Part 25
20. Πέραν του ποταμού τούτου είναι οι καλούμενοι βασιλικοί Σκύθαι, οι άριστοι, οι πολυαριθμότατοι, οι νομίζοντες τους άλλους Σκύθας δούλους των. Εκτείνονται δε ούτοι προς μεσημβρίαν μεν μέχρι της Ταυρικής, προς ανατολάς δε μέχρι της τάφρου την οποίαν ώρυξαν οι εκ των τυφλών γεννηθέντες, και μέχρι του εμπορικού λιμένος της Μαιώτιδος λίμνης όστις καλείται Κρημνοί· τινές δ' εξ αυτών εκτείνονται μέχρι του ποταμού Τανάιδος. Άνωθεν των βασιλικών Σκυθών, προς βοράν, κατοικούσιν οι Μελάγχλαινοι, άλλο έθνος και ουχί Σκυθικόν· άνωθεν δε των Μελαγχλαίνων είναι λίμναι και γη ακατοίκητος, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.
21. Αφού διαβή τις τον Τάναϊν, παύει πλέον η Σκυθία, και ο μεν πρώτος κλήρος είναι των Σαυροματών οίτινες αρχόμενοι εκ του μυχού της Μαιώτιδος λίμνης κατοικούσι προς βοράν διάστημα δεκαπέντε ημερών οδόν, όπου ούτε καρποφόρα δένδρα υπάρχουσιν ούτε άγρια. Ανωτέρω τούτων, έχουσι τον δεύτερον κλήρον οι Βουδίνοι νεμόμενοι γην κεκαλυμμένην υπό παντός είδους δένδρων.
22. Υπεράνω των Βουδίνων, προς βοράν, πρώτον μεν είναι έρημος επτά ημερών οδού· μετά την έρημον, κλίνοντες περισσότερον προς ανατολάς, κατοικούσιν οι Θυσαγέται, έθνος πολυάριθμον και ίδιον, όπερ ζη εκ της θήρας. Γείτονες τούτων εις τους αυτούς τόπους κατοικούσιν οι Ιύρκαι οίτινες ωσαύτως ζώσιν εκ της θήρας. Ο θηρευτής αναβάς εις δένδρον (διότι τα δένδρα είναι πολλά ανά πάσαν την χώραν) παραμονεύει, εις την ρίζαν δε του δένδρου αφίνει τον ίππον του όστις είναι δεδιδαγμένος να κήται επί της κοιλίας, να φαίνεται μικρότατος και να ήναι έτοιμος καθώς και είς κύων. Όταν δε ιδή το θήρευμα από του δένδρου, τοξεύει αυτό, αναβαίνει επί τον ίππον, το διώκει, και ο κύων το συλλαμβάνει. Υπεράνω τούτων, πάντοτε αποκλίνοντες προς ανατολάς, κατοικούσιν άλλοι Σκύθαι, αποστατήσαντες από των άλλων βασιλικών Σκυθών και ελθόντες εις τον τόπον τούτον.
23. Μέχρι της χώρας των Σκυθών τούτων, όλα τα μέρη τα οποία περιέγραψα είναι πεδινά και βαθύγαια, πέραν δε τούτων είναι πετρώδη και τραχέα. Διερχόμενος τις πολύ μέρος της τραχείας ταύτης χώρας, φθάνει εις τους πρόποδας υψηλών ορέων όπου κατοικούσιν άνθρωποι οίτινες ως λέγεται γεννώνται φαλακροί, και οι άνδρες και αι γυναίκες, έχουσι την ρίνα σιμήν, τα γένεια μεγάλα, γλώσσαν ιδιαιτέραν, ενδυμασίαν μεταχειρίζονται Σκυθικήν και ζώσιν εκ των δένδρων. Το δένδρον εξ ου τρέφονται καλείται ποντικός, το μέγεθος αυτού είναι περίπου το της συκής, παράγει καρπόν ίσον τω κυάμω και έχει πυρήνα. Αφού ωριμάση, κόπτουσι τον καρπόν, θλίβουσιν αυτόν εντός ιματίου και εξάγουσι ρευστόν παχύ και μέλαν το οποίον καλούσιν άσχυ. Το άσχυ τούτο ή λείχουσιν ή μιγνύοντες μετά γάλακτος πίνουσι, και από της παχύτητος της υποστάθμης κατασκευάζουσι πλακούντια και τρώγουσιν αυτά. Κτήνη δεν έχουσι πολλά, διότι δεν υπάρχουσιν εκεί νομαί καλαί. Έκαστος έχει την κατοικίαν του κάτωθεν δένδρου, τον μεν χειμώνα περικαλυπτόμενος με λευκόν κάλυμμα εκ μαλλίου δυνατού, το δε θέρος άνευ καλύμματος. Ουδείς αδικεί αυτούς, καθότι λέγονται ότι είναι ιεροί· ούτε έχουσι κανέν πολεμικόν όπλον. Αφ' ενός μεν, μεσολαβούσιν όπως περαιώσωσι τας διαφοράς των γειτόνων των, αφ' ετέρου δε ο φυγάς όστις ζητεί παρ' αυτοίς άσυλον, δεν αδικείται υπ' ουδενός. Ονομάζονται δε Οργιεμπαίοι.
24. Μέχρι των φαλακρών τούτων πολύ γνωστός είναι ο τόπος καθώς και τα έθνη όσα είναι πριν φθάσωμεν εις αυτούς, καθότι και Σκύθαι τινές φθάνουσιν εις αυτούς, και δεν είναι δύσκολον να λάβη τις πληροφορίας είτε παρ' αυτών είτε παρά των Ελλήνων του λιμένος του Βορυσθένους και των άλλων λιμένων του Ευξείνου πόντου. Εκ δε των Σκυθών όσοι έρχονται εις αυτούς, διαπραγματεύονται δι' επτά διερμηνέων και επτά γλωσσών.
25. Μέχρι των Αργιππαίων λοιπόν είναι γνωστός ο τόπος· μακρύτερον όμως, ουδέν δύναται τις να είπη ακριβώς, διότι τέμνουσι την χώραν όρη υψηλά τα οποία ουδείς υπερβαίνει. Αλλ' οι φαλακροί ούτοι λέγουσι, και κατ' εμέ δεν είναι πιστευτοί, ότι κατοικούσι τα όρη ταύτα άνθρωποι με πόδας αιγός, και ότι υπερβαίνων τις αυτούς φθάνει εις άλλους ανθρώπους, οίτηνες κοιμώνται έξ μήνας. Ουδόλως παραδέχομαι τούτο, αλλά λέγω ότι τα μεν προς ανατολάς των φαλακρών μέρη είναι γνωστά ότι κατοικούνται υπό Ισσηδόνων, περί δε των προς βοράν των φαλακρών και των Ισσηδόνων ουδέν άλλο είναι γνωστόν ειμή ό,τι λέγουσιν αυτοί οι ίδιοι.
26. Οι Ισσηδόνες, ως λέγεται, έχουσι τα ακόλουθα έθιμα. Όταν αποθάνη τινός ο πατήρ, όλοι οι συγγενείς φέρουσι ζώα· έπειτα, αφού τα θυσιάσωσι και τα διαμελίσωσι, διαμελίζουσιν επίσης τον πατέρα του φιλοξενούντος· αναμίξαντες δε όλα τα κρέατα τα παραθέτουσι προς δείπνον. Την δε κεφαλήν αυτού ψιλώσαντες και καθαρίσαντες καταχρυσούσι, και έπειτα μεταχειρίζονται αυτήν ως είδωλον προσφέροντες κατ' έτος μεγάλας θυσίας. Το έθιμον τούτο ομοιάζει προς το των Ελλήνων οίτινες εορτάζουσι την επέτειον ημέραν του θανάτου των πατέρων των. Άλλως οι Ισσηδόνες φημίζονται ως άνθρωποι δίκαιοι, και αι γυναίκες έχουσι την αυτήν εξουσίαν με τους άνδρας· είναι δε και ούτοι γνωστοί.
27. Ανωτέρω αυτών λέγουσιν οι Ισσηδόνες ότι υπάρχουσιν άνθρωποι μονόφθαλμοι και γρύπες φύλακες του χρυσού. Από τους Ισσηδόνας το παρέλαβον και το επαναλαμβάνουσιν οι Σκύθαι, παρά δε των Σκυθών το παρεδέχθημεν ημείς οι άλλοι και ονομάζομεν αυτούς Σκυθιστί Αριμασπούς, διότι άριμα οι Σκύθαι λέγουσι το έν, σπου δε τον οφθαλμόν.
28. Τόσον δυσχείμερος είναι όλη η χώρα, την οποίαν περιέγραψα, ώστε επί οκτώ μήνας το ψύχος είναι αφόρητον. Κατ' αυτούς τους μήνας εάν χύσης ύδωρ δεν κάμνεις πηλόν, αλλ' εάν ανάψης πυρ κάμνεις πηλόν. Πήγνυται δε και η θάλασσα επίσης ως ο Κιμμέριος Βόσπορος, και επί του κρυστάλλου περιπατούσι τα στρατεύματα των Σκυθών οίτινες κατοικούσιν εντός της τάφρου και ελαύνουσι τας αμάξας πέραν εις τους Σινδούς. Τοιούτος χειμών διατελεί επί οκτώ μήνας, τους δ' επίλοιπους τέσσαρας είναι ακόμη ψύχος. Ο χειμών των κλιμάτων τούτων διαφέρει εκείνου όστις υπάρχει εις όλας τας άλλας χώρας· καθ' όλην ταύτην την ώραν του έτους δεν γίνονται μεγάλαι βροχαί, κατά δε το θέρος δεν παύει η βροχή. Όταν γίνωνται βρονταί εις τα άλλα μέρη, τότε εκεί δεν γίνονται, το δε θέρος είναι συνεχείς. Εάν συμβή κατά τον χειμώνα βροντή, νομίζεται ως θαύμα· εάν δε συμβή σεισμός είτε κατά το θέρος είτε κατά τον χειμώνα, τούτο νομίζεται θαύμα δι' όλην την Σκυθίαν. Οι ίπποι συνειθίζουσιν εις τον χειμώνα τούτον και τον υποφέρουσιν, οι ημίονοι όμως και οι όνοι δεν ανέχονται αυτόν. Εξ εναντίας εις κλίματα ηπιώτερα οι μεν ίπποι οι μένοντες εκτεθειμένοι εις το ψύχος αποθνήσκουσιν, οι δε όνοι και οι ημίονοι αντέχουσιν,
29. Νομίζω δε ότι το γένος των βοών της χώρας ταύτης δεν έχει κέρατα ένεκα του ψύχους· βεβαιοί δε την γνώμην μου ο εξής στίχος του Ομήρου εν τη Οδυσσεία·
Η Λυβία όπου τ' αρνία άμα γεννηθώσιν έχουσιν κέρατα.
Και τω όντι τα κέρατα φύονται ταχέως εις τα θερμά κλίματα· αλλ' εις εκείνα όπου το ψύχος είναι δριμύ, δεν φύονται ουδόλως ή μόλις φύονται.
30. Ενταύθα λοιπόν ταύτα γίνονται ένεκα του ψύχους, θαυμάζω δε (καθότι εξ αρχής η διήγησίς μου ηρέσκετο εις τας προσθήκας) διατί εις όλην την Ηλείαν δεν δύνανται να γεννηθώσιν ημίονοι· το κλίμα δεν είναι ψυχρόν, ουδέ υπάρχει άλλο φανερόν αίτιον του γεγονότος τούτου· λέγουσι δε οι Ηλείοι ότι τούτο προέρχεται έκ τινος κατάρας. Διά τούτο όταν έλθη ο καιρός να συλλάβωσιν οι ίπποι, φέρουσιν αυτάς εις τους πλησιοχώρους· εκεί δε τας αφίνουσι να τας αναβώσιν οι όνοι, και αφού συλλάβωσι, τας φέρουσι πάλιν οπίσω.
31. Περί δε των πτερών με τα οποία λέγουσιν οι Σκύθαι ότι είναι πλήρης ο αήρ, τόσον ώστε μήτε να ίδη τις δύναται μήτε να προχωρήση προς το μέρος της ηπείρου, ιδού ποία είναι η γνώμη μου. Εις τα υψηλότερα μέρη της χώρας ταύτης πάντοτε πίπτει χιών, ολιγωτέρα κατά φυσικόν λόγον το θέρος ή τον χειμώνα. Όστις δε είδε χιόνα πίπτουσαν αφθόνως, εκείνος εννοεί τι λέγω· και τωόντι η χιών ομοιάζει με πτερά. Ένεκα λοιπόν αυτού του δριμέος χειμώνος τα βόρεια μέρη της ηπείρου ταύτης είναι ακατοίκητα. Νομίζω δε ότι οι Σκύθαι και οι περίοικοι αυτών, μεταχειριζόμενοι γλώσσαν συμβολικήν, καλούσι την χιόνα πτερά. Ταύτα λοιπόν είναι όσα λέγονται περί των απωτάτων τούτων χωρών.
32. Περί δε των υπερβορείων ανθρώπων μήτε οι Σκύθαι μήτε οι άλλοι οι περί τα μέρη εκείνα οικούντες λέγουσι τι, πλην ίσως των Ισσηδόνων· ως νομίζω δ' εγώ, ούτε αυτοί δεν λέγουσι τίποτε, διότι εάν έλεγον τι θα το επανελάμβανον οι Σκύθαι, όπως πράττουσι τούτο και διά τους μονοφθάλμους. Ο Ησίοδος μόνον ανέφερε περί των Υπερβορείων, έτι δε και ο Όμηρος εις τους Επιγόνους, εάν τωόντι ο Όμηρος εποίησε τα έπη ταύτα.
33. Οι Δήλιοι όμως λέγουσι πολύ περισσότερα περί αυτών, διηγούμενοι ότι ιερά τινα αντικείμενα, περιτετυλιγμένα εις άχυρα σίτου εκομίζοντο εκ των Υπερβορείων εις τους Σκύθας· ότι εκ των Σκυθών μετεφέροντο εις τους γείτονάς των, έπειτα, από έθνους εις έθνος, έφθανον μέχρι των εσχάτων προς δυσμάς ορίων, εις τον Αδρίαν· εκείθεν δε πεμπόμενα προς μεσημβρίαν, τα εδέχοντο πρώτοι εκ των Ελλήνων οι Δωδωναίοι· έπειτα εκ της Δωδώνης κατέβαινον εις τον Μαλέαν κόλπον διά να διαβώσιν εις την Εύβοιαν· ότι αι πόλεις της νήσου ταύτης διαδοχικώς τα έπεμπον μέχρι της Καρύστου· ότι από την Κάρυστον, αφίνοντες την Άνδρον προς τα αριστερά, τα μετέφερον οι Καρύστιοι εις την Τήνον και οι Τήνιοι εις την Δήλον. Τοιουτοτρόπως λοιπόν λέγουσιν ότι ήρχοντο εις αυτούς τα ιερά ταύτα αντικείμενα. Ιδού δε πώς συμπληρούσι την διήγησίν των· κατά πρώτην φοράν οι Υπερβόρειοι έπεμψαν διά να φέρωσι τα αναθήματα ταύτα δύο κόρας τας οποίας οι Δήλιοι ονομάζουσιν Υπερόχην και Λαοδίκην, μετ' αυτών δε, ως ασφαλή συνοδείαν, έπεμψαν πέντε εκ των αστών οίτινες σήμερον καλούνται Περφερείς και οίτινες εις την Δήλον τιμώνται πολύ. Αλλ' ούτε αι κόραι ούτε οι συνοδοί επέστρεψαν πλέον εις τους Υπερβορείους· κρίνοντες δε τότε ούτοι ότι θα ήτο άτοπον εάν εξηκολούθει πάντοτε να μη επιστρέφωσιν οι αποστελλόμενοι άνθρωποι, απεφάσισαν να φέρωσι τα αναθήματα μέχρι των συνόρων και να τα παραδίδωσι περιτετυλιγμένα με άχυρα εις τους πλησιεστέρους γείτονας παραγγέλλοντες εις αυτούς να τα προσέχωσι και να τα διαβιβάζωσιν εις άλλο έθνος. Και ταύτα μεν τοιουτοτρόπως πεμπόμενα από έθνους εις έθνος έφθανον, ως λέγεται, εις την Δήλον· ηξεύρω δε εγώ το ακόλουθον όπερ έχει σχέσιν προς τα αναθήματα ταύτα. Αι γυναίκες της Θράκης και της Παιονίας, όταν θυσιάζωσιν εις την βασίλισσαν Αρτέμιδα, ποτέ δεν προσφέρουσι τας θυσίας χωρίς άχυρα σίτου. Και ταύτα μεν ηξεύρω ότι πράττουσιν αυταί.
34. Προς τιμήν δε των παρθένων εκείνων αίτινες ελθούσαι εκ των Υπερβορείων ετελεύτησαν εις την Δήλον, αφιερούσιν οι νέοι και αι νέαι της νήσου ταύτης την κόμην των. Αι μεν νέαι, προ του γάμου των, αποτέμνουσαι ένα πλόκαμον ελίττουσιν αυτόν περί άτρακτον και τον αποθέτουσιν επί του τάφου όστις είναι έσω του ναού της Αρτέμιδος, προς αριστεράν του εισερχομένου και σκιάζεται υπό ελαίας. Οι δε νέοι ελίττουσιν ολίγας τρίχας περί τινα χλόην και αποθέτουσιν αυτάς επίσης επί του τάφου. Και αύται μεν αι παρθένοι τοιαύτην τιμήν λαμβάνουσιν από τους κατοίκους της Δήλου.
35. Λέγουσι δε οι αυτοί Δήλιοι ότι η Άργη και η Ώπις, παρθένοι εκ των Υπερβορείων, διελθούσαι διά των αυτών χωρών, έφθασαν εις την Δήλον προ της Υπερόχης και της Λαοδίκης και ότι έφερον εις την Ειλείθυιαν, χάριν του ευκόλου τοκετού των γυναικών, τον φόρον τον οποίον έταξαν. Προσθέτουσι δε ότι η Άργη και η Ώπις ήλθον ομού με αυτούς τους θεούς και ότι εδόθησαν εις αυτάς άλλαι τιμαί παρά των Δηλίων. Αι γυναίκες επαιτούσιν επικαλούμεναι τα ονόματά των έν τινι ύμνω τον οποίον εποίησεν εις αυτάς ο Λύκιος Ωλήν· παρ' αυτών δε μαθόντες οι νησιώται και οι Ίωνες να υμνώσι την Ώπιν και την Άργην, επικαλούνται επίσης αυτάς επαιτούντες (ο Ωλήν δε ούτος, ελθών εκ της Λυκίας, εποίησεν όλους τους παλαιούς ύμνους τους ψαλλομένους εις την Δήλον.) Όταν δε οι μηροί καίωνται επί του βωμού, λαμβάνουσι την τέφραν και την σκορπίζουσιν επί του τάφου της Ώπιος και της Άργης. Είναι δε ο τάφος ούτος όπισθεν του ναού της Αρτέμιδος, προς ανατολάς, πλησιέστατα του εστιατορίου των Κείων.
36. Και ταύτα μεν αρκούσι διά τους Υπερβορείους, διότι δεν θα αναφέρω την ιστορίαν του Αβάριος όστις, ως λέγεται, ήτο Υπερβόρειος και βέλος τον περιέφερεν ανά πάσαν την γην χωρίς να φάγη τίποτε. Εάν ήναι αληθές ότι υπάρχουσιν υπερβόρειοι άνθρωποι, αναγκαίως θα υπάρχωσι και άλλοι υπερνότιοι. Γελώ δε βλέπων πολλούς περιγράφοντας την γην χωρίς να εξηγώσι τίποτε σαφώς. Τινές τούτων παριστώσι τον Ωκεανόν ρέοντα περί την γην, ως εάν η γη εγένετο στρογγύλη διά τόρνου· υποθέτουσιν επίσης ότι η Ευρώπη είναι μεγάλη όσον η Ασία. Με ολίγας όμως λέξεις θα φανερώσω το μέγεθος εκάστης αυτών και το σχήμα.
37. Οι Πέρσαι οικούσιν εκτεινόμενοι μέχρι της νοτίας θαλάσσης της καλουμένης Ερυθράς. Ανωτέρω αυτών, προς βοράν, οικούσιν οι Μήδοι· ανωτέρω των Μήδων οι Σάσπειρες· ανωτέρω δε των Σασπείρων οι Κόλχοι εκτεινόμενοι μέχρι της βορείας θαλάσσης όπου εισβάλλει ο Φάσις ποταμός. Ταύτα τα τέσσαρα έθνη κατοικούσιν από της μιας θαλάσσης μέχρι της άλλης.
38. Εκείθεν, προς δυσμάς, δύο μεγάλαι ξηραί χωρίζονται και καταβαίνουσι μέχρι της θαλάσσης· ταύτας θέλω περιγράψει. Η μία εξ αυτών προς βοράν μεν αρχίζουσα από τον Φάσιν ποταμόν, ακολουθεί την παραλίαν του Ευξείνου Πόντου και του Ελλησπόντου και φθάνει μέχρι του Τρωικού ακρωτηρίου Σιγείου, προς νότον δε η αυτή αύτη ξηρά αρχομένη από του Μυριανδρικού κόλπου του κειμένου πλησίον της Φοινίκης εκτείνεται παρά την θάλασσαν μέχρι του ακρωτηρίου Τριοπίου. Κατοικούσι δε εις την ξηράν ταύτην έθνη τριάκοντα. Αύτη είναι η μία ξηρά.
39. Η ετέρα, αρχομένη από των Περσών, εκτείνεται μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης και περιέχει πρώτον την Περσικήν γην, μετά ταύτα την Ασσυρίαν και τέλος την Αραβίαν· λήγει δε, ουχί φυσικώς αλλά τεχνητώς, εις τον Αράβιον κόλπον, εις το σημείον όπου ο Δαρείος ήνωσε διά διώρυχος τα ύδατα του Νείλου. Από της Περσίας μέχρι της Φοινίκης, η χώρα είναι πλατεία και μεγάλη· από δε της Φοινίκης η ξηρά αύτη παρακολουθεί τα παραθαλάσσια της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου όπου και τελευτά. Εις ταύτην τρία μόνα έθνη κατοικούσι. Τοιούτον είναι το σχήμα της Ασίας, εάν αρχίσωμεν από την Περσίαν και προχωρήσωμεν προς δυσμάς.
40. Τα δε ανωτέρω των Περσών, των Μήδων, των Σασπείρων και των Κόλχων προς ανατολάς, αφ ενός μεν περιορίζει η Ερυθρά θάλασσα, αφ' έτερου δε η Κασπία θάλασσα και ο Αράξης ποταμός όστις ρέει ακολουθών την πορείαν του ηλίου. Η Ασία κατοικείται μέχρι της Ινδικής· μετά ταύτα δε προς ανατολάς είναι έρημος και ουδείς δύναται να είπη τι περί αυτής. Τοιαύτη και τοσαύτη είναι η Ασία.
41. Η δε Λιβύα είναι εις την ετέραν ξηράν, διότι συνέχεται με την Αίγυπτον προς το μέρος της οποίας η ξηρά αύτη είναι στενή· τωόντι από της ημετέρας θαλάσσης μέχρι της Ερυθράς είναι δέκα χιλιάδες οργυιαί όπερ εστί χίλιοι στάδιοι. Από του ισθμού όμως τούτου η χώρα πλατύνεται και λαμβάνει το όνομα Λιβύα.
42. Θαυμάζω λοιπόν εκείνους οίτινες ώρισαν και διήρεσαν την γην εις Λιβύαν, Ασίαν και Ευρώπην, καθότι η μεταξύ των χωρών τούτων διαφορά δεν είναι μικρά. Τωόντι η Ευρώπη κατά μήκος μεν είναι ίση με τας άλλας δύο, κατά πλάτος όμως δεν με φαίνεται αξία να παραβληθή με αυτάς. Η Λιβύα προφανώς περικυκλούται υπό υδάτων, πλην του διαστήματος του αποτελούντος τα προς την Ασίαν σύνορα· πρώτος δε από όσους ημείς ηξεύρομεν έδειξε τούτο ο Νεκώ, ο βασιλεύς της Αιγύπτου. Όταν έπαυσε να σκάπτη την μεταξύ του Νείλου και του Αραβίου κόλπου διώρυχα, εξέπεμψε Φοίνικάς τινας με πλοία διατάξας αυτούς να επιστρέψωσιν εις την βορείαν θάλασσαν διά των Ηρακλείων στηλών και ούτω να επανέλθωσιν εις την Αίγυπτον. Οι Φοίνικες αναχωρήσαντες εκ της Ερυθράς θαλάσοης έπλεον προς νότον· όταν δε έφθανε το φθηνόπωρον προσαρμοζόμενοι έσπειρον την γην εις το μέρος της Λιβύας όπου ήθελον ευρεθή και περιέμενον το θέρος· αφού δε εθέριζον τον σίτον, εξηκολούθουν πάλιν τον πλουν των. Τοιουτοτρόπως δύο έτη παρήλθον, κατά δε το τρίτον κάμψαντες τας Ηρακλείους στήλας επέστρεψαν εις την Αίγυπτον και έλεγον ότι περιπλέοντες την Λιβύαν είχον τον ήλιον εις τα δεξιά, όπερ εγώ μεν δεν πιστεύω, άλλος τις όμως ενδέχεται να πιστεύη. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η Λιβύα εγένετο γνωστή κατά πρώτον.
43. Μετά δε ταύτα λέγουσιν οι Καρχηδόνιοι ότι την εγνώρισαν, καθότι ο Αχαιμενίδης Σατάσπης ο υιός του Τεάσπιος, σταλείς επί τούτω δεν περιέπλευσε την Λιβύαν· αλλά φοβηθείς το μήκος του πλου και την ερημίαν, επέστρεψεν οπίσω χωρίς να εκτελέση την ποινήν την οποίαν τω επέβαλεν η μήτηρ του. Ο Σατάσπης ούτος είχε βιάσει την θυγατέρα του Ζωπύρου υιού του Μεγαβύζου, και καθ' ην στιγμήν προς τιμωρίαν του εγκλήματος τούτου έμελλε να ανασκολοπισθή κατά διαταγήν του βασιλέως Ξέρξου, η μήτηρ του, αδελφή ούσα του Δαρείου, εμεσίτευσε και τω εχαρίσθη η ζωή υποσχεθείσα ότι αυτή θα τω επιβάλη τιμωρίαν αυστηροτέραν, να περιπλεύση την Λιβύαν, μέχρις ου φθάση, εις τον Αράβιον κόλπον. Συγκατατεθέντος του Ξέρξου, ο Σατάσπης μετέβη εις την Αίγυπτον, και λαβών εκείθεν πλοίον και ναύτας, έπλευσε μετ' αυτών προς τας Ηρακλείους στήλας· διαβάς δε ταύτας και κάμψας το ακρωτήριον της Λιβύας όπερ καλείται Σολόεις, έπλευσε προς μεσημβρίαν. Αφού όμως διήνυσε θάλασσαν πολλήν εις πολλούς μήνας και είδεν ότι υπελείπετο το περισσότερον μέρος του πλου, επέστρεψεν οπίσω και έπλευσεν εις την Αίγυπτον. Εκ της Αιγύπτου πορευθείς εις τον βασιλέα Ξέρξην διηγείτο ότι εις τας απωτάτας χώρας είχεν ιδή ανθρώπους μικρούς φέροντας ενδύματα εκ φύλλων φοίνικος, οι οποίοι, άμα προσωρμίζετο το πλοίον, έφευγον εις τα όρη εγκαταλείποντες τας πόλεις των, εις τας οποίας εισερχόμενοι οι άνθρωποι του ουδεμίαν βλάβην επροξένουν, αλλά μόνον ελάμβανον ζώα τινα από αυτάς. Αίτιον δε του μη εντελούς περίπλου της Λιβύας έλεγεν ότι ήτο το ακόλουθον· ότι το πλοίον εκάθητο και δεν ήτo δυνατόν να προχωρήση περαιτέρω. Ο δε Ξέρξης μη πιστεύων εις τα λεγόμενα και επειδή δεν εξετέλεσε τον επιβληθέντα αγώνα, διέταξε να τον ανασκολοπίσωσι, κρίνας αυτόν άξιον της πρώτης τιμωρίας. Τούτου του Σατάσπους ευνούχος τις, άμα έμαθε τον θάνατον του δεσπότου του, έφυγεν εις την Σάμον με χρήματα πολλά τα οποία Σάμιός τις κατεχράσθη· γνωρίζω το όνομα αυτού, αλλά δεν θέλω να το είπω.
44. Της δε Ασίας τα περισσότερα μέρη ανεκάλυψεν ο Δαρείος. Θέλων να μάθη εις ποίαν θάλασσαν χύνεται ο Ινδός, ο δεύτερος ποταμός εις τον οποίον ευρίσκονται κροκόδειλοι, έπεμψε μετά πλοίων τον Σκύλακα τον Καρυανδέα και άλλους παρά των οποίων επίστευεν ότι ήθελε μάθει την αλήθειαν. Ούτοι δε αναχωρήσαντες εκ της πόλεως Κασπατύρου και της Πακτυϊκής γης έπλεον προς ανατολάς ακολουθούντες το ρεύμα του ποταμού μέχρι της θαλάσσης. Πλεύσαντες δε ακολούθως εις το πέλαγος προς δυσμάς, έφθασαν κατά τον τριακοστόν μήνα εις τον αυτόν τόπον εκ του οποίου ο βασιλεύς της Αιγύπτου είχε πέμψει τους ανωτέρω μνημονευθέντας Φοίνικας διά να περιπλεύσωσι την Λιβύαν. Μετά τον τελευταίον τούτον περίπλουν ο Δαρείος υπέταξε τους Ινδούς και μετεχειρίζετο την θάλασσαν ταύτην. Τοιουτοτρόπως δε, πλην των προς ανατολάς μερών, τα άλλα ευρέθησαν ότι είναι όμοια με τα της Λιβύας.
45. Ουδείς ηδυνήθη να γνωρίση θετικώς εάν η Ευρώπη, είτε προς ανατολάς, είτε προς το βόρειον μέρος, περιβρέχεται υπό υδάτων, γνωστόν δε είναι μόνον ότι το μήκος αυτής είναι σχεδόν ίσον με το των άλλων δύο. Ούτε δύναμαι να εικάσω πώς, ενώ η γη είναι μία, εδόθησαν εις αυτήν τρία ονόματα, μήτε διατί τα ονόματα ταύτα είναι ονόματα γυναικών, μήτε διατί ο Νείλος εις την Αίγυπτον, και ο Φάσις εις την Κολχίδα ετέθησαν ως όρια (τινές δε λέγουσι τον Τάναϊν ποταμόν της Μαιώτιδος και τα Κιμμέρια Πορθμεία.) Ούτε δύναμαι να μάθω τα ονόματα εκείνων οίτινες έθεσαν αυτά τα όρια, ούτε πόθεν έλαβον αυτάς τας επωνυμίας. Οι πλείστοι των Ελλήνων λέγουσιν ότι η μεν Λιβύα έλαβε το όνομα γυναικός τινος αυτόχθονος, η δε Ασία ωνομάσθη ούτω από της γυναικός του Προμηθέως. Οι Λυδοί όμως οικειοποιούνται αυτό το όνομα και λέγουσιν ότι ωνομάσθη ούτω η Ασία από τον Ασίαν υιόν του Κότυος του Μάνου και όχι από την Ασίαν την γυναίκα του Προμηθέως· τούτου ένεκα φυλή τις των Σάρδεων καλείται Ασίας. Κανείς λοιπόν μεταξύ των ανθρώπων δεν ηξεύρει εάν η Ευρώπη περιβρέχεται υπό υδάτων, μήτε πόθεν έλαβε το όνομά της· εκτός εάν παραδεχθώμεν ότι έλαβε το όνομα της Τυρίας Ευρώπης και ότι πρότερον δεν είχε κανέν όνομα, όπως και αι δύο άλλαι. Αλλ' είναι φανερόν ότι η γυνή αύτη ήτο εκ της Ασίας και ότι ποτέ δεν ήλθεν εις την χώραν την οποίαν σήμερον οι Έλληνες καλούσιν Ευρώπην, αλλά μόνον από την Φοινίκην ήλθεν εις την Κρήτην και εκ της Κρήτης εις την Λυκίαν. Και ταύτα μεν αρκούσι περί του αντικειμένου τούτου· ημείς δε θα εξακολουθήσωμεν μεταχειριζόμενοι τα ονόματα τα οποία εγένοντο δεκτά.
46. Τα δε παράλια του Ευξείνου πόντου όπου ο Δαρείος έφερε τα στρατεύματά του περιέχουσιν έθνη αμαθέστατα, πλην του Σκυθικού. Ούτε έν έθνος υπάρχει εκ των κατοικούντων εντός του Πόντου το οποίον να δυνάμεθα να μνημονεύσωμεν διά την σοφίαν του, μήτε γνωρίζομεν κανένα λόγιον άνδρα, πλην του Σκυθικού έθνους και του Αναχάρτιδος. Το δε Σκυθικόν έθνος εκανόνισε σοφώτερον πάντων των άλλων εθνών τα οποία γνωρίζομεν το σπουδαιότερον από όλα τα ανθρώπινα πράγματα, καθότι τας άλλας αυτού συνηθείας δεν θαυμάζω. Το σπουδαιότερον λοιπόν των ανθρωπίνων πραγμάτων ούτως ερρυθμίσθη παρ' αυτών· ουδείς εξ εκείνων οίτινες εκστρατεύουσι κατ' αυτών είναι βέβαιος ότι θα τους αποφύγη, και εάν θέλωσι να μη τους εύρωσι, κανείς δεν ειμπορεί να τους εύρη· διότι μήτε πόλεις έχουσι μήτε τείχη, αλλ' είναι φερέοικοι. Είναι δε όλοι ιπποτοξόται καί ζώσιν ουχί εκ της γεωργίας, αλλ' εκ της κτηνοτροφίας· έχουσι δε τας κατοικίας των επί αμαξίων. Πώς λοιπόν να μην ήναι απρόσβλητοι και πώς να δυνηθή τις να τους εύρη και να τους πολεμήση;
47. Επενόησαν δε το μέσον τούτο της υπερασπίσεως, διότι και η γη των είναι αρμοδία και οι ποταμοί βοηθούσιν εις τούτο. Τωόντι η γη των είναι πεδιάς χλοώδης και καλώς διαβρεχομένη, μεγάλοι δε ποταμοί ρέουσι δι' αυτής μόλις ολιγώτεροι των εν Αιγύπτω διωρύχων. θα αναφέρω τους μάλλον ονομαστούς και προσπλωτούς από το μέρος της θαλάσσης. Πρώτος είναι ο πεντάστομος Ίστρος· μετ' αυτόν είναι ο Τύρης, ο Ύπανις, ο Βορυσθένης, ο Παντικάπης, ο Γέρρος και ο Τάναϊς· ρέουσι δε ούτοι κατά την εξής διεύθυνσιν.
48. Ο Ίστρος, ο μέγιστος των ποταμών τους οποίους γνωρίζομεν, τρέχει πάντοτε ο ίδιος και το θέρος και τον χειμώνα· ων δε ο πρώτος τον οποίον συναντά τις εις την Σκυθίαν προς τα εσπέρια μέρη, εγένετο μέγιστος καθότι πίπτουσιν εις αυτόν και άλλοι ποταμοί. Εκείνοι δε οίτινες καθιστώσιν αυτόν μέγαν είναι οι ακόλουθοι. Πέντε μεν οι ρέοντες διά της Σκυθικής χώρας, εκείνος τον οποίον οι Σκύθαι καλούσι Πόρατα, οι δε Έλληνες Πυρετόν, ο Τιαραντός, ο Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός. Ο μεν πρώτος των ποταμών τούτων, μέγας και τρέχων προς ανατολάς, ενόνει τα ύδατά του, μετά του Ίστρου, ο δε δεύτερος, ο Τιαραντός, είναι μικρότερος και ρέει μάλλον δυτικώς, ο δε Αραρός, ο Νάπαρις και ο Ορδησσός, τρέχοντες διά μέσου τούτων, εισβάλλουσιν εις τον Ίστρον. Και ούτοι μεν οι ποταμοί, όντες Σκυθικοί, συντελούσιν εις την αύξησιν αυτού· ο δε Μάρις, ων εκ της χώρας των Αγαθύρσων, ενούται και αυτός με τον Ίστρον.
49. Από δε τας κορυφάς του Αίμου τρεις άλλοι μεγάλοι ποταμοί ρέοντες προς βοράν εισβάλλουσιν εις αυτόν, ο Άτλας, ο Αύρας και ο Τίβισις· διά δε της Θράκης και των Κροβύζων Θρακών ρέοντες ο Άθρυς, ο Νόης και ο Αρτάνης πίπτουσιν εις τον Ίστρον. Εκ των Παιόνων και του όρους της Ροδόπης ο Σκίος ποταμός σχίζων εις το μέσον τον Αίμον εισβάλλει εις αυτόν. Εκ των Ιλλυριών ρέων προς βοράν ο Άγγρος ποταμός εισβάλλει εις την Τριβαλλικήν πεδιάδα και εις τον Βρόγγον ποταμόν, ο δε Βρόγγος εις τον Ίστρον τοιουτοτρόπως δε ο Ίστρος δέχεται αμφοτέρους, όντας μεγάλους. Εκ δε της χώρας της κειμένης υπεράνω των Ομβρίκων ο Κάρπις και ο Άλπις, ρέοντες και ούτοι προς βοράν, εισβάλλουσιν εις αυτόν, διότι ο Ίστρος ρέει δι' όλης της Ευρώπης αρχόμενος εκ των Κελτών οίτινες μετά τους Κύνητας είναι οι τελευταίοι κάτοικοι της Ευρώπης προς δυσμάς· ρέων δε δι' όλης της Ευρώπης εισβάλλει εις την θάλασσαν πλαγίως της Σκυθικής.