Part 26
50. Αυξάνων εκ των υδάτων των καταλεχθέντων ποταμών και άλλων πολλών, γίνεται ο Ίστρος μέγιστος των ποταμών. Εάν δε παραβάλωμεν μόνον τα ύδατα του Νείλου προς τα του Ίστρου, ευρίσκομεν ότι ο πρώτος είναι πολύ μεγαλείτερος, καθότι ο Νείλος μήτε ποταμόν τινα μήτε κρήνην δέχεται όπως αυξηθή. Ρέει δε ο Ίστρος ίσος και κατά το θέρος και κατά τον χειμώνα διά την εξής, ως νομίζω, αιτίαν· τον χειμώνα έχει το φυσικόν αυτού μέγεθος, ίσως ολίγον περισσότερον, διότι εις την χώραν ταύτην μόλις βρέχει κατά τον χειμώνα, χιών όμως πίπτει πάντοτε· κατά το θέρος η άφθονος χιών η πεσούσα κατά τον χειμώνα αναλυομένη εις όλα τα μέρη έρχεται εις τον Ίστρον. Όθεν και η χιών αύτη η πίπτουσα εις αυτόν συντρέχει εις την αύξησίν του, εν ταυτώ δε αι πολλαί και ορμητικαί βροχαί, διότι κατά το θέρος βρέχει. Όσον δε περισσότερον ύδωρ ανέλκει ο ήλιος το θέρος παρά τον χειμώνα, τόσον τα συνενούμενα με τον Ίστρον ύδατα είναι περισσότερα το θέρος παρά τον χειμώνα, και τοιουτοτρόπως γενομένης της αναπληρώσεως των εξατμιζομένων επέρχεται αντισήκωσις, ώστε ο Ίστρος να φαίνεται πάντοτε ίσος.
51. Είναι λοιπόν ο Ίστρος είς των ποταμών της Σκυθίας, μετά τούτον δε έρχεται ο Τύρος, όστις ορμάται μεν από τα βόρεια μέρη, άρχεται δε ρέων εκ λίμνης μεγάλης ήτις χωρίζει την Σκυθίαν από την Νευρίδα γην. Προ του στόματος αυτού κατοικούσιν Έλληνες οίτινες καλούνται Τυρίται.
52. Τρίτος ποταμός είναι ο Ύπανις όστις ορμάται μεν εκ της Σκυθικής, ρέει δε εκ λίμνης μεγάλης πέριξ της οποίας βόσκουσιν άγριοι ίπποι λευκοί. Ορθώς δε καλείται η λίμνη αυτή μήτηρ του Υπάνεως. Εκ ταύτης λοιπόν εκβαίνων ο Ύπανις ποταμός ρέει μικρός και γλυκύς μέχρι πέντε ημερών πλουν, έπειτα δε εις τεσσάρων ημερών πλουν από της θαλάσσης είναι πολύ πικρός, διότι ρίπτεται εις αυτόν κρήνη τόσον πικρά, ώστε καίτοι μικρά μεταδίδει την πικρότητά της εις όλον τον Ύπανιν όστις μεταξύ των μικρών ποταμών είναι μέγας. Είναι δε η κρήνη αύτη εις τα σύνορα των γεωργών Σκυθών και των Αλαζώνων. Όνομα της κρήνης ταύτης και του μέρους εκ του οποίου ρέει είναι Σκυθιστί μεν Εξαμπαίος, κατά δε την γλώσσαν των Ελλήνων Ιεραί οδοί. Ο Τύρης και ο Ύπανις πλησιάζουσι κατά το μέρος των Αλαζώνων, έπειτα όμως τρεπόμενοι αμφότεροι διάφορον διεύθυνσιν, αφίνουσι μεταξύ των μέγα διάστημα.
53. Τέταρτος είναι ο Βορυσθένης ποταμός όστις, κατά την εμήν γνώμην, είναι μετά τον Ίστρον ο μέγιστος και διά τους ανθρώπους ωφελιμώτατος ου μόνον των Σκυθικών ποταμών, αλλ' όλων των ποταμών, πλην του Νείλου, προς τον οποίον ουδείς άλλος δύναται να συγκριθή. Εκ των λοιπών όμως ο Βορυσθένης προσφέρει μεγίστας ωφελείας εις τους ανθρώπους, διότι και εις τα κτήνη παρέχει νομάς καλλίστας και αφθονωτάτας, και ιχθύς δίδει αρίστους και πολλούς, και το ύδωρ αυτού είναι γλυκύτατον. Ρέει δε καθαρός πλησίον άλλων ποταμών θολερών, τα σιτηρά εις τας όχθας αυτού γίνονται αξιολογώτατα, και η χλόη, εις τα μέρη όπου δεν σπείρεται η χώρα, φθάνει εις ύψος πολύ. Εις το στόμιον αυτού άπειρον άλας πήγνυται αυτόματον, παρέχον προς ταρίχευσιν μεγάλα κήτη άνευ ακάνθης, τα οποία καλούσιν αντακαίους, και πολλά άλλα θαυμασμού άξια. Μέχρι του Γέρρου, εις τον οποίον φθάνει τις μετά τεσσαράκοντα ημερών πλουν, ο Βορυσθένης είναι γνωστόν ότε ρέει καταβαίνων από βορά, πέραν όμως ουδείς γινώσκει διά τίνων ανθρώπων ρέει· είναι δε φανερόν ότι διέρχεται έρημον πριν φθάση εις την χώραν των γεωργών Σκυθών οίτινες εισι παρόχθιοι αυτού κάτοικοι επί δέκα ημερών πλουν. Μόνου τούτου του ποταμού και του Νείλου δεν δύναμαι να σημειώσω τας πηγάς, νομίζω δε ότι ούτε άλλος τις των Ελλήνων. Ρέων δε ο Βορυσθένης φθάνει πλησίον της θαλάσσης και εκεί ενούται μετ' αυτού ο Ύπανις χυνόμενος εις το αυτό έλος. Το μεταξύ των ποταμών τούτων διάστημα, σχηματίζον προεξοχήν της χώρας, καλείται ακρωτήριον του Ιππολάου. Εν αυτώ δε είναι εκτισμένος ναός της Δήμητρας, και απέναντι αυτού του ναού, επί του Υπάνεως, κατοικούσιν οι Βορυσθενείται. Και ταύτα μεν περί των ποταμών τούτων.
54. Πέμπτος δε ποταμός μετ' αυτούς είναι ο Παντικάπης. Ρέει και ούτος από το βόρειον μέρος και από λίμνην, τα δε μεταξύ τούτου και του Βορυσθένους νέμονται οι γεωργοί Σκύθαι. Αφού διασχίση την Υλαίαν, ενούται κατόπιν με τον Βορυσθένη.
55. Έκτος είναι ο Υπάκυρις, όστις πηγάζει μεν εκ λίμνης, ρέων δε διά μέσου των νομάδων Σκυθών, χύνεται πλησίον της πόλεως Καρκινίτιδος, χωρίζων προς τα δεξιά την Υλαίαν και τον Αχίλλειον καλούμενον δεσμόν.
56. Έβδομος ποταμός είναι ο Γέρρος όστις μακρύνεται του Βορυσθένους εις το μέρος όπου είναι γνωστός ο Βορυσθένης· χωρίζεται δε επίσης και εκ του τόπου εις ον δίδει το όνομά του· ρέων δε μέχρι θαλάσσης χωρίζει τους νομάδας Σκύθας από τους βασιλικούς Σκύθας και ενούται με τον Υπάκυριν.
57. Όγδοος ποταμός είναι ο Τάναϊς όστις πηγάζει μακρόθεν έκ τινος μεγάλης λίμνης και χύνεται εις άλλην έτι μεγαλειτέραν, καλουμένην Μαιώτιδα, ήτις χωρίζει τους βασιλικούς Σκύθας από τους Σαυρομάτας. Εις τούτον δε τον Τάναϊν εισβάλλει άλλος ποταμός όστις καλείται Ύργις.
58. Με τούτους λοιπόν τους ονομαστούς ποταμούς εστολίσθησαν οι Σκύθαι. Η δε χλόη η φυομένη εις την Σκυθικήν χώραν προς τροφήν των κτηνών είναι, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, χολωδεστάτη πασών. Δύναται δέ τις να βεβαιωθή τούτο ανοίγων τα θυσιαζόμενα κτήνη.
59. Τοιουτοτρόπως λοιπόν τα μεν αξιολογώτερα πράγματα ευκολώτατα δύναταί τις να προμηθευθή εις τους Σκύθας, τα δε έθιμα αυτών είναι τα εξής. Εκ των θεών τους μόνους τους οποίους λατρεύουσιν είναι πρώτον η Εστία, έπειτα δε ο Ζευς και η Γη την οποίαν νομίζουσι γυναίκα του Διός· μετ' αυτούς λατρεύουσι τον Απόλλωνα, την Ουρανίαν Αφροδίτην, τον Ηρακλέα και τον Άρην. Και αυτούς μεν τους θεούς λατρεύουσιν όλοι οι Σκύθαι, οι δε βασιλικοί Σκύθαι θυσιάζουσι και εις τον Ποσειδώνα. Ονομάζονται δε Σκυθιστί η μεν Εστία Ταβιτί, ο δε Ζευς, ορθότατα κατ' εμέ, Παπαίος (51), η Γη Απία, ο Απόλλων Οιτόσουρος, η ουρανία Αφροδίτη Αρτίμπασα, και ο Ποσειδών Θαμιμασάδας. Δεν κατασκευάζουσι μήτε αγάλματα, μήτε βωμούς, μήτε ναούς, ειμή εις τον Άρην, εις ον και μόνον εγείρουσιν.
60. Εις όλους τους ιερούς τόπους αι θυσίαι γίνονται κατά τον αυτόν τρόπον. Ιδού δε πώς γίνονται· το θύμα ίσταται όρθιον με δεδεμένους τους εμπροσθίους πόδας· ο δε θύων, ιστάμενος όπισθεν του κτήνους, σύρει το σχοινίον και το ρίπτει χαμαί. Ενώ δε πίπτει το ιερείον, αυτός επικαλείται τον θεόν προς τον οποίον θυσιάζει. Έπειτα θέτει βρόχον περί τον τράχηλον του ζώου και εμβαλών ράβδον στρέφει αυτήν, μέχρις ου το αποπνίξη, ούτε πυρ ανάπτων, ούτε απαρχάς προσφέρων ούτε σπονδάς. Αφού δε το πνίξη και το εκδάρη, τρέπεται προς έψησιν.
61. Επειδή δε η γη των Σκυθών στερείται ξύλων εντελώς, ιδού τι επενόησαν προς έψησιν των κρεάτων· γυμνούντες τα οστά των εκδειρομένων θυμάτων, ρίπτουσι τα κρέατα εις λέβητας επιχωρίους, εάν τύχωσι να έχωσιν, οίτινες πολύ ομοιάζουσι με τους κρατήρας της Λέσβου, εκτός μόνον ότι είναι πολύ μεγαλείτεροι· συγχρόνως θέτουσι τα οστά υπό τους λέβητας, και καίοντες αυτά ψήνουσι τα κρέατα. Εάν δεν έχωσι λέβητας, περικλείουσιν όλα τα κρέατα εις τας γαστέρας των ιερείων ομού με ύδωρ και ανάπτουσι κάτωθεν τα οστά, τα οποία καίουσι θαυμάσια. Χωρούσι δε αι γαστέρες ευκολώτατα τα κρέατα τα γυμνωθέντα των οστών. Τοιουτοτρόπως και ο βους ψήνεται αφ' εαυτού και τα άλλα ιερεία ομοίως. Αφού δε εψηθώσι τα κρέατα, ο θύσας ρίπτει μακράν, ως απαρχάς, μέρος των κρεάτων και των σπλάγχνων, θύουσι δε παντός είδους ζώα, και προ πάντων ίππους.
62. Εις μεν τους άλλους θεούς τοιουτοτρόπως θυσιάζουσι και ταύτα τα κτήνη προσφέρουσιν, εις δε τον Άρην ως εξής. Εις την κωμόπολιν εκάστου νομού ιδρύουσι ναόν κατά τον ακόλουθον τρόπον· φάκελοι φρυγάνων εισί συσσωρευμένοι εις τριών σταδίων μήκος και πλάτος, το ύψος δε αυτών είναι μικρότερον· επί του σωρού τούτου γίνεται τετράγωνον επίπεδον, και αι μεν τρεις πλευραί αυτού εισίν απότομοι, εκ δε της μιας δύναται τις ν' αναβή. Κατ' έτος επιθέτουσιν εκατόν πεντήκοντα αμαξών φρύγανα, καθότι ο σωρός ελαττούται αδιακόπως υπό των ανέμων. Επί εκάστου των ναών τούτων είναι ιδρυμένος αρχαίος ακινάκης σιδηρούς, όστις είναι το άγαλμα του Άρεως. Εις αυτόν δε τον ακινάκην προσφέρουσι θυσίας κτηνών και ίππων, και θυσιάζουσι πλειότερον ή εις τους άλλους θεούς· προς τούτοις από όσους ζωγρήσωσιν εις τον πόλεμον, θυσιάζουσιν ένα εις τους εκατόν, ουχί όμως καθώς θυσιάζουσι τα κτήνη αλλά κατά διάφορον τρόπον. Αφού χύσωσιν οίνον επί της κεφαλής των, σφάζουσι τους ανθρώπους εις αγγείον, το οποίον αναβιβάζοντες έτι του σωρού των φρυγάνων καταβρέχουσι τον ακινάκην με το αίμα· ενώ δε οι μεν αναβιβάζουσιν αυτό, οι άλλοι μένοντες εις τους πρόποδας του σωρού, κόπτουσιν ολοκλήρους τους δεξιούς ώμους των σφαγέντων ανδρών ομού με τας χείρας, και ρίπτουσιν αυτούς εις τον αέρα· έπειτα δε, αφού τελειώσωσι την θυσίαν και των άλλων θυμάτων, αναχωρούσι. Μένουσι δε αι μεν χείρες όπου πέσωσι, τα δε σώματα κεχωρισμένα.
63. Τοιαύται λοιπόν είναι αι θυσίαι των Σκυθών· χοίρους όμως δεν συνειθίζουσι να θυσιάζωσιν, ούτε δέχονται να τρέφωσι τοιούτους εις την χώραν των.
64. Οι δε πολεμικοί των νόμοι είναι οι ακόλουθοι. Τον πρώτον εχθρόν τον οποίον καταβάλη ο Σκύθης, πίνει εκ του αίματός του, φέρει δε εις τον βασιλέα τας κεφαλάς όλων εκείνων τους οποίους φονεύση εν τη μάχη· διότι, εάν μεν φέρη κεφαλήν, μετέχει των λαφύρων, εάν δε δεν φέρη, όχι. Διά να εκδάρη κεφαλήν, την περιτέμνει κύκλω περί τα ώτα, την λαμβάνει εκ των τριχών, την σείει, και αφού το δέρμα αποσπασθή από το κρανίον, αποξέει το κρέας με πλευράν βοός, μαλάσσει έπειτα αυτό μεταξύ των χειρών του· αφού δε το καταστήση τοιουτοτρόπως μαλακόν ως χειρόμακτρον, το κρεμά του χαλινού του ίππου επί του οποίου ιππεύει, και γαυριά. Εκείνος όστις έχει πολλά τοιαύτα δέρματα φημίζεται ως ανδρειότατος. Πολλοί κατασκευάζουσιν εκ των δερμάτων φορέματα και τα ράπτουσιν ως τα ποιμενικά ενδύματα. Πολλοί δε άλλοι, αφού εκδείρωσι τας δεξιάς χείρας των φονευθέντων εχθρών ομού με τους όνυχας, περικαλύπτουσι δι' αυτών τας φαρέτρας των. Είναι δε το δέρμα του ανθρώπου και παχύ και λαμπρόν, και σχεδόν εξ όλων των δερμάτων το μάλλον λευκόν. Άλλοι πάλιν, αφού εκδείρωσιν ολοκλήρους τους ανθρώπους και προσκολλήσωσι το δέρμα των επί ξύλων, περιφέρουσιν αυτό οσάκις ιππεύουσιν. Ταύτα λοιπόν είναι τα πολεμικά των έθιμα.
65. Ιδού δε πώς μεταχειρίζονται τας κεφαλάς, όχι όλων, αλλά των εχθίστων. Πριονίζουσι το κρανίον κάτωθεν των οφρύων και το καθαρίζουσι. Και ο μεν πτωχός το μεταχειρίζεται, αφού το περικαλύψη με δέρμα βοός ακατέργαστον, ο δε πλούσιος το καλύπτει ομοίως με δέρμα βοός κεχρυσωμένον έξωθεν και το μεταχειρίζεται ως ποτήριον. Κατασκευάζουσι δε τοιαύτα ποτήρια και από τας κεφαλάς των συγγενών των, εάν τύχη να έχωσι διαφοράν τινα μεταξύ των και νικήση ο είς τον άλλον, παρόντος του βασιλέως· όταν δε τον επισκέπτονται ξένοι τους οποίους υπολήπτεται, δεικνύει αυτάς τας κεφαλάς και λέγει ότι όντες συγγενείς εγένοντο εχθροί και τους ενίκησεν αυτός. Διηγούνται δε τούτο ως ανδραγάθημα.
66. Άπαξ του έτους έκαστος νομάρχης εις τον νομόν του γεμίζει ένα κρατήρα με οίνον και πίνουσιν εξ αυτού εκείνοι των Σκυθών όσοι εφόνευσαν εχθρούς· όσοι δεν κατώρθωσαν τοιούτο τι, δεν πίνουσιν εξ αυτού του οίνου, αλλ' ως άτιμοι κάθηνται μακράν· και τούτο είναι παρ' αυτοίς μέγιστον όνειδος. Όσοι εφόνευσαν παμπόλλους ανθρώπους, αυτοί έχουσι δύο ποτήρια και πίνουσι με τα δύο.
67. Οι Σκύθαι έχουσι πολλούς μάντεις οίτινες μαντεύονται με πολλάς ράβδους εξ ιτέας κατά τον εξής τρόπον· φέροντες μεγάλα δέματα εκ τοιούτων ράβδων, τα λύουσι, τακτοποιούσι τας ράβδους μίαν προς μίαν και προφητεύουσιν· ενώ δε λέγουσι τας προφητείας των, τινάζουσι πάλιν τας ράβδους και τας σχηματίζουσι δέματα. Τοιούτος είναι ο τρόπος της μαντικής τον οποίον παρέλαβον από τους πατέρας των. Οι δε Εναρείς οι ανδρόγυνοι (52) λέγουσιν ότι η Αφροδίτη τους έδωκε την μαντικήν επιστήμην· προλέγουσι δε με φλοιόν φιλύρας. Αφού σχίση ο μάντις την φιλύραν εις τρία, περιτυλίσσει τον φλοιόν εις τους δακτύλους του, έπειτα τον εκτυλίσσει και χρησμοδοτεί.
68. Όταν ο βασιλεύς των Σκυθών ασθενήση, προσκαλεί τρεις μάντεις, τους ονομαστοτάτους, οίτινες μαντεύονται κατά τα ανωτέρω ρηθέντα τρόπον, και σχεδόν πάντοτε λέγουσιν ότι το κακόν προήλθε, διότι ο δείνα ή ο δείνα ώμοσε ψευδώς εις την βασιλικήν εστίαν· είναι δε συνήθεια εις τους Σκύθας, όταν θέλωσι να δώσωσιν επίσημον όρκον, να ομνύωσιν εις την βασιλικήν εστίαν. Άμα είπωσι τούτο, προσάγεται εκείνος τον οποίον κατήγγειλαν ως ένοχον ψευδορκίας· αφού δε έλθη, οι μάντεις τον κατηγορούσι λέγοντες ότι διά της μαντικής απεδείχθη καταφανώς ότι επιώρκησεν ορκισθείς εις την βασιλικήν εστίαν και ότι η ασθένεια του βασιλέως δεν έχει άλλην αιτίαν. Τότε ο κατηγορούμενος αρνείται, λέγει ότι δεν επιώρκησε και θρηνολογεί. Επειδή λοιπόν αρνείται τούτο, ο βασιλεύς προσκαλεί άλλους διπλασίους μάντεις, και εάν διά της μαντικής αποδείξωσιν ούτοι ότι τωόντι επιώρκησεν ο άνθρωπος, τότε αμέσως τον αποκεφαλίζουσι, και οι πρώτοι μάντεις μοιράζονται την περιουσίαν του. Εάν δε οι δεύτεροι μάντεις τον αθωώσωσι, προσκαλούνται άλλοι, και έπειτα άλλοι. Επί τέλους, όταν οι πλειότεροι αθωώσωσι τον άνθρωπον, αποφασίζεται να θανατωθώσιν οι πρώτοι μάντεις.
69. Διά να τους θανατώσωσι δε πληρούσιν άμαξαν με φρύγανα, ζευγνύουσιν εις αυτήν ίππους, αναγκάζουσι τους καταδικασθέντας να αναβώσιν εις το μέσον των φρυγάνων με τας χείρας δεδεμένας όπισθεν, τους πόδας περικεκλεισμένους εις πέδας και το στόμα πεφραγμένον· τιθεμένου δε πυρός εις τα φρύγανα, οι βόες εξαγριούνται και παρασύρουσι την άμαξαν. Και πολλοί μεν βόες συγκατακαίονται με τους μάντεις, πολλοί δε σώζονται περικεκαυμένοι αφού κατακαυθή ο ρυμός αυτών. Κατακαίουσι δε τους μάντεις ουχί μόνον διά την αιτίαν την οποίαν ανέφερα, αλλά και δι' άλλας αιτίας, ονομάζοντες αυτούς ψευδομάντεις. Όσους δε φονεύση ο βασιλεύς, τούτων ουδέ τα τέκνα αφίνει, αλλά φονεύει τα άρρενα και παραιτεί τα θήλεα.
70. Με όσους δε ορκίζονται οι Σκύθαι, ορκίζονται ως εξής· Χύνουσιν οίνον εις μέγα ποτήριον πήλινον, και μιγνύουσιν εν αυτώ αίμα εκείνων οίτινες θα ορκισθώσι κάμνοντες μικράν αμυχήν είτε δι' οπητίου είτε διά της αιχμής μαχαιρίου. Έπειτα βυθίζουσιν εις το αγγείον ακινάκην, βέλη, πέλεκυν και ακόντιον· τούτου γενομένου, λέγουσι κατάρας πολλάς, και έπειτα οι ορκιζομένοι και οι σημαντικότεροι των ακολουθούντων αυτούς πίνουσιν εκ τούτου του κράματος.
71. Ενταφιάζονται δε οι βασιλείς εις τα Γέρρα μέχρι των οποίων ο Βορυσθένης είναι προσπλωτός. Ενταύθα, όταν αποθάνη ο βασιλεύς των, ορύσσουσιν εις την γην μέγα όρυγμα τετράγωνον· άμα δε τούτο ετοιμασθή, λαμβάνουσι τον νεκρόν, του οποίου το μεν σώμα είναι κατακηρωμένον, η δε κοιλία ανοιγείσα και καθαρισθείσα είναι γεμισμένη με κύπερον τετριμμένον, με θυμίαμα, με σπόρον σελίνου και με άνηθον, έπειτα δε πάλιν ερραμμένη· τοιουτοτρόπως δε κομίζουσα αυτόν εν αμάξη εις άλλο έθνος. Εκείνοι οίτινες δεχθώσι το σώμα πράττουσιν όσα και οι βασιλικοί Σκύθαι οίτινες έφεραν αυτό· κόπουσιν ολίγον το ωτίον των, περικείρουσι τας τρίχας της κεφαλής, περιτέμνουσι τους βραχίονας, κάμνουσιν αμυχάς εις το μέτωπον και την ρίνα, και διαπερώσι με βέλη την αριστεράν χείρα. Εκείθεν φέρουσιν εν αμάξη τον νεκρόν του βασιλέως εις άλλο έθνος εξ εκείνων εφ' ων άρχουσιν, οι δε προηγούμενοι εις τους οποίους τον έφεραν ακολουθούσιν. Αφού δε τοιουτοτρόπως περιέλθωσιν όλα τα έθνη κομίζοντες τον νεκρόν, φθάνουσιν επί τέλους εις το έσχατον των εθνών, τα Γέρρα, και εις τους τάφους. Τότε αποθέτουσι τον νεκρόν εις τον τάφον επί στιβάδος, πηγνύοντες ένθεν και ένθεν του νεκρού αιχμάς και επάνω αυτών απλούντες ξύλα τα οποία στεγάζουσι με ψιάθους. Εις το κενόν δε διάστημα του τάφου θάπτουσι μίαν των παλλακίδων την οποίαν πνίγουσιν, ένα οινοχόον, ένα μάγειρον, ένα ιπποκόμον, ένα ιδιαίτερον θεράποντα, ένα αγγελιαφόρον, ίππους, απαρχάς όλων των πραγμάτων του και φιάλας χρυσάς, καθότι δεν μεταχειρίζονται μήτε άργυρον μήτε χαλκόν. Ταύτα ποιήσαντες, ρίπτουσι χώμα και ανυψούσι τον τάφον, αμιλλώμενοι και προθυμούμενοι να τον υψώσωσιν όσον το δυνατόν περισσότερον.
72. Αφού παρέλθη έν έτος, πράττουσι πάλιν τα ακόλουθα· λαμβάνουσι τους προθυμοτάτους εκ των υπολειπομένων θεραπόντων (είναι δε ούτοι Σκύθαι εγχώριοι, διότι τοιούτοι Σκύθαι υπηρετούσι τον βασιλέα εις ό,τι διατάξη, και δεν έχει αργυρωνήτους υπηρέτας)· εξ αυτών λοιπόν των θεραπόντων αφού πνίξωσι πεντήκοντα, και ίππους καλλίστους πεντήκοντα, εκβάλλουσι την κοιλίαν των, την καθαρίζουσι, την γεμίζουσι με άχυρα και την ράπτουσι πάλιν. Έπειτα διά δύο ξύλων στηρίζουσι το ήμισυ τροχού του οποίου η περιφέρεια εγγίζει την γην· διά του αυτού δε τρόπου στηρίζουσι και το άλλο ήμισυ. Στηρίζουσι δε πολλά τοιαύτα. Ακολούθως περώσι διά ξύλων μακρών και χονδρών τα σώματα όλων των ίππων μέχρι των τραχήλων και θέτουσιν αυτά επί των ημιτροχίων, άτινα βαστάζουσιν εμπρός τους ώμους, οπίσω την κοιλίαν, και αφίνουσι κρεμάμενα τα σκέλη εκατέρωθεν εις τους ίππους τούτους, τοιουτοτρόπως κρατουμένους ευθείς, θέτουσι χαλινούς και στόμια, τείνουσα αυτά έμπροσθεν και τα δένουσιν εις πασσάλους. Τέλος, επί εκάστου ίππου, ανεβιβάζουσιν ένα νέον πεπνιγμένον, αφού προηγουμένως περάσωσι κατά μήκος του οστού της ράχεως ξύλον όρθιον το οποίον επάνω μεν φθάνει μέχρι του τραχήλου, κάτω δε είναι μακρόν τόσον ώστε να εισέρχεται εις οπήν κατεσκευασμένην εις το άλλο ξύλον το διά του ίππου διερχόμενον. Αφού λοιπόν στήσωσι τοιούτους ιππείς περί τον τάφον, αναχωρούσιν.
73. Ούτω θάπτουσι τους βασιλείς, όταν δε αποθάνωσιν οι άλλοι Σκύθαι, οι πλησιέστατοι συγγενείς των τους θέτουσιν εις αμάξας και τους περιφέρουσιιν εις τους φίλους των· έκαστος δε αυτών υποδεχόμενος φιλοξενεί τους συνοδεύοντας δίδων και εις τον νεκρόν από όλα όσα δίδει εις τους άλλους. Περιφέρονται κατ' αυτόν τον τρόπον επί ημέρας τεσσαράκοντα, μετά ταύτα δε τον θάπτουσι και καθαρίζονται κατά τον ακόλουθον τρόπον. Πλύναντες προηγουμένως τας κεφαλάς των και σπογγίσαντες αυτάς, εμπήγουσιν εις την γην ξύλα τα οποία κλίνουσιν όπως τα προσεγγίσωσι προς άλληλα εκ των άνω, επί των ξύλων δε τούτων εκτείνουσιν υφάσματα μάλλινα. Μεταξύ των ξύλων τούτων τα οποία φέρουσι τα υφάσματα θέτουσι σκάφην εντός της οποίας υπάρχουσι λίθοι πεπυρακτωμένοι μέχρι διαφανείας.
74. Παράγεται δε εις την χώραν ταύτην είδος τι κανννάβεως πολύ ομοίας με το λίνον πλην της παχύτητος και του μεγέθους, διότι κατά τα δύο ταύτα η κάναβις είναι πολύ υπερτέρα του λίνου. Φύεται δε και αυτομάτως και σπειρομένη, οι δε Βράκες κατασκευάζουσιν εξ αυτής ενδύματα πολύ ομοιάζοντα με τα λινά, τοσούτον ώστε όστις δεν τα μετεχειρίσθη, δεν δύναται να διακρίνη το έν πανίον από το άλλο, εκείνος δε όστις δεν είδε ποτέ κάνναβιν δύναται να εκλάβη το ύφασμα ως λινούν.
75. Λαμβάνοντες λοιπόν οι Σκύθαι εκ του σπόρου τούτου εισέρχονται υπό τα ξύλα τα οποία καλύπτονται από τα υφάσματα και ρίπτουσιν αυτόν επί των διαφανών υπό του πυρός λίθων· καιόμενος δε ούτος καπνίζει και επιχέει καπνόν περισσότερον παρά παν άλλο ελληνικόν λουτρόν. Οι Σκύθαι παραφερόμενοι εκ του καπνού τούτου ωρύονται τούτο δε μεταχειρίζονται αντί λουτρού, επειδή, ποτέ δεν βυθίζουν το σώμα των ολόκληρον εις το ύδωρ. Αι γυναίκες των βρέχουσι λίθον τραχύν και επ' αυτού τρίβουσι ξύλον κυπαρίσσου, κέδρου και λιβάνου· με το μίγμα· δε τούτο αλείφουσι το σώμα και το πρόσωπον και αφ' ενός μεν ευωδιάζουσιν, αφ' ετέρου δε, όταν τα εκβάλωσι την ακόλουθον ημέραν, είναι καθαραί και δροσεραί.
76. Αποφεύγουσι δε με πάντα τρόπον από του να παραλαμβάνωσι τα έθιμα των άλλων εθνών και μάλιστα των Ελλήνων, ως το απέδειξαν εις τον Ανάχαρσιν και μετ' αυτόν εις τον Σκύλην. Ο Ανάχαρσις, αφού περιηγήθη, πολύ μέρος της γης και εκτήσατο κατά την περιήγησιν ταύτην πολλήν σοφίαν, επέστρεφεν εις την Σκυθίαν· πλέων δε διά του Ελλησπόντου προσωρμίσθη, εις την Κύζικον και ιδών τους Κυζικηνούς ασχολουμένους να εορτάζωσι μεγαλοπρεπώς την εορτήν της μητρός των θεών, ευχήθη εις την θεάν εάν φθάση αισίως εις την πατρίδα του να προσφέρη εις αυτήν ομοίως θυσίας και να συστήση πανυχίδα. Όταν λοιπόν έφθασεν εις την Σκυθικήν και εισέδυσεν εις την λεγομένην Υλαίαν, ήτις κείται πλησίον του Αχιλλείου δρόμου και καλύπτεται όλη υπό δένδρων παντοίων, ήρχισεν ο Ανάχαρσις να τελή την εορτήν της Κυβέλης με όλα τα καθέκαστα, κρατών τύμπανον και έχων εις το στήθος αγάλματα κρεμάμενα. Είς όμως των Σκυθών ιδών αυτόν εφανέρωσεν εις τον βασιλέα τι έπραττεν. Ούτος δε ελθών και ιδών τον Ανάχαρσιν ταύτα πράττοντα, τον ετόξευσε και τον εφόνευσε (53). Και σήμερον, εάν τις ερωτήση περί του Αναχάρσιδος, οι Σκύθαι προσποιούνται ότι δεν τον γνωρίζουσιν, επειδή απεδήμησεν εις την Ελλάδα και παρεδέχθη έθιμα ξενικά· ως δε ήκουσα εγώ από τον Τίμνον τον επίτροπον του Αριπείθους, ο Ανάχαρσις ήτο προς πατρός θείος του Ιδανθύρσου βασιλέως των Σκυθών και υιός του Γνούρου του υιού του Λύκου και εγγονού του Σπαργαπείθους. Εάν λοιπόν ο Ανάχαρσις ήτο εκ της οικίας ταύτης, ας μάθη ότι εφονεύθη υπό του αδελφού του, διότι ο Ιδάνθυρσος ήτο υιός του Σαυλίου, ο Σαύλιος δε ήτο ο φονεύσας τον Ανάχαρσιν.
77. Ήκουσα επίσης τους Πελοποννησίους διηγουμένους άλλην ιστορίαν την ακόλουθον· ότι ο Ανάχαρσις απεδήμησε κατά διαταγήν του βασιλέως των Σκυθών και εγένετο μαθητής της Ελλάδος και ότι επιστρέψας είπεν εις τον πέμψαντα ότι όλοι οι Έλληνες ασχολούνται εις παν είδος μαθήσεως πλην των Λακεδαιμονίων, και όμως μόνον εις αυτούς δύναται τις να δώση και να λάβη καλήν συμβουλήν. Αλλ' η διήγησις αύτη επλάσθη υπ' αυτών των Ελλήνων, το δε βέβαιον είναι ότι ο άνθρωπος εθανατώθη ως είπον ανωτέρω. Ο Ανάχαρσις λοιπόν ταύτα έπαθε χάριν των ξενικών εθίμων και των στενών σχέσεων τας οποίας είχε με τους Έλληνας.
78. Μετά πολλά δε έτη ύστερον ο Σκύλης του Αριαπείθους έπαθε σχεδόν τα ίδια. Ο Σκύλης ούτος ήτο υιός του Αριαπείθους βασιλέως των Σκυθών και γυναικός τινος ουχί εγχωρίας αλλ' εκ της πόλεως Ιστρίας, η δε μήτηρ του τω εδίδαξε την γλώσσαν και τα ελληνικά γράμματα. Βραδύτερον ο μεν Αριαπείθης εδολοφονήθη υπό του Σπαργαπείθους, βασιλέως των Αγαθύρεων, ο δε Σκύλης παρέλαβε την βασιλείαν και την γυναίκα του πατρός του ήτις ωνομάζετο Οποίη. Ήτο δε η Οποίη αύτη εγχωρία και είχεν υιόν εκ του Αριαπείθους καλούμενον Όρικον. Ο Σκύλης, μολονότι ήτο βασιλεύς των Σκυθών, ποσώς δεν ηρέσκετο εις την Σκυθικήν δίαιταν, καθότι η ανατροφή την οποίαν είχε λάβει τον έκαμνε να κλίνη μάλλον προς τα ελληνικά έθιμα. Επομένως, οσάκις μετέβαινε με τον στρατόν εις την πόλιν των Βορυσθενειτών (οι Βορυσθενείται δε ούτοι λέγονται ότι είναι Μιλήσιοι), τον μεν στρατόν άφινεν εις το προάστειον, αυτός δε εισήρχετο εις την πόλιν και κλείων τας θύρας εξεδύετο την Σκυθικήν και εφόρει την ελληνικήν ενδυμασίαν· ταύτην δε φορών περιεφέρετο εις την αγοράν, ούτε υπό φύλακός τινος συνοδευόμενος ούτε υπό άλλου τινός, καθότι οι άνθρωποι του εφύλαττον τας θύρας μήπως εισέλθη τις των Σκυθών και τον ίδη με τα ενδύματα ταύτα. Προσέτι δε και καθ' όλα τα άλλα ηκολούθει την ελληνικήν δίαιταν και εθυσίαζεν εις τους θεούς κατά τα έθιμα των Ελλήνων. Αφού δε διέτριβεν εκεί ένα μήνα ή και περισσότερον, ανεχώρει επαναλαμβάνων την Σκυθικήν ενδυμασίαν. Έπραττε δε τούτο πολλάκις, και έκτισεν οικίαν εις την πόλιν των Βορυσθενειτών όπου είχε νυμφευθή γυναίκα εγχωρίαν.
79. Επειδή όμως ήτο πεπρωμένον να πάθη κακόν, ιδού εκ ποίας αιτίας προήλθε το κακόν. Επεθύμησε να μυηθή τα μυστήρια του Διονύσου, και ενώ έμελλε να αρχίση την τελετήν εγένετο μέγα θαύμα. Είχεν, ως είπον ανωτέρω, εις την πόλιν των Βορυσθενειτών μεγάλην οικίαν και πολυτελή, περί την οποίαν είχον στηθή σφίγγες και γρύπες εκ λευκού λίθου. Εις ταύτην ο θεός έρριψε κεραυνόν. Και η μεν οικία κατεκάη όλη, ο δε Σκύθης ουχ ήττον εξηκολούθησε και ετελείωσε την τελετήν. Ονειδίζουσι δε τους Έλληνας οι Σκύθαι διά την εορτήν ταύτην του Βάκχου, διότι λέγουσιν ότι δεν ήρμοζε να εφεύρωσι τοιούτον θεόν όστις ωθεί τους ανθρώπους εις μανίαν. Ότε λοιπόν ο Σκύλης εμυείτο τα μυστήρια του Βάκχου, Βορυσθενείτης τις, μεταβάς εις τους Σκύθας, τοις είπε· «Μας ονειδίζετε, ω Σκύθαι, ότι βακχεύομεν και ότι καταλαμβάνει ημάς ο θεός· την στιγμήν ταύτην όμως ο θεός κατέλαβε και τον υμέτερον βασιλέα και βακχεύει και μαίνεται υπό του θεού. Εάν δεν με πιστεύετε, ακολουθήσατέ με, και θέλω σας δείξει αυτόν.» Τον ηκολούθησαν οι προεστώτες των Σκυθών, και ο Βορυσθενείτης αναβιβάσας κρυφίως τους ετοποθέτησεν εις ένα πύργον· μετ' ολίγον διέβη ο Σκύλης με τον θίασον των μαινομένων, και οι Σκύθαι τον είδον ότι εβάκχευε. Τότε εθεώρησαν εαυτούς πληγέντας υπό μεγάλης συμφοράς, και εξελθόντες ανεκοίνωσαν εις όλον τον στρατόν όσα είδον.