Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 24

Chapter 2431 wordsPublic domain

153. Ενώ εγίνοντο ταύτα, κατά τον εικοστόν μήνα, συνέβη το εξής θαύμα εις τον Ζώπυρον τον υιόν του Μεγαβύζου, εκείνου όστις υπήρξεν είς των επτά κατά του μάγου συνωμοσάντων. Μία από τας σιτοφόρους ημιόνους του εγέννησεν. Όταν δε τω ανήγγειλον τούτο δεν επίστευσε και μετέβη ο ίδιος διά να ίδη τον πώλον. Παραγγείλας δε εις τους υπηρέτας του να μη φανερώσωσιν εις κανένα το γεγονός, εσκέπτετο πολλά καθ' εαυτόν. Τότε ενθυμήθη τους λόγους του Βαβυλωνίου όστις κατά την έναρξιν της πολιορκίας είχεν ειπεί ότι θα κυριευθή το τείχος όταν γεννήσωσιν ημίονοι, και έκρινεν ότι ηδύνατο τέλος να κυριευθή η Βαβυλών, καθότι επίστευεν ότι κατά θείαν βούλησιν ο Βαβυλώνιος είπε τον λόγον εκείνον και εγέννησεν η ημίονός του.

154. Επειδή λοιπόν τω εφαίνετο ότι απεφασίσθη υπό της μοίρας να κυριευθή η Βαβυλών, μετέβη προς τον Δαρείον και τον ηρώτησεν εάν είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση την πόλιν ταύτην, Ότε δε έμαθεν ότι επεθύμει πολύ, ήρχισε να σκέπτεται πώς να την κυριεύση ο ίδιος και πώς το έργον να αποδοθή εις αυτόν, διότι εις τους Πέρσας τα κατορθώματα ανταμείβονται διά μεγίστων τιμών. Δι' άλλου τρόπου λοιπόν δεν έβλεπεν ότι ηδύνατο να κυριεύση την Βαβυλώνα ειμή πρώτον να πληγώση εαυτόν και έπειτα να αυτομολήση εις τους Βαβυλωνίους. Ούτω δε αψηφήσας τους πόνους επλήγωσεν εαυτόν με πληγάς ανιάτους· καθότι κόψας την ρίνα και τα ώτα και περικείρας ακανονίστως την κόμην και μαστιγώσας εαυτόν παρουσιάσθη ενώπιον του Δαρείου.

155. Ο δε Δαρείος ελυπήθη πολύ ιδών λελωβημένον ένα των σημαντικωτάτων του στρατού· όθεν αναπηδήσας από τον θρόνον ανεβόησε και τον ηρώτησε ποίος ο πληγώσας αυτόν και διά ποίαν αιτίαν. Ο δε Ζώπυρος απεκρίθη· «Δεν υπάρχει άνθρωπος, εκτός σου, όστις να έχη τόσην δύναμιν ώστε να με φέρη εις αυτήν την κατάστασιν· ούτε άλλος τις ξένος, ω βασιλεύ, έπραξε τούτο, αλλ' εγώ ο ίδιος, μη ανεχόμενος να σκώπτωσι τους Πέρσας οι Ασσύριοι.» Απεκρίθη ο Δαρείος· «Ω σκληρότατε άνθρωπε, εις αισχίστην πράξιν έδωσες κάλλιστον όνομα, λέγων ότι ένεκα των πολιορκουμένων επληγώθης ανιάτως. Νομίζεις λοιπόν, ω ανόητε άνθρωπε, ότι σού καταπληγωθέντος οι εχθροί θα παραδοθώσι ταχύτερον; τόσον λοιπόν έχασες τας φρένας σου ώστε να έλθης εις αυτήν την κατάστασιν;» Ο δε Ζώπυρος απήντησεν· «Εάν σοι εκοινοποίουν τι έμελλον να πράξω, βεβαίως θα με εμπόδιζες· τώρα όμως το έπραξα χωρίς να ερωτήσω κανένα και ήλθεν η στιγμή καθ' ην, εκτός εάν δείξης καμμίαν έλλειψιν, θα κυριεύσωμεν την Βαβυλώνα, διότι όπως είμαι θα αυτομολήσω εις την πόλιν, θα είπω εις τους πολιορκουμένους ότι από σε έπαθον ταύτα και νομίζω, αφού τους πείσω περί τούτου, να μοι αναθέσωσι την στρατηγίαν. Συ εν τούτοις, την δεκάτην ημέραν μετά την είσοδόν μου εις τα τείχη των, παράταξον προς την πύλην της Σεμιράμιδος χιλίους στρατιώτες εξ εκείνων τους οποίους δεν φροντίζεις πολύ εάν χαθώσι· μετά τούτο, περίμενον ακόμη επτά ημέρας, έπειτα παράταξον άλλους δισχιλίους προς την πύλην των Νινίων· μετά την εβδόμην δε ταύτην ημέραν, άφες ακόμη να παρέλθωσιν είκοσιν ημέραι, και παράταξον τρισχιλίους στρατιώτας προς την πύλην των Χαλδαίων. Τόσον ούτοι όσον και οι προηγούμενοι να μη έχωσιν άλλο αμυντήριον όπλον πλην εγχειριδίων· αυτά μόνον άφες τους να έχωσι. Μετά την εικοστήν ημέραν διάταξον αμέσως το άλλο στράτευμα να κάμη έφοδον περί την πόλιν, θέσον δε δι' εμέ τους Πέρσας παρά τας Βηλίδας και Κισσίας λεγομένας πύλας, διότι δεν αμφιβάλλω ότι οι Βαβυλώνιοι, αφού με ίδωσι να εκτελέσω τόσα κατορθώματα, θα εμπιστευθώσιν εις εμέ και τα άλλα πράγματα και προς τούτοις τας κλείδας των πυλών. Περί των λοιπών δε θα φροντίσωμεν εγώ και οι Πέρσαι.»

156. Ταύτα παραγγείλας επορεύετο προς τας πύλας επιστρεφόμενος πολλάκις ως αν ήτο αληθώς αυτόμολος. Ιδόντες αυτόν οι επί των επάλξεων τοποθετημένοι σκοποί, κατέβησαν μετά σπουδής, ήνοιξον ολίγον μίαν πύλην και τον ηρώτησαν τις ήτο και τι ήθελε. Τοις είπεν ότι ήτο ο Ζώπυρος και ότι κατέφευγεν εις αυτούς. Ακούσαντες ταύτα οι πυλωροί τον έφεραν εις το κοινόν των Βαβυλωνίων, όπου παρουσιασθείς ελεεινολόγει εαυτόν λέγων ότι έπαθεν υπό του Δαρείου όσα έπαθεν αφ' εαυτού· προσέθηκε δε ότι τα έπαθεν επειδή συνεβούλευσε τον Δαρείον να λύση την πολιορκίαν, αφού δεν εφαίνετο ότι υπήρχε μέσον να κυριευθή η πόλις. «Τώρα, εξηκολούθησεν, ω Βαβυλώνιοι, έρχομαι προς σας διά μεγίστην ωφέλειαν υμών και μεγίστην βλάβην του Δαρείου και του στρατού και των Περσών· διότι αφού με έφερεν εις τοιαύτην κατάστασιν δεν θα απέλθη ατιμώρητος και ηξεύρω λεπτομερώς όλα του τα σχέδια.» Ταύτα είπεν ο Ζώπυρος.

157. Οι δε Βαβυλώνιοι, βλέποντες άνδρα εκ των πρώτων Περσών στερηθέντα ρινός και ώτων, πλήρη αίματος και μαστιγώσεων, επίστευσαν άνευ της παραμικράς αμφιβολίας ότι έλεγε την αλήθειαν και ότι ήλθε να πολεμήση δι αυτούς· προθύμως λοιπόν τω έδοσαν ό,τι εζήτει· τοις εζήτησε δε στρατόν. Αφού δε επέτυχεν ό,τι επεθύμει, εξετέλεσεν όσα συνεφώνησε μετά του Δαρείου. Την δεκάτην ημέραν εξέβαλε τον στρατόν των πολιορκουμένων, και περικυκλώσας τους χιλίους τους οποίους παρήγγειλεν εις τον Δαρείον να πέμψη πρώτους, κατέκοψεν αυτούς. Πεισθέντες δε οι Βαβυλώνιοι ότι τα έργα του ήσαν σύμφωνα με τους λόγους του, πάνυ περιχαρείς ήσαν έτοιμοι να τον υπηρετώσιν εις ό,τι διέταττεν. Ο δε αφήσας να παρέλθωσιν αι συμπεφωνημέναι ημέραι, εκλέξας πάλιν τινάς Βαβυλωνίους εξήλθε και κατέκαψε τους δισχιλίους του Δαρείου. Ιδόντες δε και τούτο το έργον οι Βαβυλώνιοι, όλοι είχον εις το στόμα το όνομα του Ζωπύρου και υπερεπήνουν αυτόν. Ούτος δε πάλιν αφήσας να παρέλθωσι και αι άλλαι συμπεφωνημένα ημέραι, έκαμε τρίτην έξοδον εις το προειρημένον μέρος, περιεκύκλωσε τους τετρακισχιλίους και εφόνευσεν αυτούς. Μετά το τελευταίον δε τούτο κατόρθωμα ο Ζώπυρος ήτο το παν εις τους πολιορκουμένους, οίτινες τον κατέστησαν στρατάρχην και τειχοφύλακα.

158. Όταν όμως ο Δαρείος έκαμε κατά τα συμπεφωνημένα γενικήν έφοδον κατά του τείχους εξ όλων των μερών, όλος ο δόλος του Ζωπύρου απεκαλύφθη· διότι, ενώ οι Βαβυλώνιοι από των τειχών ημύνοντο και απέκρουον τον στρατόν, ο Ζώπυρος, ανοίξας τας Κισσίας και τας Βηλίδας καλουμένας πύλας, εισήγαγε τους Πέρσας εις το κέντρον της πόλεως. Εκ δε των Βαβυλωνίων όσοι μεν είδον τα πραττόμενα κατέφυγον εις τον ναόν του Διός του Βήλου, όσοι δε δεν τα είδον έμειναν εις την θέσιν των μέχρις ου έμαθον και αυτοί ότι επροδώθησαν. Τοιουτοτρόπως η Βαβυλών εκυριεύθη εκ δευτέρου.

159. Ο δε Δαρείος, αφού υπέταξε τους Βαβυλωνίους, εκρήμνισε τα τείχη και απέσπασεν όλας τας πύλας· ο Κύρος, ο πρώτος κατακτητής της Βαβυλώνος, δεν έπραξεν ούτε το έν ούτε το άλλο. Επί πάσιν ο βασιλεύς ανεσκολόπισε τρισχιλίους εκ των κορυφαίων πολιτών, επιτρέψας εις τους λοιπούς να κατοικώσι την πόλιν. Διά να έχωσι δε γυναίκας οι Βαβυλώνιοι (διότι είχον πνίξει τας ιδικάς των, ως εφανέρωσα εις τας αρχάς, διά να οικονομήσωσι τας τροφάς) διέταξε τα γείτονα έθνη να στείλωσι γυναίκας εις την Βαβυλώνα, κανονίσας εκάστου την αναλογίαν, ώστε το όλον των συναθροισθεισών γυναικών ήτο πεντήκοντα χιλιάδες. Εκ τούτων δε των γυναικών κατάγονται οι σήμερον Βαβυλώνιοι.

160. Κατά την κρίσιν του Δαρείου, ουδείς υπερέβη τον Ζώπυρον κατά την ανδραγαθίαν, ούτε εκ των προγενεστέρων ούτε εκ των συγχρόνων, πλην του Κύρου, διότι ποτέ Πέρσης δεν ενόμισεν ότι δύναται να παραβληθή με τον τελευταίον τούτον. Λέγουσι δε ότι πολλάκις ο Δαρείος επανέλαβε τους λόγους τούτους· ότι επροτίμα μάλλον να μη υποστή την βλάβην εκείνην ο Ζώπυρος, παρά να κατακτήση αυτός άλλας είκοσι Βαβυλώνας εκτός εκείνης την οποίαν κατέκτησε. Τον ετίμησε δε υπερβαλλόντως, καθότι κατ' έτος τω έδιδε δώρα όσα οι Πέρσαι νομίζουσι πολυτιμότατα· τω έδωκε προς τούτοις να κυβερνά ισοβίως την Βαβυλώνα αφορολόγητον, και άλλα πολλά προνόμια τω εχάρισεν. Εκ του Ζωπύρου δε τούτου εγεννήθη ο Μεγάβυζος όστις εις την Αίγυπτον επολέμησε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων· και εκ του Μεγαβύζου τούτου εγεννήθη ο Ζώπυρος όστις μετηνάστευσεν εκ της Περσίας διά να κατοικήση εις τας Αθήνας.

ΒΙΒΛΙΟΝ TΕTAPTOΝ

Μ Ε Λ Π Ο Μ Ε Ν Η.

1. Μετά δε την άλωσιν της Βαβυλώνος, εγένετο η κατά των Σκυθών εκστρατεία του Δαρείου· διότι ανθούσης της Ασίας και εισρεόντων πολλών χρημάτων, ηθέλησεν ο Δαρείος να τιμωρήση τους Σκύθας επειδή ούτοι πρώτοι εισβαλόντες εις την Μηδικήν χώραν και νικήσαντες τους εναντιουμένους, ήρχισαν αδικούντες. Τωόντι, ως είπον προηγουμένως, οι Σκύθαι ήρξαν της άνω Ασίας έτη εικοσιοκτώ· εισήλθον δε εις την Ασίαν διώκοντες τους Κιμμερίους και κατέλυσαν την ηγεμονίαν των Μήδων, οίτινες ήρχον της Ασίας πριν ή έλθωσιν οι Σκύθαι. Οι ίδιοι λοιπόν ούτοι Σκύθαι, μετά απουσίαν εικοσιοκτώ ετών, επιστρέφοντες εις τον τόπον των, έμελλον να υποστώσι πόλεμον όχι μικρότερον του Μηδικού. Εύρον εναντιούμενον εις αυτούς ουκ ολίγον στρατόν· διότι αι γυναίκες των Σκυθών, ένεκα της πολυχρονίου απουσίας των ανδρών των, είχον σχέσεις με τους δούλους.

2. Έχουσι δε οι Σκύθαι δούλους τυφλούς ένεκα του γάλακτος το οποίον πίνουσι και το οποίον συνάζουσι κατά τον εξής τρόπον. Λαμβάνοντες φυσητήρας οστεΐνους, παρεμφερεστάτους με αυλούς, εμβάλλουσιν αυτούς εις τα γεννητικά μόρια των φοράδων και φυσώσι διά του στόματος· ενώ δε αυτοί φυσώσιν, άλλοι αμέλγουσι. Λέγουσι δε ότι πράττουσι τούτο διά την εξής αιτίαν· αι φλέβες της ίππου πληρούμεναι ανέμου εξογκούνται και καταβαίνουσιν οι μαστοί. Αφού δε αμέλξωσι το γάλα, το χύνουσιν εντός ξυλίνων αγγείων κοίλων και στήσαντες πέριξ τους τυφλούς το κινούσι. Και όσον μεν μένει εις την επιφάνειαν το αποσύρουσι νομίζοντες αυτό ως καλλίτερον. Διά την αιτίαν ταύτην οι Σκύθαι τυφλούσιν εκείνους τους οποίους αιχμαλωτεύουσιν. Είναι δε οι Σκύθαι ούτοι ουχί γεωργοί, αλλά νομάδες.

3. Εκ των δούλων τούτων και των γυναικών εγεννήθησαν παίδες οίτινες μαθόντες την γέννησίν των εξήλθον εναντίον των Σκυθών οι οποίοι επέστρεφον εκ της Μηδίας. Και πρώτον μεν περιεχαράκωσαν την χώραν ορύξαντες ευρείαν τάφρον την οποίαν εξέτεινον από των Ταυρικών ορέων μέχρι της Μαιώτιδος λίμνης, ήτις εστί μεγίστη. Έπειτα, επειδή οι Σκύθαι προσεπάθουν να εισβάλωσι, παρετάχθησαν εις το απέναντι μέρος της τάφρου και επολέμουν. Γενομένης δε μάχης πολλάκις και μη κατορθούντων των Σκυθών να υπερτερήσωσιν, είς αυτών είπε τα εξής· «Τι πράττομεν, ω Σκύθαι, πολεμούντες τους δούλους μας; Εάν μεν φονευώμεθα ολιγοστεύομεν, εάν δε τους φονεύωμεν, ελαττούμεν τον αριθμόν εκείνων επί των οποίων ήμεθα κύριοι. Ακούσατέ με λοιπόν· ας αφήσωμεν τα τόξα και τα ακόντια, και λαβόντες τας μάστιγας των ίππων ας πλησιάσωμεν αυτούς· διότι ενόσω βλέπουσιν ημάς με όπλα, νομίζουσιν ότι είναι όμοιοι μας και από ομοίους γονείς γεννηθέντες· αλλ' εάν μας ίδωσι κρατούντας μάστιγας αντί όπλων, θα εννοήσωσιν ότι είναι δούλοι ημών, και άμα το εννοήσωσι, δεν θα αντισταθώσι πλέον.»

4. Ακούσαντες ταύτα οι Σκύθαι τα έθεσαν εις ενέργειαν· οι δε δούλοι εκπλαγέντες ελησμόνησαν την μάχην και έφυγον. Τοιουτοτρόπως οι Σκύθαι, αφού εκυρίευσαν την Ασίαν, διωχθέντες από τους Μήδους, μετεχειρίσθησαν το μέσον τούτο διά να εισέλθωσιν εις την πατρίδα των. Ο δε Δαρείος, θέλων να τους εκδικηθή διά την εισβολήν των, συνήθροισε στράτευμα εναντίον των.

5. Ως λέγουσιν οι Σκύθες, το νεώτατον όλων των εθνών είναι το ιδικόν των και εγένετο ούτω πως· ο πρώτος άνθρωπος της χώρας ταύτης, ερήμου έως τότε, ωνομάζετο Γαργίταος· γονείς δε του Γαργιτάου τούτου λέγουσιν ότι είναι ο Ζευς και μία θυγάτηρ του ποταμού Βορυσθένους, όπερ εις εμέ μεν δεν φαίνεται πιστευτόν, το λέγουσιν όμως. Και η μεν καταγωγή του Γαργιτάου τοιαύτη ήτο· εξ αυτού δε εγεννήθησαν τρεις παίδες, ο Λιπόξαϊς, ο Αρπόξαϊς και ο νεώτατος Κολάξαϊς. Επί της βασιλείας αυτών, εκ του ουρανού φερόμενα χρυσά έργα, άροτρον, ζυγός, πέλεκυς, ποτήριον, έπεσαν εις την Σκυθικήν. Πρώτος ο πρεσβύτατος τα είδε και επλησίασε διά να τα λάβη· αλλ' εις την προσέγγισιν του ο χρυσός εξέβαλε φλόγας. Μακρυνθέντος αυτού, επλησίασεν ο δεύτερος αλλά συνέβησαν τα αυτά. Ο δε καίων χρυσός, αφού απώθησε τους δύο τούτους, εσβέσθη όταν επλησίασεν ο τρίτος ο νεώτατος όστις τον έλαβε και τον έφερε εις την κατοικίαν του. Οι πρεσβύτεροι λοιπόν αδελφοί, εννοήσαντες τι εσήμαινε το θαύμα εκείνο, παρέδωκαν όλην την βασιλείαν εις τον νεώτατον.

6. Από μεν του Λιποξάιος κατάγονται οι Σκύθαι των οποίων το γένος καλείται Αυχάται· από δε του δευτέρου Αρποξάιος οι λεγόμενοι Κατίαροι και Κράσπιες, από δε του νεωτάτου αυτών οι βασιλικοί Σκύθαι οι καλούμενοι Παραλάται. Όλοι δε κοινώς καλούνται Σκόλοτοι, από του ονόματος του βασιλέως των· Σκύθας δε τους ωνόμασαν οι Έλληνες.

7. Τοιαύτη, ως λέγουσιν οι Σκύθαι, είναι η καταγωγή των, προσθέτουσι δε ότι παρήλθον χίλια έτη, όχι περισσότερα, αλλ' ακριβώς τόσα, από του βασιλέως Γαργιτάου μέχρι της επιδρομής του Δαρείου. Τον ιερόν δε τούτον χρυσόν φυλάττουσιν οι βασιλικοί Σκύθαι επιμελώς και κατ' έτος τω αποτείνουσι δεήσεις και ζητούσι να τον καταστήσωσιν ευμενή διά μεγάλων θυσιών. Όστις δε κρατών τον χρυσόν διαρκούσης της εορτής αποκοιμηθή εν υπαίθρω, αυτός, λέγουσιν οι Σκύθαι, δεν ζη εκείνον τον χρόνον, και διά τούτο δίδεται εις αυτόν τόση γη όσην δύναται να διατρέξη έφιππος εις μίαν ημέραν. Επειδή δε η χώρα είναι μεγάλη, ο Κολάξαϊς την διένειμε διά τους υιούς του εις τρία βασίλεια, και εξ αυτών έν έκαμε μέγιστον, εκείνο όπου φυλάττεται ο χρυσός. Τα απώτερα μέρη τα προς άρκτον των κατοικουμένων χωρών, λέγουσιν οι Σκύθαι ότι ούτε να τα ίδη τις δύναται ούτε να τα πλησιάση ένεκα των πτερών τα οποία είναι κεχυμένα εις τον αέρα και εις το έδαφος· είναι δε τόσα πολλά, ώστε εμποδίζουσι την όρασιν.

8. Ταύτα λέγουσιν οι Σκύθαι περί εαυτών και περί της χώρας των· αλλ' οι Έλληνες οι κατοικούντες τας όχθας του Ευξείνου πόντου άλλως διηγούνται τα πράγματα. Ο Ηρακλής, λέγουσιν, ελαύνων τας βους του Γηρυόνου, έφθασεν εις την έρημον γην την οποίαν νέμονται σήμερον οι Σκύθαι. O Γηρυόνης κατώκει μακράν του Πόντου, εις την νήσον την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Ερύθειαν, κειμένην πλησίον των Γαδείρων, εν τω Ωκεανώ, πέραν των Ηρακλείων στηλών. Ο δε Ωκεανός ούτος λέγουσι μεν ότι αρχίζει από το μέρος όπου ανατέλλει ο ήλιος και τρέχει περί όλην την γην, αλλά δεν φέρουσιν ουδεμίαν απόδειξιν τούτου. Εντεύθεν ο Ηρακλής έφθασεν εις την σήμερον καλουμένην Σκυθικήν χώραν, όπου ο χειμών και το ψύχος τον κατέλαβον· εκαλύφθη λοιπόν με την λεοντήν και εκοιμήθη. Αλλ' οι ίπποι του οχήματος, βόσκουσαι εις αυτό το διάστημα, εγένοντο άφαντοι κατά υπερφυσικήν τινα αιτίαν.

9. Ότε ηγέρθη ο Ηρακλής τας εζήτει, και διατρέξας όλην την χώραν έφθασε τέλος εις την καλουμένην Υλαίαν. Εκεί εύρεν εντός άντρου μιξοπάρθενόν τινα έχιδναν, της οποίας τα μεν άνω των γλουτών ήσαν γυναικός, τα δε κάτω όφεως. Ιδών αυτήν και θαυμάσας ο Ηρακλής, την ηρώτησεν εάν είδε που ίππους πλανωμένας· εκείνη δε είπεν ότι τας έχει, αλλά δεν τας αποδίδει εις αυτόν πριν ή μιχθή μετ' αυτής. Επί τω όρω τούτω εμίγη μετ' αυτής ο Ηρακλής, αλλ' η έχιδνα ανέβαλλε την απόδοσιν των ίππων, επιθυμούσα να ζη μετ' αυτού οίον το δυνατόν πλειότερον χρόνον. Εκείνος όμως ήθελε να τας λάβη και να αναχωρήση. Τέλος πάντων τας απέδωκε λέγουσα προς αυτόν. ««Τας μεν ίππους ταύτας εδώ σοι έσωσα εγώ, συ δε μοι επλήρωσες τα σώστρα, διότι συνέλαβον εκ σου τρεις παίδας· τούτους αφού γίνωσιν άνδρες, τι πρέπει να τους κάμω; να τους αποκαταστήσω εις την χώραν ταύτην της οποίας είμαι κυρία, ή να τους πέμψω προς σε;» Εκείνη μεν ταύτα ηρώτησεν· ο δε Ηρακλής, ως λέγουσιν οι Έλληνες, απεκρίθη· «Όταν ίδης τους παίδας να γίνωσιν άνδρες, δεν θα σφάλης πράττουσα αυτό το οποίον θα σοι είπω. Αποκατάστησον εις την χώραν εκείνον εκ των τριών τον οποίον θα ίδης τείνοντα τοιουτοτρόπως το τόξον τούτο και ζωννύμενον κατ' αυτόν τον τρόπον τον ζωστήρα τούτον· εκείνους δε τους οποίους ιδής ότι δεν είναι ικανοί να πράξωσιν αυτά τα οποία σοι παραγγέλλω, δίωξον από την χώραν. Εάν πράξης ούτω, και συ θα ευχαριστηθής καί τας διαταγάς μου θα εκπληρώσης.»

10. Ταύτα ειπών ο Ηρακλής έλαβεν έν των τόξων του (διότι έως τότε είχε δύο) και λύσας τον ζωστήρα όστις εις το άκρον της συμβολής είχε φιάλην χρυσήν, παρέδοσε το τόξον και τον ζωστήρα, και ανεχώρησεν. Όταν δε τα εξ αυτής γεννηθέντα παιδία ηνδρώθησαν, η Έχιδνα κατ' αρχάς τοις έδωκεν ονόματα, και τον μεν ωνόμασεν Αγάθυρσον, τον δε δεύτερον Γελωνόν και τον νεώτατον Σκύθην. Έπειτα ενθυμήθη όσα τη παρήγγειλεν ο Ηρακλής. Δύο των υιών της, ο Αγάθυρσος και ο Γελωνός, δεν ηδυνήθησαν να εκτελέσωσι τον προσβληθέντα αγώνα και έφυγον εκ της χώρας διωχθέντες υπό της μητρός των, ο δε νεώτατος αυτών Σκύθης εκτελέσας τα απαιτούμενα έμεινεν εν τη χώρα. Εκ του Σκύθου τούτου, υιού του Ηρακλέους κατάγονται όλοι οι βασιλείς των Σκυθών, ένεκα δε της φιάλης, οι Σκύθαι φέρουσιν ακόμη φιάλας εις την ζώνην των. Τούτο μόνον εμηχανεύθη η μήτηρ προς χάριν του Σκύθου. Ταύτα διηγούνται οι Έλληνες οι κατοικούντες τον Εύξεινον Πόντον.

11. Περί του αυτού πράγματος υπάρχει και άλλη παράδοσις την οποίαν αφότου ήκουσα προτιμώ. Οι νομάδες Σκύθαι οι κατοικούντες εν τη Ασία, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Μασσαγετών έφυγον και διαβάντες τον ποταμόν Αράξην ήλθον εις την Κιμμερίαν γην· διότι η γη την οποίαν κατοικούσι τώρα οι Σκύθαι ανήκεν άλλοτε, ως λέγουσιν, εις τους Κιμμερίους. Οι δε Κιμμέριοι, επειδή ήρχοντο εναντίον των οι Σκύθαι, ιδόντες την έφοδον τόσου στρατού, συνεσκέφθηααν· ήσαν δε αι γνώμαι διηρημέναι, έντονοι μεν αμφότεραι, καλλιτέρα όμως η των βασιλέων. Ο μεν δήμος έλεγεν ότι ήτο ανάγκη να κινδυνεύσωσι πολεμούντες προς πολλούς, η δε γνώμη των βασιλέων ήτο ότι εξ εναντίας έπρεπε να μείνωσι και να υπερασπίσωσι την χώραν των κατά των επερχουμένων εχθρών. Και οι μεν βασιλείς ηρνήθησαν να ενδώσωσιν εις τον δήμον, ο δε δήμος ηρνήθη να υπακούση εις τους βασιλείς· βλέποντες δε ούτοι ότι η μερίς του δήμου επέμενε να αναχωρήση και παραδώση την χώραν αμαχητί εις τους επιόντας, απεφάσισαν αποθανόντες να ταφώσιν εκεί και να μη φύγωσι μετά του δήμου, αναλογιζόμενοι όσα καλά απήλαυσαν και όσα κακά ήτο ενδεχόμενον να τοις συμβώσιν εάν έφευγον εκ της πατρίδος των. Ταύτα αποφασίσαντες, διηρέθησαν εις δύο ισάριθμα σώματα και επέπεσαν κατ' αλλήλων. Και αυτούς μεν αποθανόντας εκουσίως έθαψεν ο δήμος των Κιμμερίων εις τας όχθας του ποταμού Τύρου, όπου φαίνεται εισέτι ο τάφος των· ο δε δήμος αφού τους έθαψεν ανεχώρησε και ελθόντες οι Σκύθαι εύρον την χώραν έρημον.

12. Έτι και σήμερον υπάρχουσιν εις την Σκυθίαν Κιμμέρια πόλις, τα Κιμμέρια Πορθμεία, χώρα τις καλουμένη Κιμμερία και ο λεγόμενος Κιμμέριος Βόσπορος. Φαίνεται δε ότι οι Κιμμέριοι φυγόντες εις την Ασίαν ένεκα των Σκυθών αποκατεστάθησαν εις την χερσόνησον όπου σήμερον είναι η ελληνική πόλις Σινώπη· είναι βέβαιον επίσης ότι οι Σκύθαι καταδιώκοντες αυτούς επλανήθησαν της οδού και εισέβαλον εις την Μηδικήν γην, διότι οι μεν Κιμμέριοι φεύγοντες ηκολούθουν πάντοτε το παραθαλάσσιον, οι δε Σκύθαι τους εδίωκον έχοντες τον Καύκασον προς τα δεξιά, και τραπέντες προς τα μεσόγαια έφθασαν εις την Μηδίαν. Είπα λοιπόν και τον λόγον τούτον τον οποίον κοινώς και οι Έλληνες και οι βάρβαροι λέγουσι.

13. Αλλ' ο Αριστέας του Καϋστροβίου, Προκοννήσιος εποποιός, λέγει ότι εμπνευσθείς υπό του Φοίβου μετέβη εις τους Ισσηδόνας· πέραν του λαού τούτου, προσθέτει, κατοικούσιν οι Αριμασποί, άνθρωποι μονόφθαλμοι· πέραν των Αριμασπών οι χρυσοφύλακες γρύπες, και πέραν αυτών οι Υπερβόρειοι, εκτεινόμενοι μέχρι της θαλάσσης. Όλοι οι λαοί ούτοι, κατά τον ποιητήν, εκτός των Υπερβορείων, αδιακόπως κάμνουσιν επιδρομάς εναντίον των γειτόνων των, και ότι πρώτοι ήρχισαν τούτο οι Αριμασποί· ώστε υπό μεν των Αριμασπών διώκονται εκ της χώρας οι Ισσηδόνες, υπό δε των Ισσηδόνων οι Σκύθαι. Τέλος δε οι Κιμμέριοι, οι κατοικούντες τα παράλια του Ευξείνου Πόντου, πιεσθέντες υπό των Σκυθών, εγκατέλιπον τας γαίας των. Ούτω δε μήτε ο Αριστέας δεν συμφωνεί μετά των Σκυθών περί της χώρας των.

14. Ανέφερα την πόλιν εξ ης κατήγετο ο ποιητής ούτος· θα είπω δε τώρα εκείνο το οποίον ήκουσα περί αυτού εις την Προκόννησον και την Κύζικον. Λέγουσιν ότι ο Αριστέας, όστις ουδενός των πολιτών ήτο κατώτερος κατά το γένος, εισελθών εις τι πλυντήριον εν Πρoκοννήσω, απέθανεν αιφνιδίως· ο κναφεύς κλείσας το εργαστήριόν του έδραμε να ειδοποιήση τους συγγενείς του αποθανόντος. Αφού δε διεδόθη εις την πόλιν η είδησις ότι απέθανεν ο Αριστέας, Κυζηκινός τις ελθών της πόλεως Αρτάκης εφιλονείκει με τους λέγοντας τούτο, βεβαιών ότι συνήντησε τον Αριστέαν μεταβαίνοντα εκ της Αρτάκης εις την Κύζικον και ότι συνωμίλησε μετ' αυτού. Ενώ δε υπεστήριζε τα λεγόμενά του επιμόνως, οι συγγενείς μετέβησαν εις την κατοικίαν του κναφέως έχοντες μεθ' εαυτών και εκείνα τα οποία απητούντο διά να άρωσι το σώμα. Ανοιχθείσης της οικίας δεν ευρέθη ο Αριστέας ούτε νεκρός ούτε ζων. Επτά έτη μετά ταύτα εφάνη εις την Προκόννησον και έκαμε τους στίχους τούτους τους οποίους σήμερον οι Έλληνες καλούσιν Αριμασπείους· αφού δε τους έκαμνεν, έγινεν άφαντος και εκ δευτέρου. Ταύτα διηγούνται αι δύο αύται πόλεις.

15. Τα δε ακόλουθα έμαθον ότι συνέβησαν εις τους Μεταποντίνους τους εις την Ιταλίαν, τριακόσια τεσσαράκοντα έτη μετά την εξαφάνισιν του Αριστέου, ως εύρισκον εγώ αριθμήσας τα έτη ότε ήμην εις την Προκόννησον και το Μεταπόντιον. Οι Μεταποντίνοι διηγούνται ότι ο Αριστέας φανείς εις την χώραν των τους διέταξε να ιδρύσωσι ναόν εις τον Απόλλωνα και να στήσωσι πλησίον αυτού ανδριάντα έχοντα επωνυμίαν Αριστέου του Προκοννησίου. Εξ όλων των Ιταλιωτών λαών, έλεγεν, είσθε οι μόνοι τους οποίους επεσκέφθη ο Απόλλων· εγώ αυτός, όστις σήμερον είμαι Αριστέας, τον συνώδευον, και τότε ήμην κόραξ.» Και ο μεν Αριστέας ταύτα ειπών εγένετο άφαντος, οι δε Μεταποντίνοι λέγουσιν ότι πέμψαντες εις τους Δελφούς ηρώτωυ τον θεόν τι εσήμαινον οι λόγοι εκείνοι του φάσματος, η δε Πυθία τους διέταξε να υπακούσωσιν εις αυτά, υποσχομένη ότι ήθελε προκύψει καλόν. Τότε οι Μεταποντίνοι πεισθέντες εξετέλεσαν τα διατασσόμενα, και σήμερον ίσταται ανδριάς επωνυμίαν έχων Αριστέου πλησίον αυτού του αγάλματος του Απόλλωνος και περί αυτόν υπάρχουσι δάφναι πεφυτευμέναι. Ίσταται δε το άγαλμα εν τη αγορά. Και περί μεν του Αριστέου αρκούσιν όσα είπον.

16. Ουδείς δε γνωρίζει μετά βεβαιότητος τι υπάρχει άνω της χώρας, περί ης η ρύμη της διηγήσεως με φέρει να ομιλήσω, ούτε ηδυνήθην ν' ακούσω τινά λέγοντα ότι εγνώριζέ τι ιδίοις όμμασιν, ούτε αυτός δε ο Αριστέας, περί του οποίου ωμίλησα προ ολίγου ανέφερε ποτέ εις τους στίχους του ότι επροχώρησε πέραν των Ισσηδόνων, αλλά τα ανώτερα εκείνων μέρη τα διηγείται εξ ακοής, ομολογών ότι οι Ισσηδόνες τα είπον εις αυτόν. Ημείς όμως θα διηγηθώμεν όλα όσα ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν περί των μεμακρυσμένων τούτων μερών.

17. Από του εμπορικού λιμένος του Βορυσθένους (καθότι τούτο είναι το κεντρικώτατον σημείον εξ όλων των μερών της Σκυθίας), οι πρώτοι κάτοικοι είναι οι Καλλιπίδαι, όντες Ελληνοσκύθαι· άνωθεν αυτών είναι άλλο έθνος, οι καλούμενοι Αλαζώνες, οίτινες τας αυτάς συνηθείας έχουσι μετά των Σκυθών· σπείρουσι και τρώγουσι σίτον, κρόμμυα, σκόροδα, φακήν, κέγχρους. Υπεράνω των Αλαζώνων κατοικούσιν οι γεωργοί Σκύθαι, οίτινες σπείρουσι τον σίτον ουχί διά να τρώγωσιν, αλλά διά να τον πωλώσι. Τούτων υπεράνω κατοικούσιν οι Nευροί, προς βοράν δε των Νευρών, καθ' όσον ημείς γνωρίζομεν, δεν κατοικούσι πλέον άνθρωποι. Ταύτα είναι τα έθνη τα παρά τον Ύπανιν ποταμόν και προς δυσμάς του Βορυσθένους.

18. Πέραν δε του Βορυσθένους, αρχίζοντες από την θάλασσαν, πρώτον μεν είναι η Υλαία, μετ' αυτήν δε κατοικούσι Σκύθαι γεωργοί τους οποίους οι παρά τον Ύπανιν ποταμόν οικούντες Έλληνες καλούσι Βορυσθενείτας, εαυτούς ονομάζοντες Ολβιοπολίτας. Ούτοι λοιπόν οι γεωργοί Σκύθαι νέμονται προς ανατολάς μεν τριών ημερών οδόν μέχρι του ποταμού τον οποίον καλούσι Παντικάπην, προς βοράν δε μέχρις ένδεκα ημερών πλουν άνω του Βορυσθένους· υπεράνω δε τούτων είναι έρημος μεγάλης εκτάσεως. Πέραν της ερήμου ευρίσκονται οι Ανδροφάγοι, έθνος αυτόχθον και ουδόλως Σκυθικόν. Τούτων άνωθεν η χώρα είναι εντελώς ακατοίκητος, ουδέ υπάρχει έθνος τι ανθρώπων, καθ' όσον ημείς ηξεύρομεν.

19. Προς ανατολάς των γεωργών τούτων Σκυθών, διαβαίνων τις τον Παντικάπην ποταμόν εισέρχεται αμέσως εις τους νομάδας Σκύθας οίτινες ούτε σπείρουσιν ούτε καλλιεργούσιν, είναι δε η χώρα αυτών, πλην της Υλαίας, γυμνή δένδρων. Οι νομάδες ούτοι νέμονται γην δεκατεσσάρων ημερών οδού, ήτις εκτείνεται μέχρι του ποταμού Γέρρου.