Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 1

Part 23

Chapter 2326 wordsPublic domain

127. Λαβών την βασιλείαν ο Δαρείος επεθύμησε να τιμωρήση τον Οροίτην και διά τα άλλα του αδικήματα, ιδίως όμως διά τον θάνατον του Μιτροβάτου και του υιού του. Και ευθύς μεν εξ αρχής δεν ενέκρινε να στείλη στρατόν εναντίον του, διότι και αι ίδιαί του υποθέσεις ήσαν ατακτοποίητοι, και η βασιλεία του όλως πρόσφατος, και αφ' ετέρου εμάνθανεν ότι ο Οροίτης ύπαρχος ων του νομού της Φρυγίας, της Λυδίας και της Ιωνίας, είχε μεγάλην ισχύν, και μεταξύ άλλων χίλιους Πέρσας δορυφόρους. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενος ο Δαρείος επενόησε το εξής τέχνασμα. Συγκαλέσας τους σημαντικωτάτους των Περσών, τοις είπε τα εξής· «Ω Πέρσαι, τις εξ υμών θα αναλάβη επιχείρησιν ήτις απαιτεί φρόνησιν μάλλον ή αριθμόν και βίαν; διότι όπου είναι αναγκαία η φρόνησις, περιττή αποβαίνει η βία. Τις εξ υμών θα μου φέρη ζώντα τον Οροίτην ή θα φονεύση αυτόν; Ο άνθρωπος ούτος κατ' ουδέν εβοήθησε τους Πέρσας και έπραξε μεγάλα εγκλήματα· αφ' ενός μεν εφόνευσε δύο ιδικούς μας, τον Μιτροβάτην και τον υιόν του, αφ' ετέρου δε εφόνευσεν εκείνους τους οποίους έπεμψα διά να τον καλέσωσιν ενώπιόν μου, και δεικνύει αυθάδειαν ανυπόφορον. Όθεν πριν κάμη μεγαλείτερον κακόν εις τους Πέρσας, πρέπει να προλάβωμεν και να τον θανατώσωμεν.»

128. Και ο μεν Δαρείος ταύτα ηρώτησε· τριάκοντα δε άνδρες επρότεινον εαυτούς, θέλων έκαστος να εκτελέση την διαταγήν του. Επειδή δε εφιλονείκουν, ο Δαρείος τους καθησύχασε λέγων να ρίψωσι κλήρον. Έρριψαν λοιπόν τους κλήρους και έλαχεν ο Βαγαίος του Αρτόντου. Κληρωθείς δε ο Βαγαίος, έπραξε τα εξής. Γράψας πολλάς επιστολάς περί πολλών υποθέσεων διαλαμβανούσας, έθεσεν επ' αυτών την σφραγίδα του Δαρείου· έπειτα έχων ταύτας μετέβη εις τας Σάρδεις. Φθάσας και παρουσιασθείς εις τον Οροίτην, εξήγεν ανά μίαν των επιστολών και έδιδεν αυτάς εις τον βασιλικόν γραμματέα προς ανάγνωσιν, διότι όλοι οι ύπαρχοι έχουσι μεθ' εαυτών βασιλικούς γραμματείς. Δίδων δε τας επιστολάς ο Βαγαίος παρετήρει τους δορυφόρους θέλων να εννοήση εάν θα εδέχοντο να αποστατήσωσι κατά του Οροίτου. Όταν δε είδεν ότι εδείκνυον μέγαν σεβασμόν προς τα γράμματα και έτι μεγαλείτερον προς το περιεχόμενον αυτών, τότε έδωκεν έν άλλο εις το οποίον ο γραμματεύς ανέγνωσε τους ακολούθους λόγους· «Πέρσαι, ο βασιλεύς Δαρείος σας προστάζει να μη δορυφορήτε τον Οροίτην.» Ακούσαντες ταύτα οι δορυφόροι, αφήκαν τας λόγχας των να πέσωσι χαμαί. Ο δε Βαγαίος ευχαριστηθείς διά την ταχείαν εκείνην υπακοήν, έλαβε θάρρος και έδωκεν εις τον γραμματέα το τελευταίον γράμμα εις το οποίον ήτο γεγραμμένον· «Ο βασιλεύς Δαρείος προστάζει τους εις τας Σάρδεις Πέρσας να φονεύσωσι τον Οροίτην.» Άμα δε ήκουσαν ταύτα οι δορυφόροι, ελκύσαντες τους ακινάκας, εφόνευσαν αυτόν· και ιδού πώς ο Πέρσης Οροίτης απέτισε τον θάνατον του Πολυκράτους.

129. Μετ' ου πολύν χρόνον, αφού μετέφερον τους θησαυρούς του Οροίτου εις τα Σούσα, συνέβη εις το κυνήγιον θηρίων, ενώ κατέβαινεν από του ίππου, να στραγγαλίση ο Δαρείος τον πόδα του δεινώς, διότι ο αστράγαλος εξήλθεν από την άρθρωσιν. Πεπεισμένος δε προ πολλού ότι είχε πλησίον του τους πρώτους των Αιγυπτίων περί την ιατρικήν, προσέφυγεν εις αυτούς. Ούτοι όμως, μεταχειρισμένοι την βίαν διά να επαναφέρωσι τον πόδα εις την θέσιν του, τον εστρέβλωσαν χειρότερον, ο δε Δαρείος τοσούτους πόνους υπέφερεν ώστε επί επτά ημέρας και επτά νύκτας, δεν εκοιμήδη διόλου. Την ογδόην ημέραν ήτο εις πολύ χειροτέραν κατάστασιν όταν τις, όστις είχεν ακούσει εις τας Σάρδεις επαινουμένην την τέχνην του Δημοδόκους, τω ωμίλησε περί αυτού. Ο Δαρείος αμέσως διέταξε να τον φέρωσιν ενώπιόν του. Ευρόντες δε αυτόν παρερριμμένον και λησμονημένον μεταξύ των ανδραπόδων του Οροίτου, τον έφερον εις τον βασιλέα, σύροντα τας πέδας και ρακενδύτην.

130. Άμα τον έφερον ενώπιόν του, ο Δαρείος τον ηρώτησεν εάν ήξευρε να θεραπεύη. Εκείνος όμως ηρνείτο φοβούμενος μήπως, εάν φανερώση εαυτόν, τον εμποδίσωσι να επιστρέψη εις την Ελλάδα. Ο Δαρείος ενόησε και την επιστήμην του και τον δισταγμόν του· διέταξε λοιπόν τους αγαγόντας αυτόν να φέρωσιν εις το δωμάτιον μάστιγας και κέντρα. Τότε εφανέρωσεν εαυτόν και είπεν ότι καλώς μεν δεν εγνώριζεν αλλ' ότι διαμείνας πλησίον ιατρού είχεν ασκηθή ολίγον εις την τέχνην. Μετά ταύτα όμως, όταν ο Δαρείος ενεπιστεύθη εαυτόν εις τας φροντίδας του, αντικατέστησε την δραστικήν θεραπείαν δι' άλλης ηπίας, κατά την ελληνικήν μέθοδον. Τοιουτοτρόπως ο βασιλεύς ευθύς μεν επανεύρε τον ύπνον, μετ' ολίγας δε ημέρας ιάθη εντελώς ενώ δεν ήλπιζε πλέον ότι θα τω έμενον σώοι αμφότεροι οι πόδες. Τω εδώρησε λοιπόν ο Δαρείος δύο ζεύγη χρυσών πεδών, και ο Δημοκήδης τον ηρώτησεν εάν έπραξε τούτο σκοπεύων να διπλασιάση την δουλείαν του, διότι τον ιάτρευσεν. Ευχαριστηθείς ο βασιλεύς διά τους λόγους εκείνους έπεμψεν αυτόν εις τας γυναίκας του. Περιάγοντες δε αυτόν οι ευνούχοι, έλεγον ότι αυτός ήτο ο αποδώσας την ζωήν εις τον Δαρείον. Εκάστη τότε αυτών, βυθίζουσα ποτήριον εντός κιβωτίου πλήρους χρυσίου, το έδιδε δώρον εις τον Δημοκήδη ομού με το αγγείον· τόσον δε πλουσιοπάροχος ήτο η δωρεά, ώστε ο ακολουθών αυτόν υπηρέτης, ονόματι Σκίτων, συνάζων τους εκ των αγγείων πίπτοντας χαμαί στατήρας, απεθησαύρισε μεγάλην ποσότητα.

131. Ιδού δε πώς ήλθεν ο Δημοκήδης ούτος εκ Κρότωνος και εγνωρίσθη με τον Πολυκράτη· κρατούμενος εις την Κρότωνα υπό πατρός δυσκόλου εις τον θυμόν, και μη δυνάμενος να υποφέρη το είδος τούτο της ζωής, τον εγκατέλιπεν επί τέλους και μετέβη εις την Αίγιναν. Εγκατασταθείς δε εκεί υπερέβη αμέσως από του πρώτου έτους τους άλλους ιατρούς, μολονότι δεν είχε μήτε εργαλεία μήτε άλλο τι εκ των προς εξάσκησιν της τέχνης απαιτουμένων. Κατά το δεύτερον έτος το κοινόν των Αιγινητών τον εμίσθωσεν αντί ενός ταλάντου, κατά το τρίτον έτος οι Αθηναίοι τω έδωκαν εκατόν μνας, και κατά το τέταρτον, ο Πολυκράτης, δύο τάλαντα. Ιδού πώς ήλθεν εις την Σάμον, και μετ' αυτόν οι Κροτωνιάται ιατροί ευδοκίμησαν ουχί ολιγώτερον, διότι υπήρξεν εποχή καθ' ην οι Κροτωνιάται ιατροί εθεωρούντο ότι ήσαν οι πρώτοι ιατροί της Ελλάδος, δεύτεροι δε οι Κυρηναίοι. Κατά την αυτήν εποχήν οι Αργείοι εφημίζοντο ότι ήσαν οι πρώτοι μουσικοί της Ελλάδος.

132. Θεραπεύσας λοιπόν εις τα Σούσα ο Δημοκήδης τον Δαρείον, έλαβεν οίκον μέγιστον και εγένετο ομοτράπεζος του βασιλέως. Πλην ενός αγαθού, να επιστρέψη εις την Ελλάδα, είχεν όλα τα άλλα αγαθά. Αφ' ενός μεν εζήτησε παρά του βασιλέως και επέτυχε την χάριν των Αιγυπτίων ιατρών οίτινες πρότερον εθεράπευον τον βασιλέα και τους οποίους έμελλον να ανασκολοπίσωσι διότι εφάνησαν κατώτεροι ενός Έλληνος ιατρού· αφ' ετέρου δε έσωσεν ένα μάντιν Ηλείον όστις είχεν ακολουθήσει τον Πολυκράτη και όστις είχε λησμονηθή μεταξύ των ανδραπόδων. Ήτο λοιπόν ο Δημοκήδης σημαντικόν πρόσωπον πλησίον του βασιλέως.

133. Ολίγον έπειτα συνέβησαν τα ακόλουθα άλλα γεγονότα. Εις τον μαστόν της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου και γυναικός του Δαρείου, εγένετο εξοίδημα το οποίον μετά ταύτα ήνοιξε και εξηπλώθη. Και ενόσω μεν ήτο μικρόν, η Άτοσσα αισχυνομένη το έκρυπτε και δεν έλεγε τίποτε περί αυτού εις κανένα· αλλ' επί τέλους, βλέπουσα τον κίνδυνον, προσεκάλεσε τον Δημοκήδη και το έδειξεν. Αυτός δε υποσχεθείς να την θεραπεύση την ώρκισε να τω παραχωρήση προς αμοιβήν ό,τι ήθελε τη ζητήσει, λέγων ότι δεν θα ζητήση τίποτε προσβάλλον την τιμήν της.

134. Αφού λοιπόν περιποιηθείς την εθεράπευσε, τότε η Άτοσσα διδαχθείσα από τον Δημοκήδη είπεν εσπέραν τινά εις τον Δαρείον ευρισκομένη εις την κλίνην μετ' αυτού· «Ω βασιλεύ, ενώ έχεις τόσην δύναμιν αναπαύεσαι και δεν προσπαθείς να προσθέσης άλλο Έθνος εις την κυριαρχίαν των Περσών. Εις νεαρόν βασιλέα, κάτοχο απείρου πλούτου, αρμόζουν αι μεγάλαι πράξεις διά να βεβαιωθώσι και οι Πέρσαι ότι άρχονται υπό ανδρός. Δύο αίτια σε αναγκάζουσι να πράξης ούτω· πρώτον διά να γνωρίζωσιν οι Πέρσαι ότι ο ηγεμών των είναι γενναίος και δεύτερον διά να τρίβωνται εις τον πόλεμον και να μη σ' επιβουλεύωνται σχολάζοντες. Τώρα, ενόσω ακόμη είσαι νέος, δύνασαι να κατορθώσης έργα λαμπρά· διότι αυξανομένου του σώματος, συναυξάνει και ο νους, γηράσκοντος δε του σώματος συγγηράσκει και ο νους και αμβλύνεται εις όλα τα πράγματα.» Η Άτοσσα λοιπόν ταύτα έλεγε διδαχθείσα, ο δε Δαρείος απεκρίθη ως εξής· «Ω γύναι, με είπες όσα και εγώ εσκεπτόμην να πράξω· εσκόπευα να κατασκευάσω γέφυραν από την ήπειρον ταύτην μέχρι της απέναντι ηπείρου και να στρατεύσω κατά των Σκυθών· τούτο δε θα γίνη εντός ολίγου.» Είπε δε η Άτοσσα· «Σκέφθητι, ω βασιλεύ· παραίτησον προς το παρόν το σχέδιον να εκστρατεύσης πρώτον κατά των Σκυθών, διότι οι λαοί ούτοι γίνονται υπήκοοί σου άμα θελήσης, και στράτευσον πρώτον κατά της Ελλάδος· καθότι επιθυμώ να έχω θεραπαίνας Λακαίνας και Αργείας και Αττικάς και Κορινθίας διά τας οποίας ακούω να γίνεται λόγος. Έχεις δε και άνθρωπον επιτηδειότατον να σοι εκθέση την κατάστασιν της Ελλάδος και να σε καθοδηγήση. Ο άνθρωπος ούτος είναι ο θεραπεύσας τον πόδα σου.» Ο δε Δαρείος απεκρίθη·

«Ω γύναι, επειδή νομίζεις ότι πρέπει πρώτον να εκστρατεύσω κατά της Ελλάδος νομίζω καλόν να πέμψω προηγουμένως Πέρσας κατασκόπους ομού με εκείνον τον οποίον λέγεις, οίτινες μαθόντες και ιδόντες όλα, θα μας αναφέρωσι περί αυτών· έπειτα δε, αφού πληροφορηθώ καλώς, θα στραφώ κατά των Ελλήνων.»

135. Ταύτα είπε, και άμα έπος άμα έργον. Όταν εξημέρωσε, προσκαλέσας δεκαπέντε επισήμους Πέρσας, τους διέταξε να συνοδεύσωσι τον Δημοκήδη και να περιέλθωσι μετ' αυτού τα παραθαλάσσια της Ελλάδος, προσέχοντες να μη τους φύγη ο Δημοκήδης· αλλ' αφεύκτως να τον φέρωσιν οπίσω. Αφού δε τοις έδωκε τας διαταγάς ταύτας, προσεκάλεσεν έπειτα τον Δημοκήδη και τον παρεκάλεσεν, αφού οδηγήση και δείξη όλην την Ελλάδα εις τους Πέρσας, να επιστρέψη οπίσω. «Λάβε, τω είπεν, όλα τα έπιπλά σοι διά να τα δώσης δώρα εις τον πατέρα και εις τους αδελφούς σου, εγώ δε σοι υπόσχομαι άλλα πλουσιώτερα. Διά την μεταβίβασιν δε αυτών σοι χαρίζω ολκάδα πλήρη παντοίων πολυτίμων πραγμάτων ήτις θα σε παρακολουθή.» Και ο μεν Δαρείος, ως εγώ νομίζω, τω ωμίλει άνευ δολιότητος· ο Δημοκήδης όμως, φοβηθείς μήπως ήθελε να τον δοκιμάση ο Δαρείος, δεν εδέχθη με προθυμίαν όλα όσα τω προσέφερεν· είπε μάλιστα ότι θα αφήση τα έπιπλά του εις την θέσιν των διά να τα έχη όταν επιστρέψη οπίσω, και ότι δέχεται μόνον την ολκάδα με τα δώρα τα προωρισμένα διά τον πατέρα και τους αδελφούς του. Ο δε Δαρείος, αφού παρήγγειλε και εις αυτόν όσα παρήγγειλεν εις τους Πέρσας, τους απέστειλεν εις τον λιμένα.

136. Καταβάντες δε ούτοι εις την Σιδώνα της Φοινίκης, αμέσως επλήρωσαν δύο τριήρεις, και ομού με αυτάς μίαν ολκάδα από διάφορα πολύτιμα αντικείμενα. Ετοιμάσαντες δε τα πάντα, έπλεον εις την Ελλάδα, και πλησιάζοντες εις τα παραθαλάσσια παρετήρουν και εσημείωνον αυτά, μέχρις ου ιδόντες τα περισσότερα και ονομαστότερα, έφθασαν εις τον Τάραντα της Ιταλίας. Εκεί, διά πονηρίας του Δημοκήδους, ο βασιλεύς των Ταραντίνων Αριστοφιλίδης αφήρεσε τα πηδάλια των Μηδικών πλοίων και εφυλάκισε τους Πέρσας ως κατασκόπους δήθεν. Ενώ δε ούτοι έπασχον ταύτα, ο Δημοκήδης έφθασεν εις την Κρότωνα. Φθάσαντος δε αυτού εις τη πατρίδα του, ο Αριστοφιλίδης απέλυσε του Πέρσας και τοις απέδωκεν ό,τι έλαβεν εκ των πλοίων των.

137. Εκπλεύσαντες εκείθεν οι Πέρσαι και διώκοντες τον Δημοκήδην έφθασαν εις την Κρότωνα· ευρόντες δε αυτόν περιφερόμενον εις την αγοράν, τον συνέλαβον. Εκ των Κροτωνιατών δε όσοι μεν εφοβούντο την δύναμιν των Περσών, ήσαν έτοιμοι να τον παραδώσωσιν· οι άλλοι όμως αντέταξαν βίαν εις την βίαν και εκτύπησαν τους Πέρσας με ράβδους. Διά να τους εκφοβίσωσι δε οι Πέρσαι έλεγον τα εξής· «Άνδρες Κροτωνιάται, συλλογισθήτε τι πράττετε· μας αρπάζετε άνθρωπον όστις εδραπέτευσεν από τον βασιλέα. Πώς ο βασιλεύς θα υποφέρη την τοιαύτην ύβριν; περιμένετε καλήν έκβασιν διά την βίαν σας εάν μας διώξετε; κατά ποίας άλλης πόλεως πρότερον θα εκστρατεύσωμεν ή κατ' αυτής; Ποίαν άλλην πρώτην θα πειραθώμεν να ανδραποδίσωμεν;» Αλλ' αι απειλαί αύται δεν έπειθον τους Κροτωνιάτας, οίτινες επέμειναν, ηλευθέρωσαν τον Δημοκήδη και έλαβον την ολκάδα την οποίαν οι Πέρσαι είχον φέρει μεθ' εαυτών. Τότε ούτοι επέστρεψαν εις την Ασίαν χωρίς να συλλέξωσιν άλλας πληροφορίας περί Ελλάδος, επειδή εστερήθησαν τον οδηγόν των. Ενώ δε απεχώρουν, ο Δημοκήδης τους παρεκάλεσε να είπωσιν εις τον Δαρείον ότι εμνηστεύθη την θυγατέρα του Μίλωνος και έμελλε να την λάβη γυναίκα. Είχε δε το όνομα του παλαιστού Μίλωνος μεγάλην βαρύτητα εις τα Σούσα, και τούτου ένεκα νομίζω επέσπευσε τον γάμον τούτον ο Δημοκήδης δους πολλά χρήματα, διά να φανή ότι και εις την πατρίδα του ήτο σημαντικός.

138. Εκπλεύσαντες από την Κρότωνα οι Πέρσαι έπεσαν με τα πλοία των εις την Ιαπυγίαν. Εκεί δε όντας δούλους τους ελύτρωσεν ο Ταραντίνος φυγάς Γίλλος και τους έφερεν εις τον βασιλέα Δαρείον, όστις προς αμοιβήν της χάριτος ταύτης τω υπεσχέθη να εκτελέση ό,τι ήθελε ζητήσει. Ο δε Γίλλος, διηγηθείς τας συμφοράς του, εζήτησε να τον επαναφέρη εις την πατρίδα του. Φοβούμενος όμως μήπως ταραχθή η Ελλάς εάν χάριν αυτού εκπλεύση διά την Ιταλίαν μέγας στόλος, εβεβαίωσεν ότι μόνοι οι Κνίδιοι ήρκουν διά να τον καταβιβάσωσιν εις τον Τάραντα, νομίζων ότι οι Κνίδιοι, όντες φίλοι των Ταραντίνων, ευκόλως ήθελον τους πείσει να τον δεχθώσιν. Ο Δαρείος λοιπόν, δεχθείς την αίτησίν του, έπεμψεν απεσταλμένον εις τους Κνιδίους παραγγέλλων να επαναφέρωσι τον Γίλλον εις τον Τάραντα. Οι δε Κνίδιοι υπήκουσαν μεν εις τον Δαρείον, δεν εδυνήθησαν όμως να πείσωσι τους Ταραντίνους, και δεν ήσαν τόσον δυνατοί ώστε να τους βιάσωσιν εις τούτο. Και ταύτα μεν ούτως εγένοντο, ούτοι δε οι Πέρσαι ήσαν οι πρώτοι οίτινες ήλθον εκ της Ασίας εις την Ελλάδα, και διά την αιτίαν ταύτην εστάλησαν ως κατάσκοποι.

139. Μετά ταύτα ο Δαρείος εκυρίευσε την Σάμον· ήτο δε η πρώτη όλων των Ελληνίδων και βαρβάρων πόλεων την οποίαν υπέταξε διά την εξής αιτίαν. Όταν ο υιός του Κύρου Καμβύσης κατέκτησε την Αίγυπτον, πολλοί Έλληνες τον συνώδευον· οι μεν, ως είναι πιθανόν, χάριν εμπορίου, οι δε διά να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, τινές δε απλώς διά να ίδωσι τον τόπον, μεταξύ των οποίων ήτο και ο υιός του Αιάκους Συλοσών, αδελφός του Πολυκράτους και εξόριστος της Σάμου. Εις τούτον τον Συλοσώντα συνέβη το εξής ευτύχημα· περιεφέρετο ες την αγοράν της Μέμφιδος περιτετυλιγμένος εις μανδύαν ερυθρόν, όταν τον είδεν ο Δαρείος όστις τότε ήτο απλούς δορυφόρος του Καμβύσου και ελαχίστης σημασίας. Ο Δαρείος επεθύμησε τον μανδύαν και πλησιάσας εζήτησε να τον αγοράση· ο δε Συλοσών, βλέπων την ζωηράν εκείνην επιθυμίαν και ωσεί παρακινούμενος υπό θείας εμπνεύσεως, τω λέγει «Εγώ μεν δεν πωλώ αυτόν αντί ουδεμιάς αξίας· εάν δε επιθυμής να τον έχης, σε τον δίδω άνευ αποζημιώσεως.» Ο Δαρείος τον ευχαρίστησε και έλαβε το φόρεμα.

140. Ο Συλοσών ήτο βέβαιος ότι απώλεσε τον μανδύαν εξ ευηθείας· αλλά παρήλθον έτη, ο Καμβύσης απέθανεν, οι επτά επανέστησαν κατά του μάγου και εκ των επτά ο Δαρείος έλαβε την βασιλείαν. Τότε ο Συλοσών μαθών ότι εκείνος εις τον οποίον άλλοτε έδωκεν εν Αιγύπτω το ένδυμα εγένετο βασιλεύς, ανέβη εις τα Σούσα, εκάθισεν εις τα πρόθυρα του βασιλικού οίκου, και είπεν ότι ήτο ευεργέτης του Δαρείου. Ακούσας τούτο ο πυλωρός, εισήλθεν εις τον βασιλέα διά να δώση είδησιν· ο δε βασιλεύς εκπλαγείς, είπε· «Και τις λοιπόν είναι αυτός ο Έλλην ευεργέτης μου εις τον οποίον οφείλω ευγνωμοσύνην, εγώ όστις νεωστί έλαβον την αρχήν; Εδώ εις ημάς δεν ηξεύρω αν κανείς ακόμη ανέβη από αυτούς και δεν ενθυμούμαι να οφείλω τι εις Έλληνα. Μολοντούτο είσαξέ τον διά να μάθω τι θέλει να είπη με τους λόγους τούτους.» Εισήγαγεν ο πυλωρός τον Συλοσώντα· άμα δε ούτος εισήλθεν εις τον βασιλικόν θάλαμον, οι διερμηνείς τον ηρώτησαν τις ήτο και τι έπραξε διά να λέγη εαυτόν ευεργέτην του βασιλέως. Ο δε Συλοσών διηγήθη όλην την υπόθεσιν του μανδύου, προσθείς ότι αυτός ήτο όστις τον έδωκε. Τότε ο Δαρείος απεκρίθη· «Ω γενναιότατε ανδρών, συ ήσο όστις με εδώρησας τον μανδύαν ότε δεν είχον ακόμη καμμίαν δύναμιν; Το δώρον ήτο μικρόν, αλλ' η ευγνωμοσύνη μου είναι η αυτή ως εάν σήμερον ελάμβανόν τι μέγα. Προς αμοιβήν θα σοι δώσω χρυσόν και άργυρον άπειρον διά να μη μετανοήσης ποτέ ότι ευηργέτησας τον Δαρείον, τον υιόν του Υστάσπους.» Απεκρίθη δε εις ταύτα ο Συλοσών· «Μη με δίδης, ω βασιλεύ, μήτε χρυσόν μήτε άργυρον, αλλά σώσας της πατρίδα μου Σάμον την οποίαν αφότου ο αδελφός μου Πολυκράτης εφονεύθη υπό του Οροίτου κατέχει είς των δούλων μας, δος μοι αυτήν άνευ σφαγών και δουλείας.»

141. Ταύτα ακούσας ο Δαρείος έπεμψε στρατόν και στρατηγόν τον Οτάνην όστις ήτο είς εκ των επτά, διατάξας αυτόν να εκπληρώση όσα εζήτησεν ο Συλοσών. Καταβάς δε εις το παράλιον ο Οτάνης, ητοίμαζε την εκστρατείαν.

142. Κατείχε δε την εξουσίαν εις την Σάμον ο Μαιάνδριος, υιός του Μαιανδρίου, κρατήσας αυτήν αφότου ο Πολυκράτης τον αφήκεν επίτροπόν του. Ούτος μολονότι επεθύμει να φανή δικαιότατος άνθρωπος, δεν το κατώρθωσεν. Άμα μαθών τον θάνατον του Πολυκράτους, έπραξε ταύτα· πρώτον μεν ίδρυσε βωμόν του Ελευθερίου Διός, πέριξ του οποίου έστησε το τέμενος τα οποίον υπάρχει ακόμη εις το προάστειον. Αφού δε ετελείωσε τας εργασίας ταύτας, συνήθροισεν εκκλησίαν όλων των πολιτών και είπε τα εξής· «Ως γνωρίζετε, το σκήπτρον και πάσα η δύναμις του Πολυκράτους περιήλθον εις εμέ, και δύναμαι τώρα, εάν θέλω να άρχω υμών· εγώ όμως δεν θα πράξω, εφ' όσον το δυνατόν, ό,τι μέμφομαι εις τους άλλους, διότι ούτε ο Πολυκράτης δεν με ήρεσκε δεσπόζων ανδρών ομοίων του, ούτε άλλος όστις πράττει τα αυτά. Ο Πολυκράτης λοιπόν τώρα εξεπλήρωσε το πεπρωμένον του, εγώ δε καταθέτων ενταύθα την αρχήν κηρύττω ισονομίαν. Κρίνω όμως δίκαιον να με δοθή η εξής αμοιβή· πρώτον να λάβω τάλαντα εκ της περιουσίας του Πολυκράτους· δεύτερον να παραχωρηθή εις εμέ και εις τους απογόνους μου ισοβίως η ιερωσύνη του Ελευθερίου Διός, εις τον οποίον έκτισα ιερόν και χάριν του οποίου σας αποδίδω την ελευθερίαν.» Αυτός μεν ταύτα είπε προς τους Σαμίους· είς δ' εξ αυτών εγερθείς είπεν· «Αλλ' ούτε είσαι άξιος να άρχης ημών· συ όστις είσαι ταπεινής καταγωγής και υπήρξες όλεθρος ημών· σκέφθητι δε μάλλον πώς θα δώσης λόγον των χρηστών τα οποία διεχειρίσθης.»

143. Εκείνος όστις ωμίλησε τοιουτοτρόπως ήτο σημαντικός μεταξύ των Σαμίων και ωνομάζετο Τελέσαρχος. Τότε ο Μαίανδρος ενόησεν ότι εάν απέθετε την αρχήν, άλλος τύραννος θα ελάμβανε την θέσιν του· δεν εσκέφθη λοιπόν πλέον να την αφήση. Όθεν, άμα απήλθεν εις την ακρόπολιν, προσκαλέσας τους πρώτους του λαού ένα έκαστον, επί τη προφάσει να τοις δώση λόγον της διαχειρίσεως των χρημάτων, τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Και ούτοι μεν ήσαν δεσμώται· εν τω μεταξύ δε ο Μαιάνδριος ησθένησεν, ο δε αδελφός του Λυκάρητος, νομίζων ότι έμελλε να αποθάνη, απέκτεινεν όλους τους δεσμώτας διά να καταλάβη ευκολώτερον την εξουσίαν της Σάμου, διότι οι πολίται εφαίνοντο ότι δεν ήθελον να ήναι ελεύθεροι.

144. Όταν οι Πέρσαι έφθασαν εις την Σάμον φέροντες τον Συλοσώντα, κανείς δεν επέφερε την παραμικράν αντίστασιν· αλλά και αυτοί οι οπαδοί του Μαιανδρίου και αυτός ο Μαιάνδριος είπον ότι ήσαν έτοιμοι να αναχωρήσωσιν από την νήσον με συνθήκην. Δεχθέντος δε του Οτάνους τας συμφωνίας ταύτας, και ποιήσαντος σπονδάς, οι σημαντικώτατοι των Περσών έστησαν θρόνους και εκάθισαν αντικρύ της ακροπόλεως.

145. Είχε δε ο τύραννος Μαιάνδριος αδελφόν ολίγον παράφορον, όστις εκαλείτο Χαρίλαος· ο αδελφός ούτος ήτο δέσμιος εις την ειρκτήν διά σφάλμα τι. Ακούσας κατ' εκείνην την στιγμήν τα γινόμενα και κύψας διά της οπής της ειρκτής, είδε τους Πέρσας ησύχως καθημένους και εφώναξε ζητών να ομιλήση με τον Μαιάνδριον. Ακούσας τούτο ο Μαιάνδριος, διέταξε να τον λύσωσι και να τον φέρωσιν ενώπιόν του. Άμα δε τον έφεραν, επέπληξε τον αδελφόν του, τον ύβρισε και τον παρεκίνησε να φονεύση τους Πέρσας, λέγων· «Εμέ μεν, ω κάκιστε άνθρωπε, όντα αδελφόν σου και μη πράξαντα τίποτε άξιον δεσμών, με έδεσες και με έρριψες εις την ειρκτήν, βλέπων δε τους Πέρσας οίτινες σε διώκουσι και σε καθιστώσιν άνοικον, δεν τολμάς να τους τιμωρήσης, ενώ είναι τόσον εύκολον να τους νικήσης. Αλλ' εάν συ τους φοβήσαι, δος εις εμέ τους επικούρους και εγώ τους τιμωρώ διότι ήλθον εδώ. Σε δε είμαι έτοιμος να εκπέμψω εκ της νήσου.»

146. Ταύτα είπεν ο Χαρίλαος· ο δε Μαιάνδριος εδέχθη την αίτησίν του, ουχί ως φρονώ διότι έφθασεν εις τόσην ανοησίαν ώστε να νομίζη ότι διά των δυνάμεών του ήθελε νικήσει τον βασιλέα, αλλά μάλλον εκ φθόνου προς τον Συλοσώντα, ότι έμελλε χωρίς κόπον να επαναλάβη την πόλιν ακέραιον. Ο σκοπός του λοιπόν ήτο να ερεθίση τους Πέρσας, να εξασθενίση την Σάμον και να την παραδώση εις αυτήν την κατάστασιν, ηξεύρων ότι αν εβλάπτοντο οι Πέρσαι ήθελον φερθή σκληρώς προς τους Σαμίους, και βέβαιος ων επίσης ότι ηδύνατο να εξέλθη της πόλεως ασφαλέστατα όταν ήθελε· διότι είχε κατασκευάσει μυστικήν διώρυχα φέρουσαν από της ακροπόλεως εις την θάλασσαν. Απέπλευσε λοιπόν ο Μαιάνδριος εκ της νήσου ακριβώς κατά την στιγμήν καθ' ην ο Χαρίλαος οπλίσας πάντας τους επικούρους και ανοίξας τας πύλας εξήλθε διά να κτυπήση τους Πέρσας οίτινες δεν περιέμενον τοιούτο τι και ενόμιζον ότι τα πάντα είχον συμβιβασθή. Επιπεσόντες λοιπόν οι επίκουροι κατ' αυτών εφόνευσαν τους μάλλον σημαντικούς, εκείνους οίτινες εδιφροφορούτο. Αλλ' ενώ εφόνευον αυτούς, ήλθε προς βοήθειαν ο άλλος Περσικός στρατός και επιπεσών κατά των επικούρων ηνάγκασεν αυτούς να κλεισθώσιν εις την ακρόπολιν.

147. Ο Οτάνης, μάρτυς της καταστροφής ταύτης, ενθυμήθη τας διαταγάς τας οποίας τω έδωκεν ο Δαρείος αποστέλλων αυτόν, να μη φονεύση κανένα, να μη δουλώση κανένα και να αποδώση την νήσον εις τον Συλοσώντα αβλαβή· τας ενθυμήθη και συγχρόνως τας ελησμόνησε· διέταξε λοιπόν τον στρατόν να φονεύση πάντα ον ήθελε συλλάβει, άνδρα ή παιδίον. Τότε οι μεν εκ του στρατού επολιόρκησαν την ακρόπολιν, οι δε εφόνευον πάντα ον εύρισκον ενώπιόν των, είτε εις τας οδούς, είτε εις τους ναούς.

148. Ο δε Μαιάνδριος, φυγών από την Σάμον, έπλευσε προς την Λακεδαίμονα. Φθάσας εκεί με όλα τα πράγματα όσα έλαβε μεθ' εαυτού αναχωρών, έπραξε τα εξής. Εξέβαλε ποτήρια χρυσά και αργυρά, και οι μεν υπηρέται τα εκαθάριζον, αυτός δε κατ' εκείνην την στιγμήν εξήλθε διά να συνομιλήση μετά του Κλεομένους του Αναξανδρίδου, βασιλέως της Σπάρτης, τον οποίον έπειτα έφερεν εις την κατοικίαν του. Όταν ο Κλεομένης είδε τα ποτήρια, εθαύμασε και εξεπλάγη. Αμέσως ο Μαιάνδριος τον προσκαλεί να λάβη όσα θέλη, αλλ' εις μάτην επαναλαμβάνει την παράκλησίν του δις και τρις, ο Κλεομένης δεικνύεται δικαιότατος άνθρωπος και δεν κρίνει πρέπον να δεχθή τα προσφερόμενα. Εννοών δε ότι άλλοι πολίται ηδύναντο να δελεασθώσιν από τα δώρα και να εύρη ίσως ο Μαίανδρος υπεράσπισιν, μετέβη προς τους εφόρους και τοις είπεν ότι συμφέρει εις την Σπάρτην να αναχωρήση ο Σάμιος ξένος εκ της Πελοποννήσου διά να μη αναπείση ή αυτόν ή άλλον τινά Σπαρτιάτην να γίνη κακός. Υπακούσαντες δε οι έφοροι διέταξαν διά του κήρυκος τον Μαιάνδριον να αναχωρήση.

149. Οι δε Πέρσαι, περικυκλώσαντες την Σάμον ως εντός δικτύου, την παρέδοσαν εις τον Συλοσώντα έρημον κατοίκων. Μετά τινα χρόνον όμως ο Οτάνης ανενέωσε τον πληθυσμόν της συνεπεία ονείρου τινός το οποίον είδε και ασθενείας τινός ήτις τον ηκολούθησεν εις τα αιδοία.

150. Καθ' ην στιγμήν ο στόλος ανεχώρει διά την Σάμον απεστάτησαν οι Βαβυλώνιοι καλώς προητοιμασμένοι καθ' όλα· διότι από της εποχής του μάγου, της συνωμοσίας των επτά και των ταραχών αίτινες επηκολούθησαν, παρεσκευάζοντο διά την πολιορκίαν χωρίς να τους εννοήση κανείς. Αφού δε επανέστησαν αναφανδόν, έλαβον και τα εξής μέτρα· έκαστος εξελέξατο την γυναίκα την οποίαν επροτίμα περισσότερον από τας άλλας της οικίας, πλην των μητέρων τας οποίας έθεσαν κατά μέρος, έπειτα συνήθροισαν τας λοιπάς και τας έπνιξαν. Είχε λοιπόν έκαστος μίαν γυναίκα διά να κατασκευάζη τα φαγητά του, τας δε λοιπάς έπνιξαν διά να οικονομώσι τας τροφάς.

151. Μαθών τούτο ο Δαρείος, συνήθροισεν όλας τας δυνάμεις του, εστράτευσε κατ' αυτών, έφθασεν εις την Βαβυλώνα και επολιόρκησε τους κατοίκους μηδόλως μεριμνώντας περί τούτου. Τωόντι οι Βαβυλώνιοι, αναβαίνοντες εις τους προμαχώνας, εχόρευον και έσκωπτον τον Δαρείον και τον στρατόν του· είς δ' εξ αυτών είπε τους λόγους τούτους· «Διατί μένετε εδώ, ω Πέρσαι, και δεν αναχωρείτε. Θα μας κυριεύσετε τότε όταν ημίονοι γεννήσωσι.» Ταύτα είπεν είς των Βαβυλωνίων νομίζων ότι ποτέ ημίονος δεν ειμπορεί να γεννήση.

152. Έν έτος και επτά μήνες είχον ήδη παρέλθει, ο δε Δαρείος και όλος ο στρατός ηγανάκτουν διότι δεν ηδύναντο να κυριεύσωσι την πόλιν, μολονότι ετέθησαν εις ενέργειαν όλα τα στρατηγήματα και όλαι αι μηχαναί. Μεταξύ δε των άλλων στρατηγημάτων, απεπειράθησαν και εκείνο με το οποίον επέτυχεν άλλοτε ο Κύρος. Αλλ' οι Βαβυλώνιοι είχον λάβει μεγάλας προφυλάξεις και δεν ηδύνατο να τους κυριεύση.