Part 29
143. Ο δε Δαρείος, πορευόμενος διά της Θράκης, έφθασεν εις την Σηστόν της Χερσονήσου· εντεύθεν αυτός μεν διέβη μετά των πλοίων εις την Ασίαν, εν τη Ευρώπη δε κατέλιπε στρατηγόν τον Πέρσην Μεγάβαζον τον οποίον ποτε ετίμησε μεγάλως ειπών ενώπιον των Περσών τον εξής λόγον. Ενώ ο Δαρείος ελάμβανε ρόδια και ήνοιγεν έν διά να το φάγη, ο αδελφός του Αρτάβανος τον ηρώτησε τι επεθύμει να είχε τόσον πλήθος όσοι ήσαν οι κόκκοι του ροδίου· τότε ο βασιλεύς απεκρίθη· «Προτιμώ να έχω τόσους Μεγαβάζους παρά την Ελλάδα υπήκοον.» Και ενώπιον μεν των Περσών με τοιούτους λόγους τον ετίμα· τότε δε τον άφησε στρατηγόν με ογδοήκοντα χιλιάδας άνδρας εκ του στρατού.
144. Ο Μεγάβαζος ούτος ένεκα των εξής λόγων τους οποίους είπε κατέλιπεν αθάνατον μνήμην εις τους Ελλησποντίους. Ευρίσκετο εις το Βυζάντιον όταν είπον ενώπιόν του ότι οι Καλχηδόνιοι ίδρυσαν αποικίαν εν τη χώρα δεκαεπτά έτη προ των Βυζαντίων. «Ήσαν λοιπόν τυφλοί, ανέκραξε· διότι αν δεν ήσαν τυφλοί, πώς εξέλεξαν τον ασχημότερον τόπον, ενώ ηδύναντο να κατοικίσωσι τον ωραιότερον;» Ο Μεγάβαζος λοιπόν αφεθείς στρατηγός εις την χώραν των Ελλησποντίων, υπέταξεν όλους τους μη μηδίζοντας.
145. Και ούτος μεν ταύτα έπραττε· κατά τον αυτόν δε χρόνον εγένετο μεγάλη αποστολή άλλου στρατού κατά της Λιβύας υπό την πρόφασιν την οποίαν θα είπω αφού διηγηθώ προηγουμένως τα εξής. Οι απόγονοι των Αργοναυτών, διωχθέντες εκ της Λήμνου υπό των Πελασγών, οίτινες είχον αρπάσει τας γυναίκας των Αθηναίων (55), έφθασαν διά θαλάσσης εις την Λακεδαίμονα, εστρατοπέδευσαν επί του όρους Ταϋγέτου και ήναψαν εκεί πυρά. Οι Λακεδαιμόνιοι τους είδον και έπεμψαν διά να τους ερωτήσωσι τινες και πόθεν ήσαν· εκείνοι δε απεκρίθησαν εις τον άγγελον όστις τους ηρώτα ότι ήσαν μεν Μινύαι, απόγονοι δε των μετά της Αργούς πλευσάντων ηρώων· καθότι οι ήρωες εκείνοι, προσορμισθέντες εις την Λήμνον, εγένννησαν αυτούς. Μαθόντες οι Λακεδαιμόνιοι ότι ήσαν εκ του γένους των Μινυών, έπεμψαν πάλιν διά να τους ερωτήσωσι την αιτίαν δι' ην ήλθον εις τον τόπον και ήναψαν πυρά. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι διωχθέντες υπό των Πελασγών ήλθον εις τους προγόνους των, ως είναι δίκαιον, και ότι ζητούσι να συγκατοικήσωσι μετ' αυτών, μετέχοντες των τιμών και λαμβάνοντες μερίδιά τινα γης. Οι Λακεδαιμόνιοι συγκατένευσαν να δεχθώσι τους Μινύας υπό τους όρους τούτους· εκείνο δε το οποίον τους παρεκίνησε να πράξωσιν ούτω, ήτο κυρίως ότι μετά των άλλων είχον συνεκπλεύσει διά της Αργούς και οι Τυνδαρίδαι. Τους εδέχθησαν λοιπόν, διένειμον εις αυτούς γαίας και τους διεμοίρασαν μεταξύ των φυλών. Αμέσως δε οι Μινύαι έλαβον γυναίκας Λακεδαιμονίας, δώσαντες εις άλλους εκείνας τας οποίας είχον φέρει εκ της Λήμνου.
146. Δεν παρήλθεν όμως πολύς χρόνος και εφάνησαν αυθάδεις αξιούντες να μετάσχωσι της βασιλείας και πράττοντες και άλλα ανόσια. Τούτου ένεκα οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να τους φονεύσωσιν· όθεν τους συνέλαβαν και τους εφυλάκισαν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι όσους έχουσι να φονεύσωσι τους φονεύουσι την νύκτα και ουδέποτε την ημέραν. Επειδή λοιπόν είχεν αποφασισθή να τους θανατώσωσιν, οι γυναίκες των Μινυών, ούσαι ασταί και θυγατέρες των πρώτων Σπαρτιατών, εζήτησαν την άδειαν να εισέλθωσιν εις την φυλακήν και να ομιλήση εκάστη μετά του ανδρός της. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τας άφησαν να εισέλθωσι, μη υποπτεύσαντες παρ' αυτών δόλον τινά. Αύται όμως, άμα εισήλθον, έπραξαν τα εξής· δώσασαι εις τους άνδρας των όλα τα ενδύματα όσα εφόρουν, έλαβον τα των ανδρών. Οι Μινύαι, ενδεδυμένοι ως γυναίκες, εξήλθον και διαφυγόντες τοιουτοτρόπως εστρατοπέδευσαν πάλιν επί του Ταϋγέτου.
147. Κατά τον αυτόν χρόνον ο Θήρας του Αυτεσίωνος, του Τισαεμνού, του Θερσάνδρου, του Πολυνείκους, ανεχώρησεν εκ Λακεδαίμονος με αποικίαν. Ήτο δε ο Θήρας ούτος Καδμείος την καταγωγήν και μητρικός θείος του Ευρυσθένους και του Προκλέους, υιών του Αριστοδήμου. Όντων δε των παίδων τούτων εισέτι ανηλίκων, ο Θήρας επετρόπευε την βασιλείαν της Σπάρτης. Ότε δε ηύξησαν οι ανεψιοί του και παρέλαβον την εξουσίαν, ο Θήρας δεινόν νομίζων να άρχεται υπό άλλων αφού εγεύσατο άπαξ της αρχής, είπεν ότι δεν μένει πλέον εις την Λακεδαίμονα, αλλά θ' αποπλεύση προς τους συγγενείς του. Ήσαν δε εις την νήσον την σήμερον καλουμένην Θήραν, ήτις άλλοτε εκαλείτο Καλλίστη, απόγονοι του Φοίνικος Μεμβλιάρου υιού του Ποικίλου· διότι ο Κάδμος του Αγήνορος, ζητών την Ευρώπην, είχε προσορμισθή εις την νήσον ταύτην την σήμερον καλουμένην Θήραν. Προσορμισθείς δε εκεί, είτε διότι τω ήρεσεν ο τόπος, είτε δι άλλην τινά αιτίαν, άφησεν εις την νήσον ταύτην Φοίνικάς τινας μεταξύ των οποίων και τον Μεμβλίαρον, ένα των συγγενών του. Ούτοι οι άνθρωποι, πριν έλθη ο Θήρας εκ της Λακεδαίμονος, κατώκουν εις την Καλλίστην επί οκτώ γενεάς ανθρώπων.
148. Προς αυτούς λοιπόν ητοιμάζετο ν' απέλθη ο Θήρας παραλαβών λαόν εξ όλων των φυλών ουχί διά να τους εκπατρίση αλλά διά να συγκατοικήση και να σχετισθή μετ' αυτών. Επειδή δε και οι Μινύαι τους οποίους οι Λακεδαιμόνιοι ήθελον να φονεύσωσιν, αποδράντες εκ της φυλακής εκάθηντο εις τον Ταΰγετον, ο Θήρας παρεκάλεσε να τους συγχωρήσωσι διά να μη γίνη φόνος και ανεδέχετο να τους εξαγάγη της χώρας. Συγκατατεθέντων δε των Λακεδαιμονίων, έπλευσε μετά τριών τριακοντόρων προς τους απογόνους του Μεμβλιάρου, έχων μεθ' εαυτού ουχί όλους τους Μινύας, αλλ' ολίγους τινάς, καθότι οι περισσότεροι ετράπησαν προς τους Παρωρεάτας και τους Καύκωνας. Διώξαντες δε αυτούς από τας χώρας των, διήρεσαν εαυτούς εις έξ μοίρας και έπειτα έκτισαν τας πόλεις Λέπρεον, Μάκιστον, Φριξάς, Πύργον, Έπιον, Νούδιον. Τούτων τας περισσοτέρας κατέστρεψαν οι Ηλείοι επί της εποχής μου. Η δε νήσος επωνομάσθη Θήρα από τον οικιστήν.
149. Ο υιός του δεν ηθέλησε να αναχωρήση μετ' αυτού, και ο πατήρ του είπεν ότι άφινε πρόβατον μεταξύ λύκων· εκ τούτου του λόγου ο νεανίσκος ωνομάσθη Οιόλυκος, και του χρόνου προϊόντος το όνομα τούτο επεκράτησεν. Εκ του Οιολύκου τούτου εγεννήθη ο Αιγεύς, από του οποίου έλαβον το όνομα οι Αιγείδαι, φυλή μεγάλη εν Σπάρτη. Επειδή δε δεν έζων τα τέκνα της φυλής ταύτης, κατά χρησμόν τινα έκτισαν ναόν εις τας Ερινύας του Λαΐου και του Οιδίποδος, και έκτοτε έζων τα τέκνα. Το αυτό συνέβαινε και εις την Θήραν εις τους από των ανδρών τούτων γενομένους παίδας.
150. Μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θηραίοι συμφωνούσι· τα ακόλουθα όμως μόνον οι Θηραίαι λέγουσιν ότι συνέβησαν. Ο Γρίνος, υιός του Αισανίου, απόγονος ων του Θήρα τούτου και βασιλεύων εις την νήσον Θήραν, μετέβη εις τους Δελφούς διά να προσφέρη εξ ονόματος της πόλεως εκατόμβην. Πολλοί πολίται τον ηκολούθουν, μεταξύ δε άλλων και ο Βάττος ο υιός του Πολυμνήστου καταγόμενος από τον Εύφημον, ένα των Μινυών. Ενώ δε ο Γρίνος ο βασιλεύς των Θηραίων ηρώτα το μαντείον περί διαφόρων πραγμάτων, η Πυθία τω είπε να κτίση πόλιν εις την Λιβύαν. Τότε εκείνος απεκρίθη· «Εγώ μεν, ω άναξ, είμαι γέρων και ήδη βαρύς διά τοιαύτην επιχείρησιν, συ δε πρόσταξον τινά από τους νέους τούτους να πράξη τούτο.» Ταύτα λέγων εδείκνυε τον Βάττον. Και τότε μεν τούτο εγένετο· μετά την αναχώρησίν των δε δεν εσκέφθησαν πλέον περί του χρησμού, διότι ούτε την Λιβύαν εγνώριζον εις ποίον μέρος της γης ήτο, ούτε ετόλμων να πέμψωσιν αποικίαν εις μέρος άγνωστον.
151. Επί επτά δε έτη μετά ταύτα δεν έβρεξεν εις την Θήραν, και κατ' αυτό το διάστημα όλα τα δένδρα εξηράνθησαν, πλην ενός. Τότε οι Θηβαίοι προσέδραμον εις το μαντείον, και η Πυθία τοις ενθύμισε την αποικίαν εις την Λιβύαν. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχεν άλλο μέσον όπως αποφύγωσι το κακόν, πέμπουσιν εις Κρήτην αγγέλους διά να ερωτήσωσιν εάν τις των Κρητών ή των μετοίκων υπήγε ποτε εις την Λιβύαν. Περιερχόμενοι δε την Κρήτην οι άνθρωποι ούτοι έφθασαν εις την πόλιν Ίτανον όπου εγνωρίσθησαν με ένα πορφυροβαφέα ονόματι Κορώβιον, όστις τοις είπεν ότι παρασυρθείς υπό των ανέμων υπήγεν εις την Λιβύαν και εις την νήσον της Λιβύας Πλατέαν. Πείσαντες λοιπόν αυτόν με μισθόν τον έφερον εις την Θήραν· εκείθεν δε εξέπλευσαν κατά πρώτον ολίγοι πρόσκοποι, οίτινες αφού ωδηγήθησαν εις την νήσον ταύτην την Πλατέαν τον μεν Κορώβιον κατέλιπον εκεί με τροφάς πολλών μηνών, αυτοί δε επέστρεψαν τάχιστα διά να αναγγείλωσιν εις τους Θηραίους περί της νήσου.
152. Επειδή δε αυτοί έμειναν εις την Θήραν πλειότερον του συμφωνηθέντος χρόνου, εις τον Κορώβιον ετελείωσαν τα πάντα. Μετά ταύτα πλοίον της Σάμου, του οποίου ναύκληρος ήτο ο Κωλαίος (56), πλέον προς την Αίγυπτον, ερρίφθη εις την νήσον ταύτην Πλατέαν· μαθόντες δε οι Σάμιοι παρά του Κορωβίου διατί ευρίσκετο εκεί, τω άφησαν ενός έτους τροφάς, έπειτα δε εξήλθον εις το πέλαγος και προσεπάθουν να υπάγωσιν εις την Αίγυπτον έχοντες άνεμον ανατολικόν· και επειδή δεν έπαυεν ο άνεμος, διαπεράσαντες τας Ηρακλείους στήλας φθάνουσιν εις την Ταρτησσόν, οδηγούμενοι από θείαν τινά δύναμιν. Ο λιμήν ούτος ήτο τότε άγνωστος· ώστε επιστρέψαντες οπίσω εκέρδισαν από τα φορτία των πολύ περισσότερα από όλους τους Έλληνας όσους ημείς γνωρίζομεν ακριβώς, μετά τον Αιγινήτην Σώστρατον τον Λαοδάμαντος, διότι μετ' αυτού ουδείς δύναται να παραβληθή. Οι Σάμιοι λοιπόν λαβόντες το δέκατον εκ των κερδών των, συμποσούμενον εις έξ τάλαντα, κατεσκεύασαν χάλκινον αγγείον, όμοιον με κρατήρα αργολικόν, πέριξ του οποίου οι πρόκροσσοι ήσαν κεφαλαί γρυπών, και το αφιέρωσαν εις τον ναόν της Ήρας στήσαντες αυτό επί τριών χαλκίνων κολοσσών επταπήχων, εστηριγμένων εις τα γόνατα. Οι δε Κυρηναίοι και οι Θηραίοι ηνώθησαν διά στενής φιλίας μετά των Σαμίων, ευγνωμονούντες δι' όσα ούτοι είχον πράξει υπέρ του Κορωβίου.
153. Οι δε Θηραίοι, καταλιπόντες εις την νήσον τον Κορώβιον, άμα έφθασαν εις την Θήραν ανήγγειλον ότι εύρον νήσον εις την Λιβύαν. Τότε οι πολίται ενέκρινον να λάβωσι διά κλήρου από τας επτά κώμας των ένα μεταξύ των αδελφών και να τους πέμψωσιν εκεί με βασιλέα και αρχηγόν της αποικίας τον Βάττον. Εξέπεμψαν λοιπόν εις την Πλατέαν δύο πεντηκοντόρους.
154. Ταύτα μεν λέγουσι μόνοι οι Θηραίοι· εις δε τα επίλοιπα του λόγου συμφωνούσι μετά των Κυρηναίων, πλην των περί του Βάττου εις τα οποία ουδόλως συμφωνούσιν οι Κυρηναίοι, αλλά τα διηγούνται ως εξής. Υπάρχει εις την Κρήτην η πόλις Αξός όπου εβασίλευσεν ο Ετέαρχος όστις έχων θυγατέρα άνευ μητρός καλουμένην Φρονίμην, έλαβεν άλλην γυναίκα. Η γυνή αύτη, άμα εισελθούσα εις την οικίαν, ηθέλησε να δείξη εις την Φρονίμην και δι' έργων ότι ήτο μητρυιά, φερομένη κακώς προς αυτήν και τα πάντα τεχναζομένη, εναντίον της. Τέλος την διέβαλεν ως ασελγή και έπεισε τον άνδρα της ότι ταύτα ούτως έχουσιν. Αυτός δε πιστεύσας την γυναίκα, εμηχανεύθη κατά της θυγατρός του ανόσιον έργον. Ευρίσκετο εις την Αξόν Θηραίος τις έμπορος ονόματι Θεμίσων· τούτον προσκαλέσας ο Ετέαρχος διά να τον φιλοξενήση τον ώρκισε να εκτελέση ό,τι ήθελε ζητήσει παρ' αυτού. Αφού δε τον ώρκισε, τω παρέδωκε την Φρονίμην και τον επρόσταξε να την λάβη και να την ρίψη εις την θάλασσαν. Αλλ' ο Θεμίσων, αγανακτήσας διά την απάτην του όρκου και διαλύσας την ξενίαν έπραξε τα εξής· παραλαβών την κόρην απέπλευσε και όταν έφθασεν εις το πέλαγος, διά να εκπληρώση τον όρκον του προς τον Ετέαρχον, την έδεσε με σχοινία, την έρριψεν εις την θάλασσαν, την ανέσυρεν έπειτα και ήλθεν εις την Θήραν.
155. Μετά ταύτα, παραλαβών την Φρονίμην σημαντικός τις Θηραίος ο Πολύμνηστος, είχεν αυτήν ως παλλακήν· μετά καιρόν δε εγέννησεν αυτή υιόν ισχνόφωνον και τραυλόν, όστις ωνομάσθη Βάττος, ως λέγουσιν οι Θηραίοι και οι Κυρηναίοι, ως νομίζω όμως εγώ θα ωνομάσθη άλλως. Βάττος είναι όνομα το οποίον έλαβε βεβαίως όταν το μαντείον τον έστειλεν εις την Λιβύαν και εκ της αξίας εις ην εφηρμόζετο το όνομα τούτο· διότι οι Λίβυες ονομάζουσι βάττον τον βασιλέα, και διά τούτο φρονώ ότι η Πυθία χρησμοδοτούσα τω απέτεινε τον λόγον Λυβιστί, ηξεύρουσα ότι έμελλε να γίνη βασιλεύς εις την Λιβύαν. Αφού λοιπόν ηνδρώθη ούτος ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση περί της φωνής του. Εις τας ερωτήσεις του δε απεκρίθη η Πυθία τα εξής· «Ω Βάττε, ήλθες διά την φωνήν σου, αλλ' ο άναξ Φοίβος Απόλλων σε πέμπει οικιστήν εις την πολλά πρόβατα τρέφουσαν Λιβύαν·» ως να έλεγεν Ελληνιστί· «Ω βασιλεύ, ήλθες διά την φωνήν σου.» Εκείνος δε είπε τα εξής· «Ω άναξ, εγώ μεν ήλθον διά να σε ερωτήσω περί της φωνής μου, συ δε με διατάττεις πράγματα αδύνατα· με λέγεις να αποικίσω την Λιβύαν, αλλά με ποίαν δύναμιν, με ποία μέσα;» Με όλους όμως τούτους τους λόγους δεν έπειθε τον θεόν να δώση εις αυτόν άλλην απόκρισιν· και επειδή εξηκολούθει να ακούη τον αυτόν χρησμόν ως πρότερον, αφήσας όλα ο Βάττος επέστρεψεν εις την Θήραν.
156. Μετά ταύτα συνέβησαν και εις αυτόν και εις τους άλλους Θηραίους πολλαί συμφοραί κατά θείαν εκδίκησιν. Αγνοούντες δε οι Θηραίοι πόθεν προήρχοντο αύται, έπεμψαν να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών περί των παρόντων κακών· η δε Πυθία εχρησμοδότησεν εις αυτούς ότι θα βελτιωθή η κατάστασίς των εάν αποικίσωσι μετά του Βάττου την Κυρήνην της Λιβύας. Απέστειλαν λοιπόν οι Θηραίοι τον Βάττον με δύο πεντηκοντόρους. Πλεύσαντες δε ούτοι εις την Λιβύαν, διότι δεν ηδύναντο να πράξωσιν άλλως, επέστρεψαν πάλιν εις την Θήραν· αλλ' ενώ προσωρμίζοντο τους ελιθοβόλουν οι Θηραίοι και δεν τους άφινον να αποβιβασθώσιν εις την ξηράν, αλλά τοις έλεγον να πλεύσωσιν οπίσω εις την Λιβύαν. Ενδίδοντες λοιπόν ούτοι εις την ανάγκην απέπλευσαν και αποικίσθησαν εις την νήσον της Λίβυας ήτις καλείται, ως είπον ανωτέρω, Πλατέα. Λέγεται δε ότι η νήσος αύτη έχει την αυτήν έκτασιν με την σημερινήν πόλιν των Κυρηναίων.
157. Δύο έτη διέμεινον εν αυτή, αλλ' ουδέν όφελος είδον· αφήσαντες λοιπόν εκεί ένα, μετέβησαν όλοι οι λοιποί εις τους Δελφούς· ελθόντες δε εις το μαντείον εζήτουν χρησμόν λέγοντες ότι επί δύο έτη κατώκουν εις την Λιβύαν και ουδεμίαν βελτίωσιν είδον. Η Πυθία απεκρίθη εις ταύτα· «Εάν συ, όστις δεν μετέβης εις την πολλά πρόβατα τρέφουσαν Λιβύαν, γνωρίζης αυτήν καλλίτερον από εμέ όστις μετέβην, πολύ θαυμάζω την σοφίαν σου. Ταύτα δε ακούσαντες οι περί τον Βάττον απέπλευσαν οπίσω, επειδή ο θεός δεν τους απήλλασσεν από την υποχρέωσιν της αποικίας πριν φθάσωσιν εις αυτήν ταύτην την Λιβύαν. Όθεν ελθόντες εις την νήσον και λαβόντες εκείνον τον οποίον είχον αφήσει εκεί, κατώκησαν απέναντι της Πλατέας μέρος τι της Λιβύας το οποίον ωνομάζετο Άζιρις και το οποίον εκατέρωθεν περιορίζουσι κάλλιστοι λόφοι, εις τους πρόποδας των οποίων ρέει ποταμός διά της κοιλάδος.
158. Τούτον τον τόπον κατώκουν έξ έτη, το δε έβδομον οι Λίβυες τους έπεισαν να τον αφήσωσιν, υποσχεθέντες να τους φέρωσιν εις τόπον καλλίτερον. Όθεν αναστήσαντες αυτούς εκείθεν οι Λίβυες, τους ωδήγησαν προς δυσμάς, και διά να μη ίδωσιν οι Έλληνες τον καλλίτερον τόπον τον οποίον διήρχοντο, εμέτρησαν τας ώρας της ημέρας και τους ωδήγουν διά νυκτός· καλείται δε ο τόπος ούτος Ίσαρα. Τέλος, αφού τους έφερον εις κρήνην τινά λεγομένην ότι είναι του Απόλλωνος, τοις είπον· «Ω Έλληνες, εδώ σας συμφέρει να κατοικήσετε, διότι εδώ ο ουρανός είναι τρυπημένος (57).»
159. Επί των ημερών του οικιστού Βάττου (58), βασιλεύσαντος τεσσαράκοντα έτη, και επί των ημερών του υιού αυτού Αρκεσιλάου, βασιλεύσαντος δεκαέξ έτη, οι Κυρηναίοι ήσαν τόσοι όσοι ήσαν εξ αρχής ότε εστάλησαν εις την αποικίαν. Επί της εποχής δε του τρίτου βασιλέως Βάττου, του επονομαζομένου Ευδαίμονος, η Πυθία παρεκίνησεν όλους τους Έλληνας διά χρησμού να αποπλεύσωσι και να συγκατοικήσωσι με τους Κυρηναίους την Λιβύαν, καθότι οι Κυρηναίοι τους προσεκάλουν όπως μοιρασθώσι την χώραν. Ήτο δε ο χρησμός της Πυθίας τοιούτος· «Όστις μεταβή εις την πολυπόθητον Λιβύαν αφού γίνη η διανομή της γης, αυτός λέγω ότι θα μεταμεληθή μετά ταύτα.» Επειδή λοιπόν συνεσωρεύθησαν πολλοί εις την Κυρήνην, οι περίοικοι Λίβυες και ο βασιλεύς αυτών όστις ωνομάζετο Αδικράν, στερούμενοι της χώρας των και περιυβριζόμενοι υπό των Κυρηναίων, έπεμψαν εις την Αίγυπτον και παρέδοσαν εαυτούς εις τον βασιλέα της Αιγύπτου Απρίην. Ούτος δε συλλέξας πολύν στρατόν Αιγυπτίων, τον έστειλε κατά της Κυρήνης. Οι Κυρηναίοι παραταχθέντες εις τον τόπον Ίσαρα παρά την κρήνην Θέστιν συνεπλάκησαν με τους Αιγυπτίους και τους ενίκησαν. Οι Αιγύπτιοι οίτινες δεν τους είχον δοκιμάσει πρότερον, τους περιεφρόνουν· αλλά εις τοιούτον βαθμόν ηττήθησαν, ώστε ολίγιστοι μόνον εξ αυτών επέστρεψαν εις την Αίγυπτον. Τούτου ένεκα οι Αιγύπτιοι μεμφόμενοι τον Απρίην απεστάτησαν απ' αυτού.
160. Εκ τούτου δε του Βάττου εγεννήθη υιός ο Αρκεσίλαος όστις βασιλεύσας πρώτος, τοσούτον ήρισε μετά των αδελφών του ώστε ούτοι τον εγκατέλιπον και απήλθον εις άλλο μέρος της Λιβύας· φυγόντες δε εκ της πόλεώς των, έκτισαν άλλην ήτις τότε και σήμερον καλείται Βάρκη (59)· ενώ δε την έκτιζον, συγχρόνως ηρέθιζον τους Λίβυας εναντίον των Κυρηναίων. Μετά ταύτα δε ο Αρκεσίλαος εξεστράτευσε κατά των αποστατησάντων και των δεχθέντων αυτούς Λιβύων. Ούτοι δε οι Λίβυες φοβηθέντες ανεχώρησαν φεύγοντες προς τους ανατολικούς Λίβυας, και ο Αρκεσίλαος τους κατεδίωξε μέχρι της Λεύκωνος της Λιβύας όπου οι Λίβυες απεφάσισαν να μεταστραφώσι και να επιτεθώσι. Συμπλακέντες δε ενίκησαν τους Κυρηναίους τόσον ώστε έπεσαν εκεί επτακισχίλιοι οπλίται Κυρηναίοι. Μετά την καταστροφήν ταύτην ο Αρκεσίλαος ησθένησε και έπιεν ιατρικόν, ο δε αδελφός του Λέαρχος τον έπνιξεν· αλλ' η γυνή του Αρκεσιλάου, της οποίας το όνομα ήτο Ερυξώ, εφόνευσε δολίως τον Λέαρχον.
161. Διεδέχθη δε την βασιλείαν ο υιός του Αρκεσιλάαυ Βάττος, όστις ήτο χωλός και όχι αρτίπους. Οι Κυρηναίοι, κατόπιν της συμβάσης συμφοράς, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι ποίαν διοίκησιν παραδεχόμενοι ήθελον ευτυχήσει. Η Πυθία τους διέταξε να φέρωσιν από την Μαντίνειαν της Αρκαδίας ένα συμβιβαστήν. Έπεμψαν λοιπόν και εζήτησαν οι Κυρηναίοι· οι δε Μαντινείς τοις έδωκαν σημαντικώτατόν τινα άνθρωπον της πόλεώς των, όστις εκαλείτο Δημώναξ. Ελθών ούτος εις την Κυρήνην και εξετάσας τα πάντα, πρώτον μεν διήρεσε τους κατοίκους εις τρεις φυλάς κατά την ακόλουθον διάταξιν· τους μεν Θηραίους και τους περιοίκους κατέταξεν εις την πρώτην φυλήv, τους Πελοποννησίους και τους Κρήτας εις την δευτέραν, όλους δε τους νησιώτας εις την τρίτην. Έπειτα απεχώρισε διά τον βασιλέα Βάττον μέρος γης και την ιερωσύνην, δώσας εις τον λαόν όλην την εξουσίαν την οποίαν πρότερον είχον οι βασιλείς.
162. Και ενόσω μεν έζη ο Βάττος τοιαύτη τάξις επεκράτησεν· επί του υιού του όμως Αρκεσιλάου πολλαί ταραχαί συνέβησαν διά τα αξιώματα, διότι ο Αρκεσίλαος ο υιός του Βάττου του χωλού και της Φερετίμης, δεν ηθέλησε να δεχθή την τάξιν την οποίαν είχε καταστήσει ο Δημώναξ, αλλ' εζήτησε να λάβη πάλιν τας τιμάς τας οποίας είχον οι πρόγονοί του. Τούτου ένεκα ηγέρθη εμφύλια στάσις καθ' ην νικηθείς έφυγεν εις την Σάμον, η δε μήτηρ του κατέφυγεν εις την Σαλαμίνα της Κύπρου. Εις την Σαλαμίνα κατ' εκείνον τον χρόνον εβασίλευεν ο Ευέλθων, όστις αφιέρωσεν εις τους Δελφούς το αξιοθέατον εκείνο θυμιατήριον το οποίον σήμερον κείται εις τον θησαυρόν των Κορινθίων. Ελθούσα λοιπόν εις αυτόν η Φερετίμη εζήτει στρατόν διά να επαναφέρη τον υιόν της εις την Κυρήνην, ο δε Ευέλθων παν άλλο τη έδιδε πλην στρατού· εκείνη δε, εις έκαστον δώρον το οποίον ελάμβανε· «Καλόν είναι και τούτο, έλεγε, καλλίτερον όμως θα ήτο εάν μοι έδιδες το ζητούμενον στράτευμα.» Τέλος ο Ευέλθων τη έπεμψεν άτρακτον χρυσούν και ηλακάτην, εις την ηλακάτην δε υπήρχε μαλλίον. Επειδή δε η Φερετίμη επανέλαβε τας ιδίας λέξεις, ο Ευέλθων απήντησεν ότι τοιαύτα δώρα προσφέρει εις τας γυναίκας και όχι στρατόν.
163. Ο δε Αρκεσίλαος, ευρισκόμενος τότε εις την Σάμον, εστρατολόγει τον τυχόντα υποσχόμενος διανομήν γης. Συναθροίσας δε τοιουτοτρόπως πολύν στρατόν ήλθε πρώτον εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον περί της καθόδου του. Και η Πυθία εχρησμοδότησε τα εξής· «Ο Απόλλων σας συγχωρεί να βασιλεύσετε εις την Κυρήνην επί οκτώ γενεάς ανθρώπων, ήτοι επί τέσσαρας Βάττους και τέσσαρας Αρκεσιλάους, περισσότερον όμως τούτου σας συμβουλεύει μήτε να πειραθήτε. Επίστρεψον λοιπόν και μένε ήσυχος εις την κατοικίαν σου. Εάν εύρης κάμινον πλήρη αμφορέων, μη ψήσης τα αγγεία ταύτα, αλλ' έκβαλον αυτά εις τον αέρα· εάν δε ανάψης την κάμινον, μη εισέλθης εις μέρος περίρρυτον, διότι θα αποθάνης και συ και ο ωραιότατος ταύρος.»
164. Ταύτα εχρησμοδότησεν η Πυθία εις τον Αρκεσίλαον. Ούτος δε παραλαβών τους εκ της Σάμου κατήλθεν εις την Κυρήνην και γενόμενος κύριος των πραγμάτων ελησμόνησε τον χρησμόν και εζήτησε να εκδικηθή κατά των αντιπάλων διά την φυγήν του. Εξ αυτών δε άλλοι μεν έφυγον όλως διόλου από την χώραν, άλλοι δε συλληφθέντες παρ' αυτού εστάλησαν εις την Κύπρον διά να θανατωθώσι· και τούτους μεν ελθόντας εις την νήσον των ελύτρωσαν οι Κνίδιοι και τους απέστειλαν εις την Θήραν, άλλους δε τινας εκ των Κυρηναίων καταφυγόντας εις μέγαν ιδιωτικόν πύργον του Αγλωμάχου, περισωρεύσας φρύγανα ο Αρκεσίλαος τους έκαυσε. Γενομένου όμως τούτου, ενόησεν ο Αρκεσίλαος ότι αυτή ήτο η έννοια του χρησμού όταν η Πυθία τω είπε να μη ψήση τους αμφορείς τους οποίους ήθελεν εύρει εις την κάμινον. Απεμακρύνθη λοιπόν αυτοθελήτως, φοβούμενος τον θάνατον τον οποίον είχε προείπει ο χρησμός και νομίζων ότι περύρρυτον τόπον ενόει την Κυρήνην. Είχε δε ο Αρκεσίλαος γυναίκα μίαν συγγενή του, θυγατέρα του βασιλέως των Βαρκαίων του οποίου το όνομα ήτο Αλαζίρ· εις τούτον καταφεύγει. Αλλά Βαρκαίοι τινες και φυγάδες της Κυρήνης ιδόντες αυτόν περιφερόμενον εις την αγοράν, τον φονεύουσι, προς δε και τον πενθερόν αυτού Αλαζίρα (60). Ο Αρκεσίλαος λοιπόν είτε εκών είτε άκων πταίσας εις τον χρησμόν εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του.
165. Η δε μήτηρ του Φερετίμη, ενόσω ο Αρκεσίλαος, αίτιος της ιδίας του φθοράς, διέτριβεν εις την Βάρκην, αυτή είχεν εις την Κυρήνην τα προνόμια του υιού της, απολαύουσα τας άλλας τιμάς και προεδρεύουσα του συμβουλίου. Μαθούσα όμως ότι ο υιός της εφονεύθη εις την Βάρκην, έφυγε και μετέβη εις την Αίγυπτον, ελπίζουσα εις εκδουλεύσεις τινάς τας οποίας είχε προσφέρει ο Αρκεσίλαος εις τον Καμβύσην του Κύρου· καθότι αυτός ήτο ο Αρκεσίλαος όστις παρέδωκε την Κυρήνην εις τους Πέρσας και εγένετο εκουσίως φόρου υποτελής. Ελθούσα λοιπόν η Φερετίμη εις την Αίγυπτον, εκάθισεν ικέτις εις την οικίαν του Αρυάδνου, παρακαλούσα αυτόν να την βοηθήση και προφασιζομένη ότι ο υιός της εφονεύθη διά την προς τους Μήδους αφοσίωσίν του.
166. Ο δε Αρυάνδης ούτος ήτο διοικητής της Αιγύπτου, διορισθείς υπό του Καμβύσου· μετά ταύτα όμως ο Δαρείος τον εθανάτωσε διότι ηθέλησε να εξισωθή με αυτόν. Τωόντι μαθών και ιδών ότι ο Δαρείος επεθύμει να αφήση μνημόσυνον τοιούτον οίον ουδείς άλλος των προκατόχων του κατέλιπε, τον εμιμήθη μέχρις ου έλαβε τον μισθόν των πράξεών του. Ιδού δε με ποίον τρόπον. Ο Δαρείος έκοψε νόμισμα με τον καθαρότερον χρυσόν τον οποίον ηδυνήθη να εύρη· αμέσως ο Αρυάνδης τον εμιμήθη κόψας νόμισμα εξ αργύρου, και σήμερον το καθαρώτατον αργύριον είναι το Αρυανδικόν. Αλλ' ο Δαρείος μαθών ότι έπραττε ταύτα, εύρε πρόφασιν ότι ενήργει επανάστασιν και τον εθανάτωσε.
167. Τότε δε ο Αρυάνδης οικτείρας την Φερετίμην έδωκεν εις αυτήν όλον τον στρατόν της Αιγύπτου, και τον πεζόν και τον ναυτικόν· στρατηγόν δε του μεν πεζού διώρισε τον Άμασιν, Μαράφιον την φυλήν, του δε ναυτικού τον Βάρδην όστις ήτο εκ του γένους των Πασαργαδών. Πριν όμως αποστείλη τον στρατόν ο Αρυάνδης, πέμψας κήρυκα εις την Βάρκην ηρώτα τις ήτο ο φονεύσας τον Αρκεσίλαον. Επειδή δε οι Βαρκαίοι όλοι ανεδέχοντο τον φόνον προσθέτοντες ότι πολλά και κακά έπασχον υπ' αυτού, ο Αρυάνδης ακούσας ταύτα εξέπεμψε τον στρατόν μετά τις Φερετίμης. Και αυτή μεν η αιτία ελέγετο ως πρόσχημα· επέμπετο δε κυρίως ο στρατός, ως εγώ νομίζω, διά να καθυποτάξη τους Λίβυας. Είναι δε οι Λίβυες πολλά και διάφορα έθνη, εκ των οποίων ολίγα ήσαν υπήκοα του βασιλέως, τα δε περισσότερα ουδόλως εφρόντιζον περί του Δαρείου.
168. Είναι δε κατοικημένοι οι Λίβυες ως εξής, αρχίζοντες από την Αίγυπτον· πρώτοι κατοικούσιν οι Αδυρμαχίδαι οίτινες τηρούσιν όλα σχεδόν τα Αιγυπτιακά έθιμα και ενδύονται ως και οι άλλοι Λίβυες. Αι γυναίκες των έχουσιν εις εκατέραν κνήμην ψέλλιον χάλκινον· αφίνουσι την κόμην μακράν, και όταν συλλάβωσι φθείραν εις την κεφαλήν, την φονεύουσι διά των οδόντων των και έπειτα την ρίπτουσιν. Οι Λίβυες είναι οι μόνοι οίτινες πράττουσι τούτο· οι μόνοι είναι επίσης οίτινες παρουσιάζουσιν εις τον βασιλέα τας μελλούσας να υπανδρευθώσι παρθένους, και εάν τις εκ τούτων τω αρέση, διαπαρθενεύεται υπ' αυτού. Εκτείνονται δε οι Αδυρμαχίδαι ούτοι από τις Αιγύπτου μέχρι του λιμένος όστις καλείται Πλυνός.