Part 27
80. Μετά ταύτα δε, ότε ο Σκύλης επέστρεφεν εις την Σκυθίαν, οι Σκύθαι, ονομάσαντες βασιλέα τον αδελφόν αυτού Οκταμασάδην, γεννηθέντα εκ της θυγατρός του Tήρου, επανεστάτησαν κατά του Σκύλη. Ούτος δε, μαθών τα γινόμενα εναντίον του και την αιτίαν δι' ην εγίνοντο, έφυγεν εις την Θράκην. Ακούσας τούτο ο Οκταμασάδης, εξεστράτευσε κατά των Θρακών και τους απήντησεν εις τον Ίστρον. Ενώ δε έμελλον να πολεμήσωσιν, έπεμψεν ο Σιτάλκης προς τον Οκταμασάδην και τω είπε· «Τι ανάγκη να μετρηθώμεν προς αλλήλους; Είσαι υιός της αδελφής μου και έχεις μετά σου τον αδελφόν μου· δος μοι αυτόν και σοι παραδίδω τον Σκύλην, και τοιουτοτρόπως μήτε ο στρατός σου να κινδυνεύση μήτε ο στρατός μου.» Αυτά έλεγεν ο Σιτάλκης πέμψας κήρυκα, διότι ευρίσκετο παρά τω Οκταμασάδη αδελφός τις του Σιτάλκου φυγάς. Ο δε Οκταμασάδης, δεχθείς την πρότασιν, παρέδωκεν εις τον Σιτάλκην τον εκ μητρός θείον του και έλαβε τον αδελφόν Σκύλην. Και ο μεν Σιτάλκης άμα λαβών τον αδελφόν του ανεχώρησεν, ο δε Οκταμασάδης απεκεφάλισεν εκεί τον Σκύλην. Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι φυλάττουσι τα έθιμά των, και ούτω τιμωρούσιν εκείνους οίτινες παραδέχονται ξένα ήθη.
81. Ποτέ δεν ηδυνήθην να μάθω ακριβώς τον αριθμόν των Σκυθών, αλλά διαφόρους λόγους ήκουον περί αυτών· άλλοι μεν έλεγον ότι είναι πάμπολλοι, άλλοι δε ότι καθαυτό Σκύθαι είναι ολίγοι. Τόσον μόνον μοι εδείκνυον, και το είδον οφθαλμοφανώς. Μεταξύ του Βορυσθένους ποταμού και του Υπάνεως υπάρχει χώρος καλούμενος Εξαμπαίος, τον οποίον εμνημόνευσα ανωτέρω ειπών ότι εν αυτώ υπάρχει κρήνη πικρά της οποίας το ύδωρ χυνόμενον εις τον Ύπανιν καθιστά αυτόν άποτον. Εις αυτόν τον χώρον ευρίσκεται χαλκείον εξάκις μεγαλείτερον του εν τω στομίω του Ευξείνου Πόντου κρατήρος τον οποίον ανέβηκεν ο Παυσανίας του Κλεομβρύτου. Δι' εκείνον όμως όστις δεν το είδεν εισέτι, το περιγράφω με ολίγας λέξεις. Το εις την Σκυθίαν χαλκείον χωρεί ευκόλως εξακοσίους αμφορείς και έχει έξ δακτύλων πάχος. Οι εγχώριοι λέγουσιν ότι κατεσκευάσθη από αιχμάς βελών, και ιδού πώς· βασιλεύς τις των Σκυθών, ονομαζόμενος Αριαντάν, θέλων να μάθη τον αριθμόν των Σκυθών, τους διέταξε να φέρη έκαστος μιαν αιχμήν βέλους, απειλών διά θανάτου εκείνον όστις δεν ήθελεν υπακούσει. Λέγουσι λοιπόν ότι εκομίσθησαν άπειροι τοιαύται αιχμαί και ότι ο βασιλεύς έκρινε καλόν να αφήση εξ αυτών ενθύμιον. Κατεσκεύασε δε το χαλκείον τούτο και το ανέθηκεν εις τον Εξαμπαίον τούτον. Αυτά ήκουσα περί του αριθμού των Σκυθών.
82. Η χώρα αύτη ουδέν έχει θαυμάσιον πλην των πολλών και μεγίστων ποταμών της. Το μόνον δε όπερ, πλην των ποταμών και της απείρου εκτάσεως της πεδιάδος, είναι άξιον θαυμασμού, τούτο θα είπω· δεικνύουσιν επί βράχου πλησίον του Τύρου ποταμού ίχνος του Ηρακλέους, το οποίον φαίνεται μεν ως βήμα ανδρός, έχει όμως μέγεθος δύο πήχεων. Και το μεν ίχνος τοιούτον είναι, εγώ δε επανέρχομαι εις την ιστορίαν την οποίαν εξ αρχής ηθέλησα να διηγηθώ.
83. Ενώ ο Δαρείος παρεσκευάζετο να εκστρατεύση κατά των Σκυθών και έστελλεν ανθρώπους να παραγγείλωσιν εις άλλους μεν να δώσωσι πεζόν στρατόν, εις άλλους δε πλοία, και εις άλλους να ζεύξωσι τον Θρακικόν Βόσπορον, ο αδελφός του Δαρείου Αρτάβανος ο του Υστάσπους παρεκάλεσεν αυτόν να μη επιχειρήση την εκστρατείαν ταύτην, προβάλων την πτωχείαν των Σκυθών· δεν ηδυνήθη όμως να τον πείση, μολονότι αι συμβουλαί του ήσαν καλαί. Τούτου ένεκα αυτός μεν έπαυσεν επιμένων, ο δε Δαρείος, αφού τα πάντα παρεσκευάσθησαν, εξέβαλε τον στρατόν από τα Σούσα.
84. Τότε ο Οιόβαζος, είς των Περσών, όστις είχεν εις τον στρατόν τους τρεις υιούς του, παρεκάλεσε τον Δαρείον να τω αφήση τον ένα. Ο Δαρείος τω απεκρίθη ότι επειδή ήτο φίλος και εζήτει πράγμα μέτριον, θα τω αφήση όλους τους υιούς του. Ο Οιόβαζος ήτο λοιπόν περιχαρής νομίζων ότι οι υιοί του απηλλάγησαν της στρατείας· αλλ' ο Δαρείος διέταξε τους περί αυτόν να θανατώσωσιν όλους τους παίδας του Οιοβάζου. Και ούτοι μεν σφαγέντες έμειναν εκεί.
85. Ο δε Δαρείος αναχωρήσας εκ των Σούσων έφθασεν εις τον Βόσπορον της Καλχηδονίας όπου ήτο εζευγμένη η γέφυρα, και εκείθεν εμβάς εις πλοίον έπλεε προς τας νήσους τας λεγομένας Κυανάς, αι οποίαι, ως λέγουσιν οι Έλληνες, ήσαν άλλοτε πλαγκταί. Καθήμενος δε εις τον ναόν, εθεώρει τον Εύξεινον Πόντον όστις είναι άξιος θαυμασμού, διότι από όλα τα πελάγη αυτός είναι ο θαυμασιώτατος· το μεν μήκος αυτού είναι ένδεκα χιλιάδων και εκατόν σταδίων, το δε μέγιστον πλάτος τριών χιλιάδων και τριακοσίων σταδίων. Το στόμιον του πελάγους τούτου έχει τεσσάρων σταδίων πλάτος, το μήκος δε αυτού, ο αυχήν, όστις καλείται Βόσπορος, και όπου εζεύχθη η γέφυρα, είναι περίπου εκατόν είκοσι σταδίων. Εκτείνεται δε ο Βόσπορος μέχρι της Προποντίδος ήτις έχει πεντακοσίων σταδίων πλάτος και χιλίων τετρακοσίων μήκος και ήτις καταβαίνει μέχρι του Ελλησπόντου όστις έχει πλάτος επτά μεν σταδίων κατά το στενώτερον αυτού μέρος, τετρακοσίων δε σταδίων μήκος. Εκχύνεται δε ο Ελλήσποντος εις χάσμα πελάγους, το οποίον καλείται Αιγαίον πέλαγος.
86. Εμετρήθησαν δε τα στάδια ταύτα ως εξής. Εν γένει το πλοίον διανύει κατά τας μακροτέρας ημέρας εβδομήκοντα χιλιάδας οργυιάς, κατά δε την νύκτα εξήκοντα χιλιάδας. Όθεν από του στομίου του Ευξείνου Πόντου μέχρι του Φάσιδος (διότι τούτο είναι το μακρότατον διάστημα του Πόντου) ο πλους είναι εννέα ημερών και οκτώ νυκτών, όπερ εστί έν εκατομμύριον εκατόν δέκα χιλιάδες οργυιαί, ή ένδεκα χιλιάδες εκατόν στάδια. Από δε την Σινδικήν μέχρι της Θεμισκύρας ήτις είναι επί του Θερμώδοντος ποταμού (διότι τούτο είναι το πλατύτατον μέρος του Πόντου) ο πλους είναι τριών ημερών και δύο νυκτών, αίτινες αποτελούσι τριακοσίας τριάκοντα χιλιάδας οργυιάς ή τρισχίλια τριακόσια στάδια. Τοιούτοι είναι εκ φύσεως ο Πόντος, ο Βόσπορος και ο Ελλήσποντος και τοιουτοτρόπως κατεμετρήθησαν παρ' εμού. Ωφελείται δε ο Πόντος ούτος και έκ τινος λίμνης ήτις χύνεται εις αυτόν και είναι μόλις μικροτέρα αυτού. Καλείται δε η λίμνη αύτη Μαιώτις και μήτηρ του Πόντου.
87. Ο δε Δαρείος, αφού εθεώρητε τον Εύξεινον, έπλευσε πάλιν οπίσω εις την γέφυραν, της οποίας αρχιτέκτων ήτο ο Σάμιος Μανδροκλής. Αφού δε εθεώρησε και τον Βόσπορον, διέταξε να στήσωσιν εκεί δύο στήλας εκ λίθου λευκού και να χαράξωσιν εις μεν την μίαν με γράμματα Ασσυριακά εις δε την άλλην με Ελληνικά τα ονόματα όλων των εθνών όσα είχεν εις την εκστρατείαν του· είχε δε στρατεύματα εξ όλων των εθνών εφ' ων ήρχεν. Αριθμηθείς ο στρατός του ευρέθη ότι συνέκειτο, πλην του ναυτικού, εξ επτακοσίων χιλιάδων ανδρών συμπεριλαμβανομένων και των ιππέων· πλοία δε ηριθμήθησαν εξακόσια. Αυτάς τας στήλας, μετακομίσαντες ύστερον οι Βυζάντιοι εις την πόλιν των, μετεχειρίσθησαν διά να κτίσωσι τον βωμόν της Οθρωσίας Αρτέμιδος, πλην ενός λίθου όστις αφέθη πλησίον του ναού του Διονύσου εις το Βυζάντιον πλήρης γραμμάτων Ασσυριακών. Το μέρος δε του Βοσπόρου το οποίον εγεφύρωσεν ο Δαρείος είναι, ως ηδυνήθην να κρίνω ερευνήσας, μεταξύ του Βυζαντίου και του πλησίον του στομίου υπάρχοντος ναού.
88. Ο Δαρείος δε μετά ταύτα, ευχαριστηθείς διά την γέφυραν εκείνην, εβράβευσε τον αρχιτέκτονα αυτής Μανδροκλή τον Σάμιον με δέκα από όλα εκείνα όσα ο Ανδροκλής ζωγραφήσας την γέφυραν του Βοσπόρου και τον βασιλέα Δαρείον καθήμενον επί θρόνου και τον στρατόν του διαβαίνοντα προσέφερεν ως απαρχήν εις τον ναόν της Ήρας με την ακόλουθον επιγραφήν.
«_Γεφυρώσας ο Μανδροκλής τον ιχθυόεντα Βόσπορον, αφιέρωσεν εις την Ήραν το μνημόσυνον τούτο της σχεδίας. Εκτελέσας δε το έργον κατά την επιθυμίαν του βασιλέως, εις εαυτόν μεν περιέθετο στέφανον, εις τους Σαμίους δε δόξαν._»
Τοιούτο μνημείον αφήκεν ο ζεύξας την γέφυραν.
89. Αφού δε εβράβευσε τον Μανδροκλή ο Δαρείος διέβη εις την Ευρώπην (54) και παρήγγειλεν εις τους Ίωνας να πλεύσωσιν εις τον Εύξεινον μέχρι του Ίστρου ποταμού, να τον περιμείνωσιν όταν φθάσωσιν εκεί και να γεφυρώσωσι τον ποταμόν, διότι το ναυτικόν εκυβερνάτο από τους Ίωνας, τους Αιολείς και τους Ελλησποντίους. Όθεν το μεν ναυτικόν στράτευμα έκαμψε τας Κυανάς νήσους και έπλευσε κατ' ευθείαν προς τον Ίστρον· εισελθόν δε εις τον ποταμόν και προχωρήσαν δύο ημέρας εις τα άνω προς την θάλασσαν εγεφύρωσε τον αυχένα του ποταμού εις το μέρος εκ του οποίου σχίζονται τα στόματα του Ίστρου. Ο δε Δαρείος αφού διέβη τον Βόσπορον διά της γεφύρας εξηκολούθησε την πορείαν του διά της Θράκης, έφθασεν εις τας πηγάς του Τεάρου ποταμού και εστρατοπέδευσεν ημέρας τρεις.
90. Λέγουσι δε οι περί τον Τέαρον κατοικούντες ότι ο ποταμός είναι άριστος εις το να θεραπεύη όλας τας ασθενείας και ιδίως την ψώραν των ανθρώπων και των ίππων. Έχει τριάκοντα οκτώ πηγάς αίτινες ρέουσιν εξ' ενός και του αυτού βράχου, και αι μεν αυτών είναι ψυχραί, αι δε θερμαί. Διά να υπάγη τις εις αυτάς είτε αναχωρών εκ της παρά την Πέρινθον Ηραιουπόλεως είτε εκ της Απολλωνίας του Ευξείνου Πόντου χρειάζεται να δαπανήση δύο ημέρας διά των δύο τούτων οδών. Χύνεται δε ο Τέαρος ούτος εις τον Κοντάδεστον ποταμόν, ο δε Κοντάδεστος εις τον Αγριάνην, ο δε Αγριάνης, εις τον Έβρον, ο δε Έβρος εις την θάλασσαν, πλησίον της πόλεως Αίνου.
91. Φθάσας λοιπόν εις τον ποταμόν τούτον ο Δαρείος και στρατοπεδεύσας, ευχαριστήθη πολύ και έστησε και ενταύθα στήλην έχουσαν κεχαραγμένα τα εξής γράμματα· «Αι πηγαί του Τεάρου δίδουσιν ύδωρ άριστον και κάλλιστον από όλους τους ποταμούς και εις αυτάς ήλθεν, οδηγών στρατόν κατά των Σκυθών, ο άριστος και ο κάλλιστος πάντων των ανδρών, ο υιός του Υστάσπους Δαρείος, βασιλεύς των Περσών και όλης της ηπείρου.» Ταύτα τα γράμματα εχάραξεν εκεί.
92. Αναχωρήσας δε εκείθεν έφθασεν εις άλλον ποταμόν του οποίου το όνομα είναι Αρτισκός και όστις ρέει διά των Οδρυσών. Εις τούτον τον ποταμόν φθάσας, έπραξε το εξής· εσημείωσε θέσιν τινά και διέταξε πάντα άνδρα διερχόμενον να θέτη ένα λίθον εις το υποδειχθέν τούτο μέρος. Αφού δε όλοι εξεπλήρωσαν την διαταγήν ταύτην, αφήσας εκεί μεγάλους σωρούς λίθων, ήγειρε τον στρατόν και ανεχώρησεν.
93. Πριν φθάση δε εις τον Ίστρον υπέταξε πρώτους τους Γέτας οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους· καθότι οι μεν Θράκες οι έχοντες τον Σαλμυδησόν και κατοικούντες προς τα άνω των πόλεων Απολλωνίας και Μεσημβρίας, ονομαζόμενοι δε Σκυρμιάδαι και Νιψαίοι, παρεδόθησαν αμαχητί εις τον Δαρείον· αλλ' οι Γέται εν τη ανοία των θελήσαντες να αντισταθώσιν εδουλώθησαν αμέσως, μολονότι είναι οι ανδρειότατοι και οι δικαιότατοι των Θρακών.
94. Ιδού δε πώς νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους οι Γέται. Αυτοί νομίζουσιν ότι δεν αποθνήσκουσιν αλλ' ότι ο τελευτών τον βίον μεταβαίνει εις τον θεόν Ζάμολξιν, τον οποίον τινές φρονούσιν ότι είναι αυτός ούτος ο υπό το όνομα Γεβελέιζις τιμώμενος. Κατά πενταετίαν δε πέμπουσι διά κλήρου ένα εκ των ιδικών των προς τον Ζάμολξιν διά να παραστήση εις αυτόν τας ανάγκας των. Τον πέμπουσι δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι μεν ίστανται κρατούντες τρία ακόντια, οι δε κρατούσι τας χείρας και τους πόδας του μέλλοντος να σταλή προς τον Ζάμολξιν, και έπειτα τον ρίπτουσιν εις τον αέρα εις τρόπον ώστε να πέση επί των ακοντίων· και εάν μεν πίπτων εις αυτά διαπερασθή και εκπνεύση, κρίνουσιν εκ τούτου ότι είναι ευάρεστος εις τον θεόν, εάν δε δεν αποθάνη, τότε αιτιώνται αυτόν τον άγγελον, λέγοντες ότι είναι κακός άνθρωπος. Αφού δε αιτιαθώσιν αυτόν, πέμπουσιν άλλον προς τον οποίον δίδουσι τας παραγγελίας των ενόσω ακόμη ζη. Αυτοί οι ίδιοι Θράκες, όταν βροντά και αστράπτη, τοξεύουσι προς τον ουρανόν και απειλούσιν ούτω τον θεόν· διότι νομίζουσιν ότι δεν υπάρχει άλλος θεός ειμή ο ιδικός των.
95. Ως δε εγώ μανθάνω παρά των κατοικούντων τον Ελλήσποντον και τον Εύξεινον πόντον Ελλήνων, αυτός ο Ζάμολξις, ων άνθρωπος, εγένετο δούλος εις την Σάμον πλησίον του Πυθαγόρου του Μνησάρχου. Μετά ταύτα γενόμενος ελεύθερος εκτήσατο πολλά χρήματα και επέστρεψεν εις την πατρίδα του. Επειδή δε οι Θράκες έζων τότε αθλίως ως κτήνη, ο Ζάμολξις, γνωρίζων την Ιωνικήν δίαιταν και ήθη μάλλον εξευγενισμένα ή τα των Θρακών, καθότι συνέζησε με Έλληνας και με τον Πυθαγόραν, άνδρα εκ των σοφωτάτων της Ελλάδος, κατεσκεύασεν ανδρώνα όπου εδέχετο και ευώχει τους πρώτους των αστών, διδάσκων ότι ούτε αυτός, ούτε οι συμπόται του, ούτε οι απόγονοί των δεν θα αποθάνωσιν, αλλά θα μεταβώσιν εις τόπον όπου ζώντες αιωνίως θα έχωσιν όλα τα αγαθά. Ενώ δε έπραττε και έλεγε τα ανωτέρω, συγχρόνως κατεσκεύαζεν οίκημα υπόγειον· όταν δε τούτο ετελείωσεν, εγένετο άφαντος εκ του μέσου των Θρακών, και καταβάς κάτω εις το υπόγειον οίκημα έμεινεν εκεί τρία έτη. Εν τούτοις οι Θράκες τον επόθουν και τον επένθουν ως θανόντα· αλλά κατά τα τέταρτον έτος εφάνη πάλιν εις αυτούς και κατέστησεν ούτω πιστευτά όσα είχεν ειπεί. Ούτοι μεν ταύτα λέγουσι διά τον Ζάμολξιν.
96. Εγώ δε περί τούτου μεν και περί του υπογείου οικήματος ούτε απιστώ ούτε πιστεύω πολύ, αλλά φρονώ ότι ο Ζάμολξις υπήρξε κατά πολλά έτη προγενέστερος του Πυθαγόρου. Είτε όμως ο Ζάμολξις ήτο άνθρωπος, είτε είναι θεός τις των Γετών επιχώριος, ας χαίρη. Ούτοι λοιπόν οι Γέται οι τοιαύτα πράττοντες, επειδή εχειρώθησαν υπό των Περσών, ηκολούθησαν το άλλο στράτευμα.
97. Ότε δε ο Δαρείος και ο μετ' αυτού πεζός στρατός έφθασαν εις τον Ίστρον και διέβησαν αυτόν, τότε ο βασιλεύς διέταξε τους Ίωνας να κόψωσι την γέφυραν και να τον ακολουθήσωσι διά ξηράς καθώς και ο ναυτικός στρατός. Ενώ δε έμελλον και οι Ίωνες να κόψωσι την γέφυραν και να εκτελέσωσι τα διαταχθέντα, ο Κώης ο Ερξάνδρου στρατηγός των Μιτυληναίων είπεν εις τον Δαρείον τα εξής, αφού πρώτον τον ηρώτησεν εάν δέχεται να ακούση γνώμην παρά τινος επιθυμούντος να δώση τοιαύτην· «Ω βασιλεύ, μέλλεις να στρατεύσης κατά χώρας εις την οποίαν μήτε αγρούς καλλιεργημένους θέλεις ιδεί μήτε πόλεις κατοικουμένας υπό ανθρώπων· άφες λοιπόν την γέφυραν ταύτην να ίσταται εις την θέσιν της και διάταξον να την φυλάττωσιν εκείνοι οίτινες την κατεσκεύασαν· και είτε κατά την επιθυμίαν μας επιτύχωμεν να εύρωμεν τους Σκύθας, η γέφυρα θα χρησιμεύση διά την επιστροφήν μας, είτε δεν δυνηθώμεν να τους φθάσωμεν, πάλιν θα έχωμεν την επιστροφήν ασφαλή. Δεν φοβούμαι ποσώς ότι είναι δυνατόν να νικηθώμεν από τους Σκύθας, αλλά πολύ μάλλον φοβούμαι μήπως μη δυνηθέντες να τους εύρωμεν πάθωμεν τι πλανώμενοι. Ίσως τις νομίση ότι λέγω ταύτα χάριν εμού και διά να μείνω εδώ· αλλά, ω βασιλεύ, σοι εκθέτω μεν την γνώμην ταύτην την οποίαν προς το συμφέρον σου ευρίσκω αρίστην, θα σε ακολουθήσω όμως μετά ταύτα και κατ' ουδένα τρόπον δεν θέλω μείνει.» Η γνώμη αύτη ήρεσε πολύ εις τον Δαρείον και απεκρίθη ως εξής· «Ξένε Λεσβίε, όταν επιστρέψω εις τον οίκον μου σώος και αβλαβής, παρουσιάσθητι αφεύκτως ενώπιόν μου και θα ανταμείψω γενναίως την καλήν συμβουλήν σου.»
98. Ταύτα είπεν ο Δαρείος· έπειτα δέσας εξήκοντα κόμβους εις λωρίον, προσεκάλεσε τους βασιλείς των Ιώνων όπως συνδιασκεφθώσι μετ' αυτού και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες Ίωνες, μάθετε πρώτον ότι μετέβαλον γνώμην ως προς την γέφυραν· λάβετε λοιπόν αυτό το λωρίον, και μη λησμονήσετε όσα θα σας ειπώ. Άμα με ιδήτε πορευόμενον κατά των Σκυθών, λύετε απ' εκείνης της στιγμής ένα κόμβον καθ' ημέραν. Εάν παρέλθωσι τόσαι ημέραι όσον είναι οι κόμβοι και δεν επανέλθω, αποπλεύσατε εις τας πατρίδας σας. Μέχρις όμως εκείνης της ημέρας, επειδή ήλλαξα γνώμην, φυλάττετε την γέφυραν πάσαν προθυμίαν καταβάλλοντες προς υπεράσπισιν και διατήρησιν αυτής. Ταύτα πράξαντες θα μ' ευχαριστήσετε πολύ·» Αφού δε είπεν ο Δαρείος τους λόγους τούτους, έσπευσε να προχωρήση.
99. Πριν εισέλθη τις εις την Σκυθικήν είναι η Θράκη, ήτις προς το μέρος της θαλάσσης σχηματίζει κόλπον· έπειτα διαδέχεται αυτήν η Σκυθική, και εκεί χύνεται ο Ίστρος εις την θάλασσαν έχων το στόμιόν του εστραμμένον προς ανατολάς. Από τον Ίστρον δε τούτον αρχίζων θα περιγράψω την έκτασιν της προς το μέρoς της θαλάσσης Σκυθίας. Αύτη είναι η αρχαία Σκυθία, κειμένη προς μεσημβρίαν και νότον άνεμον, και εκτεινομένη από του Ίστρου μέχρι πόλεως τινός ονομαζομένης Καρκινίτιδος· πέραν της πόλεως ταύτης το Ταυρικόν έθνος κατοικεί την ορεινήν χώραν ήτις εκτείνεται μέχρι της θαλάσσης και προέχει εις τον Εύξεινον πόντον μέχρι της καλουμένης τραχείας Χερσονήσου· καταβαίνει δε και αύτη προς την θάλασσαν την προς ανατολάς· διότι αι άκραι των δύο πλευρών της Σκυθίας απολήγουσιν εις θάλασσαν, η μεν προς μεσημβρίαν, η δε προς ανατολάς, καθώς αι άκραι των δύο πλευρών της Αττικής, και κατοικούσιν εις αυτάς οι Ταύροι. Είναι το αυτό ως εάν ξένον έθνος και όχι Αθηναίοι κατώκουν εις την Αττικήν την μάλλον προέχουσαν προς την θάλασσαν άκραν του Σουνίου ακρωτηρίου, από του Θερικού μέχρι του Αναφλύστου δήμου, καθ' όσον δύναταί τις να παραβάλη τα μικρά προς τα μεγάλα. Τοιαύτη είναι η Ταυρική. Αλλ' επειδή πιθανόν να μη περιέπλευσέ τις τα παράλια ταύτα της Αττικής, εγώ θα δείξω άλλην τοποθεσίαν. Υποθέσατε ότι άλλο έθνος, και όχι Ιάπυγες, κατοικεί εις την Ιαπυγίαν την άκραν από του λιμένος Βρεντεσίου μέχρι του Τάραντος. Υποδεικνύων τας δύο ταύτας χώρας είναι ως να υποδεικνύω συγχρόνως πολλάς άλλας προς τας οποίας ομοιάζει επίσης η Ταυρική.
100. Από δε της Ταυρικής, ήτοι τα ανωτέρω των Ταύρων και της ανατολικής θαλάσσης, όντα δυτικώς του Κιμμερίου Βοσπόρου, και της Μαιώτιδος λίμνης, και του Τανάιδος ποταμού όστις χύνεται εις τον μυχόν της λίμνης ταύτης, κατοικούσιν οι Σκύθαι. Άνωθεν δε του Ίστρου εισερχόμενον εις το εσωτερικόν της χώρας, η Σκυθία περιορίζεται πρώτον μεν υπό των Αγαθύρσων, μετά ταύτα υπό των Νευρών, έπειτα υπό των Ανδροφάγων και τελευταίον υπό των Μελαγχλαίνων.
101. Της Σκυθικής λοιπόν, θεωρουμένης ως τετραγώνου, αι δύο πλευραί αίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης, δηλαδή η πλευρά ήτις άρχεται από του Ίστρου και προβαίνει προς την μεσόγειον και η πλευρά ήτις άρχεται από του αυτού ποταμού και παρακολουθεί την ακτήν, αυταί αι δύο πλευραί είναι ίσαι· διότι από του Ίστρου μέχρι του Βυρυσθένους είναι οδός δέκα ημερών, και από του Βορυσθένους μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης άλλων δέκα· από της θαλάσσης πάλιν προς την μεσόγειον μέχρι των Μελαγχλαίνων, κατοικούντων υπεράνω των Σκυθών, είναι είκοσιν ημερών οδός· υπολογίζω δε την ημερησίαν οδόν εις διακόσια στάδια. Ούτω λοιπόν διά να διέλθη τις την χώραν των Σκυθών εξ αριστερών προς τα δεξιά πρέπει να διανύση τέσσαρας χιλιάδας σταδίων, διά να προχωρήση δε κατ' ευθείαν μέχρι των μεσογείων τις χώρας, άλλα τόσα στάδια. Τοιαύτη είναι η έκτασις αυτής.
102. Οι δε Σκύθαι, επειδή συσκεφθέντες είδον ότι μόνοι δεν ήσαν ικανοί να αντιπαραταχθώσι προς τον στρατόν του Δαρείου, έπεμψαν πρέσβεις εις τους πλησίον χώρους. Οι βασιλείς των χωρών τούτων συνελθόντες εβουλεύοντο, ενώ επροχώρει το μέγα στράτευμα του εχθρού. Ήσαν δε οι συνελθόντες ούτοι βασιλείς, των Ταύρων, των Αγαθύρσων, των Νευρών, των Ανδροφάγων, των Μελαγχλαίνων, των Γελωνών, των Βουδίνων και των Σαυροματών.
103. Εκ τούτων οι μεν Ταύροι έχουσι τας εξής συνηθείας· θυσιάζουσι κατά τον ακόλουθον τρόπον εις την παρθένον τους ναυαγήσαντες και όσους των Ελλήνων συλλάβωσι ριφθέντας εις τα παράλιά των. Μετά τας προτελεστικάς ιεροπραξίας κτυπώσι με ρόπαλον την κεφαλήν του θύματος· και άλλοι μεν λέγουσιν ότι ωθούσι το σώμα από του κρημνού κάτω (διότι ο ναός είναι ιδρυμένος επί της κορυφής του κρημνού), την δε κεφαλήν στήνουσιν επί πασσάλου, άλλοι δε λέγουσιν ότι δεν ρίπτουσι το σώμα από του κρημνού αλλά το θάπτουσιν. Η θεά δε αύτη εις την οποίαν θυσιάζουσιν είναι, κατά τους Ταύρους, η θυγάτηρ του Αγαμέμνονος Ιφιγένεια. Όσους δε εχθρούς συλλάβωσιν αιχμαλώτους, τους μεταχειρίζονται ως ακολούθως· κόψας έκαστος μίαν κεφαλήν την φέρει εις την οικίαν των, και την διαπερά εις ξύλον μέγα όπερ εμπήγει άνωθεν της οικίας του πολύ υψηλά, μάλιστα δε άνωθεν της καπνοδόχης. Λέγουσι δε ότι την ανυψούσιν ούτω διά να ήναι φύλαξ όλης της οικίας. Ζώσι δε από της λεηλασίας και του πολέμου.
104. Οι δε Αγάθυρσοι είναι άνθρωποι αβρότατοι και τα μάλιστα χρυσοφόροι. Έχουσι τας γυναίκας κοινάς διά να ήναι όλοι αδελφοί μεταξύ των, και όντες συγγενείς να μη αισθάνωνται οι μεν κατά των δε μήτε μίσος μήτε φθόνον. Κατά τα άλλα όμως έθιμα εμιμήθησαν τους Θράκας.
105. Οι Νευροί έχουσι τα έθιμα των Σκυθών. Η προ της εισβολής του Δαρείου γενεά ηναγκάσθη να αφήση την χώραν ένεκα των όφεων, διότι εις την χώραν των εφάνησαν άπειροι όφεις ερχόμενοι οι πλείστοι από τας άνωθεν αυτών ερήμους· υπό των όφεων δε τούτων πιεσθέντες άφησαν την χώραν των και κατώκησαν μετά των Βουδίνων. Κατηγορούσι τους ανθρώπους τούτους ότι είναι μάγοι· οι Σκύθαι και οι εις την Σκυθίαν κατοικούντες Έλληνες βεβαιούσιν ότι κατ' έτος έκαστος Νεύρος γίνεται λύκος δι' ολίγας ημέρας και έπειτα επανέρχεται εις την προτέραν του κατάστασιν. Και εμέ μεν δεν πείθουσι ταύτα λέγοντες, ουχ ήττον όμως τα λέγουσι και τα υποστηρίζουσι δι' όρκων.
106. Οι δε Ανδροφάγοι έχουσιν ήθη αγριώτατα πάντων των ανθρώπων, μήτε δικαιοσύνην γνωρίζοντες μήτε μεταχειριζόμενοι κανένα νόμον. Είναι νομάδες και φορούσιν ενδυμασίαν ομοίαν με την Σκυθικήν· η γλώσσα των είναι ιδιαιτέρα και μόνοι από όλα αυτά τα έθνη είναι ανθρωποφάγοι.
107. Οι δε Μελάγχλαινοι φορούσι όλοι ενδύματα μέλανα, από τα οποία έχουσι και την επωνυμίαν, και έχουσιν έθιμα Σκυθικά.
108. Οι δε Βουδίνοι, έθνος μέγα και πολυάριθμον, είναι όλοι γλαυκώπιδες και πυρρότριχες. Υπάρχει δε εις αυτούς πόλις εκτισμένη με ξύλα της οποίας το όνομα είναι Γελωνός· τα τείχη αυτής σχηματίζουσι τετράγωνον του οποίου εκάστη πλευρά είναι τριάκοντα σταδίων. Τα τείχη ταύτα είναι υψηλά και ξύλινα, αι οικίαι ξύλιναι και οι ναοί ξύλινοι, καθότι εις την πόλιν ταύτην υπάρχουσιν ιερά Ελληνικών θεών εστολισμένα κατά τον ελληνικόν τρόπον με αγάλματα, με βωμούς και ναούς ξυλίνους. Οι Γελωνοί τελούσιν ανά πάσαν τριετίαν την εορτήν του Διονύσου και βακχεύουσιν· είναι δε καταγωγής Ελληνικής. Διωχθέντες από τους λιμένας εις τους οποίας κατώκουν, εγκατεστάθησαν μεταξύ των Βουδίνων και η γλώσσα των είναι μεμιγμένη Σκυθική και Ελληνική.
109. Οι δε Βουδίνοι δεν μεταχειρίζονται την αυτήν γλώσσαν με τους Γελωνούς, αλλ' ουδέ την αυτήν δίαιταν έχουσιν οι Βουδίνοι και οι Γελωνοί, διότι οι Βουδίνοι, καθό αυτόχθονες, είναι νομάδες και μόνοι από τους εις εκείνα τα μέρη ανθρώπους τρώγουσι βλαστούς δένδρων. Εξ εναντίας οι Γελωνοί καλλιεργούσι την γην, τρέφονται με σίτον και έχουσι κήπους· διαφέρουσιν επίσης από τους Βουδίνους και κατά το χρώμα και κατά την φυσιογνωμίαν. Εν τούτοις οι Έλληνες καλούσι τους Βουδίνους Γελωνούς, πλην κακώς τους ονομάζουσιν ούτω. Η χώρα των όλη είναι κατάφυτος από διάφορα δάση· εις το πυκνότερον δε αυτών είναι μεγάλη και ευρεία λίμνη περικυκλουμένη υπό ελών και καλάμων. Εις αυτήν αγρεύονται ενύδριες, κάστορες και άλλα ζώα τετραγωνοπρόσωπα των οποίων τα δέρματα χρησιμεύουσιν ως περιφράματα των σισυρών, οι δε όρχεις αυτών είναι χρήσιμοι προς θεραπείαν της υστέρας.
110. Διά τους Σαυρομάσας λέγουσι τα εξής. Ότε οι Έλληνες επολέμησαν τας Αμαζόνας (καλούσι δε οι Σκύθαι τας Αμαζόνας Οιόρπατα, όπερ σημαίνει Ελληνιστί ανδροκτόνοι· διότι _οιόρ_ σημαίνει ανήρ και _πάτα_ κτείνειν), τότε λέγεται ότι οι Έλληνες νικήσαντες εις την μάχην του Θερμώδοντος απέπλευσαν με τρία πλοία συμπαραλαβόντες όσας Αμαζόνας ηδυνήθησαν να ζωγρήσωσι, και ότι αυταί εις το πέλαγος, επιπεσούσαι κατά των ανδρών εφόνευσαν αυτοίς. Πλην ούτε πλοίον ήξευρον, ούτε εγνώριζον την χρήσιν του πηδαλίου, ούτε των ιστίων, ούτε των κωπών, και αφού εφόνευσαν τους άνδρας εφέροντο όπου τας ώθουν τα κύματα και ο άνεμος και έφθασαν ούτω εις τους Κρημνούς της Μαιώτιδος λίμνης. Είναι δε οι Κρημνοί μέρος της χώρας των ελευθέρων Σκυθών. Εκεί αι Αμαζόνες ωδοιπόρουν προς τους κατωκημένους τόπους· την πρώτην όμως αγέλην ίππων την οποίαν απήντησαν την διήρπασαν και αναβάσαι επί των ίππων τούτων ελεηλάτουν την χώραν των Σκυθών.
111. Οι δε Σκύθαι δεν ηδύναντο να εννοήσωσι το πράγμα, διότι ούτε την ενδυμασίαν, ούτε το έθνος, ούτε την γλώσσαν των εγνώριζον, αλλ' εθαύμαζον πόθεν ήλθον και τας ενόμιζον ότι ήσαν άνδρες έχοντες όλοι την αυτήν ηλικίαν· τέλος τας επολέμησαν. Μετά την μάχην όμως οι Σκύθαι έλαβόν τινα πτώματα και ανεγνώρισαν ότι ήσαν γυναίκες. Συνεσκέφθησαν λοιπόν και απεφάσισαν να μη τας φονεύωσι πλέον, αλλά να πέμψωσιν εις αυτάς αριθμόν τινα νέων ανάλογον με το πλήθος των Αμαζόνων, παραγγέλλοντες εις τους νέους τούτους να στρατοπεδεύσωσι πλησίον των και να τας μιμώνται καθ' όλα· εάν τους καταδιώκωσι, να μη τας πολεμώσιν, αλλά να φεύγωσι· και όταν αύται παύωσι την καταδίωξιν, να επιστρέφωσι και να στρατοπεδεύσωσι πλησίον των. Τούτο το σχέδιον παρεδέχθησαν οι Σκύθαι, θέλοντες να τεκνοποιήσωσιν εξ αυτών.