν ο Πεισίστρατος με τον ειρημένον τρόπον την εξουσίαν, ενυμφεύθη την θυγατέρα του Μεγακλέους, κατά την συμφωνίαν την οποίαν είχον κάμει μεταξύ των. Επειδή δε είχεν υιούς ήδη νεανίας και οι Αλκμαιωνίδαι ελέγοντο κατηραμένοι, δεν ήθελε να τεκνοποιήση με την νέαν του σύζυγον· συνευρίσκετο λοιπόν μετ' αυτής παρανόμως. Και κατ' αρχάς μεν η γυνή δεν είπε τίποτε, τέλος όμως, είτε αφ' εαυτής, είτε ερωτηθείσα, διηγήθη τα πάντα εις την μητέρα της, αύτη δε εις τον σύζυγόν της. Ο Μεγακλής ησθάνθη μεγάλην αγανάκτησιν διά την ύβριν την οποίαν τω έκαμνεν ο Πεισίστρατος, και εν τη οργή του εφιλιώθη με τας αντιπάλους μερίδας. Πληροφορηθείς δε ο Πεισίστρατος περί των εναντίον του τεκταινομένων, έφυγεν από την Αττικήν και μετέβη εις την Ερέτριαν, όπου συνεβουλεύετο περί του πρακτέου με τους υιούς του. Επειδή δε υπερίσχυσεν η γνώμη του Ιππίου, να ανακτήσωσι την τυραννίδα, εσύναζον χρηματικάς συνδρομάς εκ των πόλεων τας οποίας προηγουμένως είχον ευεργετήσει. Πολλαί εξ αυτών έπεμψαν μεγάλας ποσότητας, αλλ' αι Θήβαι τας υπερέβησαν όλας εις την μεγαλοδωρίαν. Έπειτα, διά να μη εκτείνωμαι εις τόσον μακράν διήγησιν, τα έτη διεδέχθησαν άλληλα και τα πάντα ητοιμάσθησαν διά την κάθοδον. Αργείοι μισθωτοί ήλθον εκ της Πελοποννήσου, και εθελοντής τις Νάξιος, ονόματι Λύγδαμις, ήλθε με στρατιώτας και με χρήματα, δεικνύων μεγίστην προθυμίαν.
62. Κατά το ενδέκατον έτος ανεχώρησαν εκ της Ερετρίας και κατέλαβον πρώτον τον Μαραθώνα της Αττικής, Ενώ δε ήσαν εστρατοπεδευμένοι εκεί, έφθασαν και οι οπαδοί των εκ της πόλεως, και άλλοι εκ διαφόρων δήμων προτιμώντες την τυραννίαν από την ελευθερίαν. Και ούτοι μεν συνηθροίζοντο εκεί· οι δε Αθηναίοι της πόλεως, ενόσω μεν ο Πεισίστρατος εισέπραττε χρήματα, και μετά ταύτα ότε κατέλαβε τον Μαραθώνα, δεν εφρόντιζον παράπασιν· όταν όμως έμαθον ότι από τον δήμον τούτον εκινήθη διά να επιτεθή κατ' αυτών, έλαβον τα όπλα και εξήλθον προς συνάντησίν του μεθ' όλων των δυνάμεών των. Αφ' ετέρου δε το στράτευμα του Πεισιστράτου, αναχωρήσαν εκ του Μαραθώνος, επλησίαζεν εις τας Αθήνας· και έφθασε συγχρόνως με αυτούς πλησίον του ναού της Παλληνίδος Αθηνάς όπου παρετάχθη εις μάχην. Τότε ο Ακαρνάν Αμφίλυτος, ανήρ όστις προεφήτευε κατά θείαν έμπνευσιν, επλησίασε τον Πεισίστρατον και απήγγειλε προς αυτόν τον εξής χρησμόν εις στίχους εξαμέτρους·
«Ερρίφθη η βολή, το δίκτυον ανεπετάσθη, οι θύννοι θα ορμήσωσι την νύκτα με την σελήνην.»
63. Και ούτος μεν, θεόθεν εμπνεόμενος, ταύτα εχρησμοδότησεν· ο δε Πεισίστρατος, εννοήσας τον χρησμόν, εκίνησε τα στρατεύματά του. Κατ' εκείνην την στιγμήν οι υπερασπισταί της πόλεως κατεγίνοντο εις το πρόγευμα· αφού δε έφαγον, οι μεν ήρχισαν να παίζωσι τας κύβους, οι δε ετράπησαν εις ύπνον. Κατέλαβε λοιπόν αυτούς ο Πεισίστρατος εξ απροόπτου και τους έτρεψεν εις φυγήν. Όταν τους είδε φεύγοντας, διά να τους εμποδίση από του να ενωθώσιν εκ νέου και να τους διασκορπίση εντελώς, εσκέφθη το εξής σοφόν στρατήγημα· ανεβίβασε τους υιούς του εις ίππους και τους έπεμψεν εμπρός. Φθάσαντες δε ούτοι τους φεύγοντας, τοις είπον όσα επρόσταξεν εις αυτούς ο Πεισίστρατος, δηλαδή να μη φοβώνται και να μεταβή έκαστος εις την οικίαν του.
64. Οι Αθηναίοι υπήκουσαν, και τοιουτοτρόπως διά τρίτην φοράν ο Πεισίστρατος εγένετο κύριος της πόλεως. Εστερέωσε δε την αρχήν του διά πολλών ξένων στρατευμάτων, και συγχρόνως διά πλουσίων εισοδημάτων λαμβανομένων των μεν εξ αυτής ταύτης της χώρας, των δε εκ των μεταλλείων του Στρυμόνος προερχομένων. Έλαβε προς τούτους ως ομήρους τους παίδας των Αθηναίων όσοι διέμεινον εις την πόλιν και δεν έφυγον αμέσως. Προσδιώρισε δε ως τόπον διαμονής την Νάξον, την οποίαν υπέταξε και έδωκε την διοίκησιν αυτής εις τον Λύγδαμιν. Τέλος, ένεκα χρησμών τινων, εκαθάρισε την Δήλον διά του ακολούθου τρόπου· εφ' όσον εκτείνεται η όρασις από το ιερόν, εκθάψας τους νεκρούς, μετέφερεν αυτούς εις άλλο μέρος της Δήλου. Εκυβέρνα λοιπόν τας Αθήνας ο Πεισίστρατος· αλλ' εκ των Αθηναίων οι μεν είχον φονευθή εις την μάχην, οι δε είχον φύγει από την πατρίδα των με τους υιούς του Αλκμαίωνος.
65. Εις τοιαύτην στιγμήν ο Κροίσος επληροφορήθη την κατάστασιν εις ην ήσαν αι υποθέσεις των Αθηναίων όσον δ' αφορά τους Λακεδαιμονίους, ούτοι είχον απαλλαγή προ ολίγου από μεγάλα δεινά, και μετά μακρόν πόλεμον, είχον νικήσει επί τέλους τους Τεγεάτας. Τωόντι, επί της βασιλείας του Λέοντος και του Ηγησικλέους εν Σπάρτη, όλοι μεν οι άλλοι πόλεμοι απέβαινον υπέρ των Λακεδαιμονίων, μόνον δε οι Τεγεάται τους ενίκων. Προ της εποχής ταύτης, και οι εσωτερικοί νόμοι των ήσαν σχεδόν οι χείριστοι όλης της Ελλάδος και με τους ξένους ήσαν ακοινώνητοι· μετεβλήθησαν δε εις ευνομίαν τοιουτοτρόπως. Ο Λυκούργος, ανήρ σημαντικός μεταξύ των Σπαρτιατών, μεταβάς να ερωτήση το μαντείον των Δελφών, εισήλθεν εις τον ναόν και αμέσως η Πυθία τω είπε τα ακόλουθα·
«Ήλθες, ω Λυκούργε, εις τον πλούσιον ναόν μου, συ τον οποίον αγαπώσιν ο Ζευς και όλοι οι κατοικούντες τα ανάκτορα του Ολύμπου. Διστάζω να σε αποκαλέσω θεόν ή άνθρωπον· αλλά νομίζω μάλλον ότι είσαι θεός, ω Λυκούργε.»
Τινές διηγούνται προς τούτοις ότι η Πυθία τω υπηγόρευσε το υπάρχον σήμερον εις την Σπάρτην πολίτευμα· αλλά, καθώς λέγουσιν αυτοί οι Λακεδαιμόνιοι, ο Λυκούργος, γενόμενος επίτροπος του ανεψιού του Λαβώτα, βασιλέως της Σπάρτης, έφερε τους νόμους του από την Κρήτην. Τωόντι, άμα ανέλαβε την επιτροπείαν, μετέβαλεν όλους τους νόμους και έλαβεν όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη τους παραβώσιν. Εκανόνισεν ακολούθως τα εις τον πόλεμον αναφερόμενα και εσύστησε τας ενωμοτίας, τας τριεκάδας, τα συσσίτια, και τέλος τους εφόρους και την γερουσίαν. Τοιουτρόπως δε μεταβαλόντες πολίτευμα οι Λακεδαιμόνιοι ευνομήθησαν.
66. Αφού δε απέθανεν ο Λυκούργος, έκτισαν προς τιμήν αυτού ναόν και τον σέβονται μεγάλως. Και επειδή η χώρα ήτο εύφορος και ο πληθυσμός πολύς, ηύξησαν ταχέως και ευτύχησαν. Εν τούτοις δεν περιωρίσθησαν να ζώσιν εν ειρήνη, αλλά νομίσαντες ότι ήσαν ισχυρότεροι των Αρκάδων, ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών πώς να κατακτήσωσιν όλην την Αρκαδίαν· η δε Πυθία τοις είπε ταύτα·
«Την Αρκαδίαν με ζητείς; μέγα πράγμα ζητείς· δεν θα σε την δώσω. Εις την Αρκαδίαν υπάρχουσι πολλοί άνθρωποι τρεφόμενοι με βαλάνους, οίτινες θα σε εμποδίσωσιν. Εγώ όμως δεν σε φθονώ. Θα σοι δώσω την Τεγέαν διά να χορεύης εκεί με μέγαν κτύπον των ποδών, και πεδιάδα καλήν διά να την μοιρασθής με σχοίνον.»
Ακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι την απόκρισιν ταύτην ήτις ανηγγέλθη εις αυτούς, δεν εμερίμνησαν πλέον περί των άλλων Αρκάδων, αλλ' εστράτευσαν κατά των Τεγεατών φέροντες μεθ' εαυτών πέδας· πλήρεις δε πεποιθήσεως εις τον απατηλόν εκείνον χρησμόν, επίστευον ότι δεν τοις έμενεν άλλο ειμή να δέσωσι τους Τεγεάτας. Ηττήθησαν όμως εις την μάχην, και όσοι συνελήφθησαν ζώντες εδέθησαν με τας πέδας τας οποίας οι ίδιοι είχαν φέρει μεθ' εαυτών και εκαλλιέργουν την πεδιάδα της Τεγέας την οποίαν διενεμήθησαν μετρήσαντες με σχοίνον. Αι πέδαι με τας οποίας εδέθησαν εσώζοντο ακόμη εις τας ημέρας μου εις την Τεγέαν, κρεμάμεναι εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς.
67. Κατά τας προηγουμένας λοιπόν μάχας, πάντοτε επολέμουν κατά των Τεγεατών ανεπιτυχώς· αλλά κατά την εποχήν του Κροίσου, επί της βασιλείας του Αναξανδρίδου και του Αρίστωνος εις την Σπάρτην, ενίκησαν τέλος πάντων οι Σπαρτιάται, και ιδού πώς. Ιδόντες ότι πάντοτε ενικώντο, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών ποίαν θεότητα έπρεπε να εξιλεώσωσι διά να φανώσι νικηταί. Η δε Πυθία τοις είπεν ότι θα νικήσωσιν όταν φέρωσιν εις τον τόπον των τα οστά του Ορέστου, υιού του Αγαμέμνονος. Επειδή δε δεν ήξευρον πού να εύρωσι τον τάφον του Ορέστου, έπεμψαν πάλιν να ερωτήσωσι τον θεόν εις ποίον μέρος έκειτο ο ήρως. Εις την ερώτησιν ταύτην η Πυρία απεκρίθη τα εξής·
«Υπάρχει εις την Αρκαδίαν Τεγέα τις, έν τινι πεδιάδι. Εκεί πνέουσι δύο άνεμοι προερχόμενοι υπό ισχυράς ανάγκης. Εκεί υπάρχει κτύπος και αντίκτυπος, το κακόν κείται επί του κακού. Εκεί η παρέχουσα τα προς το ζην γη κρύπτει τον υιόν του Αγαμέμνονος. Λάβε αυτόν και θα νικήσης τους Τεγεάτας.»
Ήκουσαν και ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι· αλλά καίτοι αναζητήσαντες πανταχού, ουχ ήττον δεν ευκολύνθησαν το παράπαν εις την ανακάλυψιν, μέχρις ου ανεύρεν αυτά ο Λίχας, Σπαρτιάτης εκ των καλουμένων Αγαθοεργών, ήτοι εκ των πολιτών εκείνων οίτινες, πέντε κατ' έτος, εξερχόμενοι από τους ιππείς ως γεροντότεροι, οφείλουσι καθ' όλον το έτος το μετά την απαλλαγήν των εκ της υπηρεσίας να μεταβαίνωσιν όπου τους καλεί η ανάγκη της κοινότητος των Σπαρτιατών και να μη μένωσιν αργοί.
68. Ο Λίχας λοιπόν, είς των ανδρών τούτων, έκαμε την ανακάλυψιν ταύτην εις την Τεγέαν κατά σύμπτωσιν και εξ ιδίας αγχινοίας. Επειδή κατ' εκείνην την εποχήν συνεπεία ανακωχής είχον επαναληφθή αι σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων, ο Λίχας, εισελθών εις το εργαστήριον σιδηρουργού, τον παρετήρει ενώ εσφυρηλάτει τον σίδηρον και εξεπλήττετο δι' εκείνο το οποίον έβλεπεν. Ιδών αυτόν ο σιδηρουργός ότι εθαύμαζε, διέκοψε την εργασίαν του και τω είπε· «Πόσον θα εξεπλήττεσο, ω ξένε Λάκων, εάν έβλεπες εκείνο το οποίον είδον εγώ, αφού τώρα η τέχνη του σφυρηλατείν τον σίδηρον σοι προξενεί τόσον θαυμασμόν; Ήθελα να κατασκευάσω φρέαρ εις την αυλήν ταύτην· κατεγινόμην δε να σκάπτω, ότε το εργαλείον μου εκτύπησεν εις φέρετρον μακρόν επτά πήχεων. Το ήνοιξα, μη δυνάμενος να πιστεύσω ότι υπήρχαν ποτέ άνθρωποι μεγαλείτεροι παρ' όσον είναι σήμερον, και είδον ότι το πτώμα ήτο ίσον κατά το μήκος· αφού δε τα εμέτρησα, τα εκάλυψα πάλιν με τα χώμα.» Τοιουτοτρόπως ο σιδηρουργός διηγήθη ό,τι είδεν· ο δε Λίχας, σκεφθείς καλώς τα ρηθέντα, εσυμπέρανεν ότι κατά τον χρησμόν εκείνον έπρεπε να ήτο ο Ορέστης· παρατηρών τα δυο φυσητήρια, εύρεν ότι εκείνα ήσαν οι δύο άνεμοι· εν τη σφύρα και τω άκμονι ανεγνώρισε τον κτύπον και τον αντίκτυπον, και εν τω σφυρηλατουμένω σιδήρω το κακόν όπερ κείται επί του κακού, κρίνων ότι ο σίδηρος ανεκαλύφθη διά την δυστυχίαν των ανθρώπων. Αφού έκαμε τους στοχασμούς τούτους, επιστρέψας εις την Σπάρτην, ανεκοίνωσεν όλην την υπόθεσιν εις τους Λακεδαιμονίους. Ούτοι δε, υπό πεπλασμένην κατηγορίαν, τον εδίκασαν και τον κατεδίκασαν εις εξορίαν. Μεταβάς εις την Τεγέαν, είπεν εις τον χαλκέα την συμφοράν του και εζήτει να ενοικιάση την αυλήν του, την οποίαν ούτος ελυπείτο να την δώση· νικήσας τέλος την αντίστασίν του, εγκατεστάθη εις αυτήν. Τότε ήνοιξε τον τάφον, εσύναξε τα οστά και τα έφερεν εις την Σπάρτην. Απ' εκείνης δε της στιγμής, οσάκις οι δύο λαοί εδοκίμαζον τας δυνάμεις των, πάντοτε οι Λακεδαιμόνιοι ενίκων εις τας μάχας, και ήδη είχον καθυποτάξει το πλείστον μέρος της Πελοποννήσου.
69. Μαθών πάντα ταύτα ο Κροίσος έπεμψεν εις την Σπάρτην πρέσβεις με δώρα διά να ζητήση την συμμαχίαν της, παραγγείλας συγχρόνως αυτούς τι να είπωσι. Φθάσαντες δε ούτοι είπον τα εξής· «Ο βασιλεύς των Λυδών και άλλων εθνών Κροίσος μας πέμπει προς υμάς· ιδού τι λέγει· «Ω Λακεδαιμόνιοι, το μαντείον του θεού μοι εσύστησε να συμμαχήσω με τους Έλληνας. Επειδή δε υμείς εις την Ελλάδα κατέχετε την πρώτην θέσιν, διά τούτο σας προσκαλώ, εν ονόματι του μαντείου, να γενήτε σύμμαχοι και βοηθοί μου, άνευ δόλου και άνευ απάτης.» Και ο μεν Κροίσος ταύτα επρότεινε διά των πρέσβεών του· οι δε Λακεδαιμόνιοι, οίτινες και αυτοί είχον μάθει τον δοθέντα εις τον Κροίσον χρησμόν, ευχαριστήθησαν διά την έλευσιν των Λυδών και έδωκαν όρκους ξενίας και συμμαχίας· είχον δε και προηγουμένως λάβει ευεργετήματά τινα παρά του Κροίσου. Ότε οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν εις τας Σάρδεις διά να αγοράσωσι τον χρυσόν τον οποίον εσκόπευον να μεταχειρισθώσι διά το άγαλμα του Απόλλωνος όπερ τώρα ευρίσκεται εις τον Θόρνακα της Λακωνικής, ο Κροίσος το έδωκεν εις αυτούς δωρεάν, μολονότι ούτοι ήθελον να το αγοράσωσιν.
70. Τούτων ένεκα λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι εδέχθησαν την συμμαχίαν, και επίσης διότι τους εξέλεξε κατά προτίμησιν από όλους τους άλλους Έλληνας διά να ζητήση την φιλίαν των. Και αφ' ενός μεν ήσαν έτοιμοι να τον βοηθήσωσιν εάν ήθελε τους προσκαλέσει, αφ' ετέρου δε κατασκευάσαντες χαλκούν κρατήρα, πεποικιλμένον εξωτερικώς μέχρι των χειλέων με σχήματα ζώων και χωρούντα τριακοσίους αμφορείς, τον εκόμιζον εις τας Σάρδεις θέλοντες να τον δώσωσιν ως δώρον εις τον Κροίσον αντί των όσων είχον λάβει παρ' αυτού. Αλλ' ο κρατήρ ούτος δεν έφθασεν εις τας Σάρδεις, και το πράγμα εξηγείται διττώς. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι λέγουσιν ότι ο κρατήρ ενώ εκομίζετο εις τας Σάρδεις, έφθασεν εις τα ύδατα της Σάμου, και ότι οι Σάμιοι, μαθόντες τούτο, εισήλθον εις μακρά πλοία και τον ήρπασαν· οι δε Σάμιοι λέγουσιν ότι οι μεταφέροντες αυτόν Λακεδαιμόνιοι, βραδύναντες πολύ, έμαθον την πτώσιν των Σάρδεων και του Κροίσου και ότι τότε επώλησαν τον κρατήρα εις την νήσον Σάμον εις ανθρώπους ιδιώτας, οίτινες τον ηγόρασαν διά να τον αφιερώσωσιν εις τον ναόν της Ήρας. Ίσως εκείνοι οίτινες τον επώλησαν είπον κατά την εις Σπάρτην επιστροφήν των ότι τον ήρπασαν οι Σάμιοι. Ταύτα είναι τα του κρατήρος.
71. Ο Κροίσος λοιπόν, εξηγών λελανθασμένως τον χρησμόν, ητοίμαζεν εκστρατείαν κατά της Καππαδοκίας, ελπίζων ότι ήθελε καταλύσει τον Κροίσον και την δύναμιν των Περσών. Ενώ δε διήρκουν αι ετοιμασίαι αύται, Λυδός τις, ονόματι Σάνδανις, προ πολλού φημιζόμενος ως φρόνιμος άνθρωπος και του οποίου η ομιλία κατά την περίστασιν ταύτην ηύξησεν έτι μάλλον την φήμην του μεταξύ των συμπολιτών του, έδωκεν εις τον Κροίσον την εξής συμβουλήν· Ω βασιλεύ, προτίθεσαι να εκστρατεύσης εναντίον ανθρώπων οίτινες φορούσι δερματίνας αναξυρίδας και ενδύματα δερμάτινα, οίτινες τρώγουσιν όχι ό,τι θέλουσιν αλλ' ό,τι έχουσι, διότι η χώρα των είναι άφορος. Εκτός τούτου δεν γνωρίζουσι την χρήσιν του οίνου, αλλά πίνουσιν ύδωρ· δεν έχουσι σύκα να φάγωσιν ούτε άλλο τι καλόν. Εάν λοιπόν τους νικήσης, τι θα λάβης παρ' ανθρώπων μη εχόντων τίποτε; Εάν δε εξ εναντίας νικηθής, σκέφθητι πόσα αγαθά θα χάσης. Μόλις γευθώσι τα ιδικά μας αγαθά, θα προσκολληθώσιν εις αυτά και θα μας ήναι αδύνατον να ελευθερωθώμεν από αυτούς. Εγώ ευχαριστώ τους θεούς ότι δεν ενέπνευσαν εις τους Πέρσας την σκέψιν να στρατεύσωσι κατά των Λυδών.» Οι λόγοι όμως ούτοι δεν έπεισαν τον Κροίσον και αληθώς οι Πέρσαι, πριν υποτάξωσι τους Λυδούς, ούτε αβρόν τι είχον ούτε άλλο τι αγαθόν.
72. Οι Καππαδόκαι ονομάζονται από τους Έλληνας Σύριοι· υποτελείς όντες των Μήδων, πριν λάβωσι την αρχήν οι Πέρσαι, υπήκουον τότε εις τον Κύρον· διότι το μεταξύ του μηδικού και του λυδικού βασιλείου όριον ήτο ο ποταμός Άλυς, όστις εκ των ορέων της Αρμενίας καταβαίνει διά της Κιλικίας και ρέει ακολούθως έχων δεξιόθεν τους Ματιανούς και αριστερόθεν τους Φρύγας· αφού δε παρέλθη αυτούς, στρέφεται προς άρκτον, χωρίζων τους Συρίους Καππαδόκας από τους Παφλαγόνας, οίτινες κατοικούσι την αριστεράν όχθην. Τοιουτοτρόπως ο Άλυς χωρίζει σχεδόν όλας τας επαρχίας της Μικράς Ασίας, από της θαλάσσης της Κύπρου μέχρι του Ευξείνου πόντου· είναι δε το μέρος τούτο αυχήν όλης της χώρας του οποίου το μήκος, δι' ένα καλόν πεζοδρόμον, είναι πέντε ημερών οδός.